Ίσως και να είναι ένας πισώπλατος έρωτας, του Γιάννη Αντιόχου [ She’s in parties, Ειρήνη Βακαλοπούλου ]

By  |  0 Comments

Αρέσκομαι στους μη ασφαλείς δρόμους μιας αισθητικής παρουσίασης ή έστω (ας πω) κριτικής, ίσως επειδή αντιστέκομαι στη θεωρία που δεν κατέχω ενδελεχώς ή θέλω να υποστηρίζω την ποίηση όπως τη γράφω κι όπως την κατανοώ.

Περαιτέρω ίσως και να είμαι λίγο δύστροπος ως αναγνώστης αφού στην πληθώρα των γυναικείων φωνών που «εκδίδονται» σε αυτή τη χώρα, μετράω τις ενδιαφέρουσες στα δάχτυλα του ενός χεριού, γιατί αντιστέκομαι στις γυναικείες κραυγές που υποτιμώ σφόδρα.  Είναι αυτά τα σοβαρά αισθητικά εμπόδια που θέτει η σύγχρονη γυναικεία ελληνική ποίηση, τα οποία δεν μπορώ να προσεγγίσω ή ίσως να μπορούσα αν ήμουν μυθευμένος ως Τειρεσίας. Αν και νομίζω πως ο χαρακτηρισμός γυναικεία ποίηση είναι κατά τη δική μου γνώμη μειωτικός για την τέχνη της ποιήσεως.

Η Ειρήνη Βακαλοπούλου αποτελεί λοιπόν μία από αυτές τις ξεχωριστές περιπτώσεις που επιλέγω να παρουσιάσω αφού καταπίνει με τέχνη και συναίρεση, το φυλοκαθοριστικό στοιχείο της έκφρασής της και έτσι μου χαρίζει νοήματα, σκέψεις, εικόνες και συναισθήματα σαν να με τοποθετεί στην θέση του υποκειμένου της και τούτο εγώ το θεωρώ και σπάνιο και αληθινό.

Στο έργο της που γνωρίζω, δηλαδή στα ποιητικά βιβλία της  “Ανηλικίωση” και “She’s in parties” η ποιήτρια εξαντλεί τον ποιητικό της πυρήνα κύρια στον έρωτα, τον θάνατο και στην παιδική ηλικία κι ίσως είναι αυτό που δημιουργεί μια ποιητική αφήγηση τόσο αφαιρετική που δεν αναγνωρίζεται ως σύνθεση αλλά ως ποιήματα σπαράγματα. Και είναι και σπαράγματα και κραυγές και όρνεα γιατί έχει ποιητική συγγένεια με την Μανσούρ και μπορεί να τρέφει τα πουλιά του Μίλτου Σαχτούρη κάθε φορά που θρηνεί και κτίζει σ’ένα ποίημα τον έρωτά της.

Η Ειρήνη Βακαλοπούλου χαρίζει την όποια αθανασία θα έχει το έργο της, μικρή ή μεγάλη, στους ήρωές της, γιατί πριν τους καταστρέψει η λήθη του χρόνου, εκείνη σπεύδει να τους διασώσει με τον τρόπο της ποίησης.  Για αυτό και θα υποστηρίξω πως η ποίηση της προέκυψε ως ανάγκη να κρατηθεί από μια ζωή που συνεχώς την πληγώνει και την προδίδει.

Είναι πολύ σπάνιο για μένα να με έλκει τόσο πολύ η γραφή κάποιου που να θέλω να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπα τη ζωή του, αλλά δυστυχώς συμβαίνει να ασχολούμαι με μια τόση ιδιαίτερη περίπτωση που αναρωτήθηκα πολλές φορές πώς να μοιάζει άραγε το ποίημά της στη φυσική του μορφή και υπόσταση,  αυτό το ποίημα που άφησε στις σελίδες του βιβλίου με τόσες εκδορές.

ΤΑΞΙΔΙ

τώρα που πέθανες δεν θα θρηνήσω,

τα καστανά σου όμως πανιά

ακόμα ταξιδεύουν

γυναικεία πρόσωπα

χλομά

τις φλέβες των χεριών σου τρίβουν

θάλασσες μαβιές διασχίζεις,

σε γερνούν

(μακριά από εμένα)

σε αστερίες εύχεσαι

χαμένοι σε βυθούς

για την καλή σου τύχη λες

(μακριά από εμένα)

τώρα που πέθανες δεν θα θρηνήσω,

κοιτάζω τη μετάβασή σου στον χρόνο

δεν το ξέρεις; σε παρακολουθώ

μα όχι, δεν σε θρηνώ

φεγγάρι του Μάη να σε φέρει

άραγες τι ηλικίας να ’ναι

τι ηλικίας θα ’μαι;

όπως αντάμωσα μια νύχτα τους νεκρούς μου

κι έγραψα γι’ αυτούς

στο ίδιο το σκοτάδι θα σε συναντήσω

τότε θα σε θρηνήσω

όμορφος όμορφος θα στέκεις

ζωντανός

να φοράς και λίγη απ’ την κολόνια σου

Ο τίτλος του συγκεκριμένου ποιητικού βιβλίου είναι από το ομότιτλο τραγούδι των Bauhaus She’s in parties, αλλά ίσως αυτό που εγώ πρέπει να μαρτυρήσω είναι δυο στίχοι αυτού του τραγουδιού και κάτι από την μικρή του ιστορία.

She’s in parties/ It’s in the can μια αργκό έκφραση για κάτι που έχει τελειώσει, για κάτι που έχει στερέψει, για ό,τι έχει πια σβήσει σαν ας πούμε το τελευταίο πλάνο ενός σκηνοθέτη. Υπάρχει ένας αστικός μύθος για αυτό το τραγούδι που σύμφωνα με τον  Peter Murphy είναι γραμμένο για την Μαίριλιν Μονρόε, που συνήθιζε να ανακατεύει στα άδεια κουτάκια των αναψυκτικών χάπια και αλκοόλ σε καθημερινή βάση,  σβήνοντας τελικά πάντα στην επήρεια τους ή ας το πάω λίγο παρακάτω κι ας πω πως μπορεί να σημαίνει αυτόν/αυτήν που έχει οριστικοποιηθεί απέναντι στο τέλος και δηλωτικά πράττει τα αυτονόητα, μας προετοιμάζει.

Όμως δεν θέλω να ανησυχήσετε γιατί η Ειρήνη Βακαλοπούλου ακόμα τρέφεται από την θεραπευτική δύναμη της ποιητικής δημιουργίας κι ο θείος θεός, ο σκηνοθέτης δεν σκοπεύει να σβήσει το πλάνο της.

Η συλλογή ξεκινάει με ένα ποίημα που επιγράφεται «επίλογος» κι ενώ το έχω ξαναδεί ως εύρημα σε ποιητική συλλογή εντούτοις ποτέ άλλοτε δεν είδα το ποιητικό υποκείμενο να λοιδορεί τον εαυτό του στην πρώτη σελίδα ενός ποιητικού βιβλίου. Αυτό δημιουργεί την απροσδόκητη εισαγωγή ενός έρωτα, του προδομένου της έρωτα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

τόσο καιρό ενόσω

είχες τα μάτια μου για προσευχή

γλεντούσα πισώπλατους έρωτες

τώρα που εγκατέλειψες

πώς να ξαναερωτευθώ;

Δεν είναι το ενδιαφέρον της απιστίας, αλλά η ανάγκη της ασφάλειας του έρωτα για το ποιητικό υποκείμενο και το θάρρος, τόσο θάρρος που η αλήθεια είναι γυμνό συναίσθημα κι έτσι γίνεται αυτόματα ποίηση.  Αυτό λοιπόν ξεχωρίζει την ποίηση της Βακαλοπούλου από τις συναισθηματικές φιοριτούρες του φύλου της, από τον βερμπαλισμό που έχει αρχίσει να παρεισφρέει στην σύγχρονη ελληνική ποίηση ως απότοκο σύμπτωμα μιας εποχής ένδειας και κρίσης.

Το ποιητικό βιβλίο της διαθέτει ακόμα ένα χαρακτηριστικό που προσωπικά ως αναγνώστη αλλά και ως ποιητή με έχει συναρπάσει.  Είναι ένα από τα πιο σωματικά βιβλία του 2016 που έχω διαβάσει και για να υποστηρίξω αυτό θα χρησιμοποιήσω τα λόγια της Άντειας Φραντζή: «Ποίηση γραφεί κανείς με το σώμα του — γιατί δεν υπάρχει  πνεύμα, νους, ψυχή ή όπως αλλιώς να το ονομάσουμε, που να είναι αποχωρισμένο από το σώμα.  Δυσκολεύομαι, όμως, πλέον να ξεχωρίσω το θηλυκό από το αρσενικό γένος, το γυναικείο από το ανδρικό γνώρισμα. Δεν γνωρίζω, δηλαδή, με ποιο τρόπο μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις λειτουργίες τους. Δε θα μάθω ποτέ πώς νιώθει ένας άντρας, ούτε ένας άντρας θα μάθει ποτέ πώς νιώθει μια γυναίκα. Είμαστε καταδικασμένες στην άγνοια των αισθημάτων και οι δυο πλευρές. Αυτό που γνωρίζουμε μόνο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα πως διαφέρουμε από τους άντρες και αυτοί αντιστοίχως το ίδιο ακριβώς γνωρίζουν. Στο σημείο, όμως, αυτής της συνειδητοποίησης συμπίπτουμε, και ακριβώς εκεί πιστεύω πως αρχίζει μια διαδικασία σύγκλισης. Και δεν αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στην όλο και συστηματικότερη κοινωνική σύγκλιση ανδρών και γυναικών αλλά και στη συναισθηματική/υπαρξιακή. Και αν ακόμη επαναφέρουμε τη συζήτηση στον σεξουαλικό διαχωρισμό, πάλι θα υποχρεωθούμε να καταφύγουμε στην αμηχανία των ομολογιών, που καταλήγουν να είναι περιττές και ανοικονόμητες. (Εδώ η σιωπή αντλεί τη δύναμή της από όση γνώση διαθέτουμε των σωμάτων και των απολαύσεων, όπως μας προτρέπει ο Φουκώ)».

Αυτό με βοηθά να δηλώσω καταφανώς πως σε αυτή την ατραπό συναντιέμαι με την ποίηση της Βακαλοπούλου και είναι αυτό που υποστήριξα και παραπάνω πως η ποίησή της μου ταιριάζει ωσάν Τειρεσίας έτσι όπως ενυπάρχει στον αρχαίο μύθο ή έτσι όπως τον παρουσιάζει ο Έλιοτ στην Έρημη Χώρα

Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας

       ανάμεσα σε δυο ζωές,

Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο,

       μπορώ να ιδώ,

Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που

       μάχεται

Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι

      από το πέλαγο,

Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού•

       μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της

Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από

       κονσέρβες.

Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα

Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις

       τελευταίες αχτίνες,

Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)

Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.

Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά

Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –

Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο…

(απόσπασμα από την Έρημη Χώρα του T.S. Eliot σε απόδοση Γ. Σεφέρη)

και είναι παραδοξότητα να με κάνει Τειρεσία αλλά εδώ τολμά να χαρίσει την αθανασία της σ’ έναν επίσης σοφό πατέρα – εραστή που καταφανώς η ποιήτρια αιωρείται με το δρεπάνι των στίχων της πάνω από την τραχηλιά του, προκειμένου να προβεί στην αναγκαία πατροκτονία που οφείλει ο ποιητής.

ΦΙΛΟΙ

λες να γίνω κάποτε κι εγώ

χωράφι;

γύρω μου

στάχυα-πρόσωπα

να διασκεδάζουν τα παιδιά-θεριστές

οι σκύλοι και ο γρύλος

μα μ’ εκπαίδευσες

πολλά να μην τολμώ

γύρω μου

στάχυα-πρόσωπα

να υποφέρουν τα παιδιά-θεριστές

οι σκύλοι και ο γρύλος

Σαφώς και η τοποθέτησή μου αυτή δείχνει την επιτήδευσή μου να συγκρίνω την γλωσσική οικειότητα της Βακαλοπούλου με τον μοντερνισμό του Έλιοτ, αυτή τη στεγνή γλώσσα σαν εμβαλλάγιο που προστατεύει λέξεις χάπια.

Αισθάνομαι ικανοποιημένος που την έχω συναντήσει, θέλω να την διαβάζω και ίσως να την κριτικάρω ξανά, όταν η ποιήτρια θα έχει επαρκώς σκοτώσει τον πατέρα της και τον ερωμένο της (όχι εραστή της) σ’ αυτές τις φανταστικές συνθήκες που μας επιτρέπουν να διαβάζουμε αληθινή ποίηση.

ΠΡΑΣΙΝΗ ΛΙΜΝΗ

μια πράσινη λίμνη

εισχώρησε στη γύμνια μας

χτισμένο ήταν κι ένα σπίτι

στις όχθες

μας κρατούσε ζωντανούς

σχεδόν άυλους

για αιώνες

ξύλινο σπίτι, παραμυθένιο

μέσα του τα σώματα

δεν ράγιζαν

δεν έφθιναν οι σκέψεις

και το νερό το πράσινο

καλοπροαίρετο

μου έμαθες να κολυμπώ

να ψαρεύω μικρούς πλανήτες

που πεθαμένοι

έπεφταν τα βράδια

κι εγώ αστρικά τους μάζευα

τους έραβα στα ρούχα

στις κουρτίνες

στο δέρμα σου·

στόλιζα τον κήπο

κάθε πρωί ήταν το ίδιο

ίδια και η κάθε νύχτα

όμως δεν καθρεφτιστήκαμε στο νερό

μήτε ανταλλάξαμε πορτρέτα

μόνο εσωτερικές ομοιότητες.

Κι αυτός είναι ο χρωματισμός

της φανταστικής μας συνθήκης.

Όπως λέει και η ίδια η ποιήτρια σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα Το Ποντίκι: «Ένας κύκλος μιας μικρής ζωής είναι τα ποιήματά μου, εντυπώσεις που πέρασαν στη σφαίρα του παρελθόντος και έχοντας την έλλειψη αυτών, την ανασυγκρότησα. Ανέστησα τους ανθρώπους που έφυγαν και τους έκανα ποιήματα. Τους ενσωμάτωσα στο ασυνείδητο της ύπαρξης και στον παιδικό αυνανισμό. Χρόνος και πολλοί μικροί κύκλοι ζωής είναι η ποίηση· μέσα στον υπαρκτό μας χρόνο γεννιούνται και πεθαίνουν άλλες μικρότερες ζωές με σκοπό να καταφέρνονται τα ποιήματα», εξηγώντας επαρκώς από την πρώτη της ποιητική συλλογή το ιδιότυπό της σύμπαν, που είναι συνεχώς διαστελλόμενο μέχρι να την καταπιεί και την ίδια.

Θέλω να κλείσω αυτή την αισθητική ανάγνωση για την ποίησή της, με ένα ποίημά της από το She’s in parties κι ένα έτερο, ανέκδοτο ποίημα από αυτά που έχει πάντα ένας συλλέκτης ποιητής

ΕΚΕΙΝΟΣ

δώσε μου την τελευταία πράξη

είπε: «λίγο ακόμη τα νιάτα»

κι όμως αμπέλι μπλεγμένο

τα χέρια, τα πόδια

τα κοινά τους χρόνια

έως την αυγή που εκείνος

επέστρεψε στη γυναίκα του

[η επίσκεψη]

λευκές σε σύρματα οι φανέλες

κοίταζαν τις νεκρές πολυκατοικίες

και μια άσπλαχνη θάλασσα πιο κάτω

το καντήλι στο σαλόνι

κι ένα γέρικο στόμα ανοιχτό να σβήνει

φώναζε τ’ όνομα του πατέρα, του συζύγου,

της βοηθού

(έστω βρήκε την φροντίδα τους )

κι εγώ να γεννώ έναν έρωτα βαθύ

μοναδικά σφαγμένο

φωνάζω τ’ όνομά του, μη φύγεις, μη φύγεις

μη φύγεις

(δεν βρήκα την φροντίδα σου).

Λίγο πιο πριν τελείωσα με στόμα ανοιχτό

με το δάχτυλό μου τελείωσα

κι αν ήταν

η πιο θλιβερή μέρα όπου ο ήλιος μάζευε ανθρώπους

vakalopoulou_gabriil_shesin-parties

 

52,208 total views, 2 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
22-1a-630
Το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη από το Περιοδικό Κλεψύδρα στην Κάλλια Παπαδάκη για το βιβλίο της «Δενδρίτες» (εκδ. Πόλις, 2015).

  Η κριτική επιτροπή: Ανδρέας Μήτσου, συγγραφέας Ελένη Γκίκα, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Χάκας, ιδιοκτήτης/υπεύθυνος βιβλιοπωλείου Βαγγέλης Προβιάς, συγγραφέας,...

Close