Αντώνης Σαμαράκης, ο πεζογράφος της εξεγερμένης συνείδησης, της Τέσυ Μπάιλα

By  |  0 Comments

Μέσα στην πολυμορφία των έργων της ελληνικής μεταπολεμικής πεζογραφίας, το 1954, εμφανίζεται μια διακριτή και εξέχουσα λογοτεχνική προσωπικότητα, όταν ο Αντώνης Σαμαράκης εκδίδει την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο: «Ζητείται ελπίς».

Από την πρώτη στιγμή, και ύστερα από μια δύσκολη εκδοτική πορεία, ο Σαμαράκης διεκδικεί με δυναμικότητα μια θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα και ταυτόχρονα αναδημιουργεί τη μεταπολεμική συνείδηση των αναγνωστών του μέσα από κείμενα, τα οποία προβάλλουν τη σύγχρονη πραγματικότητα με ρεαλισμό και αφήνουν να διαφανεί η ελπίδα στον διάχυτο ανθρωπισμό και στην ανθρωποκεντρική μεταστροφή της κοινωνίας.

Η εμφάνισή του σε μια εποχή όπου η ελληνική λογοτεχνία αναζητά ένα νέο ύφος και προσδιορισμό γίνεται με έναν λιτό, ωστόσο ευθύβολο τρόπο. Το συγγραφικό του στίγμα είναι ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή. Ο Σαμαράκης σε όλο του το έργο πρόκειται να καταδικάσει την ηθική και πνευματική αναπηρία και θα το κάνει όντας ο ίδιος μέσα στο κοινωνικό αυτό σώμα, όχι ξεκομμένος και αποστασιωποιημένος αλλά έχοντας αποδεχτεί πως «η μοίρα του λαού αυτού είναι και δική του μοίρα».

Ο Σαμαράκης συμπάσχει με την κοινωνία στην οποία ζει, βλέπει τον πόνο και την οδύνη της, σπαράζει από τη βιωμένη ολόγυρά του αδικία, εξεγείρεται και μάχεται να κάνει τον άνθρωπο να δει το τέλμα στο οποίο βρίσκεται. Έτσι το έργο του θα γίνει η επισήμανση της άγρυπνης, ουμανιστικής συνείδησης, μια διαρκώς ογκούμενη διαμαρτυρία σε ένα κόσμο όπου το τέλος της διάψευσης σηματοδοτεί την απαρχή της νέας, ελπιδοφόρας εποχής.

Είναι ξεκάθαρο ότι στο αφηγηματικό σύμπαν του Αντώνη Σαμαράκη κυρίαρχοι είναι οι ήρωές του. Άνθρωποι απλοί, απόλυτα αναγνωρίσιμοι από όλους μας. Συχνά  βρίσκονται μπροστά στο αναπότρεπτο αδιέξοδο και τότε μεταβάλλονται απροσδόκητα. Ο υπάρχων παραλογισμός γίνεται η αιτία για την προσωπική τους αλλαγή και την αναθεώρηση των δεδομένων της ζωής τους. Ο ηθικός και αξιακός προσδιορισμός τους φανερώνει νέα ήθη και γίνεται η αφορμή να ξανακερδίσει ο άνθρωπος τη χαμένη του αθωότητα, να εντοπίσει τον αγνό, παιδικό του εαυτό, τον καλά κρυμμένο μέσα του από την παρελθούσα εποχή της νιότης του.

Οι “καφκικού” τύπου ήρωες του Αντώνη Σαμαράκη μάς προτείνουν έναν νέο τρόπο να ξαναδούμε τον άνθρωπο, να χαρτογραφήσουμε εκ νέου την ψυχή του και να αφουγκραστούμε τους εσωτερικούς του μονολόγους. Ο Σαμαράκης υιοθετεί τη νεωτεριστική τεχνική των αποκαλυπτικών μονολόγων, διακόπτοντας την αφηγηματική ροή και εμπλουτίζοντας το κείμενο με την φιλοσοφική κοσμοαντίληψη, την οποία αγωνιά να προβάλλει. Με μαχητικότητα και ενάργεια δηλώνει την εμπιστοσύνη του στον άνθρωπο. Η πίστη για τη ζωή είναι ικανή να τον αποσπάσει από όλα όσα τον ταλανίζουν. Η αδικία, η κοινωνική και προσωπική καταπίεση, η αστική μοναξιά, η απολυταρχικότητα δεν είναι ικανά να τον απομυζήσουν. Υπάρχει ελπίδα και ο συγγραφέας την αναζητά μέσα στην υποκρισία, στη βία, στην εκμετάλλευση, στην άρνηση του ανθρώπου να παραμείνει αδιάφορος απέναντι σε όλα αυτά. Κυρίως όμως υπάρχει μέσα στους νέους, στη νέα γενιά που θα σαρώσει με τη δυναμική της όλα όσα δημιούργησε ο παλαιότερος άνθρωπος.

Ο Αντώνης Σαμαράκης χαρακτηριζόταν από την αγάπη του και την εμπιστοσύνη την οποία έδειχνε στους νέους. Για εκείνον τα παιδιά ήταν η λύση απέναντι σε ό,τι κάλπικο ετοίμαζε ο καινούργιος κόσμος. Στην πραγματικότητα, σε όλο του το έργο αναζητά την ελπίδα μέσα στο ασυμβίβαστο της νεανικής τους σκέψης, στον αντικομφορμισμό τους και στην ικανότητά τους να βλέπουν τον κόσμο χωρίς τις ρυτίδες της πραγματικής του ηλικίας. Σε αρκετά του διηγήματα πρωταγωνιστούν τα παιδιά ή η προσωπική του ανάγκη να νιώσει κοντά τους, να αφήσει την ψυχή του να «ντυθεί» την αγάπη τους.  «Τα παιδιά εμείς, οι νέοι εμείς, είμαστε στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά των διαφόρων ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και δεν μας αφήνουν να σκεφτόμαστε και να πράττουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι», γράφει στο βιβλίο του «Εν ονόματι» και είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο τούτη η φράση συνοψίζει τη σχέση του με τη νεότητα και το ρόλο που της αποδίδεται στο μέλλον. Επειδή για τον Σαμαράκη το μέλλον ανήκει αποκλειστικά στους έφηβους, στα μικρά παιδιά, στην ελπίδα που βρίσκεται μέσα στα παρθένα μάτια τους.

Για το λόγο αυτό υπήρξε πάντα αγαπημένος συγγραφέας των νέων. Η μαχητικότητα της “στεντόρειας” λογικής του κατάφερε από την πρώτη στιγμή να συγκινήσει τις ανησυχίες των παιδιών που «αρνούνται» να συμβιβαστούν και επιμένουν να ανακαλύπτουν «το λάθος» του σύγχρονου κόσμου. Ο ίδιος επιθυμούσε την επικοινωνία μαζί τους και γι’ αυτό το λόγο ζητούσε να αναγράφεται πάντα το τηλέφωνό του και η διεύθυνσή του στις εκδόσεις των βιβλίων του. Έτσι λοιπόν υπάρχουν εκατοντάδες γράμματα που του έστελναν νέοι άνθρωποι, ανάμεσά τους κάποιοι που στη συνέχεια παρήγαν οι ίδιοι σπουδαίο πολιτισμικό έργο και του εκφράζουν τις βαθιές τους ανησυχίες, συνομιλούν μαζί του προβληματισμένοι από τις ιδέες του, αναζητούν μια προσωπική επαφή με τον συγγραφέα της νεανικής φωνής. Ο λόγος του κατακεραυνώνει το άγχος και την πολυπλοκότητα της μεταπολεμικής ανασφάλειας και διεκδικεί να εμφυσήσει μέσα στον αναγνώστη του τον ρόλο των ευθυνών του και έτσι αγκαλιάστηκε από τους νέους.  Ό,τι τον απασχολεί είναι κυρίως η κοινωνική αφύπνιση και η ανάγκη να ενστερνιστεί ο άνθρωπος τον κίνδυνο. Να αντιμετωπίσει την ηθική κρίση της εποχής του και την πνευματική απόγνωση στην οποία έχει περιέλθει. Αξίες διαχρονικές που αναζητούν ευήκοον ους στις ψυχές των νέων ανθρώπων.

 Ο Σαμαράκης πασχίζει να δείξει, μεταξύ άλλων τη σπουδαιότητα της λογοτεχνίας. Ο ρόλος της είναι γι’ αυτόν εξαιρετικά σημαντικός. Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Διαβάζω το 1982:

«Εμείς λοιπόν οι σημερινοί που γράφουμε ας δούμε αν αυτό το μικρό, το ελάχιστο, που τολμήσαμε να δώσουμε στους άλλους, μπόρεσε να τους αγγίξει, να τους πλησιάσει κάπως, να τους ζεστάνει την καρδιά, να τους συντροφέψει μια δύσκολη ώρα, να τους ψιθυρίσει μια κάποια απόκριση στα ερωτηματικά που τους βασανίζουν, να τους κάνει να ξεχωρίσουν στο βαθύ σκοτάδι μέσα ένα μικρό φως, μια χαραμάδα φως, να τους σταματήσει το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν αφεθούν να πέσουν στο κενό. Και το κενό δεν είναι μόνο η άβυσσος που καραδοκεί κάτω από τα πόδια μας και μας μαγνητίζει […]. Κενό είναι η απάθεια για ό,τι φοβερό συμβαίνει γύρω μας, η αδιαφορία για την τύχη των άλλων, που όμως είναι και δική μας τύχη ή μπορεί αύριο κιόλας να είναι και δεν το σκεφτόμαστε δυστυχώς. […]. Κάθε καταστροφή που έχει γίνει στα τελευταία τριάντα χρόνια δεν έχει παρά δύο αφορμές: το αδιέξοδο του οικονομικού συστήματος και την πνευματική απελπισία».

Για τον Σαμαράκη η λογοτεχνία είναι ένα πανίσχυρο όπλο. Η πνευματική εγρήγορση που επιτρέπει γίνεται ένα πανίσχυρο εφόδιο και η κοινωνική της αποστολή μπορεί να γίνει αρωγός στον αγώνα των απλών ανθρώπων ενάντια στην ανελευθερία. Μπροστά στο βάρβαρο κόσμο που γιγαντώνεται, στην ασχήμια του παρανοϊκού μοντέλου ζωής η μόνη διέξοδος είναι η εξέγερση και ο συγγραφέας οφείλει να γίνει η φωνή όλων εκείνων που δεν έχουν λόγο. Η συνείδησή του Σαμαράκη δεν μπορεί να αποδεχτεί τον ζόφο του κόσμου με τις αλυσιδωτές εκρήξεις βίας, καταπίεσης και βαρβαρότητας και εξεγείρεται για να μπορέσει να ξεσηκωθεί και ο αναγνώστης του. Και δημιουργεί ένα λογοτεχνικό έργο βαθιά ανθρώπινο και ζεστό για να επικοινωνήσει έτσι τις ιδέες του με τον πιο εντυπωσιακό όσο και λιτό τρόπο.

Οι ιστορίες του λειτουργούν πολυεπίπεδα. Η γραφειοκρατία, η θρησκευτική αγκύλωση, οι προκαταλήψεις και οι παρωχημένες ιδέες οι παλαιότερες σαθρές νοοτροπίες πρέπει να καταρριφθούν για να ανθίσει μια νέα εποχή γεμάτη δικαιοσύνη. Γράφει άλλωστε σε μια χρονική περίοδο στην οποία οι ιδέες του Καμύ και του Σαρτρ διαποτίζουν τις συνειδήσεις. Η επαναστατικότητα του Καμύ, η αντίδραση και αγανάκτησή του, η οργισμένη οπτική του ματιά έχουν επηρεάσει τον Σαμαράκη, όσο αντίστοιχα τον έχουν σηματοδοτήσει ο Όργουελ, ο Κάφκα, ο Πόε, ο Τσέχωφ, ο Γκόγκολ, ο Τολστόι ή ο Ντοστογιέφσκι. Ο Σαμαράκης γίνεται ένα πολιτικό προπύργιο της συνείδησης. Με μια ιδιάζουσα ανθρωποκεντρική και όχι πολιτική στράτευση εξαπολύει τον πολιτικό του λόγο και χτυπά την κάθε είδους κομματική και ταξική υποδούλωση, ακριβώς επειδή με αυτό τον τρόπο θα ορίσει καλύτερα την προσωπική και συλλογική ελευθερία. Και μέσα σ’ αυτήν θα αγωνιστεί για να επιβιώσει μόνος αυτός και έρημος στη νέα τάξη πραγμάτων αυτού του κόσμου.

Το γλωσσικό εκτόπισμα της αφήγησης του, η κινηματογραφική συνδιαλλαγή της γραφής του και ο τρόπος με τον οποίο εκφέρει το λόγο του, η προφορική, φαινομενικά απλοϊκή αλλά εν τω βάθει όχι απλή γλώσσα που χρησιμοποιεί κάνουν το έργο του καίριο και οξύαιχμο. Σύντομες φράσεις, κοφτές και ασθμαίνουσες, χωρίς καθόλου επίθετα και προσδιορισμούς, αλλά με συχνή χρήση αποσιωπητικών, ακατάπαυστη ροή, εντυπωσιασμός, λεκτικές και φραστικές επαναλήψεις προσδίδουν ένα νεωτεριστικό χαρακτήρα στο έργο του. Ο Σαμαράκης αφηγείται με μια ταχύτατη εναλλαγή κινηματογραφικών πλάνων και χρησιμοποιεί την πλοκή της αστυνομικής λογοτεχνίας. Επαναλαμβάνει ξανά και ξανά φράσεις ολόκληρες σε μια εναγώνια προσπάθεια να προκαλέσει την αντίδραση της αναγνωστικής συνείδησης με τον πιο λιτό τρόπο. Καταφέρνει έτσι να κοινωνήσει ακόμη και το πιο ουσιώδες μήνυμα με τον πιο απλό και απέριττο ύφος, ένα ύφος χαρακτηριστικά δικό του, που συναρπάζει συχνά τον αναγνώστη και φέρνει μια μεγάλη αλλαγή στη συγγραφική εποχή του.

Γίνεται ο ίδιος το νυστέρι που μπήγεται βαθιά στο ναρκωμένο σώμα της κοινωνίας. Σμιλεύει τη δωρικότητα των καθημερινών του χαρακτήρων, ανθρώπων που διψούν για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την ανθρωπιά, την ηθική ακεραιότητα. Ένας αμείλικτος κατήγορος που προσβλέπει στην αναγέννηση ενός κόσμου καλοσύνης και ανθρωπιάς. Διαισθάνεται και επισημαίνει όλες εκείνες τις αλλαγές, οι οποίες συντελούνται σε προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Το 1958 θα εκδοθεί το έργο του «Σήμα κινδύνου». Ένα έργο που προοιωνίζεται το «Λάθος» και στο οποίο επισημαίνει μια νέα απειλή για την ανθρωπότητα, τον κίνδυνο της απάθειας. Ο ίδιος σπαράζει για το γεγονός πως κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι η ανθρωπότητα βαδίζει σε σκοτεινούς ατραπούς και πως ένας νέος μεσαίωνας έχει ήδη αναβιώσει και διογκώνεται. Πως ο εφησυχασμός είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα απέναντι στων “οργουελικών” διαστάσεων όλεθρο που καραδοκεί να σαρώσει τις κοινωνίες του κόσμου. Η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η ισότητα, ο πολιτισμικός και φυλετικός πλουραλισμός, η αδελφοσύνη εξαφανίζονται ενώ παράλληλα η πείνα, ο διάχυτος τρόμος, ο πόλεμος, οι εφιαλτικές συνιστώσες μιας νέας ηθικής, η ωσμωτική διάβρωση των συνειδήσεων μεγεθύνονται και ο νέος, μεταπολεμικός κόσμος εθελοτυφλεί. Το τέλος πλησιάζει απειλητικό και η πνευματική απάθεια και αναπηρία διογκώνονται. Η ανησυχία για το μέλλον κάνει τον Σαμαράκη να σπαράζει και να γράφει στο «Σήμα κινδύνου»:

«Εδώ ήταν το επίκεντρο της ανησυχίας μου: η ανησυχία για την ελευθερία. Γιατί οι λογής λογής φόβοι που κυριαρχούν στον κόσμο μας, και προπαντός οι δύο αυτοί βασικοί φόβοι, ο φόβος του πολέμου και ο φόβος της πείνας, τελικό αποτέλεσμα έχουν να προδίνουμε την ελευθερία, την ανάγκη για ελευθερία που μας είναι έμφυτη. Και σιγά-σιγά, θα ‘ρθουν οι κατοπινές γενιές, που δε θα αισθάνονται τίποτα στη λέξη «ελευθερία». Γιατί θα νεκρωθεί το ένστικτο της ελευθερίας με τη διαρκή υποταγή στο φόβο του πολέμου και στο φόβο της πείνας. Θα νεκρωθεί η δίψα της ελευθερίας. Οι γενιές που θα έρθουν κάποτε δε θα έχουν το αισθητήριο της ελευθερίας. Αυτό θα είναι η υπέρτατη ποινή».

Το 1961 θα εκδοθεί η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο: «Αρνούμαι». Εδώ ο Σαμαράκης γίνεται όλος μια κραυγή διαμαρτυρίας. Αρνείται να αποδεχτεί τις χιμαιρικές καταιγίδες που μαστίζουν την ανθρωπότητα και αγωνιά να δείξει σε όλους μας ότι υπάρχει ένας κόσμος λιγότερο εφιαλτικός και γι’ αυτόν θα πρέπει να αγωνιστούμε. Ένας κόσμος με την παρθενικότητα της αθωότητας και της ισότιμης κοινωνικής δικαιοσύνης.

Και είναι σίγουρος ότι μπορεί να τον βρει στον συνάνθρωπό του: «Όσο υπάρχουν δύο άνθρωποι… όσο υπάρχουν δύο άνθρωποι, υπάρχει μια βεβαιότητα… όσο υπάρχουν δυο άνθρωποι υπάρχει ένα ΑΡΝΟΥΜΑΙ», γράφει και ξεδιπλώνει έναν καταγγελτικό, απροσκύνητο λόγο σε όλα τα διηγήματα της συλλογής του, ενώ παράλληλα καταποντίζει την απελπισία και τη δουλικότητα που αποδυναμώνουν τον άνθρωπο. Ο Σαμαράκης αρνείται να ζήσει βουτηγμένος στον παραλογισμό του μεταπολεμικού κόσμου και προβάλλει εκ νέου τα όνειρα και τις διαψεύσεις τους, χτυπώντας αλύπητα ό,τι σαθρό αντιστύλι έχουν.

Το 1965 επιστρέφει με ένα έργο που σηματοδότησε την νεοελληνική μεταπολεμική πεζογραφία όσο κανένα άλλο. Υπογράφει το «Λάθος» και υποχρεώνει τον αναγνώστη του να σταθεί στην έκρηξη της ανθρωπιάς που αποδυναμώνει ένα παράλογο Σύστημα απανθρωποίησης. Ένα έργο τολμηρό, μια ιδέα αριστουργηματική που γίνεται αντικείμενο της παγκόσμιας κριτικής, μεταφράζεται σε πάρα πολλές γλώσσες και του χαρίζει βραβεία και την παγκόσμια καταξίωση αναγνωστών και ομοτέχνων του. Σχεδιασμένο με ένα απαράμιλλο τρόπο το «Λάθος» μιλά για την ευθύνη της πνευματικής συνείδησης, την εναντίωση στον ολοκληρωτισμό, τον θρίαμβο της ανθρωπιάς, της αφύπνισης, του τέλους του εφησυχασμού, για το ρήγμα που προκαλούν τα ανθρώπινα συναισθήματα στα ενδελεχή σχέδια ενός απάνθρωπου Συστήματος. Ο Σαμαράκης εισβάλλει με εφηβική ρώμη στη ψυχολογία των πρωταγωνιστών του και αναδεικνύει τη ματαιότητα όλων όσων αντιστρατεύονται την ανθρώπινη φύση.

Θα ακολουθήσουν τα διηγήματά του στη συλλογές «Η ζούγκλα» το 1966, και «Το διαβατήριο» το 1973. Ο Σαμαράκης σταθερά προσανατολισμένος στις αρχές του συνεχίζει να κεραυνοβολεί ό,τι αντιμάχεται τη δική του λογική και να κάνει αιχμές για τη επταετή χούντα των συνταγματαρχών. Χαρακτηριστικό είναι το διήγημά του «Μάθημα Ανατομίας».  

Πολλά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1999, ο Σαμαράκης επιστρέφει με το έργο του «Εν ονόματι». Πρόκειται για μια ακόμη έκκληση για εξέγερση μόνο που αυτή τη φορά απευθύνεται κυρίως στα πολύ νεαρά παιδιά και ελπίζει να γίνει ο σπαραγμός του τροχοπέδη της ακρωτηριασμένης σκέψης. Για μια ακόμη φορά εκφράζει τον σπαραγμό του απέναντι στο “καφκικό” αύριο που γιγαντώνεται στον κόσμο και θεωρεί μια βαθύτατη προσωπική αναγκαιότητα  να δείξει  τους ζοφερούς μηχανισμούς που δημιουργούν το απαράδεκτο μέλλον. «Εάν επιθυμεί να παραμείνει ζωντανός ο επαναστατικός νους πρέπει να επιστρέψει στις πηγές της εξέγερσης και να αντλήσει την έμπνευσή του από το μοναδικό σύστημα σκέψης που παραμένει πιστό στην προέλευσή του• τη σκέψη που αναγνωρίζει τα όρια», γράφει ο Αλμπέρ Καμύ, συνοψίζοντας σε μια μόνη φράση την προσωπική του ιδεολογία περί ελευθερίας. Ο  Αντώνης Σαμαράκης έρχεται να συμπληρώσει: «Αλίμονο στον νέο των είκοσι χρόνων που δεν είναι επαναστάτης, που δεν είναι εξεγερμένος» και συνεχίζει: «΄Η θα διαλέξεις τη σιωπή για να μη χάσεις τη βολή σου, την ησυχία σου, ή θα αντιδράσεις, θα αντισταθείς, θα αγωνιστείς σε όλα αυτά τα αποτρόπαια, τα εφιαλτικά που γίνονται για σένα, υποτίθεται, αλλά χωρίς εσένα».

Ο Αντώνης Σαμαράκης έγραψε ποιήματα, ίδρυσε τη Βουλή των Εφήβων, συμμετείχε ως Πρέσβης καλής θέλησης στα προγράμματα της Unicef, ταξίδεψε στην Αφρική για να δει από κοντά τον αγώνα επιβίωσης των υποσιτισμένων παιδιών, αγκάλιασε με πάθος τους νέους, πίστεψε στη δύναμή τους να αλλάξουν το μέλλον. Η Βουλή των Εφήβων ιδρύθηκε το 1996 και έως το θάνατο του Αντώνη Σαμαράκη το 2003 υπήρξε η προσωπική του έκφραση της ανάγκης για επικοινωνία με τη νεότητα, με τη σωφροσύνη της παιδικής, εφηβικής σκέψης, με την πνευματική αναγέννηση που υπόσχεται η παρθενική ματιά των αισθήσεων μέσα σε μια απάνθρωπη ανθρωπότητα. Είναι γνωστό πόσο πολύ τον σημάδεψε η σχέση του με τα παιδιά της Αφρικής. Ο ίδιος μιλούσε με πάθος σε κάθε ευκαιρία για τα ταξίδια του στις χώρες του παιδικού υποσιτισμού και θανάτου και μετέφερε όλα όσα δραματικά είχε δει. Μια εμπειρία ζωής που σπαρακτικά αναπαρήγαγε κάθε φορά που η σκέψη του επέστρεφε στα παιδιά του λιμού και της αγωνιώδους επιβίωσης. Η φωνή του έγινε μια κραυγή απόγνωσης και προσπάθειας ξεσηκωμού της κοινής γνώμης.

Σε ολόκληρη τη ζωή του υπήρξε ο δρομοδείκτης σε μια πορεία στο δρόμο της παγκόσμιας ειρήνης και της πανανθρώπινης ελπίδας. Υπήρξε ο λογοτέχνης που με τη στάση ζωής του και με το έργο του έγινε όλος μια κραυγή διαμαρτυρίας. Η εμφάνισή του πραγματοποίησε μια τομή στην κοινωνική πλευρά της λογοτεχνίας. Έκτοτε η εξελικτική της πορεία άλλαξε προσανατολισμό και η ελληνική λογοτεχνία απόκτησε τον δικό της πεζογράφο της εξεγερμένης συνείδησης.

Σύμφωνα με τα δικά του λόγια ο συγγραφέας της σύγχρονης εποχής έχει ένα χρέος αμείλικτο: να συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο. «Οφείλει να πολεμάει το ψέμα, να εμπνέεται από τα ιδεώδη της ειρήνης, της ελευθερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης. Να εναρμονίσει το ηθικό και το μεταφυσικό στοιχείο με το κοινωνικό και ανθρωπιστικό. Να συγκεράσει τα πολιτικά και κοινωνικά συμβάντα με τον πεζογραφικό μύθο».

Ο πεζογράφος πρέπει να εναντιώνεται με πάθος αλλά και με αγνές προθέσεις. Να μην αφήνεται στο χυδαίο και στο απάνθρωπο αλλά να εξεγείρεται. Η πεζογραφία πρέπει να διαφοροποιεί τη θεματική της, να γίνεται επιθετική και να υποδηλώνει μια διέξοδο από την απελπισία. Μια λύση ανακουφιστική για μια «λιγότερο απάνθρωπη ανθρωπότητα». Αυτός είναι ο πολυσήμαντος ρόλος της και αν έχει μια αξία είναι ακριβώς αυτή. Ο συγγραφέας χρειάζεται να «βγει από τα στεγανά της εγωιστικής αυτοϊκανοποίησης και να χτίσει γέφυρα επικοινωνίας» με τον κόσμο. Σε εποχές όπου κυριαρχούν η φτώχεια και η δυστυχία, η βία και ο ολοκληρωτισμός, ο φανατισμός κάθε είδους και η ανασφάλεια, δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορος αλλά οφείλει να παίρνει θέση απέναντι σε όλα αυτά τα προβλήματα.

Ο ίδιος παρέμεινε πάντα προσηνής και ανοιχτός με τους αναγνώστες του, επικοινωνιακός και ιδιαίτερα φιλικός, ένας άνθρωπος που διψούσε για επικοινωνία και δινόταν με πάθος στις σχέσεις του. Σεμνός, ταπεινός και αξιοπρεπής. Ένας τρυφερός φίλος. Ο αιώνιος έφηβος, συμπαραστάτης όλων των νέων, στα χέρια των οποίων είχε ακουμπήσει τις ελπίδες του. Μιλούσε πάντα για την αξία της λογοτεχνίας και μιας σοβαρής πολιτικής για το βιβλίο. Στις μέρες μας η κρίση έχει ισοπεδώσει το χώρο του βιβλίου και γι’ αυτό το λόγο η επανέκδοση του συνολικού έργου του Αντώνη Σαμαράκη από τις εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ είναι μια σημαντική στιγμή στην ελληνική λογοτεχνία. Άλλωστε παραμένει πάντα επίκαιρο και διαχρονικό, αφού για περισσότερα από εξήντα χρόνια ο Σαμαράκης επιμένει  να ουρλιάζει τους φόβους του για την καταπίεση και την αδικία, για τη βαρβαρότητα που λυμαίνεται τον κόσμο και  εκπέμπει το ίδιο δυνατό σήμα κινδύνου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Παππάς Κώστας, Αντώνης Σαμαράκης Το έργο του, εκδ. ΣΜΙΛΗ, 1988.
  • Σαμαράκης Αντώνης, Ζητείται Ελπίς, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2013.
  • Σαμαράκης Αντώνης, Σήμα κινδύνου, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2015.
  • Σαμαράκης Αντώνης, Αρνούμαι, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2013.
  • Σαμαράκης Αντώνης, Το Λάθος, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2013.
  • Σαμαράκης Αντώνης, Εν ονόματι, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2014.

 

Πηγή:  Περιοδικό Διαδρομές τεύχος 120

 

 

antonis samarakis

55,871 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
«H απόδραση από την πραγματική ζωή οδηγεί μαθηματικά στην τρέλα.» Ο Δημήτρης Σωτάκης στο Literature.gr

Με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Η ιστορία ενός Σούπερ Μάρκετ», από τις εκδόσεις Κέδρος, ο Δημήτρης Σωτάκης...

Close