H Kόρη του Διευθυντή Του Τσίρκου, του Δημήτρη Μαραντίδη

By  |  0 Comments

Η Μανίνα Πανίνα είναι η Κόρη του Διευθυντή του Τσίρκου όμως εκείνη δεν το ξέρει, ούτε ο Διευθυντής το γνωρίζει, θα την αναγνωρίσει από το κεχριμπαρένιο μεταγιόν που της έδωσε όταν ήταν μικρή πριν την υιοθετήσουν οι τσιγγάνοι.

Ο Πέτερ η Μικρή Αράχνη πάσχει από κάτι που θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή, υφαίνει ακατάπαυστα ιστορίες τις οποίες αφηγείται στις γυναίκες της ζωής του: στα παιδικά του χρόνια στη μητέρα του,  στο τέλος της εφηβείας στη Μαρία -μια μεγαλύτερη του γυναίκα που, παρότι δε θέλει να δεσμευτεί μαζί του, φέρνουν στον κόσμο ένα παιδί- και σε ώριμη ηλικία στην πολύ νεότερή του Μπεάτε.

Ο Πέτερ δε θα εκδώσει ποτέ βιβλίο με το πραγματικό του όνομά του. Ωστόσο εκμεταλλεύεται επαγγελματικά την “αρρώστια” του: τριγυρίζει στα φιλολογικά στέκια, πλησιάζει συγγραφείς που δυσκολεύονται να γράψουν και τους πουλά ιδέες και θέματα. Η επιχείρηση ανθεί, σύντομα επεκτείνεται στο εξωτερικό, παντού εκδίδονται βιβλία βασισμένα στις περιλήψεις του Πέτερ.

Ο Jostein Gaarder φιλοσοφεί παιχνιδιάρικα μέσα από τα βιβλία του, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία τη δεκαετία του 90′ κι εδώ στήνει μια ιστορία με ήρωα τον Πέτερ την μικρή Αράχνη, όπως είναι το παρατσούκλι του, για να μας κάνει λιγότερο ακατανόητους τους δρόμους του μυαλού όταν υφαίνει ακατάπαυστα ιστορίες.

Ο Πέτερ η Μικρή Αράχνη ζει στην Νορβηγία μαζί με τη μητέρα του. Πατέρας δεν υπάρχει. Ο Πέτερ δεν σταματά να υφαίνει ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Άτομο υπερβολικά κλειστό και εσωστρεφές ο Πέτερ βρίσκει καταφύγιο στον δικό του φανταστικό κόσμο. Η κλίση αυτή ενισχύεται με τα χρόνια. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως χιλιάδες φωνές στήνουν καθημερινά κουτσομπολιό μέσα στα εγκεφαλικά του κύτταρα και είναι αδύνατο να απαλλαγεί από εκείνες. Για να απαλλαγεί από αυτήν την υπερπαραγωγή της μυθοπλαστικής διεργασίας του μυαλού του, ο Πέτερ, κάνει αφαίμαξη των ιστοριών αυτών. Γίνεται ένας άτυπα συγγραφέας, ένας άνθρωπος που πουλάει τις ιστορίες του σε τρίτους.

Σιγά, σιγά η Μικρή Αράχνη χτίζει γύρω της ένα σύμπαν λογοτεχνίας. Ο Πέτερ αδυνατεί να καταλάβει τι εστί φανταστικό και τι πραγματικό γεγονός. Η έντονη φαντασία του, επανασυνθέτει τις μνήμες, τις επανεφεύρει. Εδώ ο Jostein Gaarder αφήνει να εννοηθεί πως ότι φανταζόμαστε έχει τη δική του ζωή, πως ο κόσμος αυτός είναι φτιαγμένος από όνειρα αλλά πηγαίνει ακόμα πάρα πέρα: στη φαντασία του μικρού Πέτερ βρίσκουμε τη θολότητα των δικών μας αναμνήσεων ως παιδιά: γιατί ο Πέτερ δεν θυμάται ποτέ τη μέρα που έφυγε ο πατέρας από το σπίτι, δεν θυμάται πότε ξεπήδησε ο φανταστικός σύντροφος του ο Μέτρο που πήρε το όνομα του από το μέτρο, το ύψος  του Πέτερ στα πέντε του χρόνια. Δεν θυμάται πολλά, διότι η φανταστική ζωή έχει γίνει ένα με την πραγματικότητα.

“Γνώριζα πάντα τη διαφορά αυτού που είδα πραγματικά απ’ αυτό που είδα στη φαντασία μου. Βέβαια, με τον καιρό, μπορεί να είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τα πραγματικά από τα φανταστικά βιώματα. Η μνήμη μου δε διαθέτει χωριστούς χώρους για πράγματα που είδα και άκουσα και για πράγματα που απλώς φαντάστηκα. Έχω μόνο έναν χώρο όπου πρέπει να βολευτούν οι εντυπώσεις των αισθήσεων και όσα φαντάστηκα στο παρελθόν- η πρόσμειξη τούτων των δυο αποτελεί αυτό που αποκαλούμε ανάμνηση.”

Ο Πέτερ αδυνατεί να συνδεθεί με τους ανθρώπους. Είναι κλειστός κι απόμακρος. Οι ερωτικές του σχέσεις είναι εφήμερες βασισμένες κυρίως στο σεξ. Δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στη ζωή του. Όταν όμως αντικρίζει τη μοναδική γυναίκα της οποίας το μυαλό δουλεύει σαν του Πέτερ, δένεται με έναν υπερκόσμιο δεσμό που μόνο η απόλυτη εγκατάλειψη μπορεί να αποδεσμεύσει.

Η Μαρία, αναφέρει, δεν ήταν απλά ισάξια του: “Η Μαρία τον είχε ξεπεράσει σε αδιαντροπιά και ταλέντο.”

 Στην Μαρία αρέσουν οι ιστορίες του Πέτερ. Eίναι η μοναδική γυναίκα στη ζωή του που μπορεί να συμμεριστεί το εσωτερικό αφηγηματικό του πάθος χωρίς να τρομάζει, κατανοώντας αυτήν την πολυπλοκότητα της σκέψης του, την σχεδόν αυτιστική του διάθεση να ξεβράζει μέσα στο μυαλό του ιστορίες.                                                     

Η Μαρία φεύγει με ένα παιδί στην κοιλιά της. Δεν ζητάει τίποτα από τον Πέτερ, μονάχα να σταματήσει να τηνθυμάται.. Ακόμα κι η Μαρία ζει περισσότερο στον πραγματικό κόσμο, δεν μπορεί να υπομείνει άλλο την σπηλαιώδη φαντασία του Πέτερ. Ο Πέτερ μένει μόνος μαζί με τον Μέτρο. Με εκείνον που πέρασε μαζί μια ολόκληρη ζωή. Συνεχίζει να τροφοδοτεί όλο το λογοτεχνικό κόσμο της Βόρειας Ευρώπης, απόμακρος και συνάμα πανταχού λογοτεχνικά παρών, συνεχίζοντας αυτιστικά ένα μοτίβο ζωής που τον ακολουθεί από τα παιδικά του χρόνια.

Όμως, σιγά σιγά κάτι κινείται, είναι αυτό που προσπαθεί πάντα να θυμηθεί μα όλο ξεχνάει, είναι αυτό το παράξενο πράγμα που κινείται κάτω από ένα ιδιόμορφο πάγο, όπως αναφέρει.

Γνωρίζει άλλη μια γυναίκα, πολλά χρόνια νεότερη του και την ερωτεύεται. Σε εκείνο το σημείο θα θυμηθεί, την ώρα που η ζωή του κινδυνεύει  -γιατί όλος εκείνος ο ιστός της πλεκτάνης που έχει υφάνει ο Πέτερ η Μικρή Αράχνη, όλες εκείνες οι ιστορίες ως ιστός, η επικινδυνότητα ενός επαγγέλματος που τον έκανε και δεν τον έκανε ποτέ συγγραφέα, θα βγει στην επιφάνεια: 

Η Μανίνα Πανίνα είναι η Κόρη του Διευθυντή του Τσίρκου όμως εκείνη δεν το ξέρει, ούτε ο Διευθυντής το γνωρίζει, θα την αναγνωρίσει μετά από ένα ακροβατικό ατύχημα στο τσίρκο από το κεχριμπαρένιο μενταγιόν που θα σπάσει κι έχει μέσα του μια αράχνη εκατομμυρίων ετών που της έδωσε αυτός όταν ήταν μικρή.

H Γυναίκα αυτή είναι η κόρη του, είναι η κόρη της Μαρίας. Είναι το τέλος των μύθων και η ζοφερή πραγματικότητα λίγο πριν το θάνατο του. Οι ιστορίες, η πλεκτάνη, το σχεδόν αυτιστικό ταλέντο του, η αδυναμία του για σχέσεις, η Μαρία, η εγκατάλειψη, η πρώτη του ιστορία που διηγούταν στη μητέρα του για την Κόρη Του Διευθυντή Του Τσίρκου, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όπως ο Διευθυντής του τσίρκου που έστηνε μέσα του κι έξω του ο Πέτερ, θα γνωρίσει την κόρη του κι έτσι θα πάψουν οι ιστορίες. Θα τον εγκαταλείψει ο Μέτρο με την σημειωτική φράση: «Αυτό λοιπόν είναι το τέλος». Ο Μέτρο η Σκιά του.

Θα θυμηθεί ξαφνικά και βάναυσα πως εκείνο που ξεχνούσε από τα πέντε του χρόνια δεν ήταν τίποτα άλλο από τον ξαφνικό χωρισμό των γονέων του, ένα τραύμα, μια παραμόρφωση μέσα του, και μια ανάγκη θεμελιώδη, καταλυτική και ανίκητη στο εύρος της να ζήσει σε κόσμους όπου η πραγματικότητα δεν πονάει. Όλες οι φανταστικές ιστορίες εφευρίσκονται για να καταπραυνθεί ο πόνος της πραγματικότητας. Ακόμα και οι σκληρότερες φανταστικές ιστορίες είναι πιο θελκτικές από οποιαδήποτε πραγματικότητα. Αυτό μας λέει ο Gaarder. Την ημέρα όμως που ο Πέτερ θα θυμηθεί, θα έχει τελειώσει και η δική του ιστορία. Γιατί οι ιστορίες είμαστε εμείς οι ίδιοι και δεν εφευρίσκονται απλά μέσα στο μυαλό ή την ψυχή μας.  

 Πηγές: Περίληψη Εκδόσεις Λιβάνη

 

1,220 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
lOTY_660x400_scaled_cropp
Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου απαντά στο ερωτηματολόγιο του L

Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack. Μικρό δωμάτιο στον δεύτερο όροφο...

Close