Le Nonce, ξενιστής σε μια σαγηνευτική παρα-φύση, γράφει ο Απόστολος Λαμπρόπουλος [George Le Nonce, Νεκρή Φύση]

By  |  0 Comments

Η Νεκρή Φύση του George Le Nonce αποτελεί τη δεύτερη, μετά την ποιητική συλλογή Ο Εμονίδης (2013), έντυπη δημοσίευσή του και ανανεώνει ουσιαστικά την ομοερωτική γραμματική την οποία ο συγγραφέας είχε αρχίσει να διαμορφώνει ήδη από την εποχή που παρουσίαζε τα κείμενά του στο πολύ δημοφιλές ιστολόγιό του.

Η Νεκρή Φύση εξιστορεί ένα κομψό και αισθητικό θανατικό σε επτά κινήσεις που φέρουν τους τίτλους «Τόπος», «Κιβώτιο», «Σκιάχτρο», «Θυσία», «Περίβολος», «Βρικόλακας» και «Ελιξίριο». Αφηγείται πολλαπλά στιγμιότυπα σε πρόζα και ποίηση, προτείνοντάς μας μικροϊστορίες που διασταυρώνονται άλλοτε για να αλληλοσυμπληρωθούν και άλλοτε για να αλληλοαναιρεθούν. Αρθρώνει φωνές από τον κόσμο των νεκρών και απευθύνσεις στον κόσμο των ζωντανών, χωρίς κανείς από τους δυο κόσμους να είναι περίκλειστος και στεγανός. Στήνει μικρές ανατροπές προς το τέλος πολλών αφηγημάτων της, δίνοντας στον αναγνώστη της την ευκαιρία να βυθιστεί ξανά και ξανά σε μια μικρή άβυσσο και να ξεσπάσει ξανά και ξανά σε ένα λυτρωτικό νευρικό γέλιο. Κλείνει το μάτι σε μια σειρά από λογοτέχνες από τον Καβάφη ως τον Ταχτσή, ενεργοποιώντας ένα λεξιλόγιο που διανύει όλη την απόσταση από μια αφ’ υψηλού και μη μου άπτου λογιοσύνη μέχρι μια συγκεκαλυμμένη, πλην όμως έξαλλη, λαϊκότητα.

Η Νεκρή Φύση κάνει όλα τα παραπάνω, και πολύ περισσότερα, με μέθοδο, μαύρο χιούμορ και πολύ τακτ. Κρατά απόσταση από αυτά που αφηγείται ακόμη και όταν η αφήγηση μοιάζει να έρχεται από το σκοτεινό κέντρο των πραγμάτων. Για να το πω λίγο διαφορετικά και, ελπίζω, όχι πολύ άστοχα, αγγίζει συχνά τόσο το κεντρικό όσο και τα επιμέρους ζητήματά της με τον τρόπο ενός αισθητή πορνο-ανθρωπολόγου: κάνει μια ιδιότυπη έρευνα στο πεδίο του ερωτικού θανάτου, αναστηλώνει αναμνήσεις κάποτε αληθοφανείς και κάποτε ανοιχτά ψευδείς, εμπλέκεται ψυχρά σε αυτό που μελετά και, τέλος, εκθέτει περίτεχνα και αδίστακτα ένα σεξουαλικό bottom line που συνδέει πολλές από τις ιστορίες της. Βρίσκουμε παντού αρρώστιες με υπέροχα και συνάμα ανατριχιαστικά ονόματα, εφιάλτες που εκτυλίσσονται στους χώρους που τους ταιριάζουν, αδόκητες διαδρομές με ταξί, με ΚΤΕΛ και με νεκροφόρες, αίματα σε διάφορες παραλλαγές και με ποικίλες λειτουργίες, ζωντανά σώματα σε προϊούσα αποσύνθεση, συνουσίες προφανείς ή και όχι. Όλα αυτά, μαζί με πολλά άλλα, συναντούν τους θανάτους, πολύ λίγοι από τους οποίους έχουν κάτι, ας πούμε, αναμενόμενο ή φυσικό επάνω τους.

Η Νεκρή Φύση του George Le Nonce δεν είναι μια φύση που εξέπνευσε και μας ζητάει να τη δούμε, να την αντικρίσουμε σαν να βρίσκεται στημένη απέναντί μας, καδραρισμένη και κρεμασμένη στον τοίχο. Αντίθετα, μοιάζει περισσότερο με μια ψευδο-φύση επιτέλους νεκρή, νεκρή μετά κόπων και βασάνων, ή αλλιώς με μια νεκρή φυσικότητα της οποίας χρειάστηκε να πιστοποιηθεί ο θάνατος για να μπορέσουν να ειπωθούν πολύ περισσότερα απ’ όσα η ζωή της επέτρεπε. Τα αντικείμενα και τα πρόσωπα τα οποία στήνουν οι αφηγήσεις είναι πιο ορατά ως τρισδιάστατα φαντάσματα. Και ταυτόχρονα είναι κατανοητά οικεία, γιατί δεν γίνονται το αντικείμενο μιας τιμητικής νεκρολογίας. Η Νεκρή Φύση απέχει πολύ από το να είναι ένα αγιολογικό, εξωραϊστικό και εν τέλει παραπλανητικό εγκώμιο κάποιων νεκρών προσώπων ή μερικών νεκρών πραγμάτων. Αντίθετα, μπορεί κανείς να περπατήσει ανάμεσα σε αυτά τα φαντάσματα, να τα δει αποτελειωμένα, να τα περιφρονήσει κατά το δοκούν, να λοιδορήσει την αντι-αισθητικότητά τους και τελικά να δοκιμάσει τι σημαίνει να μην σέβεσαι τώρα που είναι νεκρό αυτό που έτσι κι αλλιώς από καιρό άξιζε τη χλεύη.

* * *

Τα κείμενα του βιβλίου μας περιπλανούν σε χώρους που μοιάζουν με μια σχεδόν σύγχρονη νεκρόπολη, αλλά την ίδια στιγμή θυμίζουν και ξεπεσμένο, μισο-εγκαταλειμμένο θεματικό πάρκο. Ως εκ τούτου μας πάνε σε χώρους που μας φέρνουν φρίκη ενώ την ίδια ώρα κινητοποιούν τον σαρκασμό μας, σαν μια καλή θανατο-τουριστική ατραξιόν. Αν όμως μιλάμε για περιπλάνηση στον χώρο τον οποίο στήνουν τα κείμενα, και μάλιστα ένα τέτοιο ανοίκειο χώρο, δεν μπορεί παρά να τεθεί το εξής ερώτημα: τι εισιτήριο πληρώνουμε για να μπούμε; Ποιοι είναι οι όροι της υποδοχής; Ποιος μας υποδέχεται; Πώς και για πόσο μπορούμε ή θα χρειαστεί να μείνουμε εκεί; Τι μπορεί να μας κρατήσει και τι υπάρχει περίπτωση να μας διώξει; Πού ακριβώς θα πιάσουμε θέση; Με μια λέξη, πόσο φιλόξενη μπορεί να αποδειχτεί η Νεκρή Φύση του George Le Nonce και για ποιους ακριβώς; Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προσπαθήσει να απαντήσει κανείς σε αυτά τα ερωτήματα. Από την πλευρά μου, θα προσπαθήσω να δώσω μια κάποια απάντηση ξεκινώντας περίπου in medias res.

Η έκτη ενότητα του βιβλίου ονομάζεται «Βρικόλακας» και συγκεντρώνει κείμενα ανάλογα με αυτό που υπόσχεται ο τίτλος. Τέσσερις ή πέντε φορές μέσα σε αυτή την ενότητα συναντάμε τον όρο «ξενιστής». Πρόκειται για έναν όρο που κρατά τις συνδηλώσεις που σχετίζονται με την υποδοχή του ξένου, αλλά χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως στη βιολογία και στην ιατρική για να δηλώσει τον οργανισμό, φυτικό ή ζωικό, που έχει προσβληθεί από κάποιο παράσιτο, άρα το φιλοξενεί και συνάμα απειλείται από αυτό. Ταυτόχρονα, σημαίνει και το σώμα το οποίο υποδέχεται ένα μόσχευμα, άρα το φιλοξενεί και πιθανότατα επιβιώνει χάρη σε αυτό. Στο κείμενο «Η γέννα, τι αδικία» διαβάζουμε:

Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὀνείρου, οὔτε περὶ ἐκφάνσεως τῆς νόσου. Ὁ πρόθυμος νεαρὸς σερβιτόρος ἦταν πράγματι προωρισμένος νὰ γίνει ὁ ξενιστής μου, καὶ ἦταν ακαταμάχητο τὸ κάλεσμα, διότι ἡ ὥρα εἶχε ἔρθει. Συνέχισα λοιπὸν ὡς ἐὰν ἧσαν πραγματικὰ ὅλα αὐτά. Τελείωσα τὸ ποτό μου, ἐπαναταξινόμησα τὰ ἔγγραφα στὶς θῆκες τους, καὶ τὸν προσκάλεσα εὐγνώμων στὸν ἐρημωμένο οἶκο μου (σ. 152).

Ο νεαρός σερβιτόρος είναι αυτός που αρχικά απευθύνει το κάλεσμα και υποδέχεται. Αλλά θα γίνει στη συνέχεια αυτός που θα τυλιχτεί μέσα στον αφηγητή, που με την σειρά του θα τον κατασπαράξει «μέσα στον πιο αιματώδη οργασμό» για να γίνει «εραστής και δολοφόνος και κανίβαλος», κάτι σαν τον απόλυτο Άλλο, και να εγκαταλείψει την ανθρώπινη κατάσταση και τον θάνατο. Κάπως έτσι περιγράφεται στη Νεκρή Φύση το «εις σάρκα μία», ως βορά και ως κατασπάραξη. Λίγο αργότερα στην ίδια ενότητα, στο κείμενο «Η έννοια των βρικολάκων», διαβάζουμε τον έμμεσο ορισμό τους μέσα από την περιγραφή μερικών άθλιων σωματιδίων. Συγκεκριμένα:

Ὑπάρχουν ὅμως κάτι σαπροφάγα, σκαθάρια καὶ σκουλήκια καὶ μύκητες ποὺ εἰσβάλλουν στὰ ζωντανά, στὰ σφύζοντα σώματά σας, καὶ ανεπαισθήτως ἐκκρίνουν διαβρωτικὲς οὐσίες κι ἐπιταχύνουν τὴν μοιραία φθορὰ τῶν ὀργάνων καὶ τῶν ἱστῶν. […] Μὲ σάρκα ζωντανὴ δὲν μποροῦν νὰ τραφοῦν, αἷμα ζωντανὸ δὲν μποροῦν νὰ πιοῦν, αλλὰ φροντίζουν, προετοιμάζουν. Ἀποσυνθέτουν καὶ καταστρέφουν, απεργάζονται τὸν θάνατο τοῦ ξενιστῆ τους, τὸν μετατρέπουν σὲ ἰδανικὸ κουφάρι, τὸ μοναδικὸ ἔδεσμα ποὺ τοὺς ἐπιτρέπεται, τὸ μοναδικὸ ἔδεσμα ποὺ θὰ τὰ κρατήσει ζωντανά. Καὶ δὲν απομακρύνονται. Μέσα στὸ σῶμα καραδοκοῦν, ἕτοιμα, μὲ δόντια ακονισμένα. […] Μόλις ὁ ξενιστὴς αφήσει τὴν τελευταία του πνοή, τὴ στιγμὴ ακριβῶς ποὺ ξεκινᾶ ἡ σήψη, ξεκινοῦν κι αὐτὰ τὸ ροκάνισμα (σ. 158).

Για άλλη μια φορά, οι ρόλοι του ξενιστή και του ξενιζόμενου αντιστρέφονται. Οι βρικόλακες πράττουν όπως τα σωματίδια που περιμένουν τη στιγμή τους και την επιταχύνουν όπως μπορούν, προκειμένου να γίνουν οι ίδιοι οι βρικόλακες «η σήψη που σκοτώνει τη σήψη». Αμέσως μετά, αρχίζουν να καταβροχθίζουν και να απολαμβάνουν την ίδια τη σήψη που απεχθάνονται και επιθυμούν. Με παρόμοια λογική, ο αφηγητής της Νεκρής Φύσης προτείνει «μια πρόχειρη σύνθεση από αδέσποτες αφηγήσεις»: «επινοημένα ημερολόγια», «πλαστές ανεπίδοτες επιστολές», ένα «μυθιστόρημα καμωμένο από ευρισκόμενα» (σ. 159) – θα πρόσθετα σε παρένθεση ότι όντως η Νεκρή Φύση είναι ένα μυθιστόρημα εν τη γενέσει του. Έτσι, δηλώνει πως θέλει να παγιδεύσει τον συνομιλητή του σε ένα ψευδο-αρχείο, σε μια σειρά από λιγότερο ή περισσότερο κατασκευασμένα απομεινάρια που μοιάζουν ταυτόχρονα οικεία και προς διερεύνηση. Αλλά αυτή η συνάντηση δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς μια αμοιβαία αλληλοεισχώρηση, χωρίς δηλαδή να παραπέμπει σε άλλη μια μιαρή και επικίνδυνη ερωτοπραξία. Στο κείμενο «Τα παράσιτα», ο αφηγητής μιλά για τον Ιωάννη Γουλιέλμο, που είναι το αντικείμενο της γραφής του και συνάμα το ασήμαντο θήραμα και ίνδαλμά του:

Παρ’ ὅλα αὐτά, παρὰ τὴν καταρράκωσή μου, παρὰ τὴν παράδοσή μου, παρὰ τὸν ἐκμηδενισμό μου, ὁ Γουλιέλμος παρέμεινε ἕνας ἐξαθλιωμένος προδότης, ἕνας κλεφτᾶκος ποὺ περιμένει τοὺς συνεργούς του γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἔγκλημα, ἕνας ὡραῖος εὐήθης ποὺ ἐπιτέλους ἐξαργύρωνε τὰ θέλγητρά του. Καὶ διάβαζα τὰ ποιήματά του καὶ τὶς ἱστορίες, τὰ ἡμερολόγια καὶ τὰ μυθιστορήματα. Ψευδεῖς μυθοπλασίες, φτηνὲς στιχοπλοκίες, θριαμβευτικὲς λοιδορίες. Ἀνεπαισθήτως ἔγινα ἐγὼ ὁ ξενιστής. Καὶ ὁ Γουλιέλμος παρασιτοῦσε στὸ κάστρο μου, ἔγραφε τὶς γραφές μου, καταδυνάστευε τὶς ἡδονές μου. (σ. 169)

Αν στο συγκεκριμένο κείμενο γίνεται λόγος για κάστρο, η Νεκρή Φύση είναι γεμάτη από χώρους υποδοχής που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο του μοιάζουν. Για παράδειγμα, το Hôtel Santé κάτι ανάμεσα σε λερό ξενοδοχείο της Ομόνοιας και παραθαλάσσιο νοσοκομείο· ο κινηματογράφος που φιλοξενεί τη συνάντηση με τον βίαιο εραστή· το σπίτι απέναντι από τον Υμηττό που γεμίζει με τα αίματα του δολοφονημένου συγκατοίκου· η γκαρσονιέρα που υποδέχεται τον πατέρα μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο· το ξενοδοχείο με τους παραλυτικούς· το θέατρο-νεκροταφείο της Αναπαύσεως· το Grand Hôtel, ξενοδοχείο-σανατόριο που προορίζεται για τη σύναξη των γηραλέων ποιητών· το Café Gmünd που βαθμιαία και εφιαλτικά αποκαλύπτεται σαν η ουτοπική Οκτάνα, ένα στέκι της νιότης του αφηγητή· το Hôtel de Rivier όπου ο εσχατόγηρος συναλλάσσεται με νεαρούς. Όλα αυτά συμβαίνουν στην πρώτη ενότητα, με τον τίτλο «Τόπος», μια ενότητα γεμάτη από προβληματικές αφίξεις, απροσδόκητες αναχωρήσεις, καθώς και μερικές βίαιες εκδιώξεις που συνοδεύονται από εμέσεις και αποφορές.

Η δεύτερη ενότητα, το «Κιβώτιο» ξεκινάει με το κείμενο «Flores para los muertos» και τα νεκρά λουλούδια στο διαμέρισμα-φέρετρο που προκαλούν τη διαμαρτυρία των γειτόνων. Και συνεχίζεται με μια σειρά από σκηνοθεσίες υποδοχής: το θάλαμο ακρωτηριασμού της ερωτικής μνήμης· το νοσοκομείο στο οποίο εισβάλλει η άγνωστη συγγενής για να φέρει ζαχαρωμένο χυμό στον άρρωστο αφηγητή, κάτι που τον κάνει να καταλήξει πως η καλύτερη λύση για το μετά είναι η αποκομιδή με το σκουπιδιάρικο χωρίς ξόδι· ο ασθενής τον οποίο δεν υποδέχονται οι γιατροί και κλείνεται στο φρεάτιο του ασανσέρ· ο προαυλισμός ως απόδραση από τον θάλαμο με τα σιδερένια κρεβάτια. Παρομοίως η τρίτη ενότητα, το «Σκιάχτρο», είναι αφιερωμένη στον φρουρό που υποδέχεται, αποτρέπει και αποπέμπει. Η τέταρτη μεταθέτει εν πολλοίς την υποδοχή στο ίδιο το σώμα: το σώμα της πρώην στειρομαρμάρας που θα υποδεχτεί ή δεν θα υποδεχτεί το καινούριο παιδί· η έγκυος που βλέπει στο σινεμά τον Βρικόλακα και δέχεται την εικόνα της Αγίας Παρασκευής για να βγει ο φόβος από μέσα της· η επιλόχεια ψύχωση που κάνει τη νέα μητέρα να στραγγίζει από το στήθος της το γάλα για να διώξει από μέσα της τα απομεινάρια της εγκυμοσύνης· ή ο όφις που, σύμφωνα με μία νεωκόρισσα, εισέβαλε στο σώμα της μητέρας και πέρασε σαν επιληψία στο σώμα του παιδιού· αλλά και η επίσκεψη του μικρού αγοριού στο νοσοκομείο για την περιτομή του, στο τέλος της οποίας το παιδί καταλήγει να συνδυάζει την υποδοχή με την εξαπάτηση. Για να μην αναφέρω τις οικογενειακές διακοπές χωρίς πατέρα στην πανσιόν όπου γειτόνισσες και μητέρες οστράκιζαν την «παστρικιά» και το «εξώγαμό» της ή τη συμβολική εξορία του ούτως ή άλλως έκβλητου πατέρα που γίνεται φανταστικά ναυτικός και, όταν τους υποδέχεται, αυτό συμβαίνει σε ένα μαγαρισμένο, ανυπόφορο δωμάτιο. Και για να κλείσω αυτή την απαρίθμηση: ο γιος που λείπει στην πενταήμερη όταν πεθαίνει και κηδεύεται, κρυφά από τον ίδιο, ο πατέρας του, ανακαλύπτει τι έγινε από τα ίχνη μιας άλλης υποδοχής, από τα πλυμένα και ξεχασμένα στον πάγκο φλιτζανάκια του καφέ της παρηγοριάς.

* * *

Διάβασα –κάπως έκκεντρα, ίσως, αλλά πολλή χαρά, θαυμασμό και εκτίμηση– τη Νεκρή Φύση του George Le Nonce. Είδα στα κείμενά του μια σειρά από αλληλοπεριχωρήσεις: υποδοχές, φιλοξενίες, εκδιώξεις ή διεισδύσεις, και όλα αυτά ανάμεσα σε πολλές φαντασιώσεις, εφιάλτες και άλλες μορφές εικονοποιίας. Ξεκίνησα με την υποψία ότι η Νεκρή Φύση δεν είναι μια φύση που εξέπνευσε και μας ζητάει να τη κοιτάξουμε σαν να βρίσκεται στον τοίχο απέναντί μας. Μου φάνηκε περισσότερο σαν μια ψευδο-φύση επιτέλους νεκρή. Κυρίως, όμως, το κείμενο αυτό μου μίλησε για μια σειρά από τόπους υλικούς (τα πάμπολλα δωμάτια), άυλους (τα όνειρα) και ενσώματους (τις μητέρες, τους εραστές) στους οποίους μπορεί κανείς να ανήκει. Μου έδειξε πώς όλοι αυτοί οι χώροι μπορούν να είναι ή να μοιάζουν «ως εκ της φύσεώς τους», με άλλα λόγια φιλόξενοι, αλλά ταυτόχρονα να εκδιώκουν. Πώς μπορούν να μας ξενίζουν με μια πρώτη έννοια (δηλαδή να μας φιλοξενούν), αλλά και να μας ξενίζουν με την άλλη έννοια (δηλαδή να μας παραξενεύουν και να μας προκαλούν δυσάρεστη έκπληξη).

Η Νεκρή Φύση μου θύμισε, και νομίζω ότι πρόκειται για πραγματικό κατόρθωμα, πως μια σειρά από τόποι, συνήθειες και ερωτικές πρακτικές ενδέχεται να είναι, τελικά εχθρικοί και φιλόξενοι, εχθροφιλόξενοι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Και ταυτόχρονα μου μίλησε υπέροχα για το τίμημα που απαιτεί η απάλειψη του κομματιού της εχθρότητας. Ποιο είναι αυτό το τίμημα; Στο κείμενο «Εκδρομή» το οποίο ανέφερα παραπάνω, μιλά στον γιό της η ίδια μητέρα που θα μπορούσε να μην τον έχει γεννήσει και αυτή που αρνήθηκε προς στιγμήν να τον θηλάσει. Ή τουλάχιστον μια παρόμοια μητέρα. Του απευθύνεται εκ νέου όταν μετά την πενταήμερη εκδρομή του μαθαίνει ότι ο φυσικός πατέρας του πέθανε και θάφτηκε. Και το κάνει για να του πει: «Έκτοτε πάντα καραδοκεί ένα πένθος σε κάθε σου απόλαυση». Πρόκειται για πένθος της νεκρής φύσης, αυτής που καλώς είναι νεκρή. Και μαζί πρόκειται για το άνοιγμα σε ένα «παρά φύσιν» που ενδέχεται να είναι και ένα «παρά θάνατον».

George Le Nonce, Νεκρή Φύση, Αθήνα, Bibliothèque, 2016

52,886 total views, 2 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΡΙΚΟΥΝΑΚΗ «ΜΙΣΤΙΚΟ»

Οι τυχεροί είναι: Φωτούλα Ξανθοπούλου , Λευκοθέα Ζέρβα , και  Κική Κόντου.  Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν.  Το Literature.gr σε συνεργασία...

Close