Conte de Noël, του Γιώργου Γλυκοφρύδη

By  |  0 Comments

 …στην Ιωάννα


12 Δεκεμβρίου 2015, Παρίσι, 10ο Διαμέρισμα, Rue Chaudron

1.

Την ώρα δεν την θυμόταν, αλλά σίγουρα ήταν πρωί ακόμη. Αυτό ήταν δεδομένο.

Δεν είχε φάει σχεδόν καθόλου. Ενώ θα έπρεπε. Γερό πρωινό και νωρίς πολύ. Το ξημέρωμα. Αλλά εκείνη μάλλον δεν είχε φάει σχεδόν καθόλου. Αν και λογικά, τα πετσοκομμένα φρούτα και τα ψίχουλα μέσα στο σακίδιό της, το υπόλοιπο του ό,τι της είχε φτιάξει η μητέρα της, το πρωινό πρέπει να ήταν. Αλλά δεν είχε καμία σημασία. Δεν το είχε καταγράψει καθόλου ως πράξη, έτσι κι αλλιώς.

Έπρεπε να είναι καλά και έτοιμη, σήμερα. Θα είχε πρόβα. Αν και generale δεν την είχαν πει. Ούτε ο σκηνοθέτης ούτε ο χορογράφος. Ούτε οι βοηθοί είχαν εκδώσει ordino για πρόβα generale, ούτε τίποτε, κανείς, αλλά «Με τα κοστούμια και με όλα, αύριο…» τους είχαν πει. Οπότε τι ήταν; Εντάξει, generale αλλά όχι generale. Δεν την ένοιαζε. Ήταν έτοιμη. Οι εφιάλτες της ήταν όλοι εκεί. Στην σειρά τους και στην θέση τους, τους είχε δει όλους. Πως έχει ξεχάσει τις πουέντ της, (αν είναι δυνατόν, θα σφαλιάριζε την άθλια φάτσα της για όλη την υπόλοιπη ζωή της), πως το καλσόν της σκίστηκε ακριβώς στην έξοδο όπως στεκόταν στην αυλαία κολλητά μαζί με τις άλλες, πως ξέρασε ακριβώς στο ίδιο σημείο, αν και όχι την στιγμή που το καλσόν μπορεί ναι μεν να μην σκίστηκε αλλά σίγουρα κατέρρευσε μπροστά στο κοινό, πως έχασε και τα βήματα και το μέτρημα και όλα, πως η διπλανή της την βάρεσε με μια κατά λάθος κλωτσιά τόσο δυνατή που ένιωσε την μέση της να ξεκολλά μαζί με την σπονδυλική της στήλη, πως μπέρδεψε την μέρα ολόκληρη. Μεθαύριο της είχαν πει αύριο πήγε. Όλα τα είχε δει. Και τα κλάματα είχε βάλει αν και μηδαμινά. Οπότε ήταν έτοιμη.

Άνοιξε την πόρτα της κεντρικής αίθουσας προετοιμασίας κι έμεινε εκεί να κοιτάζει. Τους δεκάδες ανθρώπους να ακκίζονται γυμναζόμενοι, φορώντας ό,τι του ερχόταν του κάθε ενός αλλά για ν’ αφήνει τους μυς να κινούνται ελεύθερα. Αλλά ελεύθερα πολύ. Τελείως. Απόλυτα. Σακίδια και μικρές βαλίτσες και ρούχα και κάλτσες και παπούτσια και μαντήλια αφημένα κάτω. Ένα πολύχρωμο παζάρι γύρω στις παράλληλες μπάρες. Και μουσική. Ποιο πολύ για την κίνηση παρά για την ακρόαση.

Η ελευθερία των σωμάτων. Αυτό ήταν. Η ελευθερία λίγο πριν την απογείωση. Αυτό ήταν. Αλλά έπρεπε να χορέψει. Να γυμναστεί, να υπακούσει, να συγχρονιστεί, να κάνει τέχνη, τέλος πάντων.

Καμία πρόβα generale κανενός είδους πουθενά. Κι αυτή ήταν η κεντρική αίθουσα προετοιμασίας και ζεστάματος. Η καθημερινή. Του ξεθεώματος. Της πτωματοποίησης. Εκτός του θεάτρου. Ω, Θεέ μου… Έχω τρελαθεί… Αλλά απλά πήγε, δεν σκέφτηκε ξανά το πώς και το γιατί του χάους του μυαλού της. Λογικά το άγχος της πρέπει να είχε πάρει κάθε προτεραιότητα στον ήδη διαλυμένο από τις ασκήσεις χρόνων και χρόνων εγκέφαλό της. Ακούμπησε τα πράγματά της κι αυτή, στην τελευταία μπάρα την σχεδόν κολλητά στην τζαμαρία που έβλεπε στον δρόμο, άλλωστε ήταν ήδη ντυμένη για προετοιμασία, και ξεκίνησε μοιράζοντας λίγα χαμόγελα.

Ε, ναι. Την τριπλή πιρουέτα είτε στην Ελλάδα είτε στο Παρίσι, σε όποια σχολή, μόνο εκείνη την κατάφερνε. Την πρώτη φορά που την  είχε καταφέρει επί σκηνής ενώ έτρεμε ενώ ο δάσκαλός της, της ούρλιαζε «Βγες! Βγες! Μη φοβάσαι! Βγες!» δεν την ξέχασε ποτέ. Όχι εκείνη, το σώμα της. Το σώμα της, την τριπλή πιρουέτα, δεν την ξέχασε ποτέ. Οπότε και την επαναλάμβανε για πλάκα. Πιθανόν τα είχε συμφωνήσει με την βαρύτητα, ή με την τέχνη, ή με την ψυχή της, αλλά αυτά δεν ήθελε να τα σκέφτεται, είχε δουλειά να κάνει.

Ακολούθησε την μουσική. Ακολούθησε τον δάσκαλο. Το μάθημα ξεκινούσε. Μία την μπάρα με το δεξί χέρι μία με το αριστερό. Συμμετρικά. Και αργά αλλά σταθερά τις αρθρώσεις.

Ο καιρός ήταν πολύ θαμπός. Πολύ ομίχλη και βαριά συννεφιά. Αλλά στην κεντρική αίθουσα για τις ασκήσεις προθέρμανσης είχε ζέστη. Και από τα σώματα των ανθρώπων αλλά και από τα θερμαντικά σώματα. Σχεδόν κλειστά αυτά τα τελευταία αλλιώς ο ιδρώτας θα έκανε την ατμόσφαιρα σάουνα.

Το μπαλέτο ήταν ο παράδεισός της. Πάντα. Από πάντα. Πανέμορφη η ίδια. Κυριολεκτικά. Αλλά δεν ήταν και η μόνη. Κυριολεκτικά. Άντρες με σώματα που και ακίνητα να στέκονταν πάλι η ίδια ομορφιά θα ήταν. Σαν να χόρευαν ακούραστα με γεωμετρίες και μετρήματα θεών. Γυναίκες με σώματα του αέρα που ακόμη κι αν σάρκα και κόκαλα περιείχαν του αέρα ήταν. Και πάλι. Κατηργημένη βαρύτητα και Φυσική. Τις λάτρευε. Τους λάτρευε. Τον χορό. Τον λάτρευε.

Άναυδη πάντα μπροστά στην ομορφιά. Έτσι ερωτευόταν, κιόλας, άλλωστε, με την τέχνη ως τρίτο παρόντα. Έτσι δούλευε, κιόλας, άλλωστε, με την τέχνη. Ακόμη και τα ψώνια όταν έκανε με την τέχνη τα έκανε. Και στο τηλέφωνο όταν μιλούσε το ίδιο. Κι όταν μαγείρευε στο σπίτι της, το ίδιο.

Ώρα μετά, πολύ ώρα μετά, με την εξάντληση να έχει κάνει την εμφάνισή της με εμφανή ζαλάδα και με την αναπνοή να κόβεται άστατα, είχε φτάσει η στιγμή της τελευταίας και πιο δύσκολης άσκησης. Να ανεβάσει το πόδι στην μπάρα για να βελτιώσει τ’ ανοίγματα και την ευλυγισία. Το ανέβασε. Χωρίς πολύ κόπο. Στην επάνω μπάρα, παρακαλώ. Με το σώμα παράλληλο. Και κοιτούσε έξω. Τον δρόμο.

Θαμπή η τζαμαρία οι χορευτές να βλέπουν έξω. Ενώ οι έξω να βλέπουν μόνο φιγούρες να κινούνται.

Την γυναίκα την είδε στο ρείθρο. Μόλις. Αλλά επάνω στο πεζοδρόμιο, όχι στην άσφαλτο. Η μαύρη κελεμπία κάλυπτε όλο το σώμα. Από τον λαιμό ως τις φτέρνες. Τα πάντα. Μηδέν κορμί. Μαύρο. Ολόκληρο. Και τα χέρια. Τα πάντα.

Έμεινε με το πόδι έτσι, στην πάνω μπάρα, αλλά ακίνητη. Ακινητοποιήθηκε. Το σώμα όρθιο στητό, το χέρι σηκωμένο. Αλλά ακίνητο. Κοίταζε την γυναίκα. Στα μάτια. Καρφωμένη.

Το πρόσωπο της γυναίκας δεν ήταν σκεπασμένο. Το κεφάλι ήταν καλυμμένο με μια μαντήλα. Ροζ. Βαρύ ροζ έως φούξια αλλά όχι φούξια. Λαμπερό ροζ. Αστραφτερό. Ροζ αστέρι αλλά χωρίς ακτίνες. Μεγάλο παχύ ροζ. Όχι μεγάλο. Βαρύ λαμπερό.

Η γυναίκα την κοίταζε στα μάτια. Αποκλείεται. Αλλά την κοίταζε. Μαύρο σώμα ολόκληρο ένα, με ροζ βαρύ λαμπερό κεφάλι, και πρόσωπο με μάτια καφέ, βαθιοί πλανήτες σε λευκό σύμπαν με απαλές φλέβες. Συμμετρικά όμως όλα αυτά. Συμμετρική ήταν αυτή η γυναίκα. Λείες καμπύλες ολούθε με ολόκληρα χρώματα. Χωρίς βαθμούς. Και πλανήτες. Χείλη παχιά. Γραμμές χωρίς άλλες γραμμές μέσα. Πιθανόν να μπορούσαν να πράξουν αφαίμαξη σε μία ή και δύο ψυχές ταυτόχρονα. Τρεις όχι. Αλλά δύο σίγουρα. Από στόμα σε στόμα. Όπως ρουφάνε τις ψυχές των Αράβων οι φωτογραφικές μηχανές. Έτσι. Αλλά από την καρωτίδα απευθείας, τα συγκεκριμένα χείλη.

Παρέμενε στητή με το πόδι πάντα στην πάνω μπάρα και με το χέρι κρεμασμένο πια, αλλά εκεί, έτοιμο φτερό αν και κουρασμένο. Έτρεμε. Κρύωνε. Πάγωσε.

Η γυναίκα κινήθηκε αργά όπως κινούνται αργά οι ήρωες στις ταινίες και αποκάλυψε ένα οπλοπολυβόλο. Υπέροχο. Λιγότερο μαύρο από το μαύρο το ολόκληρο το ένα του σώματός της, αλλά μαύρο. Τράβηξε το κλείστρο. Δεν άλλαξε έκφραση απλά αποκάλυψε και το άλλο χέρι και σήκωσε το όπλο στο ύψος της μέσης και πάτησε την σκανδάλη.

Η τζαμαρία άρχισε να καταρρέει σε θρύψαλα τρομαχτικού θορύβου ενώ οι κάλυκες έφευγαν από το οπλοπολυβόλο λικνιζόμενοι στον αέρα και κυλούσαν στο πεζοδρόμιο. Μ’ εκείνο το μεταλλικό κύλισμα του παλιού χάλκινου βάζου για αποξηραμένα λουλούδια.

Οι κολώνες και οι τοίχοι του κτιρίου εκτόξευαν τις σφαίρες που έσκαγαν επάνω τους ολούθε.

Ακίνητη πάντα, παγωμένη, ένιωσε την διπλανή της να τινάζεται σε αιμάτινα κομμάτια και να σκάει στο δάπεδο γεμίζοντας τον χώρο με ακανόνιστα βαθιά μαύρα κόκκινα στίγματα και ρυάκια. Και το πρόσωπό της. Με στάλες αίμα. Και μυαλά. Την μπάρα και τα ρούχα της.

Κάποιος πέρασε δίπλα της τρέχοντας καταπάνω στην γυναίκα με το οπλοπολυβόλο, ως ηρωικός εξοδούχος κάποιας απελευθέρωσης, αλλά σταμάτησε με τα πόδια λυγισμένα κάτω από το βάρος των κρυστάλλων που είχαν απομείνει από την τζαμαρία καθώς έσκαγαν επάνω του. Και των σφαιρών που τον διαπερνούσαν σε συριγμούς. Έπεσε κάτω διαλυμένος.

Ακίνητη. Πάντα. Με το πόδι εκεί. Και το χέρι σε πτήση. Και το στόμα ανοιχτό.

Ο γεμιστήρας πρέπει να άδειασε. Μάλλον. Όσο να πεις.

Η γυναίκα τον άφησε να πέσει κι έβαλε καινούριο. Πάτησε την σκανδάλη. Ξανά.

Ένιωσε το σώμα της να τραντάζεται απ’ άκρη σ’ άκρη και καταλάβαινε τις σφαίρες να την διαπερνούν και να σκοτώνουν και τους πίσω της και να διαλύουν κάτι πάγκους ξύλινους ακόμη πιο πίσω. Έχασε την ισορροπία της. Το πόδι της τσάκισε και το χέρι της μάλλον ξεκόλλησε από τον ώμο γιατί το άκουσε να χτυπά στον τοίχο. Βρόντηξε κάτω με τον άλλο ώμο και το πρόσωπό της βούτηξε στο αίμα της πρώην διπλανής της. Άρχισε να ουρλιάζει. Αλλά πολύ. Άρχισε να ξεφωνίζει. Υστερικά. Χωρίς όριο. Το ουρλιαχτό της ήταν πιο δυνατό από τους πυροβολισμούς κι από τις κραυγές των ανθρώπων που μακελεύονταν εκεί γύρω. Σηκώθηκε όρθια συνεχίζοντας τα ουρλιαχτά. Αλλά λυγισμένη. Τα πόδια της τρίκλιζαν. Έπεσε ξανά κάτω και χτύπησε το κεφάλι της. Πολύ. Στο κρανίο πίσω. Μ’ εκείνο τον ανελέητο πόνο που αρπάζει όλη την ανάσα. Μαύρισαν όλα. Κάθισε έτσι. Αφέθηκε. Πέθανε. Ή λιποθύμησε; Δεν ήξερε. Μαύρο.

2.

Ο κόσμος από πάνω της ήταν τόσος πολύς, και τα ανήσυχα πρόσωπα τόσα πολλά, έτσι όπως τα αντίκρυσε, που χαμογέλασε ανοίγοντας τα μάτια της διάπλατα.

Η γυναίκα με το οπλοπολυβόλο σκυμμένη επάνω της με την υπέροχη εκείνη βαριά μάλλινη ροζ μαντήλα, και τα ομορφότερα μάτια του κόσμου, την χάιδευε απαλά στο μάγουλο μιλώντας της με έντονη Αραβική προφορά. Δίπλα της, ένα κοριτσάκι, τόσο ίδιο με την μαμά του που ήταν εντυπωσιακό.

Γύρω της άνθρωποι πολλοί. Χορεύτριες που τις γνώριζε αλλά και χορευτές αλλά και ο δάσκαλος. Όλοι μαζί να της μιλούν. Και η γυναίκα με το κοριτσάκι μαζί.

Κοίταξε την γυναίκα. «Μα.. Τι…»

Ένας ξανθός που τον γνώριζε, έβαλε το χέρι του στο πόδι της. «Το νιώθεις αυτό;» Την ρώτησε και την χάιδεψε.

Του χαμογέλασε. «Ε… Ναι… Μα… Α! Πονάω! Το πόδι μου!» Φώναξε.

Ο δάσκαλος γονάτισε δίπλα της. «Λιποθύμησες στην μπάρα επάνω; Είναι δυνατόν; Μπας και κοιμήθηκες όρθια;» Αλλά με τρυφερή φωνή. Και βραχνά χαμογελαστή. «Η κυρία από εδώ σε είδε απ’ έξω! Το διανοείσαι;» Συμπλήρωσε και της έδειξε την γυναίκα. «Το μικρό εδώ άρχισε να φωνάζει πως κάποιος έπεσε κάτω στη σχολή… Το καταλαβαίνεις; Μα δεν πειράζει… Αλλά… Είσαι πιο χλωμή κι από τα σύννεφα έξω… Τι κάνεις, καλή μου; Τρως καθόλου; Ξενυχτάς; Τι κάνεις; Πώς θα πάμε έτσι; Δεν θέλω να σε αντικαταστήσω εσένα θέλω…»

Η γυναίκα έβαλε το χέρι της στο κούτελό της. Της χαμογέλασε αλλά σοβαρά. «Γιατί έχεις τόσο φόβο;»

Η πόρτα της αίθουσας πλάνταξε με δύναμη και δύο τραυματιοφορείς μπήκαν γρήγορα μαζί με το φορείο. «Στην άκρη λίγο παρακαλώ!»

Άρχισε να φωνάζει. «Α! Το πόδι μου! Α!» Έβαλε τα κλάματα κι άφησε μια στριγκλιά πόνου. «Α! Χριστέ μου!»

Η γυναίκα την ακολούθησε στο φορείο. Της κράταγε το χέρι. «Μη φοβάσαι έτσι κοπέλα μου… Είναι και Χριστούγεννα γιορτάζετε τώρα όλα καλά θα πάνε…» Την άφησε. Πήγε μέχρι τον δάσκαλό της. «Μα αυτή κάνει σαν να είδε τον θάνατο μπροστά της… Θεέ μου το κορίτσι… Το πόδι μάλλον το έσπασε… Την είδα, κύριε, το ξέρετε; Την είδα απ’ έξω… Τι τρομερό… Λες και είδε τον θάνατο…»

«Μα τον είδε.» της είπε ο δάσκαλος ήρεμα.

Η γυναίκα έβαλε το χέρι της στο στόμα. Άνοιξε τα ομορφότερα μάτια του κόσμου διάπλατα.

Το κοριτσάκι της αγκάλιασε το πόδι. «Μα τι έγινε, μαμά; Τι έχει η κυρία τελικά και την πήραν οι νοσοκόμοι;»

Η γυναίκα δεν του απάντησε. Παρέμενε με το χέρι στο στόμα και τα μάτια διάπλατα. «Ήταν…» Έδειξε προς την κατεύθυνση των κοντινών εστιατορίων όπου κάμποσες ημέρες πριν είχε γίνει μία από τις τρομοκρατικές επιθέσεις.

«Όχι, όχι. Πέρασε δυο ώρες μετά. Κοιτούσε τα πτώματα μην δει κανέναν γνωστό. Μάζευε κομμάτια ρούχα μην και αναγνωρίσει κανέναν από εκεί. Ήταν σίγουρη… Πως δεν μπορεί, κάποιος γείτονας θα ήταν εκεί ανάμεσα. Τώρα καλά είναι πάντως. Δυο βδομάδες έκανε να βγει…» Αλλά ο δάσκαλος σταμάτησε να μιλά.

«Μα δεν έχει φαντάσματα πια…» του απάντησε η γυναίκα. «Είναι και η γιορτή σας που γεννήθηκε ο Χριστός… Δεν μπορεί να έχει άλλα φαντάσματα…»

«Ναι έτσι λένε, πως δεν έχει πια, αλλά ποιος ξέρει…».

75,748 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
christhmas_2015_ekidesy
Εργαστήρια για παιδιά Δεκεμβρίου – Χριστουγέννων 2015 στο Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης!

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ   Επιχείρηση Χριστούγεννα Για παιδιά 2-5 ετών Σάββατο 5, 12, 19, 22, 24, 29/12/2015,...

Close