Εφιάλτες & Παραμύθια Rumpelstiltskin από τον Αντώνη Τουμανίδη

By  |  0 Comments

 

Φλόγες,

            φλόγες που δυνάμωναν και μετέτρεπαν τη χωρίς αστέρια νύχτα σε μέρα.

            Τη στιγμή που οι φλόγες έμοιαζαν σχεδόν να αγγίζουν τον ουρανό, ακούστηκε εκείνο το στριγκό γέλιο που αντήχησε ως το πιο απόμερο σημείο του σκοτεινού δάσους και το οποίο τρόμαξε μέχρι και τα πουλιά στα κλαδιά των δέντρων αναγκάζοντας τα να βγουν από τις κρυψώνες τους και να πετάξουν μακριά.

            «Χρυσό θέλετε, χρυσό θα έχετε αλλά θα είναι βουτηγμένο στο αίμα μου. Και το αίμα μου θα πέσει πάνω σας και στα κεφάλια των παιδιών σας» είπε κοιτώντας τους με απύθμενο μίσος.

Εξήντα χρόνια μετά…

Γερμανία, Μεσαίωνας
Quedlinburg

            Όλο το χωριό ήταν συγκεντρωμένο έξω από το σπίτι του μεταλλουργού. Κρατούσε αναμμένες δάδες και περίμενε εδώ και αρκετή ώρα σιωπηλό. Στα μάτια όλων ήταν έκδηλος ο φόβος και η αγωνία. Κάποιες γυναίκες είχαν δακρύσει. Είχε έρθει ακόμη μια φορά η στιγμή για το φόρο του αίματος, γιατί εκείνος που κανείς δεν ήξερε το όνομα του είχε επιστρέψει. Η γυναίκα του μεταλλουργού ήταν έγκυος και από λεπτό σε λεπτό θα ερχόταν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί.

            Εκείνος που κανείς δεν ήξερε το όνομα του επέστρεφε κάθε δεκαπέντε έτη και έπαιρνε μαζί του ένα από τα πρωτότοκα παιδιά του χωριού, ένα από αυτά που είχαν γεννηθεί εκείνη τη χρονιά. Το πρωτότοκο επιλεγόταν από τους χωρικούς μετά από κλήρωση.

            Όλοι καταλάβαιναν ότι επέστρεψε όταν εμφανιζόταν στο χωριό εκείνη, η τυφλή μαυροφορεμένη γριά με τα μακριά άσπρα μαλλιά. Ήταν εκείνη που έπαιρνε το πρωτότοκο και του το παρέδιδε. Μέχρι να της δώσουν το παιδί, κάθε νύχτα, η γριά περιφερόταν στο χωριό από πόρτα σε πόρτα. Στεκόταν για λίγο περιμένοντας έξω από κάθε σπίτι και μετά πήγαινε στο επόμενο. Κανείς δεν τολμούσε να την πλησιάσει. Κανείς δεν τολμούσε να της μιλήσει. Αλλά όλοι αισθανόντουσαν την παρουσία της.

            Η παράδοση γινόταν αμέσως αν το παιδί είχε έλθει στον κόσμο. Αν το παιδί που επιλεγόταν ήταν αγέννητο, όλοι περίμεναν μέχρι να γεννηθεί. Όταν η γριά το έπαιρνε, εξαφανιζόταν. Οι κάτοικοι πίστευαν πως ήταν μάγισσα.

            Κάποτε οι χωρικοί αρνήθηκαν να πληρώσουν το φόρο του αίματος σε εκείνον και αυτός με τη σειρά τους για να τους εκδικηθεί, έφαγε μέσα σε ένα βράδυ τα κεφάλια όλων των νεογέννητων πρωτότοκων. Όταν ανακαλύφθηκαν τα ακέφαλα σώματα των μωρών, αποφάσισαν να μην αφήσουν να ξανασυμβεί τέτοιο κακό.

            Εκείνος, που κανείς δεν ξέρει το όνομα του, ως αντάλλαγμα τους προσφέρει οικονομική ευρωστία, τους προσφέρει χρυσό. Ένα τσουκάλι γεμάτο χρυσά νομίσματα εμφανίζεται στο κέντρο του χωριού την επόμενη νύχτα μετά την παράδοση.

            Κανείς δεν τον είχε δει, τουλάχιστον από τους νεότερους. Τα λίγα πράγματα που ήξεραν για αυτόν ήταν από τις διηγήσεις των γηραιότερων του χωριού, οι οποίοι μιλούσαν για ένα δαίμονα αποκρουστικό σε όψη που τα λόγια ήταν φτωχά για να τον περιγράψουν. Κανείς τους όμως δεν ανέφερε ότι ο δαίμονας είχε εμφανιστεί μετά την πυρά…

            Όσοι αποπειράθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό κατέληξαν νεκροί και τα σώματα τους τροφή για τα ζώα του δάσους. Το δάσος έλεγαν όλοι τους εμπόδιζε να φύγουν. Γιατί ακόμη και αυτό υπάκουε στις διαταγές του.

Ο κλήρος, αυτή τη φορά,

            είχε πέσει στο μεταλλουργό και τη γυναίκα του, η οποία δε θα είχε την ευκαιρία ούτε καν να κρατήσει το πρώτο τους παιδί στην αγκαλιά της. Και μέσα στην τρομακτική σιωπή της νύχτας ακούστηκαν κλάματα.

            Πίσω από τους χωρικούς τώρα στεκόταν εκείνη. Πρώτη την είδε μια έφηβη κοπέλα, η οποία σχεδόν πανικοβλήθηκε.  Όλοι απομακρύνθηκαν, ανοίγοντας της το δρόμο για να περάσει. Ήταν τυφλή αλλά αυτό δεν της προξενούσε πρόβλημα, γιατί όπως έλεγαν την καθοδηγούσε ο δαίμονας.

            Προχώρησε αργά και έφτασε μέχρι την πόρτα του σπιτιού του μεταλλουργού. Στάθηκε και περίμενε. Λίγα λεπτά μετά η πόρτα άνοιξε. Μια μεσήλικη γυναίκα, η μαία του χωριού, στεκόταν τώρα μπροστά στη γριά κρατώντας ένα φασκιωμένο μωρό, ένα πανέμορφο κορίτσι. Η γριά άπλωσε τα χέρια της και η γυναίκα της παρέδωσε βουρκωμένη το μωρό. Αλλά η γριά δεν έφυγε. Αντίθετα έδειξε προς το εσωτερικό. Ήξερε πως η γυναίκα του μεταλλουργού είχε γεννήσει δίδυμα. Και ήθελε και τα δύο μωρά. Η μαία κατάλαβε και μπήκε μέσα. Σε λίγο επέστρεψε κρατώντας ακόμη ένα μωρό. Ένα αγοράκι. Από το εσωτερικό του σπιτιού τη στιγμή εκείνη ακούστηκε μια κραυγή απόγνωσης. Ήταν της μητέρας.

Εξήντα χρόνια πριν…

Και το στριγκό γέλιο έγινε ουρλιαχτό.

            Τώρα ανάμεσα σε όσους παρακολουθούσαν ακούγονταν ψίθυροι, ψίθυροι μετάνοιας αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Η φωτιά σιγά σιγά έσβησε.

            Βουβοί κοιτούσαν το καμένο, φριχτά παραμορφωμένο, και δεμένο με αλυσίδες στον πάσσαλο σώμα. Μόνο που δεν ήταν νεκρό. Υπήρχε μέσα του ακόμα μια πνοή ζωής και αν κάποιος πλησίαζε τόσο κοντά θα άκουγε από τα απανθρακωμένα χείλη να βγαίνει μια λέξη, θα άκουγε να προφέρεται ένα όνομα.

Ο μεταλλουργός πετάχτηκε έξω από το σπίτι,

            κραδαίνοντας στον αέρα ένα τσεκούρι, τη στιγμή ακριβώς που η γριά βρισκόταν στα σύνορα του χωριού με το δάσος και ετοιμαζόταν να χαθεί μέσα σε αυτό. Την πήρε στο κατόπι. Δε θα παραδιδόταν δίχως μάχη. Θα προσπαθούσε να πάρει τα παιδιά του πίσω, ακόμη και αν αυτό του στοίχιζε την ίδια του τη ζωή.  

            Η γριά παρόλο που κουβαλούσε δύο μωρά και παρά την προχωρημένη ηλικία της, προχωρούσε απίστευτα γρήγορα, σχεδόν έτρεχε. Ο μεταλλουργός κάποια στιγμή την έχασε. Ένα κύμα απελπισίας τον κατέβαλε, που πολύ γρήγορα έγινε ανεξέλεγκτη οργή. Κάρφωσε με όση δύναμη διέθετε το τσεκούρι του στον κορμό ενός δέντρου. Και από το σημείο στο οποίο καρφώθηκε το τσεκούρι άρχισε να κυλάει αίμα. Ένα κόκκινο ρυάκι σχηματίστηκε, που έφτασε μέχρι τα πόδια του. Οπισθοχώρησε φοβισμένος. Αλλά δε θα τα παρατούσε έτσι εύκολα.

            Και συνέχισε να ψάχνει, μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο δάσος.

Περιπλανιόταν αρκετή ώρα,

            όταν είδε πίσω από κάποιους θάμνους να ξεπροβάλει ένα φως. Πλησίασε όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα. Ήξερε πως μια απερίσκεπτη κίνηση, θα μπορούσε να του προκαλέσει περισσότερα προβλήματα. Άκουσε κάποιους να μιλάνε. Πλησίασε πιο κοντά αλλά φρόντισε να παραμείνει αθέατος και καλυμμένος πίσω από τη βλάστηση.

            Σε ένα ξέφωτο, δίπλα σε μια μεγάλη πυρά, ήταν καθισμένη η γριά με τα δύο μωρά ακουμπισμένα στο έδαφος μπροστά της. Με τα μάτια του αναζήτησε το συνομιλητή της αλλά δεν τον είδε πουθενά. Ο μεταλλουργός βρισκόταν σε σύγχυση και η γριά έμοιαζε να λέει ασυναρτησίες…

«Είναι η στιγμή! Θα επιστρέψω, το είχα πει!»

Και μετά η φωνή της άλλαξε. Τώρα ήταν διαπεραστική και δυνατή.

«Η συμφωνία θα ολοκληρωθεί. Στη φωτιά! Στη φωτιά!»

            Αυτό που ακολούθησε όμως ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Η γριά σηκώθηκε όρθια και έβγαλε τα ρούχα της. Ο άντρας παρατήρησε πως κάτω από το γυμνό, μαρασμένο από τα χρόνια, δέρμα της, διαγράφονταν πρόσωπα μωρών. Μπορούσε να διακρίνει τους βολβούς των ματιών τους, τις μικρές μύτες τους και τα χείλη τους.

            Το δέρμα της μάγισσας τότε άρχισε να αποκολλιέται από τη σάρκα. Ο μεταλλουργός άκουγε τον ήχο από τα κόκκαλα της που έσπαγαν. Το γέρικο σώμα κοβόταν στα δύο.

            Εκείνη έχωσε με δύναμη τα γαμψά νύχια των χεριών της στην κορυφή του κεφαλιού της, στη σάρκα και το κρανίο, και το άνοιξε. Από μέσα εμφανίστηκε ένα δεύτερο κεφάλι. Και στη συνέχεια ένα ζευγάρι χέρια και ένα ζευγάρι πόδια πρόβαλαν μέσα από το κατακρεουργημένο σώμα της και ένα πλάσμα που όμοιο του δεν είχε δει έπεσε στο έδαφος. Ο μεταλλουργός μετά βίας κρατούσε το στόμα του κλειστό για να μη βάλει τις φωνές. Όταν αυτή η ανορθόδοξη γέννα ολοκληρώθηκε, το διαχωρισμένο στα δύο σώμα της μάγισσας ενώθηκε ξανά, μόνο που τώρα ήταν διαφορετικό. Ήταν νέα με μακριά μαύρα μαλλιά, τα πρόσωπα των μωρών στο δέρμα της είχαν εξαφανιστεί και μπορούσε να δει!

            Δίπλα της στεκόταν κάτι που θύμιζε άνθρωπο και δαίμονα μαζί. Είχε πρόσωπο γέρου, κοντόχοντρο σώμα μικρού παιδιού, μυτερά αυτιά και γαμψά νύχια στα χέρια και πόδια.

«Δύο; Δύο;» είπε έκπληκτος ο δαίμονας κοιτάζοντας τα μωρά.

«Ένα για εμένα, ένα για εσένα Rumpelstiltskin!» είπε η μάγισσα και συνέχισε «Δε θα σε κουβαλάω από εδώ και πέρα!»

«Σταμάτα ανόητη!» είπε ο δαίμονας σχεδόν ουρλιάζοντας. «Το όνομα μου μην αναφέρεις ξανά! Γιατί την τρίτη φορά που θα ακουστεί θα πρέπει να έχουν γίνει όλα σωστά» συμπλήρωσε αυτή τη φορά ψιθυριστά και τόσο χαμηλόφωνα που ο μεταλλουργός όσο και αν προσπαθούσε δεν κατάφερε να ακούσει τα λεγόμενα του.

            Τη στιγμή εκείνη ο δαίμονας πήρε το αγοράκι στα χέρια του και άρχισε να χορεύει γύρω από τη φωτιά προφέροντας λέξεις και φράσεις που ο μεταλλουργός δεν καταλάβαινε, σε μια γλώσσα που άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή του. Με τη σειρά της η μάγισσα πήρε το κοριτσάκι και τον ακολούθησε επαναλαμβάνοντας τις ίδιες λέξεις και φράσεις. Τα δύο νεογέννητα έβαλαν τα κλάματα. Ο άντρας ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεση του για να σώσει τα παιδιά του. Σήκωσε το τσεκούρι που είχε ακουμπισμένο στο έδαφος δίπλα του και πετάχτηκε μέσα από τους θάμνους μπροστά τους.

            Το τερατόμορφο πλάσμα και η γριά ξαφνιάστηκαν! Ο άντρας φοβήθηκε ότι θα κάνουν κακό στα μωρά, αλλά αυτοί τα άφησαν στο χώμα. Τότε άδραξε την ευκαιρία και πέταξε το τσεκούρι στο δαίμονα, το οποίο καρφώθηκε στη μέση του μετώπου του. Έτρεξε προς το μέρος του, τον άρπαξε από τους ώμους και τον σήκωσε στον αέρα με το τσεκούρι να παραμένει καρφωμένο στο μέτωπο του δαίμονα. «Rumpelstiltskin! Ώστε έτσι σε λένε;» είπε ο μεταλλουργός δυνατά και τον άφησε να πέσει κάτω. Τράβηξε πίσω το τσεκούρι και αναζήτησε με το βλέμμα του τη μάγισσα. Όλη αυτή την ώρα εκείνη στεκόταν πάνω από τα νεογέννητα και συνέχιζε να μιλάει ακατάληπτα. Ο μεταλλουργός κατευθύνθηκε προς το μέρος της.

            Ο δαίμονας δεν ήταν νεκρός, αντίθετα σύρθηκε μέχρι τη φωτιά και έπεσε στις φλόγες. Η μάγισσα που τον είδε, κατευθύνθηκε προς τα εκεί με γοργό βηματισμό, αποφεύγοντας το μεταλλουργό που την είχε φτάσει, και με ένα άλμα έπεσε και αυτή στη φωτιά που τώρα θέριεψε. «Εκείνος που δεν έχει όνομα, όνομα να αποκτήσει. Εκείνος που δεν έχει σώμα, σώμα να αποκτήσει. Rumpelstiltskin!» είπε ουρλιάζοντας και σχεδόν αμέσως ξεψύχησε.

            Ο μεταλλουργός έδειχνε να μην καταλαβαίνει, αλλά δε θα περίμενε άλλο. Άρπαξε τα μωρά και τρέχοντας πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό. Εκεί ανακοίνωσε στους συγχωριανούς του πως ο δαίμονας και η μάγισσα είναι νεκροί και διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. Όλοι χάρηκαν και έστησαν τριήμερη γιορτή για να τιμήσουν τον άντρα.

Λίγο καιρό μετά…

            Ο άντρας, τον οποίον τιμούσαν σαν ήρωα, τρελάθηκε. Πήγε στο δάσος και κρεμάστηκε από το κλαδί ενός δέντρου. Μέχρι την τελευταία στιγμή έλεγε πως τα μωρά που έσωσε από το δάσος δεν ήταν τα δικά του και πως μαζί του έφερε πίσω ένα δαίμονα και μια μάγισσα. Βέβαια κανείς δεν τον πίστεψε, τουλάχιστον μέχρι εκείνο το πρωινό που όλα τα παιδιά του χωριού βρέθηκαν νεκρά, όλα εκτός από δύο…

Εξήντα χρόνια πριν…

 

Και το στριγκό γέλιο έγινε ουρλιαχτό.

            Τώρα ανάμεσα σε όσους παρακολουθούσαν ακούγονταν ψίθυροι, ψίθυροι μετάνοιας αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Η φωτιά σιγά σιγά έσβησε.

            Βουβοί κοιτούσαν το καμένο, φριχτά παραμορφωμένο, και δεμένο με αλυσίδες στον πάσσαλο σώμα της γυναίκας που καταδίκασαν ως μάγισσα. Βέβαια στην πραγματικότητα, ήθελαν το χρυσάφι που έλεγαν ότι έκρυβε στην καλύβα της.

            Μόνο που η γυναίκα δεν ήταν νεκρή. Υπήρχε μέσα της ακόμα μια πνοή ζωής και αν κάποιος πλησίαζε τόσο κοντά θα άκουγε από τα απανθρακωμένα χείλη να βγαίνει μια λέξη, θα άκουγε την επίκληση ενός δαίμονα. Rumpelstiltskin…

 

470,875 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Με λογισμό και μ’ όνειρο στην ψηφιακή εποχή, του Παναγιώτη Κάπου  

Αναμφίβολα, το οικοσύστημα του ελληνικού βιβλίου βιώνει εξαιρετικά δύσκολες στιγμές σ’ ένα ρευστό και ασφυκτικό περιβάλλον. Η κρίση έχει ενσκήψει...

Close