Et in Equatoria ego: η ουτοπία του Μοδινού, γράφει ο Στέφανος Δόνος [ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ, ΕΚΟΥΑΤΟΡΙΑ]

By  |  0 Comments

Η Εκουατόρια είναι ένα βιβλίο που, αν και η αφήγηση δεν ακολουθεί τις γνωστές συμβάσεις και ο χρόνος όπου εκτυλίσσεται η πλοκή δεν είναι γραμμικός,  θα σε κάνει να νιώσεις τη διαφορά του υποκειμενικού από τον πραγματικό χρόνο, μιας και θα σε απορροφήσει η ανάγνωση.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως είναι ένα χαρωπό βιβλίο. Άλλωστε πως θα μπορούσε να είναι όταν η δράση τοποθετείται στην Αφρική του ύστερου 19ου  αιώνα, σε μια αχαρτογράφητη περιοχή, μια αχαρτογράφητη εποχή, σε μια ήπειρο όπου η φύση ήταν αυτή που επέβαλε μέχρι τότε τους κανόνες της, τη στιγμή που η ιστορία αποφάσισε να θέσει τους δικούς της και να έχει τον τελευταίο λόγο.

Ο συγγραφέας του Μεγάλου Αμπάι και άλλων εξ ίσου προβεβλημένων βιβλίων, μετά από προσεκτική μελέτη και πολυετή έρευνα, επέλεξε να συμπεριλάβει εδώ αυτά που θα τον βοηθήσουν να δημιουργήσει ένα κάτοπτρο, για να κοιταχτεί και να αναθεωρήσει πολλά ο ήρωας, ο ίδιος, εμείς, και εν τέλει όλο αυτό που θεωρούμε δυτικό πολιτισμό και πρόοδο. Κατάφερε λοιπόν ο Μοδινός να δημιουργήσει με ένα μυθιστόρημα τη δεύτερη συνιστώσα της ιστορίας, – την αμφισβήτηση, πέρα από την καταγραφή.

Δεν μιλάμε βέβαια για ένα ιστορικό βιβλίο που έχει σαν φόντο μία περιοχή, όπως λ.χ.  τα «Βαλκάνια»  του Μαρκ Μαζάουερ, αλλά για ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα, οπότε οι προθέσεις  είναι διαφορετικές. Τα σύνθετα μυθιστορήματα προσφέρουν ένα πρίσμα στον αναγνώστη και ίσως να μοιάζουν λίγο μ’ εκείνο το ανέκδοτο για τους τυφλούς που ψηλαφούν τον ελέφαντα και ο καθένας τους φαντάζεται  κάτι άλλο, ανάλογα με το τι αγγίζει. Έτσι και εγώ θα πιάσω ένα θραύσμα από το βιβλίο για να σας πω τι είναι για μένα ο  «ελέφαντας».

Βρισκόμαστε στην Αφρικανική ήπειρο. Η Διώρυγα του Σουέζ μόλις έχει διανοιχθεί, η βιομηχανική επανάσταση επιτρέπει στον άνθρωπο να διανύει γρήγορα και με περισσότερη ασφάλεια μεγάλες αποστάσεις, ανεξάρτητα από τις επιλογές της φύσης, η ανακάλυψη της κινίνης μετατρέπει την ελονοσία σε σχεδόν μη θανατηφόρα ασθένεια για τους ευρωπαίους, ο τηλέγραφος και τα πυροβόλα όπλα εξελίσσονται ραγδαία  και η φωτογραφία έχει αλλάξει τη μορφή στις αναπαραστατικές τέχνες. Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο και θα εισχωρεί στο βιβλίο σαν αναφορές από εφημερίδες, σαν σκέψεις των ηρώων ή με τα χαρακτικά σκίτσα  και φωτογραφίες που πολύ μελετημένα παραβάλλονται.

Αλλά αυτή είναι η μία όψη της προόδου. Η άλλη είναι ότι πολλά θαλάσσια είδη που δεν είχαν έρθει ποτέ σε επαφή, τώρα  πλέον αλληλεπιδρούν χωρίς η φύση (και η φυσική επιλογή) να προλάβει να βάλει τις δικλείδες της. Έτσι η Μεσόγειος θα δεχθεί, όπως η Ασία ή η Αυστραλία, μια βίαιη προσαρμογή. Επίσης η Μαύρη Αφρική, από  ανεξερεύνητη, «πρωτόγονη» και απομονωμένη έκταση που προσφέρει ανθεκτικούς σκλάβους για τις φυτείες της Αμερικής ή όμορφες σκλάβες για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής θα μετατραπεί, λόγω της ανώτερης τεχνολογίας και της φαρμακευτικής, σε  ένα «ωραίο γλύκισμα»,  όπως το αποκαλεί ο  Λεοπόλδος του Βελγίου, που θα πρέπει όλοι οι ισχυροί να πάρουν ένα ωραίο κομμάτι, μια και θεωρητικά για αυτούς, δεν ανήκει σε κανέναν..

 Αυτό μπορούν να μας το βεβαιώσουν δύο πρόσωπα του βιβλίου:

 «Η Φλόρενς διαμαρτύρεται ένα πρωινό στον Φάτι για τις πρακτικές του, αλλά εκείνος της απαντά ότι έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος: άδικος. “Μόνο οι αδύναμοι είναι δίκαιοι, κι αυτό επειδή δεν είναι αρκετά δυνατοί για να γίνουν άδικοι. Οι δυνατοί κυβερνούν γιατί οι αδύναμοι αυτό ακριβώς θέλουν…” Και την κοίταξε έντονα στα μάτια».

Και οι δυνατοί αποφάσισαν πολλά αυτή την εποχή. Αποφάσισαν να απαγορεύσουν το δουλεμπόριο, τουλάχιστον στον Βόρειο Ατλαντικό, γιατί στο Νότο συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμα (στην Αραβική Χερσόνησο ακόμα και στον εικοστό αιώνα). Αποφάσισαν επίσης να διεξάγουν ένα εμφύλιο  πόλεμο για την απελευθέρωση των μαύρων δούλων των Νότιων Πολιτειών της Αμερικής, (που ίσως να μην ήθελαν και πολύ την ελευθερία τους), και βάζοντας αυτούς που δεν κατείχαν δούλους, να αλληλοσκοτωθούν για τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων. Αποφάσισαν ακόμη να συνεργαστούν Άγγλοι με Γάλλους και Αμερικανοί με Ρώσους για να συνεχίσουν  τον πρώτο καπιταλιστικό πόλεμο, τον πόλεμο του οπίου, και να αναγκάσουν τους Κινέζους να συνεχίσουν να καταστρέφονται για χάρη του ελεύθερου εμπορίου.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν λοιπόν το 1885 (Διάσκεψη του Βερολίνου)   να μοιραστεί μεταξύ τους η Αφρική και να εγκαταστήσουν   αποίκους σε όλη την ήπειρο που θα συμπεριφέρονταν στους αυτόχθονες σαν να είναι δούλοι. Μόνο που τώρα δεν θα τους φορτώνουν σε καράβια με προορισμό την Αμερική αλλά θα τους χρησιμοποιούν επί τόπου  για να δημιουργήσουν τις απαραίτητες υποδομές ώστε με ευκολία να σφετεριστούν όλο τον πλούτο από τη φύση  και τον πολιτισμό των ανθρώπων αυτών και φροντίζοντας να μπολιάσουν με την εκμετάλλευση και την απληστία τους φυλάρχους. Κατά τον σκεπτικιστή αφηγητή,   «…έτσι κι αλλιώς η ιστορία δεν δίνει μεγάλη σημασία στα θύματα της».

Αποφάσισαν περαιτέρω να επιχορηγήσουν τολμηρούς εξερευνητές που θα αφήσουν ανεξίτηλο το όνομα τους στο χρόνο, μια και «η ζωή διψάει για ήρωες», αλλάζοντας την τοπική ονομασία σε λίμνες ποτάμια και καταρράκτες και δίνοντας τους λ.χ. το όνομα μιας βασίλισσας, που  εκείνη την βασίλευε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Ενδεχομένως  αυτά δεν ήταν παρά τα απόνερα και ο πραγματικός λόγος της εξερεύνησης ήταν να δημιουργήσουν μια σειρά από σταθμούς ανεφοδιασμού στην ως τότε ανεξερεύνητη Κεντρική Αφρική, ώστε να μπορέσουν οι χορηγοί τους να βάλουν για τα καλά «πόδι»,  – κάτι που έκανε άλλωστε με μεγάλη επιτυχία ο Λεοπόλδος του Βελγίου μέσω  ενός τολμηρού Αμερικανού εξερευνητή, του Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ, στις αχαρτογράφητες περιοχές του σημερινού Κονγκό. Στον ανιμισμό των γηγενών επιβάλλονται με το πιο άσχημο πρόσωπό τους οι μονοθεϊστικές θρησκείες και ο  φονταμενταλισμό. Θρησκείες που θεωρούν ότι κατέχουν τη μοναδική αλήθεια, οπότε οτιδήποτε διαφορετικό θα πρέπει να  σιωπήσει για πάντα.

 Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα του βιβλίου, αναφερόμενο σε μια  τζιχαντιστική εξέγερση στο Σουδάν:

«…Όλοι ήξεραν πως δεν έχουν να περιμένουν έλεος από τους φανατικούς ομοθρήσκους τους. Οι εκτελέσεις γινόταν με στραγγαλισμό, ραβδισμό η ακόμα και με λιθοβολισμό. Τα βασανιστήρια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι αμαρτωλές γυναίκες σέρνονταν από τα μαλλιά στους χωματόδρομους και το μεταμελημένο πλήθος τις έφτυνε πριν τις στραγγαλίσει. Οι άπιστοι δένονταν πισθάγκωνα και κρεμόνταν στα δέντρα. Τα παιδιά από μικτούς γάμους τυφλώνονταν. Η φρίκη βασίλευε κάτω από ένα μπρούτζινο ήλιο». Η νεωτερικότητα της εποχής επικρατεί λοιπόν και στους θρησκευτικούς πολέμους, μιας και ο ηγέτης των εξεγερμένων Αράβων Μαχντί αποφάσισε να κάνει αυτός την «διαλογή στην πηγή»,  και να φορτώσει λιγότερη δουλειά το θεό.

Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο για την Μαύρη Αφρική της εποχής  και θα το έλεγες ζοφερό. Όμως  δεν πρόκειται για μονόδρομο μια και ο ήρωας του βιβλίου μας λέει πως στην Εκουατόρια:

«Μια νέα κοινωνία είχε γεννηθεί, που δεν απέχει πολύ από αυτό που θα περιέγραφα παλιότερα σαν ουτοπία: μια κατάσταση της ύπαρξης απαλλαγμένη, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, από τα βαρίδια του παρελθόντος, από ιστορικά πάθη και έχθρες και την αέναη επιδίωξη του διαρκώς καλύτερου…Η ειρήνη του μυαλού ερχόταν άκοπα, όπως ακριβώς πέφτει νομοτελειακά η νύχτα. Κι αν η ύπαρξή μας θα φάνταζε νωχελική και μονότονη σ’ ένα εξωτερικό παρατηρητή, υπήρχαν γιορτές που είχαμε εμπνευστεί από τους Μαύρους, υπήρχαν μονόχορδα βιολιά και όλων των ειδών τα κρουστά και πνευστά από μπαμπού, και βέβαια υπήρχαν πάντα οι ψίθυροι της φύσης και η αιώνια ροή του ποταμού και τα ατελεύτητα ανανεωμένα χρώματα και ο σωματικός μόχθος, ώστε να μην νιώθεις άχρηστος. Υπήρχε ωστόσο και αρκετή σχόλη ώστε να απολαμβάνεις τους καρπούς της δουλειάς σου».  

Και αλλού:«…τα έθιμα και η ίδια η καθημερινότητα είχαν για τα καλά μπολιαστεί από την Αφρική, …Μάθαμε να μετατρέπουμε τις κηδείες σε μεγάλες γιορτές, όπου συμμετείχε όλη η κοινότητα και όπου τρώγαμε, πίναμε και χορεύαμε για τρεις συνεχόμενες νύχτες μέσα στο δάσος υπό το σεληνόφως, καλώντας άλλοτε τους αγίους και άλλοτε τα πνεύματα..»

Ή ακόμη: «…οι νέγροι εκπαιδεύονταν στη χρήση της ανώτερης τεχνολογίας μας και μας εκπαίδευαν με τη σειρά τους να ακούμε και να βλέπουμε, δηλαδή να επιβιώνουμε σ’ αυτή την αχανή φύση. Ο Εμίν είχε δώσει ρητή εντολή να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή των Μαύρων, τουλάχιστον στα χωριά και στα εδάφη τους. Δεν ήθελε να επιβάλουμε με το στανιό τους νόμους μας, αντίθετα προσδοκούσε να επωφεληθούμε από τους δικούς τους …Η φύση είναι για αυτούς ιερή, ακόμα κι όταν την σκοτώνουν».

Ώσπου ήρθε η στιγμή, η ιστορία με την μορφή μιας αποστολής σωτηρίας και εκκένωσης να εισβάλει  στον στάσιμο χρόνο της ουτοπικής Εκουατόρια και να τους απαλλάξει από όλα τα υποτιθέμενα δεινά τους όπως μας αναφέρει ο ήρωας:

«Επίσημος στόχος της αποστολής ήταν η εκκένωση της Εκουατόρια και η μεταφορά των πολύτιμων αγαθών που είχαμε συσσωρεύσει, περιλαμβανομένου του θρυλικού ελεφαντόδοντου, ώστε να αποπληρωθούν, με την δική μας περιουσία -αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο- τα έξοδα μιας σωτηρίας που κανείς μας δεν είχε ζητήσει».

Και ποιος ήταν αυτός που θα τους έσωζε;  Ο Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ, «που πυροβολούσε στο ψαχνό ό,τι μαύρο κινείται, που ήξερε να αξιοποιεί κάθε κομμάτι δύσκολα αποκτημένης γνώσης, που μαστίγωνε τους στρατιώτες του και άφηνε στη τύχη τους τους βραδυπορούντες».

Πως τελειώνει το βιβλίο είναι κάτι που θα το ανακαλύψει ο αναγνώστης και ίσως να νιώσει, όπως εγώ, ότι η ιστορία δεν ολοκληρώνεται εδώ.  Γιατί θυμήθηκα την πρώτη πρότασή του που λέει: «Xτες  βράδυ ονειρεύτηκα την Αφρική» και εγώ με τη σειρά μου ονειρεύτηκα τον ήρωα σαν ένα πίνακα του Έντουαρντ Χόππερ, σαν ένα άνθρωπο μόνο, να κοιτάζει από το παράθυρο, μέσα στη μοναξιά και την μελαγχολία και να αναπολεί αυτά που έζησε. Σκέφτηκα το τελευταίο γράμμα που έγραψε ο Συρρανό, ως Κρίστιαν, στη Ρωξάνη που ξεκινούσε με τα εξής λόγια : «Eνα γράμμα αγάπης έγραψα με την σκέψη μου πάντα σε σένα. Η καρδιά μου ήρθε και κάθισε πάνω στο χαρτί και δεν είχα παρά να την αντιγράψω». Αυτή την αληθινή αγάπη για την Αφρική του Μοδινού  εγώ την  αισθάνθηκα διά μέσου του ήρωα και δεν γνωρίζω αν τελικά η Εκουατόρια ήταν γι’ αυτόν μια ουτοπία, αλλά πιστεύω πως για τον συγγραφέα η Αφρική ίσως είναι η Αρκαδία του.  Η Αρκαδία αυτή όπου ο Πουσέν θα μπορούσε να ζωγραφίσει και πάλι βοσκούς να διαβάζουν μια επιγραφή που να λέει, Κι εγώ ήμουν εδώ, μια και η ιστορία έριξε βαρύ τον ίσκιο της πάνω της και ο θάνατος μπορεί να λέει με μεγάλα γράμματα πως είναι και θα είναι εκεί.   

              

 

Μιχάλης Μοδινός, Εκουατόρια, σελ. 400, Καστανιώτης 2016

 

 

247,297 total views, 55 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Στην Κάλλια Παπαδάκη για το βιβλίο της «Δενδρίτες» το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας

To Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) θα απονεμηθεί στις 23 Μαΐου στις Βρυξέλλες στην Κάλλια...

Close