Δυστοπία: εικόνες ενός άλλου κόσμου ; του Σωτήρη Γάκου

By  |  0 Comments

Μελετώντας κανείς διεξοδικά τις δυο αυτές έννοιες αναπόφευκτα τις συνδέει με πολιτικά ή ιδεολογικά ζητήματα, ωστόσο η ουτοπία και η δυστοπία δεν παύουν να είναι και λογοτεχνικές μορφές που με δηκτικότητα επισημαίνουν τις δυνατότητες μιας κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμος ο διαχωρισμός που γίνεται από τον Fredric Jameson για την ουτοπία, σύμφωνα με τον οποίο, υπάρχει η ουτοπική μορφή δηλαδή, το γνωστό κειμενικό είδος, η ουτοπική επιθυμία ως ανθρώπινη ροπή και η ουτοπία ως  πολιτική πράξη μέσα από κοινωνικά οράματα και κινήματα.[1] Στο πλαίσιο λοιπόν του κειμενικού είδους, ξεκινώντας από το θεμελιώδες κείμενο του Πλάτωνα Πολιτεία ή το ιδρυτικό κείμενο του Thomas More Utopia (1517) παρατηρούμε ότι οι ιδεώδεις κοινοπολιτείες που παρουσιάζονται αναμφίβολα, συνδιαλέγονται με την ιστορική συγκυρία κατά την οποία γράφονται, αναπτύσσοντας έτσι μια διαλεκτική σχέση με την σύγχρονή τους πραγματικότητα.[2] Η κριτική ματιά ή η ιδέα της αλλαγής συνδέονται άμεσα με το κειμενικό είδος της ουτοπίας, καθώς παρουσιάζει ένα νέο ανθρώπινο σχέδιο για μια καλύτερη κοινωνία, μια εναλλακτική πρόταση διαβίωσης διαφορετική από τις υπάρχουσες πολιτικές ή κοινωνικές δομές.

Ειδικότερα, σε λογοτεχνικό επίπεδο, διευκρινίζονται από τον Λιούις Μάμφορντ  δυο ειδών ουτοπίες : οι ουτοπίες φυγής και οι ουτοπίες ανασυγκρότησης [3] ˙και οι δυο έχουν ως σημείο εκκίνησης τη δυσαρέσκεια από τον εξωτερικό περιβάλλοντα κόσμο και οραματίζονται ένα διαφορετικό μέλλον, μια υπέρβαση του παροντικού κόσμου, οι πρώτες αφήνουν τον εξωτερικό κόσμο ως έχει, ενώ οι άλλες επιδιώκουν να τον αλλάξουν. Η έννοια της δυστοπίας τώρα μας δίνει μια διάσταση δυσοίωνης προοπτικής της παρούσας κατάστασης. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να παρατηρήσει ότι δεν βρισκόμαστε στην εποχή του τέλους των ουτοπιών, αλλά στην ανάπτυξη πλέον των «αρνητικών ουτοπιών» που μας αφυπνίζουν και μας προειδοποιούν για τη δυσάρεστη τροπή στο μέλλον στην περίπτωση λανθασμένων χειρισμών της παρούσας κατάστασης. Η υπέρβαση σε αυτές έγκειται στην εγρήγορση και στην αναπροσαρμογή των δεδομένων και αυστηρά ελεγχόμενων καταστάσεων, συνεπώς στην ανατροπή μιας δομημένης και φαινομενικά ευθύγραμμης πορείας προς ένα αβέβαιο μέλλον. Η δυστοπία ως όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στα τέλη του δεκάτου ένατου αιώνα (1868) στο βρετανικό κοινοβούλιο από τον J.S. Mill, για να προτείνει μια φανταστική πολιτεία η οποία δεν ήταν πια επιθυμητή.[4]

Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δυστοπικών κειμένων είναι το Εμείς (1921) του Yevgeny Zamyatin,  ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος (1932) του Aldus Huxley, το 1984 (1949) του George Orwell, στα έργα αυτά παρουσιάζεται αναλυτικά η οργάνωση ενός φανταστικού κράτους ή η μετεξέλιξη ενός ήδη υπάρχοντος, η καταπίεση που ασκεί η αυστηρή δομή της εξουσίας και η προσπάθεια αντίστασης των ηρώων απέναντί της. Γενικότερα, η εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου έκανε ορισμένους συγγραφείς να νιώσουν και να διαισθανθούν τη σκληρότητα των ολοκληρωτικών καθεστώτων ή την γραφειοκρατική οργάνωση των εξουσιαστικών δομών τους. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος επιβεβαίωσε τις επιφυλάξεις τους και επέτεινε τις ανησυχίες τους για το μέλλον. Επιπλέον, οι συγκεκριμένες ανησυχίες επιβεβαιώνονται και από το κλίμα του ψυχρού πολέμου που επικράτησε λίγα χρόνια μετά και επηρέασε το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Μπορεί λοιπόν κανείς να παρατηρήσει ότι τα παραπάνω κείμενα αξιοποιούν την ιστορική εμπειρία, ή τη σύγχρονή κοινωνικοπολιτική κατάσταση για να προειδοποιήσουν ή άλλοτε να αποδείξουν την αδιέξοδη προοπτική μιας ανεξέλεγκτης προόδου ή ενός ουτοπικού προγράμματος.

Η δυστοπία του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα είτε επικεντρωμένη στους σύγχρονους φόβους μιας ανεξέλεγκτης προόδου ή ενός υπερβολικά αισιόδοξου πολιτικού προγράμματος ασκεί κριτική σε μια υφιστάμενη πραγματικότητα και για να το πετύχει αυτό, εστιάζει αναπόφευκτα στη σχέση ατόμου και εξουσίας, στον αυξανόμενα προφανή κίνδυνο της κοινωνικής μαζικοποίησης μέσα σε μια υπεροργανωμένη κοινωνία, στις πηγές της κρατικής δύναμης, την επιστήμη, την τεχνολογία και τα Μ.Μ.Ε.[5] Το πλαίσιο μέσα στο οποίο συναντά κανείς τα δυστοπικά κείμενα είναι αρκετά ευρύ καθώς διαπραγματεύεται θέματα και παρουσιάζει ομοιότητες και διαφορές τόσο με τα ουτοπικά κείμενα όσο και με τα αντι – ουτοπικά, δηλαδή κείμενα που προαναγγέλλούν το τέλος των ουτοπιών σε πολιτικό επίπεδο και τις πρόσφατες κριτικές δυστοπίες[6] οι οποίες αφήνουν ανοιχτό έναν ορίζοντα αισιοδοξίας και δημιουργούνται υπό το φως κάποιας θετικής αντίληψης των ανθρώπινων κοινωνικών δυνατοτήτων. Ωστόσο αυτό το οποίο λειτουργεί καταλυτικά σε όλα τα παραπάνω κείμενα είναι η κριτική τους στάση απέναντι σε μια σύγχρονη πραγματικότητα, η στάση αυτή αποτελεί τον κοινό παράγοντα γενικά της ουτοπικής σκέψης. Η επικράτηση πλέον της δυστοπίας και της πεσιμιστικής της ίσως διάθεσης οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ίδια η πραγματικότητα, στην οποία ασκεί κριτική, έγινε απάνθρωπη, εχθρική και επικίνδυνη. Όμως με ποιο τρόπο καταφέρνουν τα δυστοπικά κείμενα την κριτική στη σύγχρονη πραγματικότητα, πως θα μπορέσει να αντιληφθεί ο αναγνώστης τη λογοτεχνική δυστοπική πραγματικότητα, ποιες οι διαφορές και οι ομοιότητες ανάμεσά τους ;

Sargent defines dystopian fiction as texts showing «a non – existent society described in considerable detail and normally located in time and space that the author intended a contemporaneous reader to view as considerably worse than the society in which the reader lived». [7]

Προηγουμένως επισημάνθηκε η κριτική διάθεση των δυστοπικών κειμένων απέναντι στη σύγχρονή τους πραγματικότητα, ωστόσο τα κείμενα αυτά καθορίζουν την κριτική τους ματιά μέσα από συγκεκριμένες αφηγηματικές τεχνικές στις οποίες ο αναγνώστης κατέχει ενεργό και ουσιαστικό ρόλο. Συγκεκριμένα, ο αφηγητής ή ο ήρωας του έργου καλεί τον αναγνώστη να αναρωτηθούν και να αμφιβάλλουν μαζί για τον κόσμο που ζει, για το αν είναι καλύτερος ή χειρότερος, για τον αν είναι αληθινός ή ψεύτικος. Η αντίληψη του αφηγητή για τον κόσμο του είναι ενδεικτική για να γίνει περισσότερο κατανοητή η ασυμφωνία ανάμεσα στον κόσμο που βιώνει και αυτόν που επιθυμεί. Η ταύτιση αφηγητή και αναγνώστη κρίνεται απαραίτητη και εξελίσσέται μέσα από μια διαδικασία ανοικείωσης ή αποστασιοποίησης  Verfremdungseffect» (τέχνασμα του παραξενίσματος), «defamiliarization» του αναγνώστη. Στο σημείο αυτό η κριτική δανείζεται το γνωστό όρο από το Ρώσο φορμαλιστή Victor Shklovsky για να επισημάνει ότι η δυστοπική πραγματικότητα παίρνει εικόνες, καταστάσεις της σύγχρονης πραγματικότητας και τις παρουσιάζει με ένα παράξενο και ανοίκειο τρόπο καλώντας πλέον τον αναγνώστη να κρίνει μαζί με τον αφηγητή ή τον ήρωα τον περιβάλλοντα κόσμο.[8] Άρα λοιπόν η δυστοπία μέσα σ’ αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο αποτελεί μια νέα εικόνα της πραγματικότητας ή καλύτερα μια άλλη πραγματικότητα, μια αφηγηματική πραγματικότητα.

Ειδικότερα στη δυστοπία παρουσιάζεται μια δυνητική πραγματικότητα, όπου γεγονότα και καταστάσεις του παρελθόντος και του παρόντος μετουσιώνονται αφηγηματικά και προβάλλονται ως αρνητικά ενδεχόμενα για το μέλλον. Οι δυστοπίες καταφέρνουν έτσι να συνδέουν το σύγχρονο με το διαχρονικό στοιχείο ή συχνά το αχρονικό, εφόσον δε καθορίζεται από το συγγραφέα το πότε συμβαίνουν τα αφηγούμενα. Συχνά, θεματοποιείται στα δυστοπικά κείμενα ο ολοκληρωτισμός, η απόλυτη εξουσία του κράτους, ο εκφυλισμός του ανθρώπινου είδους από τις γραφειοκρατικές και τεχνοκρατικές δομές μιας κοινωνίας. Ο πιθανός και υποθετικός χαρακτήρας των δυστοπικών μυθιστορημάτων έμεινε σκόπιμα ανοιχτός, ούτως ώστε να μπορεί η εικόνα του κόσμου που παρουσιάζεται να συσχετιστεί τόσο με το μέλλον όσο και με το παρόν.[9]

Η αντίσταση του ήρωα να αποδεχτεί αυτή την πραγματικότητα ή να προσπαθήσει να την αλλάξει συνιστά μέρος της κριτικής απέναντί της. Στη συνέχεια η κριτική  του  ήρωα  θα προκαλέσει την κριτική του αναγνώστη στη πραγματικότητα που ο ίδιος βιώνει. Ο αφηγηματικός τρόπος σύμφωνα με τον οποίο διαρθρώνεται η αντίσταση του ήρωα στα δυστοπικά κείμενα είναι συγκεκριμένος. Το κείμενο συνήθως ξεκινά «in media res», σε έναν φριχτό τόπο, σε μια εφιαλτική πολιτεία χωρίς να υπάρχει προηγούμενα καμία μετακίνηση, φυγή , ταξίδι κάπου άλλού, όπου όλα εξελίσσονται κανονικά , η έμφαση δίνεται στο πρόσωπο που αντιδρά για τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζει. Οι δυο άξονες πάνω στους οποίους δομείται μια δυστοπία αφηγηματικά είναι ο λόγος της εξουσίας και ο λόγος της αντίστασης.[10] Η εξουσία ελέγχει τα πάντα, ελέγχει τη σκέψη, τη γλώσσα, το παρελθόν, παρακολουθεί και απαγορεύει ενέργειες που θα διαταράζουν τη φαινομενικά αρμονική δομή του συστήματος. Η αντίσταση έγκειται στην προσπάθεια του ήρωα να ξεφύγει από αυτόν τον έλεγχο, τον έλεγχο της πραγματικότητας.

Παραπομπή στη διπλωματική μου εργασία : http://digital.lib.auth.gr/record/123857

[1] Φρέντρικ Τζεϊμσον, Οι αρχαιολογίες του μέλλοντος, Η επιθυμία που λέγεται Ουτοπία, μετφρ. Μιχάλης Μαυρωνάς, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2008, σς 27 – 38.

[2] Κάρλ Μανχαϊμ  , Ιδεολογία και Ουτοπία, μετάφραση. Γιώργος Ανδρουλιδάκης, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1997, σ. 17.

[3] Λιούις Μάμφορντ, Ιστορία των ουτοπιών, μετάφραση : Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 19 – 20.

[4] Companion to Literature in English, Wordsworth reference series, London 1994, σ. 956 – 57.

[5] Robert S. Baker, Brave new world , History, Science and Dystopia, Twayne publishers, New York, σ. 22.

[6] Tom Moylan, Scarps of the Untainted Sky, Science fiction, Utopia, Dystopia, Westview press, U.S.A. 2000, σ. 183 – 199.

[7] Maria Varsam, «Concrete dystopia : Slavery and its others», Dark Horizons Science Fiction and the dystopian imagination, New York 2003, σ. 205.

[8] Maria Varsam, όπ.π. σ. 205 – 207.

[9] Martin Travers, Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, από τον ρομαντισμό ως το μεταμοντέρνο, μτφρ. Ιωάννα Ναούμ – Μαρία Παυλίδη, εισαγωγή : Τάκης Καγιαλής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2008 β΄, σς. 307 – 316.

[10] Raffaella Baccolini and Tom Moylan, «Introduction, Dystopia and Histories», Dark Horizons Science Fiction and the dystopian imagination, όπ.π. σ. 5.

 

 

 

 * κεντρική φωτογραφία  by Ian Hemingway

42,699 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
…Βιβλία για την ομορφιά που βρίσκεται παντού… του Κώστα Στοφόρου

Τι όμορφη ιστορία! Ο «Παράξενος Μεσιέ Μπρουνό της Μαρίας Κλίνη (Ήρα Εκδοτική) είναι ένα βιβλίο γοητευτικό. Το …άρπαξα από τα...

Close