«Άσε τους ποιητές στην ησυχία τους» [ Διήγημα, Χρήστος Χ. Θεοφιλάτος, Παρατηρήσεις ενός κυνηγού σε επικίνδυνο έδαφος ]

By  |  0 Comments

Ήταν ένα από κείνα τα δείπνα μεσήλικων διανοουμένων σε σπίτι. Συγκεκριμένα, σε μια μονοκατοικία στο Παλαιό Ψυχικό. Το πλείστον της αποψινής συντροφιάς ανήκε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στον λεγόμενο προοδευτικό χώρο.

(Αυτό πάλι, γιατί όποιος θεωρούνταν διανοούμενος θα ’πρεπε σώνει και καλά να δηλώνει και προοδευτικός ποτέ μου δεν το εννόησα. Αλλά εν πάση περιπτώσει, γυρέψτε τους λόγους σε τίποτε Μάηδες του ’68 και πίσω.) Αναρωτιόμουν τι γύρευα εγώ σε ένα τέτοιο, μη σεξουαλικά επωφελές, περιβάλλον, με ανθρώπους στο μέσον και βάλε της βιολογικής τους διαδρομής και η απάντηση που ’παιρνα ήταν «μα γιατί εδώ είσαι αγαπητός». Ήταν αλήθεια. Όλοι οι άλλοι χώροι που ήξερα και μπορούσα να βρίσκομαι απόψε με είχαν επιεικώς ξεράσει. Η οικοδέσποινα ήταν μια ιδιόρρυθμη σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ, με κάποτε πολυτάραχο βίο και λατρεία για καθετί γαλλικό.

Ο χώρος όπου βρισκόταν το καθιστικό ήταν σαν παράρτημα κάποιας λέσχης βιβλίου. Κουβαλούσε μια θλίψη από περασμένη ευτυχία και αριστερή διάψευση. Ένα τεράστιο σκούρο σύνθετο με τόμους εξαντλημένων πια συγγραμμάτων, νομικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, και πιο κει ένα αυστηρά τακτοποιημένο γραφείο με δερμάτινη περιστρεφόμενη πολυθρόνα. Για πρώην αντιστασιακή η σεβαστή σκηνοθέτις είχε αρκετά αυξημένο το αίσθημα της ιδιοκτησίας.

Χώρος για τραπέζι δεν υπήρχε στο καθιστικό, οπότε μας δεξιώθηκε στην άνετη και μοντέρνου τύπου κουζίνα της.

Πρώτο πιάτο ήταν μια κολοκυθόσουπα βελουτέ (γαλλική συνταγή) το χρώμα της οποίας δε σε προδιέθετε και ιδιαίτερα, μιας και, αντί για το ζωηρό καροτί της κολοκύθας που περίμενες να δεις, αυτή έφερνε περισσότερο προς το γκρι του ασθενούς που νοσηλεύεται στα τελευταία του στον Ευαγγελισμό. Κάποιο υλικό στη συνταγή τής είχε παραπέσει μάλλον.

Ακούμπησε με προσοχή τη γαβάθα με το καυτό μείγμα και σέρβιρε έναν έναν με μια ασημένια κουτάλα. Απεχθανόμουν τις βελουτέ σούπες. Να πάρει η ευχή, αυτό το πράγμα δεν ήταν ούτε στερεό ούτε απολύτως υγρό, έμοιαζε με τροφή για φαφούτηδες. Το έγκαυμα, δε, που μπορούσε να σου προξενήσει, έτσι και γινόταν κανένα ατύχημα, ήταν πέρα από κάθε ιατρική φαντασία. «Όχι για μένα, ευχαριστώ», είπα.

Το δεύτερο πιάτο ήταν μια κανονική αποδόμηση ισπανικής παέγια, με το νερόβραστο ρύζι να σερβίρεται ξεχωριστά απ’ τα επίσης νερόβραστα θαλασσινά, που δε σου έκανε καθόλου καρδιά να δοκιμάσεις. Πράγμα που ενόχλησε κάπως την οικοδέσποινα.

«Ούτε την παέγια μου θα τιμήσεις;» είπε λες και αρνιόσουν να γευτείς κανένα ελιξίριο της αιώνιας νεότητας.

«Δεν πεινάω ιδιαίτερα. Θα μείνω στο ψωμί με βούτυρο», είπα. Οι υπόλοιποι παραξενεύτηκαν κι αυτοί με την απροθυμία μου.

«Χάνεις που δε δοκιμάζεις», είπε ο Νικόλας, ένας καθηγητής βυζαντινής μουσικής, απ’ αυτούς τους καλόβολους, που ήταν υπόχρεοι με όλα.

«Αφήστε, καλέ. Το παιδί είναι ιδιότροπο», έκανε χολωμένα η σκηνοθέτις και εγώ χαμογέλασα όλος ψεύτικη συγκατάβαση.

Παρότι δεν ένιωθα και πολύ άνετα εκεί μέσα, εντούτοις είπα να κάνω ότι ήμουν στα νερά μου. Οι άνθρωποι που δεν έχουν προσχωρήσει έγκαιρα σε κάποια κοινωνική ομάδα ευρείας αποδοχής ή κι απαξίωσης, αντίστοιχα, θα πρέπει να συνηθίσουν στην ιδέα ότι είναι ολομόναχοι σ’ ετούτο τον κόσμο και ότι κινούνται ανάμεσα σε περιβάλλοντα υποψηφίων να στραφούν εναντίον τους, ανά πάσα στιγμή.

Μια πρώην νόστιμη ζωντοχήρα, υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας, είχε περιέργεια να μάθει για τη δουλειά μου.

«Και τι τίτλο έχει αυτό που γράφεις;» ρώτησε και εγώ βρήκα αφορμή για καλαμπούρι.

«Είμαι ανάμεσα σε δύο», έκανα τάχα προβληματισμένος.

«Να τους ακούσω».

«Ο ένας είναι Ο Κωσταντής σηκώνεται απ’ το λάκκο και ο άλλος Αίσθημα ατελούς κένωσης».

«Χα! Σε τι αφορά;»

«Στην εκπλήρωση μιας ανειλημμένης υποχρέωσης».

«Ε, ο πρώτος ταιριάζει γάντι, δεν το συζητώ». Την κοίταζα κι έλεγα «χάθηκε να ήταν δέκα χρόνια πιο φρέσκια;».

«Εκεί τείνω και εγώ».

«Γνωρίζεις μήπως καθόλου από παιδιά στην εφηβεία;»

«Όχι, αλλά λέγε». Βρήκε άνθρωπο τώρα να ρωτήσει για αυτά. Για μένα οι έφηβοι ήταν κάτι σαν αμβλώσεις που ματαιώθηκαν τελευταία στιγμή.

«Ε, μη σε σκοτίζω τότε», είπε και στράφηκε προς τους ήδη γνωστούς της, γυρεύοντας κάποιον άλλο για να ζαλίσει.

Δίπλα από μένα καθόταν μια κοντοκουρεμένη πενηνταπεντάρα κοινωνιολόγος που, αν και αλύπητα χαρακωμένη απ’ το ξυράφι του χρόνου, εντούτοις το ’λεγε ακόμα η καρδούλα της. Ήταν ξύπνια και καλλιεργημένη, αλλά δε θυμάμαι να έπεσε ποτέ καμιά κυβέρνηση για τα μάτια μιας τέτοιας. Κακά τα ψέματα, το μόνο στοιχείο ουσιαστικής συναλλαγής που διαθέτει μια γυναίκα σε σχέση πάντα μ’ έναν άντρα είναι το κορμί, και όσο αυτό βρίσκεται σε κατάσταση να το χαρεί κάποιος. Παρ’ όλα αυτά η τετραπέρατη αυτή καθηγήτρια έτρωγε απροκάλυπτα απ’ το πιάτο μου ό,τι άφηνα αδοκίμαστο και στο τέλος δε δίστασε να χρησιμοποιήσει και το πιρούνι μου. Ήθελε με κάθε τρόπο να σου δώσει να καταλάβεις πως ΔΕ ΣΕ ΣΙΧΑΙΝΟΤΑΝ. (Άλλο πάλι κι ετούτο. Δε θα πληρώναμε εμείς το «δικαίωμα στην προσωπική ζωή» της κυρίας κοινωνιολόγου.) Έκανε σαν να της θύμιζες κανέναν παλιό της έρωτα με κάποιον αθεράπευτα μποέμ, που, αφού τη γλέντησε μια δυο φορές, ύστερα προφασίστηκε ότι ετοιμάζεται για να μπαρκάρει στους τροπικούς και μην τον είδατε. Εγώ, στα χνάρια αυτού του υποθετικού προκατόχου μου, παρίστανα τον περιορισμένης αντίληψης μουσαφίρη απ’ το Μίσιγκαν, καταχωρίζοντας τις χειρονομίες της στα κανονικά υποκατάστατα ερωτικής επαφής και προσέχοντας μη δώσω καμιά λαβή για παραπέρα. Μου έκανε εντύπωση το πόσο δεν είχαν συναίσθηση πια του πώς έδειχναν παραέξω ορισμένες κυρίες σ’ αυτή την ηλικία.

Δυο θέσεις παραδίπλα καθόταν ο Φερεϊντούν, ένας πολύ μειλίχιος Πέρσης ποιητής με αδύνατο, ασκητικό μούτρο, που περισσότερο απ’ το έργο του αυτό καθαυτό ήταν γνωστός για τη φιλία που τον συνέδεε κάποτε με τον Ρίτσο, με αφορμή τη μετάφραση μιας συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του δεύτερου στα περσικά.

Τι να πω. Δεν ανήκε στα διαβάσματά μου η ποίηση του Ρίτσου, αλλά σεβόμουν το γεγονός ότι χάρις σ’ αυτή τούτος ο γαλήνιος και πολύ ξεχωριστός άνθρωπος είχε εξασφαλίσει μια περίοπτη θέση σ’ αυτό το τραπέζι. Αυτό που έλειπε στις μέρες μας ήταν να πας κάπου όπου αισθανόσουν ότι σήμαινες κάτι.

Ο ποιητής έτρωγε αργά και μασώντας καλά την κάθε μπουκιά, όπως επιβαλλόταν να κάνει κανείς στα μέρη του. Το πιάτο του, χάρις στην απλοχεριά της οικοδέσποινας, ήταν μια πανδαισία άσχετων μεταξύ τους πραγμάτων, τα όξινα των σαλατικών μπερδεύονταν με τα λιπαρά ενός χθεσινού σουφλέ τυριών, μαζί και τα νερόβραστα αυτά θαλασσινά της αποδομημένης παέγια. Επρόκειτο για πλήρες γαστρονομικό σοκ.

«Φάε καλά, Σαλμάν, θα σου δώσω να πάρεις και μαζί σου φεύγοντας», είπε σχετικά δυνατά η οικοδέσποινα, για να ακούσουν όλοι. Σ’ αυτό τον τόπο, βλέπετε, δεν αρκεί κανείς να είναι ελεήμων, πρέπει και να το φωνάζει κιόλας.

Ξανά το ερώτημα: Τι γύρευα εγώ μ’ όλους αυτούς εδώ; Η φιλόξενη σκηνοθέτις έδειχνε να το απολαμβάνει που μ’ έβλεπε να χαραμίζομαι ανάμεσά τους – όντας ακόμα νέος και έτοιμος για δράση, να εξακολουθώ να παρίσταμαι σαν άπορη κορασίδα στα άνευρα δείπνα της. Και το μεγάλο αίνιγμα δεν ήταν εκείνη, αλλά εγώ και μαζί αυτή η νοσηρή έλξη που μου ασκούσε τούτο το ασκέρι των ξοφλημένων. Είχε γούστο, σκέφτηκα, να σπεύδεις να εμφανιστείς κάπου, όπου ήσουν ευπρόσδεκτος σαν την άνοιξη και επιθυμητός, στα όρια σχεδόν του απρόσιτου. Τον πλήρωνα ακριβά το σαδισμό μου.

Αλίμονο σ’ αυτόν που καταλήγει να βρίσκεται όχι εκεί που επιθυμεί η καρδιά του, αλλά εκεί που τείνουν να τον εκτιμούν περισσότερο. Γέμισα το ποτήρι μου με ένα χύμα κόκκινο κρασί, σαν βάμμα ιωδίου, που υπήρχε στο τραπέζι.

«Λέγεται ότι ο Καζαντζάκης συνέγραψε τον Καπετάν Μιχάλη την περίοδο που είχε λιποτακτήσει από τον ελληνικό στρατό», είπε, απευθυνόμενη γενικά στη συντροφιά, η κοινωνιολόγος με τον αλέγρο χαρακτήρα.

«Δεν το γνώριζα, αλλά τι συμπεραίνει κανείς απ’ αυτό;» είπα δοκιμάζοντας λίγο απ’ το κρασί μου.

«Τι συμπεραίνει;» έκανε ζωηρά η κοινωνιολόγος.

«Ότι ο ριψασπιδισμός αποδίδει». Οι περισσότεροι στο τραπέζι ξέσπασαν σε γέλια. Είχαν πέραση άλλωστε όλα αυτά τα καλαμπούρια αποκαθήλωσης.

Ανάμεσα στους εκλεκτούς συνδαιτυμόνες ήταν και ο Πέτρος. Ένας, φύσει αμοραλιστής, συνθέτης μουσικής για το θέατρο, με σπουδές στο Παρίσι, παντρεμένος με μια ξερακιανή δημόσιο υπάλληλο, που τον απασχολούσε τελευταία ένα θέμα προσωπικής φύσεως (βλέπε, ξενοπήδημα μετ’ εγκυμοσύνης, στην προκειμένη περίπτωση) το οποίο ήθελε να μοιραστεί απόψε μαζί μας.

«Τι λέτε κι εσείς, ρε παιδιά; Να δώσω μια και να τα τινάξω όλα, προκειμένου να ζήσω ελεύθερα τον έρωτά μου ή να διακόψω και να συνεχίσω ως υποδειγματικός σύζυγος;» είπε σαν πράγματι να μην ήξερε τι να κάνει, κι εμένα μου φάνηκε αστείο το να στασιάζει κανείς στο στεφάνι του μετά τα πενήντα και ενώ έχει υπομείνει μια χαρά το ρόλο του καταδεκτικού υποκειμένου για τουλάχιστον μια εικοσιπενταετία.

«Αν η νεαρά που κατέστησες σε ενδιαφέρουσα είναι απλώς μια νεότερη εκδοχή της συζύγου σου, δε βλέπω το λόγο γιατί να μπεις σε ιστορίες», είπα. Η σύζυγός του, μια εμφανίσιμη αλλά δεσποτική αφέντρα, άνω των σαράντα, σαν αυτές που βλέπει κανείς σε ταινίες με φετιχιστές, δε μου ήταν καθόλου συμπαθής.

«Μια στιγμή να ρωτήσουμε και τον ποιητή μας από δω, να μας δώσει τα φώτα του», είπε με πεποίθηση ο Πέτρος, δείχνοντας τον Πέρση διανοούμενο, προκειμένου ο σεβάσμιος άντρας να τον ενθαρρύνει να κάνει του κεφαλιού του.

«Άσε τον ποιητή στην ησυχία του, Πέτρο», είπα έχοντας ζαλιστεί λίγο απ’ το κρασί.

«Γιατί; Οι ποιητές, σαν πιο ευαίσθητες και ρομαντικές καρδιές που είναι, καταλαβαίνουν τι περνάω ίσως τούτη τη στιγμή», είπε βάζοντας στο μεταξύ όλους τους ποιητές σε ένα τσουβάλι.

«Τι ξέρει αυτός από γυναίκες;» είπα ρισκάροντας να παρεξηγηθώ απ’ τον Σαλμάν.

«Αυτός δεν ξέρει, που γράφει για τον έρωτα και την αγάπη;» με αντέκρουσε σαν ανίδεο μαθητούδι ο συνθέτης.

«Άσε τους ποιητές στην ησυχία τους, Πέτρο».

«Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει να μου πει, αν κάνω καλά ή όχι».

«Οι ποιητές θα σου πουν ότι κάνεις καλά, Πέτρο. Οι ποιητές υμνούν τη φωτιά μακριά απ’ τη φωτιά, Πέτρο», είπα με έμφαση, κάτι που μπορεί να πίκρανε προς στιγμήν τον ποιητή μας και για το οποίο δεν αισθάνομαι καθόλου περήφανος.

Για λίγα δεύτερα όλοι κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη του Σαλμάν.

«Ζήσε αυτό που σου συμβαίνει αψηφώντας τους κανόνες», είπε σε αργό, ιερατικό τόνο ο ποιητής και ο Πέτρος ύψωσε με μια θεατράλε κίνηση το ποτήρι του στην υγειά του. Λες και, άμα τα ’λεγε αλλιώτικα ο πνευματικός του ηγέτης, αυτός θα έπραττε διαφορετικά.

Ανακουφίστηκα κάπως που δε με έλαβαν υπόψη τους. Άλλωστε, κανείς ποτέ δε σώθηκε σ’ αυτά από συμβουλή.

Μόλις απόφαγαν και οι τελευταίοι, η οικοδέσποινα άρχισε να μαζεύει τα πιάτα.

«Θέλει κανείς καφέ, να πούμε στη Μάσα να μας φτιάξει;» Η Μάσα ήταν η εξηντάχρονη Ουκρανή οικονόμος της. «Μάσα, έρχεσαι ένα λεπτό;» Μια πολύ αρχοντική γυναίκα βγήκε με το πάσο της μέσα από μια κάμαρα, όπου χάζευε στην τηλεόραση, και ρώτησε αδιάφορα ποιος από μας ήθελε καφέ.

Πρέπει να πω πως η Μάσα κρατιόταν πολύ καλύτερα από ό,τι οι κυρίες του τραπεζιού. Απ’ τη σκληρή κι αγέλαστη όψη που είχε συμπέρανα πως δεν πρέπει να συμπαθούσε κανέναν από εμάς. Για κείνη τούτη η εκλεκτή ομήγυρις καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων δεν ήμασταν παρά ένα μάτσο ρεμπεσκέδες οι οποίοι δεν είχαν δουλειά για να πάνε το πρωί.

Δεν είχε καθόλου άδικο. Παρήγγειλα ένα σκέτο εσπρέσο. Αφού μας έφερε τους καφέδες, η Μάσα ξαναχώθηκε στην κάμαρά της.

Ο Πέρσης ποιητής, κάποια στιγμή που θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη, έβγαλε από μια δερμάτινη τσάντα που ’χε μαζί του και μας έδειξε ένα κόκκινο βιβλίο του (στοκ) με παραμύθια, το οποίο χρέωνε είκοσι ευρώ το αντίτυπο για όποιον ενδιαφερόταν. Τον πρόλογο τον είχε γράψει ο Ρίτσος, δεν παρέλειψε να μας επισημάνει.

Ο άνθρωπος δεν έκρυβε ότι είχε σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Εγώ είχα κάνει την καλή μου πράξη, αγοράζοντας μια κόπια πριν από καιρό, η σκηνοθέτις τον ενίσχυε οικονομικά συχνά πυκνά, οπότε απόμενε η συντροφιά αυτών των πονόψυχων προοδευτικών, να δούμε τι θα κάνει. Ο πρόλογος, αν και έφερε τη βαρύνουσα υπογραφή ενός καταξιωμένου των γραμμάτων, δε στάθηκε αρκετό για να συγκινήσει την ομήγυρη.

Κάνα δυο μόνο το πήραν στα χέρια τους να το ξεφυλλίσουν και του το ’δωσαν πίσω με ύφος «ευχαριστώ αλλά δε θα πάρω». Είχαν εδώ και καιρό ξεφορτωθεί το συναισθηματισμό τους. Τώρα το μόνο που είχε σημασία για δαύτους ήταν αν θα τους περίσσευαν τίποτα ψιλά για κάνα ταξίδι στο Παρίσι ή μέχρι τους γραφικούς Παξούς έστω. Παρά το αντιστασιακό τους παρελθόν, η αξία της ζωής για αυτούς μετριόταν αποκλειστικά και μόνο απ’ την ευχέρεια κάποιου στις μετακινήσεις.

Ο ενθουσιώδης συνθέτης, παρά τα φλογερά εγκώμια νωρίτερα στον ποιητή, για την ορθή του κρίση πάνω στο θέμα του, έκανε πως δεν τον αφορούσε το ζήτημα. Ήταν γνωστό άλλωστε πως στις τσέπες του έκοβε βόλτες εδώ και καιρό το πιο αρπακτικό είδος αφρικανικού αλιγάτορα.

Ο ποιητής, νιώθοντας πως δεν ήταν καθόλου στο επίκεντρο εκείνο το βράδυ, αποτραβήχτηκε στο καθιστικό φανερά ενοχλημένος. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της συντροφιάς ήταν πως κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται ιδιαίτερα για τον διπλανό του. Το θυμόμουν από παλιά αυτό στις παρέες καλλιεργημένων ατόμων, υπήρχε πάντα ένα αβάσταχτο αίσθημα μοναξιάς και επικείμενης εγκατάλειψης στα δύσκολα.

Σαν έφθασε η άχαρη ώρα της καληνύχτας, σηκώθηκα έχοντας μια αίσθηση άσκοπου φαλιρίσματος ενέργειας, προσωπικού χρόνου και πετυχημένων αστείων. Μιλάμε, αυτό το μέρος ήταν ο ορισμός του «και πού θα βρεις χειρότερα». Η πολύτιμη νύχτα σου, που έπρεπε να ’χει αναλωθεί κάπου πιο παραγωγικά, ακόμα και αν δεν είχες το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, είχε κατατεθεί, ολόκληρη όπως ήταν, σ’ ετούτο το τιγκαρισμένο από παλιά πένθη «σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα».

 

Ο Χρήστος Χ. Θεοφιλάτος γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1975 στην Αθήνα. Στη δεκαετία του ’90 συμμετείχε ως βασικός τραγουδιστής στους δίσκους της ποπ-ροκ μπάντας Τετ-α-τετ (1992-1998). Σπούδασε δημοσιογραφία και αργότερα υποκριτική στην Κεντρική σκηνή. Παράλληλα εργάστηκε ως συντάκτης σε διάφορα free press έντυπα και ως ραδιοφωνικός παραγωγός σε εκπομπές λόγου. Συνεργάστηκε ως ηθοποιός με τον σκηνοθέτη Αλέξανδρο Λεονταρίτη σε αρκετές ταινίες μικρού μήκους, με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Νίκο Σκουλά στην ταινία μεσαίου μήκους ”Τύχη” (βραβείο κοινού στο London Greek Festival), ενώ το 2013 πρωταγωνίστησε στην ταινία μεγάλου μήκους ”Η τελική αποπληρωμή” (βραβευμένη με αργυρό Remi στο 47o Worldfest του Houston). Το 2001 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο ”Σφαγή στ’ ακρογιάλι της ηδονής” και το 2009 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο πεζογραφίας από την Οδό Πανός με τίτλο ”Καφές με θέα στη κόλαση”. Το 2014 κυκλοφόρησε πάλι από τις εκδόσεις Οδός Πανός  το σπονδυλωτό μυθιστόρημα ”Ένας γύρος καταιγίδα ακόμα”. Το 2016 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέδρος οι “Παρατηρήσεις ενός Κυνηγού σε Επικίνδυνο έδαφος”.

****Το διήγημα του Χρήστου Χ. Θεοφιλάτου με τίτλο  «Άσε τους ποιητές στην ησυχία τους» είναι μέρος της συλλογής διηγημάτων με τίτλο  «Παρατηρήσεις ενός κυνηγού σε επικίνδυνο έδαφος» Εκδόσεις Κέδρος 2016, και παραχωρήθηκε ευγενικά από τον ίδιο τον συγγραφέα και τις εκδόσεις Κέδρος για να αναδημοσιευθεί στο  Literature.****

141,521 total views, 68 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η βλακεία βλάπτει σοβαρά το βιβλίο, γράφει ο Αιμίλιος Σολωμού

Στο βιβλίο του «Αναμνήσεις επί χάρτου» (Ελληνικά Γράμματα, 2007, μετ. Έλλη Καλλιφατίδη), ο Ουμπέρτο Έκο εξομολογείται πως ρώτησε τους ειδικούς...

Close