Κυνηγώντας Χίμαιρες, της Σωτηρίας Γεωργαντή

By  |  0 Comments

Αυτό το κείμενο δεν σκοπεύει να προστεθεί στα φιλολογικά δοκίμια και τις συγκριτικές μελέτες που ψηλαφούν διαφορές και ομοιότητες ανάμεσα στη Μεγάλη Χίμαιρα του μεγάλου Μ. Καραγάτση, το μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε το 1953, και τη Χίμαιρα, τη νουβέλα που αποτέλεσε το πρόπλασμα για το μυθιστόρημα που ακολούθησε, και δημοσιεύτηκε αρκετά νωρίτερα, το 1936.

Αφενός η σύγκριση των δύο κειμένων έχει γίνει ήδη με εξαιρετική επάρκεια, αφετέρου μια τέτοια στόχευση θα διέτρεχε τον κίνδυνο να αδικήσει τη Χίμαιρα, που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε δεύτερη, αναστοιχειοθετημένη έκδοση από το βιβλιοπωλείον της Εστίας, και που αξίζει πλήρη και απερίσπαστη προσοχή.

Ο τίτλος της νουβέλας λειτουργεί τόσο σε κυριολεκτικό όσο και σε αλληγορικό επίπεδο και δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον αναγνώστη να ελπίσει σε ένα αίσιο τέλος.

Πράγματι οι χαρακτήρες, αποκαμωμένοι και σε απόγνωση, φαίνεται να πιάνονται από μια υπόσχεση ευτυχίας που αποδεικνύεται ότι απλά τους φέρνει ακόμα πιο κοντά στο χείλος της αβύσσου. Για κάθε εσωτερική διαπάλη παρουσιάζεται ως από μηχανής θεός μια εξωτερική λύση, η οποία με θαυμαστή συνέπεια διαλύεται σαν καπνός, μέχρι να έρθει η τελική καταστροφή.

Η πρωταγωνίστρια είναι η Μαρίνα, μια Γαλλίδα που στο αίμα της αντιμάχονται η θέρμη και ο αισθησιασμός της ζωηρής μητέρας της και η ψυχρότητα του, κατά βάση απόντος, πατέρα της. Αρχικά, η αποστροφή και η απόρριψη του σώματος είναι τόσο έντονες που η Μαρίνα βρίσκει μοναδική διέξοδο στην αρχαία ελληνική γραμματεία και συνεπαίρνεται από τους μύθους και τους θεούς της αρχαίας Ελλάδας, απομονωμένη πίσω από την κλειστή της πόρτα.

Ωστόσο, το σώμα δεν αργεί να πάρει την εκδίκησή του – η Μαρίνα, περιέργως, νιώθει μια παράξενη κατωτερότητα απέναντι στις άλλες γυναίκες που μπορούν να χαρούν το σώμα τους, και προσπαθεί, αποτυγχάνει, απελπίζεται. Η απάντηση μοιάζει να έρχεται στο πρόσωπο του Γιάννη. Είναι Έλληνας, καπετάνιος της Χίμαιρας, του καραβιού που έδεσε στη μικρή της πόλη. Την παίρνει μαζί του στο νησί του, στο φως, και όλη η δυστυχία της σκοτεινής μικρής πόλης της γαλλικής υπαίθρου φαίνεται να εξαϋλώνεται κάτω από τον δυνατό ήλιο του Αιγαίου.

Ακολουθούν μέρες ευτυχίας, πληρότητας. Μέχρι που μέσα σε ένα βράδυ, θεοί και δαίμονες δίνουν τα απόκοσμα σημάδια τους γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Ο όφις στον κήπο του Παραδείσου είναι –τι ειρωνεία!– ο διανοούμενος αδελφός του, ο Μηνάς, αυτός με τον οποίο η Μαρίνα κάνει συζητήσεις που δεν μπόρεσε να κάνει με κανέναν άλλον στο νησί. Η Μαρίνα κλονίζεται ψυχικά το ίδιο βράδυ που το πλοίο που έφερε το όνομά της βυθίζεται, φέρνοντας την οικονομική ανέχεια και την απόσταση, αφού ο σύζυγός της θα πρέπει πια να μπαρκάρει, αφήνοντάς τη μόνη. Το σώμα με τις προσταγές του θα είναι ο τελικός νικητής, και η θάλασσα θα ανοίξει την αγκαλιά της για να δεχτεί τα θύματα εκείνων που δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη σύγκρουση.

Η φόρμα της νουβέλας είναι μάλλον απλή, όπως ίσως επιβάλλεται από τη μικρή της έκταση. Αντί για περισσότερες μικρές, διαδοχικές κρίσεις, ο αφηγητής σφιχτοδένει τα γεγονότα που θα αποτελέσουν τους προπομπούς της τελικής καταστροφής σε μία μόνο βραδιά, και η τελική καταστροφή δεν θα αργήσει να έρθει. Ο λυρισμός στη γραφή είναι ξέχειλος, και ταυτόχρονα η σχεδόν επιστημονική-ψυχαναλυτική ματιά στην κεντρική ηρωίδα – με επιμέλεια φιλοτεχνείται το πορτρέτο της Μαρίνας και εξιστορείται το οικογενειακό της υπόβαθρο και οι εμπειρίες που τη διαμόρφωσαν. Ο Μηνάς, το αντρικό alter ego της, σκιαγραφείται επίσης έξοχα μες στις αντιθέσεις του, αντίθετα οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι μάλλον πιο σχηματικοί και μονοδιάστατοι.

Είναι σαφής και ευδιάκριτη η μεροληψία του αφηγητή απέναντι στην κεντρική ηρωίδα του. Είναι θαυμαστό το βαθύ ενδιαφέρον με το οποίο ο αφηγητής ανατέμνει την ψυχολογία της, την επιθυμία της, τις διανοητικές αναζητήσεις της. Κι αν έρχεται η καταστροφή, ποτέ και σε κανένα σημείο δεν την επικρίνει. Κι αυτό είναι, ίσως, κάτι σπουδαίο που κομίζει αυτή η νουβέλα· ο αφηγητής διατρανώνει ότι η ηθική είναι εφεύρεση μιας κοινωνίας που ισοπεδώνει και εκμηδενίζει όποιον “αφεθεί και ενδώσει”, αλλά και ότι η δαιμονοποίηση του σώματος χάριν της νόησης είναι ύβρις που δεν θα αργήσει να ξεπληρωθεί.

chimaira_karagatsis

498,035 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Τα Χερουβείμ του Έρωτα, της Αναστασίας Δημητροπούλου

Αν μια νύχτα πλάι στη θάλασσα, είχε στόμα και μιλιά, θα καυχιόταν πως αυτή επινόησε τον έρωτα. Πως έσκισε το...

Close