Στην κόψη του ξυραφιού, γράφει η Λίνα Πανταλέων [Λίγη ζωή, Hanya Yanagihara]

By  |  0 Comments

«Αυτός είναι ο λίγος κόσμος μου, και δεν ξέρω τι να κάνω σ’ αυτό τον κόσμο».

Η έμμονη ιδέα της ευτυχίας τυραννά τις ζωές μας, η ψυχαναγκαστική αναζήτησή της μας κάνει δυστυχείς. Η απώλειά της, η απιθανότητά της, η βραδυπορία της, μας στοιχειώνουν.

Η προσμονή της μας αγκιστρώνει στη ζωή, μας ποντίζει στο κύλισμα του χρόνου, επιθέτει στα χαίνοντα τραύματα ονειροπολήσεις ενός επικείμενου θαύματος, μιας θαυματουργικής ίασης. Το παραμικρό της ίχνος, η ελάχιστη υπόνοιά της στις ζωές μας, είναι σαν αναλγητικό που κατευνάζει την απογοήτευση και την αποθάρρυνση, ημερεύει τις στιγμές της εγκατάλειψης, τη λαχτάρα της λιποψυχίας. Είναι, όμως, δόκανο. Μια υπόσχεση που εγκυμονεί την αθέτησή της. Η ευτυχία είναι ο τρόπος της ζωής να αντισταθμίζει, με μια χειρονομία αβρή, απρόβλεπτη και στιγμιαία, όλα όσα μας στερεί, ακριβώς για να μας κρατήσει στη ζωή.  Η σκέψη της ευτυχίας, αυτής της διακαούς ανταμοιβής, η πίστη στην εκπλήρωσή της, η φαντασίωσή της, η δυναστική, παρανοϊκή ένταση της επιθυμίας της, είναι ευφραντικές πλάνες, εύθρυπτες άμυνες, που ξεγελούν, παροδικά μόνο, τους εφιάλτες, τους πιο πραγματικούς τρόμους. Η δυνατότητα, το ενδεχόμενο της ευτυχίας αντιφάσκει ονειροπόλα με την πιο εύλογη ένσταση, με την πιο ανυπόφορη, τόσο κοινότοπη, γνώση, την αναπότρεπτη επιβολή της δυστυχίας που, με λίγη τύχη, δεν είναι κάτι πιο τραγικό από τη συνειδητοποίηση της ισόβιας αποστέρησης των πιο ποθητών μας ονείρων, των πιο παράλογων, αναγκαίων πόθων μας. 

Η μεγάλη επιτυχία του βιβλίου της Χάνια Γιαναγκιχάρα (γεν. 1975) οφείλεται στο θέμα του, που δεν είναι άλλο από τη δυστυχία, ένα καθολικό, κοινότατο βίωμα, το οποίο εγείρει τα πιο δριμεία συναισθήματα, τον πόνο, τον θυμό, την απόγνωση. Γράφοντας για τη δυστυχία τού Τζουντ Σεντ Φράνσις, η Αμερικανίδα συγγραφέας θησαυρίζει στις σελίδες αβάσταχτες συγκινησιακές κορυφώσεις της ύπαρξης, η οποία άλλοτε σπαρταρά από το φευγαλέο, συντριπτικό θαύμα της χαράς και άλλοτε, πολύ πιο συχνά, χαρακώνεται από την αιχμηρή κενότητα ενός απονοηματοδοτημένου, αβίωτου χρόνου.

Η Γιαναγκιχάρα μάς λέει κάτι πολύ απλό, μας λέει πόσο απαίσιο πράγμα είναι η δυστυχία. Όσο και αν την τρέμουμε, όσο και αν την προβλέπουμε, όσο και αν τη φανταζόμαστε, όσο και αν καμιά φορά την τρέφουμε με ναρκισσιστικό ακκισμό, θα έρθει η μέρα που θα μας συντρίψει. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να την αντέχουμε, αλλά δυστυχώς η ζωή μας κρίνεται και από αυτή την ακατόρθωτη αντοχή. Από την άλλη, με κάθε μας αποτυχία προσθέτουμε έναν ακόμη λυγμό στο μελόδραμα που μας είναι αναγκαίο για να λιγοστεύουμε, και έτσι να μυθοποιούμε, τη ζωή μας, όπως περίτεχνα πράττει ο Τζουντ Σεντ Φράνσις. Ο ναρκισσισμός που εκκολάπτει η δυστυχία, προϋποθέτει την ικανότητα να απολαμβάνεις τα δάκρυά σου, όταν δεν μπορείς να απολαύσεις τίποτε άλλο.

ΔΥΣΤΥΧΙΑ

 

Δόκανο. Ο Τζουντ Σεντ Φράνσις δεν τόλμησε ποτέ να σκεφτεί πως του άξιζε μια ζωή καλύτερη από αυτή που του επιφύλαξαν τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της ζωής του. Ενηλικιώθηκε πιστεύοντας πως το μέλλον του, η κάθε επόμενη ώρα, θα ήταν κάποιας μορφής κολαστήριο, μια δοκιμασία από την οποία θα κρινόταν η επιβίωσή του. Από την πρώτη κιόλας ημέρα της ύπαρξής του υποβλήθηκε σε ακραία σωματική και ψυχολογική κακοποίηση. Ένα μοναστήρι, ένα ίδρυμα, επαρχιακά μοτέλ, νταλίκες, ένα υπόγειο, αυτά ήταν τα σπίτια της παιδικής του ηλικίας. Σταθερό μοτίβο η βία, σε όλες τις απίθανες εκδοχές της. Και στον απόηχό της, ο πόνος και ο φόβος. Τα καθημερινά μαρτύρια, οι ακατάπαυστες συμφορές της σάρκας, τον αποχώριζαν από τον εαυτό του, από το πεπηρωμένο, περιώδυνο σώμα του. Ο Τζουντ σιχαινόταν το κορμί του, μια ελεεινή σύνοψη του ποιος στ’ αλήθεια ήταν. Του ήταν αδύνατον να διαφύγει αυτή τη διάγνωση, γιατί «τη ζωή του τη φορούσε κατάσαρκα», «η βιογραφία του ήταν γραμμένη στο δέρμα και στα κόκαλά του». Τον αηδίαζαν οι μολύνσεις του, οι παραμορφώσεις του, οι ουλές, τα έλκη, οι αρρώστιες του, οι άπειροι τρόποι που είχε το σώμα του να τον πονά και να τον ταπεινώνει. Το δηωμένο σώμα του ήταν «μια επέλαση τρόμων». Δεν ήξερε τι νόημα είχε να το συντηρεί, παραβλέποντας τις παρελθοντικές και τις επικείμενες προδοσίες του, που πολεμούσαν την ολοένα και πιο ασθενική θέλησή του για ζωή. Δεν ήξερε αν είχε καν το δικαίωμα να συνεχίζει, όταν ακόμα και το ίδιο του το σώμα τού έλεγε ότι έπρεπε να σταματήσει. Είχε την αίσθηση πως η ζωή του ήταν ένας μονότονος, διαρκής αγώνας ενάντια σε ένα υπό πολιορκία σώμα.

Όταν ο πόνος τον κατέκαιγε και τού έκοβε την ανάσα, όταν τα ρίγη του πυρετού τον τράνταζαν τόσο που σωριαζόταν χάμω παραληρώντας, τον παρέλυε ο τρόμος της παγίδευσης στο αναπόδραστο, αθωράκιστο κέλυφος της σάρκας. Έγκλειστος στον θύλακο του πόνου, που τον απέκλειε οτιδήποτε άλλο, σκεφτόταν πως αυτό το δόκανο ήταν η ζωή του. «Η ζωή μου». Επαναλάμβανε τις λέξεις από μέσα του («εν μέρει ψαλμός, εν μέρει βρισιά, εν μέρει παρηγοριά») και γλιστρούσε σε «εκείνο τον άλλο κόσμο», όπου μεταφερόταν όταν πονούσε πολύ, εκείνο τον κόσμο που ήξερε ότι ποτέ δεν ήταν μακριά από τον δικό του μα που ποτέ δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά, γιατί πάντοτε ξυπνούσε στον μοναδικό υπαρκτό κόσμο, στη ζωή του.

Οι νύχτες του Τζουντ ήταν νύχτες τιμωρίας με ξυράφια που έκοβαν σε λωρίδες τις σάρκες του, έσκαβαν βαθιές ρωγμές στο από καιρό αργασμένο δέρμα, έσκιζαν τον ουλώδη ιστό, έπνιγαν στο αίμα τις παλιές χαρακιές, διάνοιγαν καινούργιες. Όσο κοβόταν, τον παρηγορούσε η ψευδαίσθηση πως του είχε επιτέλους επιστραφεί ο έλεγχος του σώματός του, πως η ζωή του τού ανήκε. Με τη λεπίδα ανάμεσα στα δάχτυλά του σάρωνε τη σάρκα του επιβάλλοντάς της τις δικές του αποφάσεις, έναν ιδιόχειρο πόνο. Βύθιζε το ξυράφι στο δέρμα του και καθώς η τομή πλημμύριζε από αίμα, κάθε ταπείνωση και προσβολή, κάθε φόβος, παλιός και τωρινός, κάθε θυμός, η απέχθεια και το μίσος του για τον εαυτό του, όλα μούλιαζαν, μούδιαζαν, η μνήμη του ξεπλενόταν. Ήταν σαν να βουτούσε το ξυράφι μες στις αναμνήσεις του, που ήδη αιμορραγούσαν, ανοιχτές πληγές, ανίατες, αστείρευτες. Κοβόταν μέχρι που ένιωθε την αναπνοή του να επιβραδύνεται, το μυαλό του να χάνεται, τα σωθικά του να αναλιγώνουν από το ορμητικό κενό που τον κατέκλυζε και το ξυράφι να γλιστρά από το χέρι του.

«Όταν κοβόταν, ήταν λες και στράγγιζε το δηλητήριο, τη βρόμα, την οργή από μέσα του».

«Φανταζόταν ότι κοβόταν έως αφανισμού –τα χέρια πρώτα, μετά τα πόδια, μετά το στήθος και τον λαιμό και το πρόσωπο-, ώσπου δεν έμεναν παρά κόκαλα, ένας σκελετός που κινούνταν και στέναζε κι ανάσαινε και προχωρούσε στη ζωή τρεκλίζοντας με τα πορώδη, εύθρυπτά του πόδια».

Οι αυτοτραυματισμοί του ήταν τιμωρίες και εξιλασμοί. Τιμωρίες για όσα είχε επιτρέψει να του κάνουν, αλλά και για όσα είχε πιστέψει πως θα πετύχαινε παρ’ όλα αυτά, για την πίστη του σε έναν εαυτό φωτεινό, καθαρό και χαρούμενο και για την αδιανόητη ελπίδα που περιέβαλλε την απίστευτη πίστη του. Κοβόταν για να κομματιάσει κάθε συναίσθημα, την οδύνη και την αναθάρρυνση, για να παύσει την εξοντωτική παλινδρόμηση ανάμεσα στην προσμονή και την παραίτηση. Κοβόταν όταν ένιωθε απελπισμένος και ντροπιασμένος, αλλά και όταν ένιωθε ευτυχισμένος, γιατί προσπαθούσε να θυμάται πως δεν θα έπρεπε. Και μια μέρα κόπηκε απρόσεκτα, παραπάνω από όσο έπρεπε. Αργότερα δεν ήξερε γιατί είχε τελικά σταματήσει το αίμα, γιατί δεν άφησε την αιμορραγία να αποφασίσει για λογαριασμό του, γιατί δεν μετέθεσε σε αυτό το ατύχημα την ευθύνη μιας απόφασης που είτε από δειλία είτε από αισιοδοξία απέφευγε να πάρει. «Μα με κάθε λεπτό που περνούσε, απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ από την άλλη επιλογή» και έτσι άρπαξε μια πετσέτα και την τύλιξε στο χέρι του.

Ίσως κατά βάθος να ήταν αισιόδοξος. «Κάθε μήνα, κάθε βδομάδα, επέλεγε να ανοίξει τα μάτια του, να ζήσει άλλη μια μέρα στον κόσμο. Το έκανε όταν ένιωθε τόσο απαίσια, που μερικές φορές ο πόνος έμοιαζε να τον μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση, στην οποία όλα, ακόμα και το παρελθόν που προσπαθούσε τόσο σκληρά να ξεχάσει, έμοιαζαν να σβήνουν μέσα σε μια γκρίζα στρώση ακουαρέλας. Το έκανε όταν οι αναμνήσεις του απόδιωχναν όλες τις άλλες σκέψεις, όταν χρειαζόταν πραγματική προσπάθεια, πραγματική συγκέντρωση, για να μένει δεμένος με την τωρινή του ζωή, να κρατιέται για να μη σκάσει από την απελπισία και την ντροπή. Το έκανε όταν ήταν τόσο εξουθενωμένος από την προσπάθεια, όταν το να είναι ξύπνιος και ζωντανός απαιτούσε τόσες δυνάμεις, που έπρεπε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του να σκεφτεί λόγους για να σηκωθεί και να ξαναπροσπαθήσει, ενώ θα ήταν πολύ ευκολότερο να πάει στο μπάνιο και να ξεκολλήσει τη σακούλα με τα βαμβάκια και τα ξυράφια και τα αντισηπτικά μαντιλάκια απ’ την κρυψώνα της κάτω απ’ τον νιπτήρα κι απλώς να παραδοθεί. Αυτές ήταν οι πολύ άσχημες μέρες».

Υπόσχεση. «Τζουντ, πρέπει να μου υποσχεθείς πως δεν θα το ξανακάνεις», του είπε ο Χάρολντ έναν χρόνο περίπου μετά την απόπειρα αυτοκτονίας του, που δεν ήταν καθόλου ατύχημα, αλλά ένα μεθοδικά προμελετημένο σχέδιο. Εκείνη τη στιγμή ο Τζουντ δεσμεύτηκε σε ένα προφορικό συμβόλαιο, τον μοναδικό όρο του οποίου ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει.

Ο Χάρολντ Στάιν υπήρξε καθηγητής του στη Νομική και αργότερα έγινε με πράξη υιοθεσίας θετός του πατέρας, ο μοναδικός που είχε ποτέ. Ο Χάρολντ είχε ήδη χάσει έναν γιο και δεν διανοούνταν πως θα μπορούσε να χάσει και δεύτερο. Όμως, αντιλαμβανόταν πως η στοργή και η γενναιοδωρία του δεν ήταν επαρκή αντίδοτα για τα τραύματα του Τζουντ. Τον αγαπούσε και τον θαύμαζε, ανησυχούσε πολύ για αυτόν, αλλά δεν διέθετε νοσηρή φαντασία για να υποψιαστεί έστω τη δυστυχία που είχε υπομείνει ο Τζουντ, τους εφιάλτες που λυσσομανούσαν στη μνήμη του. Συχνά εκλάμβανε την αυτοκαταστροφικότητά του σαν αλαζονεία και ακραίο εγωισμό, σαν επιθετική περιφρόνηση της έγνοιας και της ανησυχίας των άλλων. Τον σάστιζε η σκληρότητα με την οποία ο Τζουντ φερόταν στο σώμα του και αισθανόταν ένοχος για την αποτυχία του να τον προφυλάξει από τον εαυτό του. «Έλεγα μέσα μου ότι του επέτρεπα να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του, ενώ διάλεγα να ξεχάσω ότι επί χιλιάδες νύχτες τη θυσίαζε».

Εκείνο που κυρίως δεν συγχωρούσε ο Χάρολντ στον εαυτό του ήταν η εν μέρει συνειδητή άρνησή του να κοιτάξει κατάματα το πρόσωπο που επιμελώς του έκρυβε ο Τζουντ. Δεν είχε το κουράγιο να αντικρίσει τη λεηλατημένη του όψη, γιατί ήξερε πως δεν μπορούσε να τη γιατρέψει. Φοβόταν να την αγγίξει, να την ακουμπήσει. Και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο Τζουντ ήταν στα δικά του μάτια σπαραξικάρδιος, ήταν κάποιος που μπορούσε να του ραγίσει, του ράγιζε, την καρδιά.

Μόνο μια πενταετία θήτευσε ο Χάρολντ στην πατρότητα, όσα χρόνια έζησε ο γιος του, αλλά ήταν αρκετά για να συνειδητοποιήσει ότι το θεμελιακό στοιχείο αυτού του βιώματος ήταν ο φόβος· προηγούνταν κάθε άλλου συναισθήματος. Στην πατρότητα δεν ήταν μεγαλειώδης η αγάπη, ο φόβος ήταν μεγαλειώδης. Το να είσαι γονιός σε υποχρέωνε να αντιμετριέσαι με έναν τερατώδη παραλογισμό, την ελπίδα σου και την πίστη σου ότι το παιδί σου, «το οποιοδήποτε παιδί», «θα επιζούσε αυτής της ζωής». Για τον Χάρολντ η πατρότητα ήταν ένας εξοντωτικός αγώνας ενάντια στον φόβο, ο οποίος αναδαύλιζε μια τρελή, ξέφρενη επιθυμία καθυπόταξης των παντοειδών κινδύνων, που απειλούσαν να αφανίσουν τον γιο του, μια επιθυμία υπεράσπισής του μέχρις εσχάτων, ενάντια σε οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μπορούσε να τον βλάψει ή και καταστρέψει.

Από το άλλο μέρος, το πένθος, η φρικτότερη επιβεβαίωση του φόβου του, είχε υποχρεώσει τον Χάρολντ να παραδεχτεί ότι ο θάνατος του γιου του τον έκανε να νιώσει κάτι ακόμα πιο ανατριχιαστικό από απόλυτη οδύνη, ανακούφιση. «Επειδή επιτέλους, η στιγμή που περίμενες, που έτρεμες, για την οποία προετοιμαζόσουν από τη μέρα που έγινες γονιός, έφτασε». «Και μετά, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα πια».

Ο Τζουντ, όμως, ζούσε ακόμη και ο Χάρολντ φοβόταν για αυτόν. Καταλάβαινε, φυσικά, πως ήταν δύσκολο να κρατήσεις στη ζωή κάποιον που δεν ήθελε να ζήσει, όπως επίσης ήξερε πως στο συγκεκριμένο θέμα δεν υπήρχε ενδεδειγμένη επιχειρηματολογία. Έβλεπε πόσο υπέφερε ο Τζουντ και μόνο που υπήρχε, πως τον εξαντλούσε η αδιάκοπη προσπάθεια που απαιτούσε η επιβίωσή του. Αλλά για τον Χάρολντ ήταν σαφώς προτιμότερο να υποφέρει παρά να πεθάνει. Δοκίμαζε τα πάντα για να τον κρατήσει στη ζωή, τη λογική, την ενοχή, τον θυμό, τις απειλές και τα παρακάλια, πεπεισμένος πως έκανε το σωστό, γιατί το να τον άφηνε να κάνει αυτό που ήθελε, ήταν «αποτρόπαιο σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, τους νόμους της αγάπης». Και πάλι όμως αναρωτιόταν: τι λόγο ύπαρξης έχει ένα παιδί; «Για να με παρηγορήσει; Για να το παρηγορήσω εγώ; Και αν ένα παιδί δεν παίρνει πια παρηγοριά, είναι δουλειά μου να του επιτρέψω να φύγει; Και μετά ξανασκέφτεσαι: μα αυτό είναι αισχρό. Δεν μπορώ».

«Όλοι μας λέμε πως θέλουμε τα παιδιά μας να είναι ευτυχισμένα, ευτυχισμένα μόνο και υγιή, μα δεν θέλουμε αυτό. Θέλουμε να είναι σαν κι εμάς, ή καλύτερα από εμάς. Ως άνθρωποι από αυτή την άποψη δεν έχουμε φαντασία. Δεν είμαστε εξοπλισμένοι για την πιθανότητα ότι μπορεί να είναι χειρότερα. Μα αυτή μάλλον θα ήταν υπερβολική απαίτηση».

Στη Νομική ο Χάρολντ είχε διδάξει στον Τζουντ το δίκαιο των συμβάσεων και είχε εντυπωσιαστεί από την οξύνοια του φοιτητή του, που διέκρινε τα λεπτά όρια ανάμεσα στο σωστό και το δίκαιο, ανάμεσα στο ηθικό και το αναγκαίο. Τον είχε εκπλήξει που ο Τζουντ συλλογιζόταν περισσότερο την αντίθεση σωστού και λάθους παρά εκείνη μεταξύ δίκαιου και ανήθικου· είχε εκπλαγεί που κάποιος σε τόσο νεαρή ηλικία είχε αποποιηθεί την αξίωση της δικαιοσύνης, αλλά και τον είχε ανησυχήσει αυτό το πρώιμο νομικό μυαλό, γιατί ο Χάρολντ πίστευε πως «η δικαιοσύνη είναι για τους ευτυχισμένους, για αυτούς που είχαν την τύχη να έχουν ζήσει μια ζωή περισσότερο καθορισμένη από τις βεβαιότητες παρά από τις αμφισημίες». Μόνο οι δυστυχισμένοι, οι τραυματισμένοι και οι τρομαγμένοι αγωνιούσαν για το σωστό και το λάθος.

Ο Χάρολντ τού είχε μιλήσει για τις νομοθετημένες και τις άρρητες υποχρεώσεις, για τις συνέπειες των αδικοπραξιών, για τους μηχανισμούς των συμβάσεων και την αναγκαιότητα και τη διασφάλιση της τήρησής τους, για τα ηθικά θεμέλια του νομικού συστήματος, όπως και για το απρόσφορο ορισμένων ηθικών αρχών στην εφαρμογή των νόμων, πρωτίστως για τις δεσμεύσεις κάθε συμβολαίου, αλλά, παρ’ όλα αυτά, φοβόταν πως κάποια στιγμή ο Τζουντ θα παραβίαζε το μεταξύ τους συμβόλαιο, θα αθετούσε την υπόσχεσή του.

«Μην τολμήσεις», του ψιθύριζε νοερά, ενόσω ο Τζουντ απομακρυνόταν.

Σεξ. Προφανώς, ο Τζουντ δεν ήταν ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για σχέσεις. Ο δεσμός του με τον Χάρολντ άγγιζε τα όρια των συναισθηματικών του δυνατοτήτων. Από την άλλη, η φιλία του με τον Γουίλεμ Ράγκναρσον, που με τα χρόνια θερμαινόταν από τις άπειρες εξακτινώσεις, αμελητέες, πολύτιμες και μοιραίες, της αμοιβαίας αγάπης, τον είχε αιφνιδιάσει αποκαλύπτοντάς του πως υπέφερε από ένα ακόμα αίσθημα που πεισματικά παραμελούσε, τη μοναξιά. Θεωρούσε πως η ενήλικη μοναξιά του τον προστάτευε από τα χρόνια της ανηλικότητας, δεκαπέντε χρόνια άθλιου, εξαναγκαστικού, μαρτυρικού σεξ. «Το να μην κάνει σεξ ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα της ενήλικης ζωής».

Βέβαια, όλοι γύρω του μιλούσαν για το σεξ, ήταν ένα θέμα που τους ενθουσίαζε και σίγουρα τους απασχολούσε πολύ, κυρίως το πόσο λίγο έκαναν, πότε θα το έκαναν και πώς θα έκαναν περισσότερο, καθώς, όπως φαινόταν, κανένας δεν ήθελε να κάνει λιγότερο. Αρκετούς δε από αυτούς προβλημάτιζε ιδιαίτερα το γεγονός πως εκείνος δεν έκανε καθόλου, σαν να υπήρχε κάτι το ανάρμοστο στην επιλογή του, ασύμβατο με την ενηλικιότητα, ή, ακόμα χειρότερα, σαν να μην ήταν καν επιλογή. Στις ερωτήσεις τους για τη σεξουαλική του ζωή αντηχούσε άλλοτε ο οίκτος και άλλοτε η καχυποψία, πάντοτε, όμως, υπέβοσκε κάποιος τόνος αποδοκιμασίας, σαν να του προσήπταν την «αψήφιστη παραβίαση ενός θεμελιώδους νόμου της ενήλικης ζωής».

Μπορεί ο Τζουντ να ασχολούνταν, συχνά με ναρκισσιστική λεπτολογία, με τα μυριάδες προβλήματα που παρουσίαζε η ύπαρξή του, αλλά η σεξουαλικότητά του δεν ήταν ένα από αυτά. Το σεξ μπήκε ξανά επιτακτικά στη ζωή του, όταν του το ζήτησε ο Γουίλεμ. Μέχρι τότε το σκεφτόταν μόνο από τη σκοπιά της έλλειψης, που την ένιωθε σαν ευεργεσία προς το σώμα του. Δεν του άρεσε να είναι ο θλιμμένος εργένης φίλος του Γουίλεμ, αλλά, σε αντίθεση με τον Γουίλεμ, ποτέ δεν θεώρησε τη μοναξιά βάσανο ή καταδίκη, αξιολύπητη ή αξιοζήλευτη. Δεν του περνούσε καν από το μυαλό πως υπήρχε για εκείνον εναλλακτική κατάσταση. Ήξερε πως μόνος του ήταν καλά, τουλάχιστον πολύ καλύτερα από τότε που εξαναγκαζόταν να εκτεθεί γυμνός στη γύμνια ενός άλλου. Ακόμα και το γυμνό σώμα του Γουίλεμ τον τρόμαζε, γιατί στην ολόθερμη προσφορά του ενέδρευε η παράκληση για τη δική του απογύμνωση. Ωστόσο, ο αιφνίδιος, απαιτητικός έρωτας του Γουίλεμ, τον έκανε να αισθανθεί πόσο μόνος ήταν και να καταλάβει πως δεν θα άντεχε για πάντα να είναι, ενώ επίσης τον υποχρέωσε να αναρωτηθεί μήπως είχε μονώσει τον εαυτό του τόσο πολύ, που «παραμέλησε κάποιο θεμελιώδες κομμάτι τού να είσαι άνθρωπος». Τελικά, όπως όλοι, ήθελε και ο Τζουντ να είναι με κάποιον. Το ζήτημα ήταν αν άντεχε να διακινδυνεύσει τη λίγη ζωή του για να αναζητήσει λίγο περισσότερη. Η κοινοτοπία της ύπαρξης. Κάθε «αν» περιείχε το καλύτερο και το χειρότερο.

«Μα τι είναι διατεθειμένος να κάνει για να νιώσει λιγότερο μόνος; Θα μπορούσε να καταστρέψει όλα όσα έχτισε και προστάτευσε, με τόση επιμέλεια, για λίγη οικειότητα; Πόση ταπείνωση είναι έτοιμος να υπομείνει; Δεν ξέρει· φοβάται να μάθει την απάντηση».

Πέρα από τη δειλία του να εγκαταλείψει «τα μοτίβα της ύπαρξής του, τόσο τακτικά και κοινότοπα όσο μια βρύση που στάζει», εκεί όπου ήταν μόνος και ασφαλής, προστατευμένος από «καθετί δυνητικά απαίσιο κι εκστατικό», τον συγκρατούσε και η πεποίθησή του πως η εξάλειψη της μοναξιάς δεν ήταν κάτι που του οφειλόταν. Η μύχια επιθυμία της συντροφικότητας έμοιαζε στην περίπτωσή του «με απληστία, μια αξίωση χυδαία». Και όμως, λαχταρούσε την εκπλήρωσή της, ποθούσε κρυφά να εκπληρωθεί αυτός ο φόβος, ο χειρότερος από τους φόβους του, που ήταν και η πιο τολμηρή του ελπίδα.

Θέλει να πάει και αυτός σε εκείνη τη γη, «όπου πάνε οι άνθρωποι όταν φιλιούνται, όταν κάνουν σεξ: σ’ εκείνη τη γη όπου δεν έχει πάει ποτέ, σ’ εκείνο τον τόπο που θέλει να δει, σ’ εκείνο τον κόσμο που ελπίζει ότι δεν του είναι απαγορευμένος για πάντα».

Έτσι, ο Τζουντ έκανε σεξ με τον Γουίλεμ και κάθε φορά ήθελε να του πει «όχι», αλλά δεν το έλεγε. «Η λέξη όχι, τόσο σύντομη, τόσο εύκολη, ένας ήχος παιδικός, θόρυβος περισσότερο παρά λέξη, σχεδόν μια κοφτή εκπνοή αέρα μονάχα: αρκούσε να ανοίξει τα χείλη του, και η λέξη θα έβγαινε, και – και τι; Ο Γουίλεμ θα έφευγε και θα τα έπαιρνε όλα μαζί του».

Από τη στιγμή που κατάλαβε πως η μοναξιά δεν ήταν εντέλει κανένα σπουδαίο επίτευγμα, προσπαθούσε να αντεπεξέρχεται όσο καλύτερα μπορούσε, όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε, στην πιο επίπονη δοκιμασία της σχέσης τους, το σεξ, που παρέμενε απαίσιο, αλλά έδινε τουλάχιστον ευχαρίστηση στον άνθρωπο που αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλον. Του ήταν απίστευτα επώδυνη η έκθεση της γύμνιας του στον Γουίλεμ και την πρώτη φορά που στάθηκε γυμνός μπροστά του σπάραξε στο κλάμα, παραδομένος σε έναν άγριο, θυμωμένο θρήνο, που ανάβλυσε από μέσα του μαζί με απύθμενη ντροπή. Ζαλιζόταν από την ντροπή ακόμα και μετά από αυτό το πρώτο τους σμίξιμο. Είχε ξεχάσει «πόσο οδυνηρό ήταν, πόσο εξευτελιστικό, πόσο αποκρουστικό, πόσο το απεχθανόταν». Τον ζάλιζαν η παλιά ναυτία των βιασμών, οι σουβλιές της ταπείνωσης, αλλά και η σφοδρότητα της επιθυμίας να βλάψει τον εαυτό του, «να βγάλει τα σωθικά του και να τα πετάξει στον τοίχο μ’ έναν ματωμένο γδούπο».

«Κάθε φορά ήλπιζε ότι τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Κάθε φορά έλεγε από μέσα του ότι θα ήταν. Η θλίψη που ένιωσε όταν συνειδητοποίησε πως ούτε ο Γουίλεμ μπορούσε να τον σώσει, πως ήταν χαμένος, πως αυτή η εμπειρία ήταν για πάντα κατεστραμμένη γι’ αυτόν, ήταν από τις μεγαλύτερες της ζωής του».

Μολονότι, όμως, ντρεπόταν και για αυτό, για αυτή την παράλογη στο μυαλό του αξίωση, αποζητούσε το άγγιγμα του Γουίλεμ. Όχι το σεξ, αλλά το αγκάλιασμά τους, την παράδοση του σώματός του στο σώμα του Γουίλεμ, ο οποίος ποτέ δεν θα το πλήγωνε με τους φρικώδεις τρόπους που είχε πληγώσει ο ίδιος το δικό του.

«[…] όσο κι αν φοβάται το σεξ, θέλει και να τον αγγίξουν, θέλει να νιώσει τα χέρια κάποιου άλλου πάνω του, παρότι και αυτή η σκέψη τον τρομοκρατεί».

Ο ίδιος, όμως, με τι χέρια άγγιζε τον Γουίλεμ; Μισούσε τα χέρια του που πάνω τους είχε εγχαράξει όλη του την απέχθεια για την κατάντια του σώματός του. Μπορεί η κατακρεούργηση του κορμιού του να ήταν πέρα από τον έλεγχό του, αλλά τα χέρια του ήταν αποκλειστικά δικό του δημιούργημα.

Ο Γουίλεμ, ωστόσο, περιέτρεχε τη σάρκα του με άκρα τρυφερότητα, αφήνοντας τα δάχτυλά του να εξερευνήσουν μια ηφαιστειώδη, ερεβώδη επικράτεια, που ήταν ελάχιστα δέρμα. Οι επιμήκεις γραμμές των ουλών διασταυρώνονταν στην εσωτερική όψη των χεριών του «σε μια έκταση δυστυχίας», οι σκληρές, στιλπνές ραβδώσεις στην πλάτη του, εύσαρκα ενθύμια μαστιγίου, έμοιαζαν με λάβα που «είχε παγώσει σε πληθωρικούς στροβίλους αμμοβολημένου γυαλιού». Ο Γουίλεμ περιέθαλπε με την αφή και το βλέμμα το απόκοσμο, φουτουριστικό, τιμωρημένο δέρμα του Τζουντ, τις χαρακιές, τις τεμνόμενες τομές, τις αυλακώσεις, τα ανάγλυφα, τη μεταξένια γυαλάδα των εγκαυμάτων, τους μικρούς κρατήρες των θρεμμένων πληγών, τα ασημένια ρυάκια από δικτυωτό ουλώδη ιστό, και θαύμαζε «όλες τις μεταλλαγές που μπορούσε να υποστεί η σάρκα, όλους τους τρόπους που είχε το σώμα να γιατρεύεται, ακόμα και όταν είχαν γίνει απόπειρες καταστροφής του». Την ίδια στιγμή, όμως, αυτά τα σημάδια τού προκαλούσαν αβάσταχτο τρόμο, όχι μόνο γιατί του έδειχναν πόσο ανελέητος μπορούσε να γίνει ο Τζουντ με τον εαυτό του, αλλά και επειδή του υπενθύμιζαν πόσο τραυματισμένος ήταν, πόσο ανεπούλωτος παρέμενε.

Ο Γουίλεμ έκανε το σώμα του ασπίδα στα ξυράφια του Τζουντ, αλλά δεν τον γλίτωσε από τις νύχτες της τιμωρίας. Στην πιο ερωτική σκηνή του βιβλίου ο Γουίλεμ σκεπάζει με το κορμί του τον Τζουντ για να τον εμποδίσει να πιάσει τη λεπίδα. Γραπωμένοι ο ένας από τον άλλο, βουλιαγμένοι ο ένας μέσα στον άλλο, κατακρημνίζονται με έναν ίλιγγο φόβου μέχρι τον πυθμένα του κρεβατιού και ακόμη πιο βαθιά, στα έγκατα της γης, στον πυριφλεγή της πυρήνα, «και καθώς μπαίνουν στη φωτιά δεν καίγονται παρά λιώνουν μαζί και γίνονται ένα πλάσμα».

Όμως, ο Τζουντ αργά μέσα στη νύχτα εγκατέλειπε το κρεβάτι τους και κοβόταν. Συνέχισε να κόβεται ακόμα και μετά από εκείνο το βράδυ που ο Γουίλεμ τον είχε βρει ματωμένο στο μπάνιο και θέλοντας να του δείξει πόσο πόνο προκαλούσε και στους δυο τους πέρασε το ξυράφι έξι φορές στο στήθος του.

Ο Γουίλεμ αγαπούσε τον Τζουντ με μια αγάπη απόλυτη, ανυποχώρητη και ανήμπορη. Τον αγαπούσε, αλλά τον τάραζε η απροθυμία του, συχνά επιθετική, να βοηθηθεί. Τον αναστάτωναν οι αυτοτραυματισμοί του, η άρνησή του να δει ψυχίατρο, η απελπισία που τον περιχαράκωνε. Από τα φοιτητικά τους χρόνια ακόμα, αγωνιούσε να τον προφυλάξει από κάθε απειλή, σωματική και ψυχική, που τον παραμόνευε, κυρίως από τον εαυτό του, καθώς και από τις ιστορίες που κρυπτογραφούσαν τα αιμάτινα ιερογλυφικά στο σώμα του, αλλά πάντα διαισθανόταν πως κάθε κίνηση βοήθειας ή παρηγοριάς, θα προσέκρουε στην περίκλειστη, αδιάτρητη, επτασφράγιστη ιδιοσυστασία τού Τζουντ. Στο ελάχιστο πλησίασμα κλειδωνόταν σε ένα «πολυδαίδαλο ερμάρι».

Έδειχνε να ικετεύει για βοήθεια, την ίδια στιγμή που αποστρεφόταν κάθε χειρονομία ανταπόκρισης εκ μέρους των άλλων. Όσο ανήμπορος και ανίδεος και αν ήξερε πως ήταν, ο Γουίλεμ είχε αποφασίσει να βοηθήσει τον Τζουντ και η απόφασή του τον παγίδευε στην ίδια της την αντίφαση. Ήθελε να βοηθήσει κάποιον που απέρριπτε ακόμα και την παραμικρή βοήθεια, αν και αναντίρρητα τη χρειαζόταν, χωρίς, όμως, να γνωρίζει τι είδους βοήθεια ήταν σε θέση να του παράσχει. Αλλά τα μυστικά και οι σιωπές του Τζουντ, οι νυχτερινές του τιμωρίες, η τέχνη του στην απόκρυψη, όχι μόνο τον εξαντλούσαν, αλλά και τον καθιστούσαν συνένοχο σε ένα μαρτύριο που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν και αδικαιολόγητα παρατεινόταν, δηλητηριάζοντας κάθε προοπτική, τόσο του Τζουντ όσο και των δυο τους.

Ο Γουίλεμ θυμόταν τον Τζουντ να σφαδάζει από τον πόνο στο φοιτητικό τους καθιστικό, έρμαιο μιας ακόμα εξέγερσης των νευρώνων του, με τα μάτια κλειστά και τις γροθιές του σφιγμένες, με «τις φλέβες να πετάγονται σαν νήματα θαλασσινού πράσινου κάτω από την ανάστροφη της παλάμης», ενόσω ο ίδιος κρατιόταν μακριά του, έφευγε από το δωμάτιο, τρέμοντας από φόβο και ενοχή, εγκαταλείποντας τον αγαπημένο του φίλο «στο αργό, θλιμμένο, μοναχικό ταξίδι της ανάκτησης των αισθήσεών του, της επιστροφής στη γη των ζωντανών, χωρίς κανέναν απολύτως στο πλευρό του».

Ακόμα και το ατύχημα του Τζουντ, τότε που είχε κόψει πολύ κοντά σε μια φλέβα, με «αποτέλεσμα ένα μεγάλο, άθλιο, ματωμένο χάλι», το είχε δεχτεί σαν ατύχημα, γιατί τον καθησύχασε η απάντηση του Τζουντ, που ξεγλιστρούσε από μια ερώτηση που εκείνος δεν τολμούσε να του κάνει. Μόνο πολύ αργότερα αναρωτήθηκε ο Γουίλεμ, «εάν ο Τζουντ είχε νιώσει θλίψη ή ανακούφιση που έγινε τόσο εύκολα πιστευτός». Σε κάθε περίπτωση, δεν είχε τρόπο «να υποχρεώσει τον Τζουντ να απαντήσει σε μια ερώτηση που δεν τα κατάφερνε να κάνει».

Ο Γουίλεμ υποψιαζόταν πως τα κοψίματα του Τζουντ, που είχαν επιδεινωθεί από τότε που έγιναν ζευγάρι, είχαν να κάνουν με το σεξ. Αλλά δεν ήταν αρκετά γενναίος για να αποσπάσει από τον Τζουντ το «όχι» που αρνούνταν να ψελλίσει και βολευόταν με τις άψυχες συναινέσεις του. Κάθε φορά που έκαναν σεξ αφουγκραζόταν στην πικρή σιωπή του Τζουντ το ψέμα του, που τόσο εύκολα είχε αποδεχτεί. Το ήξερε, ο Τζουντ του είχε πει ψέματα, «του είχε κάνει μια ερώτηση με μία μόνο αποδεκτή απάντηση, και ο Τζουντ τού είχε δώσει εκείνη την απάντηση, μα δεν την εννοούσε». Από την άλλη, η απρόσμενη σεξουαλική του επιδεξιότητα (διότι, χωρίς να το ξέρει ο Γουίλεμ, ο Τζουντ αναπλήρωνε με την επάρκειά του την έλλειψη ζήλου) λιγότερο τον εξέπληξε και περισσότερο τον τρομοκράτησε, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την αφόρητη υπόνοια πως ήταν γνώση κατακτημένη στα παιδικά του χρόνια. Και πάλι όμως δεν ρώτησε. Επέτρεψε στην αμετάπειστη αισιοδοξία του και την ασυγχώρητη αφέλειά του να μεταπλάσουν τη σχέση τους «σε κάτι κατ’ ουσία χαρούμενο και φωτεινό».

Ο Γουίλεμ μεμφόταν τον εαυτό του για τη δειλία του, για την ανικανότητά του, για την αποτυχία του, για την παιδιάστικη πίστη του στην ευτυχία, για τις ερωτήσεις που φοβόταν να κάνει, για τις απαντήσεις που φοβόταν να ακούσει. 

Η ερωτική τους σχέση δυναστευόταν από έναν σκοτεινό, σιωπηλό, απλησίαστο Τζουντ, το ίδιο τρομακτικό στην όψη με εκείνον που ο Γουίλεμ είχε αντικρίσει στο μπάνιο να κατεβάζει αργά το ξυράφι στο χέρι του με τα μάτια ορθάνοιχτα από τον πόνο, και ενάντια σε αυτή τη στοιχειωμένη μορφή δεν είχε να αντιτάξει ούτε θάρρος ούτε θυμό ούτε αγάπη. Τίποτα δεν μπορούσε να διώξει αυτό το στοιχειό από το σπίτι τους, από τη λίγη ζωή τους.

Τρόμος. Ο Τζουντ φοβόταν τη στιγμή που θα φανερωνόταν η απάτη του, το μασκάρεμα του εαυτού του, και θα γυμνωνόταν διαμιάς από τα περιβλήματα που σκέπαζαν το σακάτεμά του. Έτρεμε τη μέρα που το αιμάσσον, εξαγριωμένο πλάσμα που αλυχτούσε μέσα του, τρελαμένο από τον φόβο, κρυμμένο κάτω από το ακριβό ύφασμα των δικηγορικών του κοστουμιών, χωμένο κάτω από το χαρακωμένο δέρμα του, θα άρχιζε να βρυχάται μπροστά στους αγαπημένους του και τότε εκείνοι έντρομοι θα έβλεπαν πως τόσο καιρό περιέθαλπαν τον λάθος άνθρωπο, τον χείριστο. Είχαν περιμαζέψει ένα άχρηστο πράγμα, για πέταμα· υπερβολικά κατεστραμμένο για να επιδέχεται οιαδήποτε βελτίωση, πόσο μάλλον διόρθωση.

Οι μοναχοί στο μοναστήρι, οι σύμβουλοι στο ίδρυμα, οι άντρες στα μοτέλ, όλοι του έλεγαν πως ήταν αηδιαστικός, αποκρουστικός και άρρωστος, κάτι για χάλασμα, εξαρχής όμως ελαττωματικό. Τους είχε πιστέψει. Τα πρώτα χρόνια εξεγειρόταν ενάντια στη βία που του ασκούσαν, είχε εκρήξεις και ξεσπάσματα, ωρυόταν, χτυπούσε και χτυπιόταν, έδινε σύγκορμος λυσσαλέες μάχες, έντονα, άγρια σωματικές, μέχρι που έχανε τις αισθήσεις του. Αργότερα παραιτήθηκε και όταν τον κακοποιούσαν, πάσχιζε να φεύγει από το σώμα του, να εξαϋλώνεται και να χάνεται από τον χρόνο του πόνου, γιατί το μόνο που κατάφερνε με τα ουρλιαχτά του ήταν «να συνέλθει, έτσι που όλα, κάθε πόνο, κάθε προσβολή, τα ένιωθε πιο δυνατά και πιο βαθιά και πιο κολλώδη και πιο ηχηρά από ό,τι πριν». Ουδέποτε, όμως, αμφισβήτησε την ετυμηγορία εκείνων των αντρών για τον εαυτό του. Μπορεί ο Χάρολντ να εξυμνούσε την ευφυΐα του και την ομορφιά του και ο Γουίλεμ να χάιδευε με υπέροχα λόγια το σώμα του, αλλά δεν κατάφερνε να πιστέψει ούτε τον ένα ούτε τον άλλο, γιατί «είναι πάντα ευκολότερο να πιστέψεις ό,τι ήδη σκέφτεσαι από το να προσπαθήσεις ν’ αλλάξεις γνώμη».

Το ένστικτο αυτοσυντήρησης του Τζουντ εξαντλούνταν στην προσπάθειά του να κρύβεται από τη ζωή, να κατοικεί κάπως μακριά της, να υπάρχει λαθροβίως, αθέατος, να υπνοβατεί σε μια απειροστή, φασματική επικράτεια, όπου κανένας δεν θα τον έφτανε, μέχρι να συρρικνωθεί σε «μια παρουσία τόσο μικρή και ελαφριά και άυλη, που να μη φαίνεται πως έχει το παραμικρό εκτόπισμα».

Η περιέργεια των άλλων έθετε σε εγρήγορση όλη του την υπόσταση, ηλέκτριζε κάθε του νεύρο. Η πιο ανέμελη ερώτηση σήμαινε μέσα του συναγερμό. Το βλέμμα του άδειαζε, ενόσω ο ίδιος αποσυρόταν και πέτρωνε, σαν να οχυρωνόταν σε φρούριο· οι πύλες έκλειναν και σφραγίζονταν, οι γέφυρες σηκώνονταν πάνω από την τάφρο. Το ενδιαφέρον του Χάρολντ ιδίως, τον έκανε να υποφέρει. Όσο η φιλία τους βάθαινε, τόσο περισσότερο τον δυσκόλευε, γιατί απειλούσε τις αντιστάσεις του. Ο Χάρολντ ήθελε να μάθει πράγματα για τα οποία ποτέ δεν θα μιλούσε, πράγματα που κάθε μέρα και νύχτα πάλευε να ξεχάσει και τα οποία καραδοκούσαν στις πιο ανύποπτες στιγμές. Οι ερωτήσεις του, βαριές, συχνές και μοιραίες, του έφερναν ρίγη, σαν ο πάγος που περιέβαλλε προστατευτικά τα όργανά του και τα νεύρα του να ράγιζε σιγά σιγά, και τότε ο Τζουντ φοβόταν πως θα έσπαγε ολόκληρος, θα γινόταν θρύψαλα μπροστά στον Χάρολντ.

Στο παρελθόν είχε πληρώσει ακριβά την εμπιστοσύνη του στην καλοσύνη των ξένων και τώρα αρνούνταν να πιστέψει πως μπορούσε να μεταμορφωθεί στον άνθρωπο που ο Χάρολντ αναγνώρισε στο πρόσωπό του. Ωστόσο, τελικά τον πίστεψε, αν και ποτέ δεν του μίλησε για το ξεσκισμένο, σπαραγμένο πλάσμα που οίμωζε μέσα του. Ήταν αδύνατον να μην εμπιστευτεί τον Χάρολντ, επειδή ακριβώς ήθελε απελπισμένα να τον εμπιστευτεί, «ήθελε να υποκύψει, ήθελε το πλάσμα εντός του να κουρνιάσει και να κοιμηθεί έναν ύπνο δίχως ξυπνημό».

Ο Τζουντ, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν ήξερε «πώς να εξηγήσει στον εαυτό του τον εαυτό του». Δεν μιλούσε τη γλώσσα που άρμοζε σε αυτή την εξήγηση, που θα την καθιστούσε καταληπτή. Όμως, με τον καιρό η σιωπή του από μέτρο προφύλαξης και καταφύγιο έγινε αυτοκαταστροφή και φυλακή και ύστερα ενοχή, ενώ ο ίδιος κατάντησε υποχείριο ενός αθέλητου ψυχαναγκασμού. Η σιωπή του ήταν ο τρόπος του να φύγει μια για πάντα από τη ζωή που είχε ζήσει, την άφατη ημιζωή των πρώτων του δεκαπέντε χρόνων, αλλά με τα χρόνια τον εμπόδιζε να έχει οποιουδήποτε είδους ζωή. Στην αρχή της ενήλικης ζωής του ένιωθε σαν νίκη κάθε μέρα που περνούσε χωρίς να φανερώσει ούτε ένα μυστικό του, καθώς είχε καταφέρει να «βάλει άλλη μια μέρα ανάμεσα στον άνθρωπο που ήταν κάποτε και στον άνθρωπο που ήταν τώρα». Και τα βράδια έκλεινε τα μάτια κατάκοπος, προσπαθώντας να ανακτήσει τη δύναμη να αντιμετωπίσει άλλη μια μέρα στον κόσμο. Τον ρήμαζε η καθημερινή προσπάθεια που απαιτούσε το να φαίνεται κανονικός και συνηθισμένος και απορούσε που τόσοι άνθρωποι γύρω του προέτασσαν απροκάλυπτα και θορυβωδώς τις ιδιορρυθμίες και τις παραξενιές τους ως πειστήρια της μοναδικότητάς τους. Τους ευγνωμονούσε για την αμέριμνη αυταρέσκειά τους, για την προσήλωσή τους στην εξιστόρηση της προσωπικής τους ιστορίας, που υπέθαλπε τη σιωπή με την οποία περιφρουρούσε τη δική του. 

«Ένιωθε ευγνωμοσύνη […] για το ότι τον άφηναν στην ησυχία του, ένα κενό, απρόσωπο λιβάδι κάτω από την κίτρινη επιφάνεια του οποίου γεωσκώληκες και σκαθάρια στριφογύριζαν στο μαύρο χώμα, και κομματάκια οστών ασβεστοποιούνταν αργά και γίνονταν πέτρα».

Ο Τζουντ συνειδητοποιούσε πως είχε και πάλι καταφύγει σε έναν ολέθριο τρόπο αυτοπροστασίας, αλλά όσο και αν το ήθελε, δεν μπορούσε πια να ελευθερωθεί από την αυτοπαγίδευσή του. Συνέχιζε να νομίζει πως αν τελικά υπέκυπτε στην ενδόμυχη ανάγκη να μιλήσει για την ασύλληπτη ιστορία του, οι λέξεις του δεν θα ήταν παρά αξιολύπητες εκκλήσεις προσοχής ή, ακόμα χειρότερα, ομολογία μιας ακραίας ετερότητας. Ολοένα και πιο συχνά, ωστόσο, του στοίχιζε περισσότερο να αγνοεί την έγνοια των άλλων από το να ενδώσει στις ενδείξεις της. Γιατί είχε διαπιστώσει πως η σιωπή του δεν τον εξαφάνιζε, αλλά, αντιθέτως, τον έκανε πιο διακριτό, υποδήλωνε ένα μυστήριο που διήγειρε την περιέργεια.

Ήθελε να πιάσει τα κατάλληλα εργαλεία, τα πιο αιχμηρά αντικείμενα, και να ριχτεί στη δουλειά, να σκάψει ακόμα και με γυμνά χέρια την πέτρα μέσα στην οποία είχε χτιστεί. «Νόμιζε ότι αν δεν έλεγε ποιος ήταν, θα έκανε τον εαυτό του πιο αποδεκτό, λιγότερο παράξενο. Μα τώρα, αυτά που δεν λέει τον κάνουν πιο παράξενο, ένα αντικείμενο λύπησης, έως και υποψίας». Και για πολλοστή φορά τον αποκαρδίωνε η οικτρή ανικανότητά του «να είναι ο άνθρωπος που προσπαθούσε να πείσει τους άλλους ότι ήταν».

Κάποιες άλλες, ωστόσο, στιγμές, ο Τζουντ δεν αντιστεκόταν στον πειρασμό να νοθεύσει την αυτολύπησή του με την ανομολόγητη φιλαυτία της απελπισίας και συλλογιζόταν πως το ξεχωριστό ενδιαφέρον της περίπτωσής του έγκειτο στο μέγεθος και τον ασύλληπτο, τρομακτικό τρόπο της καταστροφής του. Τότε η συμπόνια των άλλων ασχήμαινε σε οίκτο, η αγάπη τους εκφυλιζόταν σε ενοχή, η αφοσίωσή τους μίκραινε στο κλινικό πλαίσιο μιας αποστολής σωτηρίας, η έγνοια τους ανέδιδε την αποφορά της φιλανθρωπίας και ο ίδιος έπαυε να είναι κάποιος που επέζησε φοβερών τραυμάτων, αλλά κάποιος που έγινε αυτός που ήταν ακριβώς χάρη σε αυτά. Η προσωπικότητά του, ένα μαρτύριο για τον εαυτό του και τους άλλους, είχε σμιλευτεί από τις ανεπάρκειές του, από τις αρρώστιες και τις ταπεινώσεις του. Η υπόστασή του ήταν αναπόσπαστη από όσα αδυνατούσε να κάνει, από όσα είχε υποστεί, από όσα του είχαν στερήσει. Ήταν εντυπωσιακός μες στη διάλυσή του.

«Ποιος θα είχε γίνει, ποιος θα ήταν, χωρίς τις ουλές, τις χαρακιές, τους πόνους, τα κατάγματα, τις λοιμώξεις, τους νάρθηκες και τα εκκρίματα;»

Ο Τζουντ την ιστορία του, το αδιανόητο παρελθόν του, μόνο στον Γουίλεμ εκμυστηρεύτηκε. Πέρασε χρόνια και χρόνια να λαχταρά και να αποδιώχνει τη στιγμή που θα έπεφτε στην αγκαλιά του και κλαίγοντας θα του μιλούσε για όλα, ικετεύοντάς τον να τον κάνει να νιώσει καλύτερα, και μια μέρα πράγματι το αποτόλμησε. Η έμφοβη αγάπη του, ωστόσο, για τον Χάρολντ, τον ανέλπιστο πατέρα του, τον απέτρεπε από το να εκστομίσει έστω και μια λέξη για να απαντήσει στις αγωνιώδεις ερωτήσεις του, που ήδη ανίχνευαν τις πιο τρομερές αποκρίσεις. Ανησυχούσε πως μία και μόνο άστοχη απάντηση θα έθραυε την εμπιστοσύνη του Χάρολντ στις δυνατότητές του, απέναντι στις οποίες μόνο ο ίδιος παρέμενε δύσπιστος. Τη μέρα της υιοθεσίας του είχε βρεθεί στο χείλος της σιωπής, στα πρόθυρα των λέξεων που αποσιωπούσε, αλλά δεν είπε τίποτα και παρ’ όλα αυτά ο Χάρολντ τού έδωσε άφεση για το παρελθόν του, χωρίς να διανοείται πόσο νοσηρές, πόσο άδικες, ήταν η ενοχή και η ντροπή του Τζουντ για αυτό το άρρητο παρελθόν.

«Στην άρνηση του Χάρολντ να τον αφήσει βρισκόταν ένα μέλλον που δεν μπορούσε να φανταστεί, ένα μέλλον στο οποίο κάποιος μπορεί πράγματι να τον ήθελε για πάντα, και αυτή ήταν μια πραγματικότητα την οποία δεν είχε βιώσει ποτέ πριν, για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος, δεν είχε οδοδείκτες. Ο Χάρολντ θα προπορευόταν, κι αυτός θ’ ακολουθούσε, ώσπου μια μέρα θα ξυπνούσε κι ο Χάρολντ θα είχε εξαφανιστεί, και θα έμενε ευάλωτος και ναυαγισμένος σε μια ξένη γη, χωρίς κανέναν να τον οδηγήσει σπίτι του».

Ο Τζουντ αισθανόταν απέραντη ευγνωμοσύνη για τη γενναιοδωρία του Χάρολντ, ο οποίος τον υποδεχόταν τόσο απλόχερα στη ζωή του, σαν να άνοιγε διάπλατα όλα τα δωμάτια ενός σπιτιού, όπου τον προσκαλούσε να κατοικήσει μαζί του. «Μα ακόμα και ύστερα από όλα αυτά, ένα κομμάτι του πάντα περίμενε τη μέρα που θα βρισκόταν μπροστά σε μια πόρτα και θα έπιανε το πόμολο κι αυτό δεν θα κουνιόταν».

Προετοιμαζόταν για την απόρριψη του Χάρολντ. Συχνά μάλιστα, αναλογιζόμενος όλα όσα δεν θα μπορούσε ποτέ να του ανταποδώσει, σκεφτόταν ότι την άξιζε. Η υιοθεσία του είχε υλοποιήσει ένα ανείπωτο όνειρο, ήταν η πραγμάτωση της πιο διακαούς ευχής των παιδικών του χρόνων. Όμως, ο Τζουντ υποψιαζόταν πως αυτό το εκπληρωμένο όνειρο δεν θα επιζούσε της δικής του ζωής. Έφτανε στο σημείο να συλλογίζεται τι θα μπορούσε να κάνει για να προκαλέσει την αποκήρυξή του από τον Χάρολντ, με ποιον τρόπο θα κατέληγε να προδώσει την εμπιστοσύνη του, την άφεσή του, έτσι ώστε κατόπιν να ξέρει για ποια ακριβώς αδικοπραξία θα καταδίκαζε τον εαυτό του. «Προσπαθούσε να παραμένει σε μια διαρκή κατάσταση ετοιμότητας· προσπαθούσε να προετοιμαστεί για την απογοήτευση, την ίδια ώρα που λαχταρούσε να διαψευστεί».

Ο Τζουντ προετοιμαζόταν, επίσης, για την εγκατάλειψη του Γουίλεμ. Τον τρομοκρατούσε η πιθανότητα της φυγής του, αλλά δεν θα τον κατηγορούσε, αν τελικά τον εγκατέλειπε. Εξαιτίας του η ζωή του Γουίλεμ είχε καταντήσει «μια αγγαρεία, ένα ξεπάτωμα όλο αρρώστιες και νοσοκομεία και φόβο». Κάθε μέρα που έμενε στο πλευρό του τού παρουσίαζε και άλλη μια τερατωδία για να ξεπεράσει. Ο Τζουντ έβλεπε πόσο στρεβλό ζευγάρι ήταν οι δυο τους και ανησυχούσε μήπως η μεταξύ τους ανισορροπία αποδεικνυόταν εντέλει επιζήμια για τον Γουίλεμ. Ήξερε ότι ο Γουίλεμ ήταν ικανός να τον κάνει καλύτερα, αλλά από ένα σημείο και έπειτα άρχισε να φοβάται πως ο ίδιος τον έκανε χειρότερα. Ζούσε με τον φόβο πως τον κούραζε υπερβολικά, τον αρρώσταινε, πως ασχήμαινε τη ζωή του. Ποτέ δεν παρουσίαζε τον εαυτό του στους άλλους ως άνθρωπο λειψό, ανάπηρο, που έχρηζε διαρκούς φροντίδας, αλλά ο Γουίλεμ περνούσε τον περισσότερο καιρό του ανησυχώντας για αυτόν, παίρνοντας αποφάσεις για τη ζωή του, επιδιορθώνοντάς την.

«Ήθελε ο Γουίλεμ να έχει όσα άξιζε, όσα επιθυμούσε. Ήθελε κάθε του μέρα να είναι απαλλαγμένη από έγνοιες και υποχρεώσεις και ευθύνες – ακόμα και αν αυτή η έγνοια και υποχρέωση και ευθύνη ήταν ο ίδιος». 

Σε ένα από τα πιο ευφραντικά του όνειρα, ο Γουίλεμ ερχόταν να τον επισκεφτεί σε ένα χρονικό άνυσμα του μέλλοντος, όπου ζούσε μόνος και αυτάρκης, και στο τέλος της επίσκεψής του ο Τζουντ τού πρόσφερε σαν ευλογία τη διαβεβαίωση πως ήταν καλά και φρόντιζε τον εαυτό του, για να τον αποχαιρετήσει ύστερα «ευχαριστημένος που είχε τη δύναμη να μη χαλάσει την ειδυλλιακή ζωή του Γουίλεμ με τις ανάγκες του, τη μοναξιά του, τις επιθυμίες του».

Ένα μόνιμο βάσανο του Τζουντ ήταν η αποστροφή του για την εικόνα του εαυτού του, το χάλασμα του οποίου εντόπιζε μάλλον εξωτερικά παρά υποδόρια. Η τέλεια ομορφιά του Γουίλεμ τον καθήλωνε, τον άφηνε έκθαμβο, ήταν ένα δώρο που κατά λάθος είχε βρεθεί στα χέρια του, αλλά ταυτόχρονα επιδείνωνε την απέχθειά του για το δικό του πρόσωπο και σώμα. Όταν ο Τζουντ έστρεφε κατά τύχη το βλέμμα του στον καθρέφτη του μπάνιου και έβλεπε «την ανόητη, ευχαριστημένη έκφρασή του, παράλογη και γκροτέσκα όσο μια μαϊμού ντυμένη με ρούχα ακριβά», «ήθελε να κοπανήσει τη γροθιά του στο γυαλί».

Το χειρότερο, όμως, ήταν πως προετοιμαζόταν όχι μόνο για τη φυγή, αλλά και για τη βία του Γουίλεμ. Φοβόταν πως όλες οι δυσάρεστες εκπλήξεις, στις οποίες συνίστατο ο εαυτός του, όλες οι δυσλειτουργίες του, που αναστάτωναν και απογοήτευαν τον Γουίλεμ, κάποτε θα τον εξόργιζαν, θα τον έκαναν να τον μισήσει και φυσικά να τον χτυπήσει. Ήταν μια αναπόφευκτη κατάληξη, την οποία δεν αναιρούσε το γεγονός ότι ήξερε πως ο Γουίλεμ δεν ήταν κάποιος που έπρεπε να φοβάται.

«Ήξερε ότι ο Γουίλεμ δεν θα του έκανε ποτέ κακό, κι ωστόσο η φαντασία του ήταν περιορισμένη: ήταν ανίκανος να συλλάβει μια σχέση στην οποία δεν θα κατέληγε ξυλοκοπημένος, δεν θα κατέληγε να τον πετάνε στη σκάλα με τις κλοτσιές, δεν θα κατέληγε να τον βάζουν να κάνει πράγματα που είχε πει από μέσα του πως ποτέ δεν θα χρειαζόταν να ξανακάνει».

Ο Τζουντ δεν το έμαθε ποτέ, αλλά πράγματι οι αυτοτραυματισμοί του έφεραν κάποια στιγμή τον Γουίλεμ σε οριακή, έξαλλη απόγνωση. Εκείνη τη στιγμή ο Γουίλεμ ήταν τόσο θυμωμένος, τόσο απελπισμένος, που ήθελε όσο τίποτα, όσο ποτέ άλλοτε, ποτέ ξανά, να τον χτυπήσει, να τον γρονθοκοπήσει, να τον σκοτώσει στο ξύλο. Ήθελε να δει το πρόσωπο του Τζουντ διαλυμένο και ήθελε να το διαλύσει ο ίδιος.

Οι δακρύβρεχτες φαντασιώσεις του Τζουντ για την έκρηξη βίας του Γουίλεμ, που θα προηγούνταν της τελεσίδικης φυγής του, τον ντρόπιαζαν, όπως ο τρόμος που είχε αισθανθεί την πρώτη φορά που κατέρρευσε από τον πόνο μπροστά στον Χάρολντ. Ήταν ένας τρόμος δριμύς και στιγμιαίος, που διαπέρασε τους εξημμένους νευρώνες του σαν επαλήθευση μιας φρικτής, αλλά εύλογης υποψίας. Ο Χάρολντ έσκυψε κοντά του και πήρε το κεφάλι του στα χέρια του και ο Τζουντ «για ένα δεύτερο σκέφτηκε πως αυτή ήταν η στιγμή που πάντα μισοπερίμενε, η στιγμή κατά την οποία ο Χάρολντ θα κατέβαζε το φερμουάρ του, κι εκείνος θα έπρεπε να κάνει ό,τι πάντα έκανε». Τότε, όμως, άκουσε τον Χάρολντ να του τραγουδά ένα παιδικό νανούρισμα και ευχήθηκε να μην σταματούσε ποτέ αυτό το τραγούδι.

Από την πλευρά του ο Χάρολντ, στα χρόνια που ακολούθησαν την υιοθεσία του Τζουντ, συνειδητοποιούσε ολοένα και πιο οδυνηρά πόσο δύσκολο ήταν το να είναι γονιός του. Με όση αγάπη, ευγένεια και πείσμα και αν το επιχειρούσε, δεν κατόρθωνε να λυτρώσει τον Τζουντ από συγκεκριμένες ιδέες για τον εαυτό του, «για την εμφάνισή του, για όσα του άξιζαν, για την αξία του και για το ποιος ήταν». Ήταν εντελώς ανίσχυρος, κατάφωρα άοπλος, μπροστά στον πόνο, την ντροπή και τον φόβο του Τζουντ.

«Πώς μπορείς να αποκαλείσαι γονιός αν το παιδί σου νιώθει έτσι για τον εαυτό του;»

Ο Χάρολντ ανησυχούσε πως είχε υιοθετήσει μαζί με τον Τζουντ που θαύμαζε και αγαπούσε, τον άνθρωπο που είχε υπάρξει στο παρελθόν, έναν άνθρωπο που δεν τον ήξερε καθόλου και δίσταζε να τον κοιτάξει, παρόλο που συχνά ρωτούσε για εκείνον. Καθετί καινούργιο, σκληρό και άσχημο, που μάθαινε για τη ζωή του τού υπενθύμιζε πως ό,τι γνώριζε για τον Τζουντ «δεν ήταν παρά ένα μικροσκοπικό του κλάσμα».

«Είχε θεσπίσει ένα σωρό κανόνες για τον εαυτό του μέσα στις δεκαετίες, βασισμένους σε πράγματα που κάποιος πρέπει να του είχε μάθει –τι δεν δικαιούνταν· τι δεν έπρεπε να χαίρεται· τι δεν έπρεπε να ελπίζει ή να εύχεται· τι δεν έπρεπε να λαχταρά-, και πήρε κάποια χρόνια να καταλάβω ποιοι ήταν αυτοί οι κανόνες, κι ακόμα περισσότερο καιρό να βρω πώς να τον πείσω ότι είναι ψευδείς. Μα αυτό ήταν πολύ δύσκολο: επρόκειτο για κανόνες βάσει των οποίων είχε επιζήσει, κανόνες που του έκαναν τον κόσμο εξηγήσιμο. Ήταν απίστευτα πειθαρχημένος –όπως σε όλα- και η πειθαρχία, όπως η επαγρύπνηση, είναι ένα χαρακτηριστικό σχεδόν αδύνατο να πείσεις κάποιον να εγκαταλείψει».

Μολονότι ο Γουίλεμ ήξερε πολλά περισσότερα για τον Τζουντ απ’ ό,τι ο Χάρολντ, τον συνέθλιβε και εκείνον το αίσθημα της αποτυχίας, της ανεπάρκειάς του. Δεν μπορούσε να αποδεχτεί πως αγαπούσε κάποιον που του ήταν άγνωστος από θεμελιώδεις απόψεις, κάποιον που έδειχνε απρόσιτος και ανέγγιχτος από την αγάπη του. Δεν ήξερε πώς να σώσει τον Τζουντ, καλά καλά δεν καταλάβαινε γιατί ήθελε να τον σώσει. Ήταν από αγάπη, από έρωτα, από λύπηση, από μεταμέλεια; Πήρε, ερήμην τού Τζουντ, την απόφαση να τον επισκευάσει, να τον διορθώσει, ενώ εκείνος του έλεγε και του ξανάλεγε πως δεν χρειαζόταν επιδιόρθωση. Εν ολίγοις, ο Γουίλεμ είχε επωμιστεί μια ισόβια δέσμευση, την οποία δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως θα κατάφερνε να φέρει εις πέρας. Ποτέ δεν καταλόγισε στον εαυτό του ιταμά συναισθήματα, αλλά κάποιες φορές αναρωτιόταν μήπως στην ερωτική του επιθυμία για τον Τζουντ ελλόχευε η ενοχή για την απόπειρα αυτοκτονίας του ή ακόμα και η αλαζονική επιθυμία του, εν είδει ελεημοσύνης, να επανορθώσει τη ζημιά που του είχε κάνει η ζωή.

Ο Γουίλεμ είχε από μόνος του αναλάβει την ευθύνη της ψυχικής υγείας τού Τζουντ, αλλά όλο και πιο συχνά φοβόταν πως του έκανε κακό, πως τον υποχρέωνε να τολμήσει πράγματα που τελικά δεν τον ωφελούσαν, ενώ του απαγόρευε άλλα, από τα οποία του ήταν αδύνατον να απαγκιστρωθεί. Ήταν έλλειψη δημιουργικότητας, αλαζονεία ή απλή βλακεία; Οι απαιτήσεις αυτής της ευθύνης τον τρομοκρατούσαν. Σκεφτόταν πως ο Τζουντ δεν θα έπρεπε να τον εμπιστεύεται τόσο. «Ζητούσε την ευθύνη δίχως να καταλαβαίνει απόλυτα τη ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει».

Με διακριτικότητα και επινοητικότητα, που ξεπερνούσαν τις αντοχές και την υπομονή του, ο Γουίλεμ προσπαθούσε να πλησιάσει τον Τζουντ, αλλά εκείνος πάντα διέφευγε, οπισθοχωρώντας σε έναν αθέατο, αδιάβατο λαβύρινθο. Διασκορπιζόταν ανάμεσα στις πολλαπλές του όψεις, χανόταν στις χαράδρες, τις οροσειρές και τους γκρεμούς του, αφήνοντάς τον μόνο, ανάστατο και ανήμπορο. Ο Τζουντ ήταν «ένα φανταστικό τοπίο», που δεν είχε ιδέα πώς να το διασχίσει.

«Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν σκέφτηκε να φύγει: έμεινε, άκριτα, από αγάπη, από αφοσίωση, από περιέργεια. Αλλά δεν ήταν εύκολο. Στην πραγματικότητα υπήρξαν φορές που ήταν τρομακτικά δύσκολο, και από μερικές απόψεις έτσι παρέμενε. Όταν υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι δεν θα προσπαθούσε να διορθώσει τον Τζουντ, είχε ξεχάσει ότι το να εξιχνιάσεις έναν άνθρωπο σημαίνει να θέλεις να τον διορθώσεις: το να διαγνώσεις ένα πρόβλημα και μετά να μην προσπαθήσεις να το διορθώσεις φαινόταν όχι μόνο αμέλεια μα και ανηθικότητα».

Τόσο ο Γουίλεμ όσο και ο Χάρολντ, πάλεψαν να πείσουν τον Τζουντ πως «στη ζωή μερικές φορές στους καλούς ανθρώπους συμβαίνουν ωραία πράγματα» και πως δεν είχε λόγο να ανησυχεί, γιατί δεν συνέβαιναν τόσο συχνά όσο θα έπρεπε. Μάλιστα ο Χάρολντ τού είχε επισημάνει πως ό,τι χαλάει ή σπάει η ζωή, θα έρθει η ώρα που η ίδια η ζωή θα αναδιαταχθεί για να αντισταθμίσει την απώλειά του, «μερικές φορές θαυμάσια».

Ο Τζουντ, ωστόσο, ορμώμενος από διάθεση αυτοθυσίας, συμβατή με την αυτοκαταστροφικότητά του, αγωνιούσε να τους απαλλάξει από το χρέος επίλυσης του εξωφρενικού προβλήματος που ήταν η ζωή του, αγωνιζόταν με κάθε τρόπο να τους γλιτώσει από την κοπιαστική υποχρέωση της παρηγοριάς, από τον όλεθρο της ιστορίας του. Και επειδή ήταν τραγικά αδέξιος στην έκφραση της αγάπης και της ευγνωμοσύνης, σκέφτηκε κάποια στιγμή να τους προσφέρει την αυτοκτονία του σε ένδειξη και των δύο. Ακόμα και αν θρηνούσαν τον θάνατό του, μετά από λίγο καιρό θα έβλεπαν τη ζωή τους να γίνεται καλύτερη.

«Θα έβλεπαν πόσον χρόνο τούς είχε κλέψει· θα καταλάβαιναν τι κλέφτης ήταν, ότι τους είχε απομυζήσει όλη την ενέργεια και την προσοχή, ότι τους είχε αφαιμάξει. Ήλπιζε ότι θα τον συγχωρούσαν· ήλπιζε ότι θα καταλάβαιναν πως αυτή ήταν η απολογία του προς αυτούς. Τους απελευθέρωνε – τους αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους, και αυτό έκανες για τους ανθρώπους που αγαπούσες: τους έδινες την ελευθερία τους».

 

Ύαινες. Όσο αιμορραγούσε, «οι ύαινες αλυχτούσαν, έξαλλες μαζί του».

Οι ύαινες ήταν οι αναμνήσεις του Τζουντ. Καμία από τις οχυρώσεις της ενήλικης ζωής του δεν ήταν αρκετά γερή για να αντισταθεί σε αυτά τα θηρία που τον παραμόνευαν μέρα και νύχτα. Στα δαιδαλώδη λαγούμια που καταδυόταν για να κρυφτεί από τον εαυτό του και τους άλλους, δεν υπήρχε κάποια ατσάλινη, απαραβίαστη πόρτα για να τις κλείσει από πίσω. Οι ύαινες ξεγλιστρούσαν και τον έφταναν. Ο Τζουντ αγωνιζόταν να τις αποδιώξει με κάθε λογής τεχνάσματα. Ξαγρυπνούσε στο κρεβάτι, με τα μάτια του ανοιχτά στο σκοτεινό δωμάτιο, «και συγκεντρωνόταν στο να ξεχνά». Σε παρατεταμένες προβολές του μυαλού του επέστρεφε στον τρομακτικό, σκιώδη κόσμο των αναμνήσεών του και τις έσβηνε μία μία, αλλά μόλις η επαγρύπνησή του χαλάρωνε, χυμούσαν όλες μαζί καταπάνω του με ανατριχιαστικές υλακές, λυσσώδεις σαν ύαινες, να τον κατασπαράξουν. Με απαίσιους βρυχηθμούς τον άρπαζαν και τον ξέσκιζαν, σμπαράλιαζαν το κρανίο του, έσπαγαν τα πλευρά του, τρυπούσαν τους πνεύμονές του με τα οξύληκτα νύχια τους, τον αιχμαλώτιζαν στον εφιαλτικό, αιμοσταγή κλοιό τους. Οι ύαινες του ορμούσαν αιφνιδίως και στυγερά, όλο και πιο πολυάριθμες κάθε φορά, όλο και πιο λιμασμένες, πιο επίμονες στο κυνήγι τους. Σήκωναν έναν φοβερό, διαπεραστικό χαλασμό για να προειδοποιήσουν για την επίθεσή τους, ζύγιαζαν τη λεία τους με τα κοφτερά κίτρινα μάτια τους και καθώς τον κύκλωναν, ο Τζουντ ούρλιαζε μόνος στο άδειο διαμέρισμα.

Όταν ο Τζουντ συνερχόταν από την ανελέητη θήρα, σκεφτόταν με φρίκη πως αυτά τα θηρία δεν ήταν μορμολύκεια της παιδικής του ηλικίας, αλλά η ίδια του η ζωή. Και καθώς τα χρόνια περνούσαν, καταλάβαινε πως δεν είχε τη δύναμη να εξοντώσει τα τέρατα που εξαπέλυε η μνήμη του ενάντια στην τωρινή του ζωή. Παγιδευμένος στον ζόφο του παρελθόντος, που ολοένα θέριευε μέσα του, άφηνε τις ύαινες να τον καταδιώκουν και να τον ξεκουφαίνουν με τα αλυχτίσματά τους, περιμένοντας να κουραστούν, «ώσπου να φωλιάσουν ξανά στο σκοτάδι του υποσυνειδήτου του και να τον αφήσουν πάλι στην ησυχία του».

Οι ύαινες μπορεί να αγρυπνούσαν, αλλά εκείνος είχε κουραστεί. «Δεν μπορούσε να τρέχει για πάντα». «Ήταν κουρασμένος, ήταν τόσο κουρασμένος. Ξόδευε τόσες δυνάμεις να αντιστέκεται στα θεριά. Μερικές φορές φανταζόταν πως τους παραδινόταν, και τον κάλυπταν με τις πατούσες και τα ράμφη και τα γαμψά τους νύχια και τον τσιμπολογούσαν και τον δάγκωναν και τον κατέτρωγαν ώσπου γινόταν ένα τίποτα, κι αυτός τα άφηνε».

Ήξερε πως αν σταματούσε να τρέχει, θα πέθαινε, αλλά αυτό το ενδεχόμενο, ενώ στην αρχή τον τρομοκρατούσε, με τον καιρό φάνταζε δελεαστικό και παρήγορο. Ήθελε να σταματήσει και το να σκέφτεται «ότι δεν ήταν ανάγκη να συνεχίσει ήταν μια κάποια παρηγοριά· του θύμιζε ότι είχε επιλογές, του θύμιζε ότι παρότι το υποσυνείδητό του δεν υπάκουε το συνειδητό του, δεν σήμαινε ότι δεν είχε ακόμη το τελικό πρόσταγμα ο ίδιος».

Έτσι, ο Τζουντ αποφάσισε να αυτοκτονήσει και η απόφασή του τον γέμισε αισιοδοξία, «ένιωθε ελαφρύτερος, πιο ελεύθερος, λιγότερο βασανισμένος». Τον συνάρπαζε η αισιοδοξία του, η επιλογή του να γίνει «ο σωτήρας του εαυτού του», να γλιτώσει από χρόνια θλίψης απλώς δίνοντας ένα τέλος. Η επιλογή ήταν προφανής, «το μόνο ερώτημα ήταν γιατί του είχε πάρει τόσον καιρό».

«Οι ύαινες ακόμη τον κυνηγούσαν, μα τώρα έβλεπε, στο βάθος, ένα σπίτι με την πόρτα ανοιχτή, και ήξερε ότι άπαξ κι έφτανε σ’ εκείνο το σπίτι, θα ήταν ασφαλής, και όλα όσα τον καταδίωκαν θα χάνονταν».

Οι ύαινες αλυχτούσαν, έξαλλες μαζί του, ενόσω ο Τζουντ απομακρυνόταν αιμορραγώντας από τη σαρκοβόρα, λιμασμένη στρατιά τους.

«Μπροστά του έστεκε το σπίτι με την ανοιχτή πόρτα. Δεν είχε φτάσει ακόμη, μα ήταν πιο κοντά από ποτέ: αρκετά κοντά για να δει ότι μέσα υπήρχε ένα κρεβάτι για να ξεκουραστεί, για να ξαπλώσει και να κοιμηθεί ύστερα από τόσον δρόμο, για να είναι, πρώτη φορά στη ζωή του, ασφαλής».

 

Χαρά. Ο Χάρολντ είχε τους νόμους, ο Γουίλεμ την αισιοδοξία, ο Τζουντ τα ξυράφια. Όλοι τους, ο καθένας με τον τρόπο του, «αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολόδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα, του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του».

Όταν ήταν παιδί, ο Τζουντ σκεφτόταν πως η ευτυχία δεν ήταν για εκείνον, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να ορίσει τι ακριβώς ήταν ευτυχία. «Υπήρχε μόνο η δυστυχία, ή ο φόβος, και η απουσία της δυστυχίας ή του φόβου, και η τελευταία κατάσταση ήταν ό,τι είχε ποτέ χρειαστεί ή θελήσει».

Όμως, αυτό δεν ήταν εντελώς αλήθεια, γιατί στο μοναστήρι υπήρχε ο αδελφός Λουκ, ο οποίος ήταν τόσο καλός μαζί του που ο Τζουντ είχε πιστέψει πως κοντά του θα μάθαινε τι σήμαινε η δύσληπτη λέξη «ευτυχία». Είχε πιστέψει πως οι δυο τους θα συγκατοικούσαν σε έναν μικρό τέλειο κόσμο. Κάθε φορά που έμπαινε στο θερμοκήπιο του αδελφού Λουκ, μια όαση του μοναστηριού, ένας «τόπος μαγεμένος», ήλπιζε ότι εκεί μέσα θα ζούσε «μια μαγεία χωρίς τέλος». «Τι χαρούμενος άνθρωπος που είσαι», του έλεγε ο αδελφός Λουκ και διαμιάς ο Τζουντ μεταμορφωνόταν σε «ένα αγόρι αστείο και έξυπνο, ένα αγόρι που οι άλλοι ήθελαν να είναι μαζί του, ένα αγόρι καλύτερο και διαφορετικό από αυτό που ήταν στ’ αλήθεια».

«Έτρεχε στο θερμοκήπιο, άνοιγε την πόρτα, και η ζέστη και η μυρωδιά των λουλουδιών τον τύλιγαν σαν μανδύας. Ήταν η τελευταία φορά που ήταν τόσο καθάρια χαρούμενος, η τελευταία φορά που είχε γνωρίσει τόσο ατόφια ευχαρίστηση. “Καλώς το, το όμορφο αγόρι μου!” φώναζε ο Λουκ. “Αχ, Τζουντ – πόσο χαίρομαι που σε βλέπω”». 

Αργότερα, στα χρόνια της ωριμότητας, ο Τζουντ αναρωτιόταν συχνά ποια ακριβώς στιγμή η ζωή του καταστράφηκε ανεπανόρθωτα και πάντα κατέληγε στην ίδια εικόνα, «ήταν τότε που μπήκε στο θερμοκήπιο εκείνο το απόγευμα». «Εκείνη ήταν η στιγμή. Και μετά απ’ αυτήν, τίποτα δεν ήταν εντάξει πια».

Ωστόσο, επέμενε να σκέφτεται τον Έντγκαρ Γουίλμοτ σαν έναν άντρα, ο οποίος τον είχε πραγματικά αγαπήσει, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη διαστροφή της σκέψης του. Σε τελική ανάλυση ήταν ο δημιουργός του. Είχε πλάσει ένα αγόρι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν του. Ο Τζουντ Σεντ Φράνσις ήταν αποκύημα του Έντγκαρ Γουίλμοτ.

«Τα ίχνη του Λουκ βρίσκονταν σε όλα όσα έκανε, σε όλα όσα ήταν: η αγάπη του για το διάβασμα, τη μουσική, τα μαθηματικά, την κηπουρική, τις γλώσσες – αυτά ήταν του Λουκ. Τα κοψίματά του, το μίσος του, η ντροπή του, οι φόβοι του, οι αρρώστιες του, η ανικανότητά του να έχει μια κανονική ερωτική ζωή, να είναι ένας κανονικός άνθρωπος – κι αυτά ήταν του Λουκ. Ο Λουκ τού είχε μάθει πώς να βρίσκει ευχαρίστηση στη ζωή, και είχε αφαιρέσει ολοκληρωτικά την ευχαρίστηση».

Αλλά από τότε που ο Λουκ τον έσερνε στα μοτέλ και του έφερνε πελάτες, είχαν περάσει πάνω από δύο δεκαετίες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Τζουντ απέκτησε τόσο πολλά που κάποιες μέρες έφτανε στο σημείο να αισθάνεται ευλογημένος. Καταρχάς, κέρδισε πάρα πολλά χρήματα χάρη σε μια δουλειά που απολάμβανε, κυρίως, προς έκπληξή του, για την κυνική της δεοντολογία, που καταπατούσε και στρέβλωνε την έννοια του δικαίου. Ως δικηγόρος ήταν αμείλικτος. Άλλωστε από τη Νομική, και πιο πριν ακόμα, είχε συνειδητοποιήσει πως «ο νόμος αποτελεί μια σαθρή μορφή προστασίας». Στην επαγγελματική του σταδιοδρομία διέπρεπε στη μεθόδευση της εκδίκασης αγωγών για λογαριασμό πανίσχυρων εταιρειών και ομίλων, ανακαλύπτοντας ενθουσιασμένος τα όρια και την ελαστικότητα των νόμων, την πλαστικότητα της δικαιοσύνης, την ευήλατη υφή της.

Την πρώτη φορά που ο Χάρολντ είδε τον Τζουντ στο δικαστήριο πάγωσε από την ακαμψία της αυτοπεποίθησής του, την ικανοποίηση που αντλούσε εξουδετερώνοντας τους ενάγοντες, τον βάναυσο και ψυχρό τόνο της φωνής του. Δεν συμφωνούσε με τον επαγγελματικό του προσανατολισμό, αλλά δεν έπαυε να είναι περήφανος για το παιδί του, έστω και αν αυτό το παιδί ήταν σαράντα χρονών, δούλευε σε μια δικηγορική εταιρεία της λευκής ελίτ και αρίστευε στην προστασία εγκληματιών. Πάνω απ’ όλα, όμως, χαιρόταν, επειδή στη δουλειά του ο Τζουντ απαλλασσόταν από φόβους και ανασφάλειες, επιβάλλοντας σε κάθε αντίδικο τη δική του βούληση, τη δική του γνώμη για το δίκαιο.

Μέσα στο δικηγορικό του γραφείο ο Τζουντ δεν είχε παρελθόν ούτε ανεπάρκειες, ήταν άτεγκτος και άτρωτος. Οι αναμνήσεις του δεν ήταν παρά ασήμαντες λεπτομέρειες που «δεν είχαν τίποτα να κάνουν με τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει ως εαυτό». «Εκεί δεν ήταν κάποιος που ζάρωνε στο μπάνιο και κοβόταν, μα αντιθέτως μια σειρά από αριθμούς: ένας αριθμός για τα χρήματα που είχε φέρει, και άλλος ένας για τις ώρες που χρέωνε· ένας τρίτος για τους ανθρώπους που επέβλεπε, ένας τέταρτος για το πόσο τους αντάμειβε».

Από την άλλη, η δουλειά του τον πλήρωνε αρκετά ώστε να αγοράσει ένα λοφτ στο Σόχο της Νέας Υόρκης, που γέμισε με αφάνταστα ακριβά και όμορφα πράγματα. Μπορεί μέσα στο απέραντο, διάφεγγο διαμέρισμά του, που έμοιαζε «με ένα παραλληλόγραμμο καθαρού φωτός», το μάρμαρο στο μπάνιο να είχε ποτίσει με το αίμα του, μπορεί ένα βράδυ κάποιος να τον είχε πετάξει με κλοτσιές στη σκάλα κινδύνου, που από την πρώτη στιγμή που την είδε του θύμισε κάθοδο στην κόλαση, μπορεί πάλι μέσα σε εκείνο τον ονειρικό χώρο ασφάλειας και αυτάρκειας, να είχε αισθανθεί πιο γυμνός και εκτεθειμένος από ποτέ, ωστόσο ο Τζουντ δεν ξεχνούσε πως εκεί, στο διαμέρισμά του, είχαν επινοήσει μαζί με τον Γουίλεμ «μια εκδοχή της ευτυχίας που ποτέ δεν πίστευε πως θα είχε». Ο Γουίλεμ ήταν απεσταλμένος ενός χαρούμενου κόσμου και είχε καταφέρει να κάνει και τον ίδιο χαρούμενο.

Η ιδιότυπη, ιδιωτική ευτυχία τους εδραζόταν στην «κοινή συμφωνία να συνεχίσουν την αμοιβαία αφοσίωση σε μια ένωση που ποτέ δεν θα κωδικοποιούνταν». Για τον Τζουντ ο Γουίλεμ ήταν «το θαύμα της ζωής του». Συχνά ένιωθε «λες και φύτρωναν μέσα του νέα όργανα –δεύτερη καρδιά, δεύτερο μυαλό- για να χωρέσουν αυτή την περίσσεια συναισθήματος». Και παρόλο που η αλυσιτελής διερώτηση περί του νοήματος της ζωής τού φαινόταν πάντοτε ένα πρόβλημα πολυτελείας, χαιρόταν που ο Γουίλεμ τον είχε πείσει πως η ζωή είχε νόημα.

Ο Τζουντ ήταν ευτυχισμένος που πλέον μπορούσε να πιστέψει στις υποσχέσεις του Γουίλεμ, στις παρήγορες διαβεβαιώσεις του, στα όνειρα που έκανε και για τους δυο τους. Ήταν ευτυχισμένος όταν κουβέντιαζαν στον καναπέ ή στο κρεβάτι, αργά τη νύχτα ή στο ημίφως του ξημερώματος, τις ώρες που οι φωνές τους μαλάκωναν σε υπόκωφες εξομολογήσεις, όλες τις βαρετές και βαρύνουσες μικρολεπτομέρειες που ρύθμιζαν τη μηχανική της κοινής τους ύπαρξης. Αισθανόταν τόσο πλήρης εκείνες τις ώρες που ήθελε να ουρλιάξει, «απλώς και μόνο για την όλη απιθανότητα της κατάστασης».

Αλλά και ο Γουίλεμ ήταν ευτυχισμένος και ήθελε να μείνει μαζί με τον Τζουντ για πάντα, «ακόμα και στις πιο μαύρες και δυσνόητες στιγμές του». «Ήταν, το ήξερε, άνθρωπος απλός, ο απλούστερος των ανθρώπων, κι ωστόσο είχε καταλήξει με τον πολυπλοκότερο των ανθρώπων». Αλλά δεν χρειαζόταν να το σκεφτεί, ήταν ευτυχισμένος.

Τελικά ο Τζουντ τα είχε όλα, την καριέρα, τα χρήματα, το διαμέρισμα, τον άντρα. «Η ζωή του από χρόνο σε χρόνο γινόταν πιο απίθανη». Του φαινόταν αδιανόητη η γενναιοδωρία της, που την εκλάμβανε σαν αφειδή και οπωσδήποτε εξαιρετικά απρόσμενη ανταπόκριση στη λαχτάρα του ίδιου και του Γουίλεμ για ομορφιά και ευτυχία, σαν ανταπόκριση στην «άπειρη ικανότητά τους για δέος». Η ζωή εκπλήρωνε αίφνης όλες τις μαγικές της υποσχέσεις, αφήνοντάς τους έκθαμβους, εκστατικούς και πλανημένους μες στην πίστη τους πως τα χρόνια που έρχονταν θα συνέχιζαν να τους δωρίζουν εκπληκτικές, θαυμάσιες εμπειρίες. Ο Τζουντ, ξετρελαμένος και ξεγελασμένος, απόδιωχνε κάθε επιφύλαξη και παραδινόταν στη χαρά.

«Τα πράγματα δεν είχαν απλώς διορθωθεί από μόνα τους· είχαν αντιστραφεί, σε σχεδόν παράλογο βαθμό. Από το τίποτα είχε φτάσει σε μια σχεδόν ντροπιαστική αφθονία. Θυμόταν, τότε, τον ισχυρισμό του Χάρολντ ότι η ζωή αντισταθμίζει τις απώλειες, και συνειδητοποιούσε πως ήταν αλήθεια, αν και μερικές φορές φαινόταν πως η ζωή δεν είχε απλώς αντισταθμιστεί μα το είχε κάνει αυτό εξωφρενικά, λες και η ίδια του η ζωή τον ικέτευε να τη συγχωρέσει, λες και τον φόρτωνε με πλούτη, τον έπνιγε με ό,τι πιο όμορφο και υπέροχο και ποθητό για να μην τη μισήσει, για να της επιτρέψει να συνεχίσει να τον πηγαίνει μπροστά».

Ίαση. Με τον ίδιο απροσδιόριστο τρόπο που μια μέρα αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, μια άλλη μέρα ο Τζουντ αποφάσισε να προσπαθήσει να γίνει καλύτερα, να αποπειραθεί να ζήσει. Ακόμα και όταν σε ανύποπτες ώρες μια φωνή μέσα του τού ψιθύριζε «μπορείς να ξαναπροσπαθήσεις», δεν την άκουγε, γιατί δεν ήθελε να σκέφτεται «ότι το να ζει, όσο αισχρό και παράλογο κι αν ήταν πολλές φορές, δεν ήταν η μόνη του επιλογή».

Πάσχιζε να μην απελπίζεται από τις προδοσίες και τις δολιοφθορές του σώματός του, να μην συντρίβεται από τη σταδιακή του κατάρρευση και να μην καταντά άθυρμα του πόνου, όπως επίσης πάσχιζε να εγκαταλείψει κάθε ελπίδα πως κάποτε θα καλυτέρευε. Προέβλεπε την επιδείνωσή του, αλλά παράλληλα ευγνωμονούσε το σώμα του για τις στιγμές αναστολής, πολύτιμες εκχωρήσεις.

Από το άλλο μέρος, αντιτάχθηκε στη δειλία του και αποφάσισε να φανεί πιο απλόχερος με τις απαντήσεις που ζητούσε ο Γουίλεμ. «Θα πληγωνόταν ξανά και ξανά […] μα αν ήταν να προσπαθήσει, αν ήταν να μείνει ζωντανός, έπρεπε να είναι σκληρότερος, έπρεπε να προετοιμαστεί, έπρεπε να αποδεχτεί ότι αυτό ήταν μέρος της συμφωνίας της ίδιας της ζωής».

Του πήρε τρεις ημέρες, τρεις ημέρες οδυνηρής, σπαρακτικής ειλικρίνειας, για να παραδώσει στον Γουίλεμ, ατόφιο και αποτρόπαιο, το παρελθόν του. Ο Γουίλεμ τον κρατούσε γραπωμένο στην αγκαλιά του και ο Τζουντ τού μιλούσε, του έλεγε απαίσιες, φρικιαστικές ιστορίες, και ο Γουίλεμ αισθανόταν το σώμα που μετά βίας ανάσαινε πάνω του, να σωριάζεται σε ερείπια, να γίνεται συντρίμμια, «αίμα και κόκαλα και χώμα και βρομιά και αρρώστια και δυστυχία».

Ο Τζουντ είπε στον Γουίλεμ ότι σιχαινόταν το σεξ και ο Γουίλεμ κατένευσε σε αυτό το «όχι» που αρνούνταν να ακούσει, γιατί συνειδητοποίησε πως η σχέση τους ικανοποιούσε βαθύτερους πόθους, πιο ζωτικούς από τη σεξουαλική πλήρωση. Μαζί βρήκαν τρόπους να βαθύνουν τον δεσμό τους. Δοκίμασαν τεχνάσματα αισιοδοξίας και τεχνικές αυτοπροστασίας, μοιράστηκαν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, ξανακέρδισαν τη χαρά, έμαθαν ξανά να ξυπνούν κάθε μέρα όχι με φόβο αλλά με προσμονή, και σιγά σιγά άρχισαν να μιλούν για το μέλλον, «να ανησυχούν όχι μόνο για το πώς θα τα βγάλουν πέρα κάθε μέρα, μα και σε μέρες που ακόμη δεν μπορούσαν να φανταστούν». «Για άλλη μια φορά ξαναμπήκαν στο ρεύμα της ζωής· για άλλη μια φορά έμαθαν να υπακούνε το ημερολόγιο».

Επινόησαν «τον δικό τους τύπο σχέσης, έναν τύπο που δεν τον αναγνώριζε επισήμως η ιστορία, δεν τον απαθανάτιζε η ποίηση ή το τραγούδι, μα τον ένιωθαν πιο πραγματικό, λιγότερο περιοριστικό». Παραμερίζοντας τις συμβάσεις της κανονικότητας, συζούσαν ευτυχισμένοι σε μια «ακατάλληλη μα απολύτως βολική κατασκευή», «που δεν προοριζόταν για σπίτι αλλά είχε γίνει σπίτι λόγω της κοινής απόφασης των ενοίκων του να το κάνουν».

Ο Γουίλεμ αισθανόταν πιο αισιόδοξος από ποτέ, είχε την αίσθηση πως η ζωή του «υπέκυπτε σε μια μορφή μαγείας», πως οι μέρες του κυοφορούσαν μόνο θαύματα. Λάτρευε τη νεοφανή γενναιότητα με την οποία ο Τζουντ διεκδικούσε τη ζωή του, την αποφασιστικότητά του, λάτρευε το ότι έβρισκε σε εκείνον την τρυφερότητα που πάντοτε αποζητούσε και με πείσμα απωθούσε. Και οι δύο μαζί προσπαθούσαν να προχωρούν, παρά τις αποτυχίες, τα ξεστρατίσματα, τις αμφιβολίες και τους φόβους τους, «επειδή εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλο, και επειδή ο άλλος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που άξιζε τόσες κακουχίες, τόσες δυσκολίες, τόσες ανασφάλειες και τόση έκθεση».

Κάθε μέρα που ο Γουίλεμ άνοιγε τα μάτια του και έβλεπε τον Τζουντ να του χαμογελά από την άκρη του κρεβατιού, ανακάλυπτε ξανά πόσο όμορφος ήταν, πόσο πολύτιμος, «πόσο εύκολο να τον αγαπάς». Είχε τρελαθεί από την ευτυχία. Οι αυταπάτες του τον μεθούσαν, οι ελπίδες του οργίαζαν. «Φυσικά και ο Τζουντ δεν θα χειροτέρευε. Φυσικά και μπορούσε να διορθωθεί. Φυσικά και ο άνθρωπος που θα τον διόρθωνε θα ήταν ο Γουίλεμ».

«Μέρες σαν κι αυτές έμοιαζαν να μην έχουν νύχτες, και αν δεν υπήρχαν νύχτες, δεν υπήρχαν και κοψίματα, δεν υπήρχε λύπη, δεν υπήρχε απογοήτευση». 

Αθέτηση. Όπως ήταν επόμενο, έφτασε η στιγμή της άρσης κάθε εφήμερης γενναιοδωρίας. Οι αυταπάτες εξέπνευσαν, οι ελπίδες εξανεμίστηκαν, τα τεχνάσματα απέτυχαν και η ζωή ξαναέγινε λίγη. Αντίθετα απ’ ό,τι πίστευε ο Τζουντ, δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος. Και ο Γουίλεμ δεν υπήρχε πια.

Μέσα σε μια μέρα κατέρρευσε όλη του η προσπάθεια να φτιάξει μια καινούργια ζωή, μια ζωή κόντρα στον ίδιο του τον εαυτό, και βρέθηκε έγκλειστος σε έναν κατερειπωμένο τόπο, στο πιο απόμακρο σημείο της ύπαρξης, μακριά από τον πόνο, τον τρόμο, την ελπίδα· έναν τόπο γυμνό, παγωμένο που συρρικνωνόταν ολόγυρά του και τον τσάκιζε. Το ολόφωτο, απέραντο διαμέρισμά του έγινε ένα τσιμεντένιο δωμάτιο.

«Νιώθει ότι είναι σε ένα κρύο τσιμεντένιο δωμάτιο, με διάφορες εξόδους να βγάζουν από αυτό, και κλείνει τις πόρτες, τη μια μετά την άλλη, κλείνεται μέσα στο δωμάτιο, αφανίζει τις πιθανότητές του να δραπετεύσει».

Νόμιζε πως με τη δύναμη της θέλησής του θα γινόταν καλύτερος, υγιέστερος, ευγενέστερος με τους άλλους και τον εαυτό του, πως θα γινόταν επιτέλους ευτυχισμένος και θα λυτρωνόταν από την ανάγκη να αντιμάχεται τόσο άγρια τη ζωή του. Όμως, η πραγματικότητα χύμηξε καταπάνω του και τον λιάνισε. Μόνο η φοβερή του εξάντληση τον κρατούσε αγκυλωμένο στις συνήθειες και τα αντανακλαστικά των ζωντανών. Ήταν απίστευτα κουρασμένος. Οι αναμνήσεις του, οι φόβοι του, οι πόνοι του, ο θυμός του, το μίσος του, η ντροπή του, η παλιά ευτυχία, η παλιά δυστυχία, τα ουρλιαχτά και τα δάκρυά του, τα ξυράφια του, οι άπειρες συγγνώμες του, όλα τον είχαν κουράσει, είχε βαρεθεί, είχε μπουχτίσει από τόσο Τζουντ.

Ο κόσμος τεμαχίστηκε και πάλι σε αμείλικτα δευτερόλεπτα, λεπτά και ημέρες· ημέρες παρατημένες, ξέπνοες, μετέωρες σε μια ξεχαρβαλωμένη σκαλωσιά, ημέρες ημιλιπόθυμες από την ακατάσχετη ροή της ζωής του. Εξαϋλωνόταν και κάθε του ανάσα έμοιαζε με σπασμό ψυχομαχητού.

Έχει την αίσθηση πως «δεν ζει τόσο όσο απλώς υπάρχει, ότι τον τραβάνε οι μέρες παρά ότι τις περνάει ο ίδιος. Μα δεν τιμωρεί πάρα πολύ τον εαυτό του γι’ αυτό· του είναι ήδη αρκετά δύσκολο και μόνο που επιζεί».

Κάθε μέρα αναγκάζει τον εαυτό του να βρίσκει λόγους για να συνεχίσει. Αλλά οι λόγοι αυτοί είναι υποχρεώσεις και όχι επιθυμίες. Έπρεπε να ζήσει, επειδή θα το ήθελε ο Γουίλεμ, χωρίς τον οποίο, ωστόσο, ήταν ανίκανος να συλλάβει τη ζωή, «επειδή ο Γουίλεμ είχε καθορίσει σε τέτοιον βαθμό τι ήταν και τι μπορούσε να είναι η ζωή του». Έπρεπε να ζήσει για τον Χάρολντ, για να τηρήσει την υπόσχεση που του είχε δώσει. Μια υπόσχεση που τώρα του φαινόταν ανέφικτη, εξωφρενική. Μια υπόσχεση που αθετούσε μέρα τη μέρα.

Κάποτε, στα χρόνια της χαράς, ο Γουίλεμ του είχε πει: «μερικές φορές μού φαίνεται πως εγώ νοιάζομαι περισσότερο για το αν θα μείνεις ζωντανός απ’ ό,τι εσύ».

Ο Τζουντ ανατρίχιασε όταν τον άκουσε, γιατί δεν του περνούσε από το μυαλό πως ο Γουίλεμ υπέμενε ακόμη αυτό τον φόβο. Ήταν αποφασισμένος, τότε, να του αποδείξει πως είχε άδικο.

«Ήταν […] η αποφασιστικότητα να συνεχίσεις να ζεις όχι επιλογή, μα εκπλήρωση μιας εξελικτικής επιταγής; Να υπήρχε κάτι στο ίδιο το μυαλό, ένας αστερισμός από νευρώνες σκληρούς και σημαδεμένους σαν τένοντες, που απέτρεπε τους ανθρώπους από το να κάνουν αυτό που η λογική τόσο συχνά υποδείκνυε ότι έπρεπε να κάνουν; Κι ωστόσο εκείνο το ένστικτο δεν ήταν αλάνθαστο – το είχε ξεπεράσει μια φορά. Μα τι του συνέβη μετά; Αδυνάτισε ή έγινε πιο ανθεκτικό; Και ήταν η ζωή του άραγε δική του για να διαλέξει να ζήσει κι άλλο;»

Όταν μετά την απόπειρα αυτοκτονίας κατέληξε στο νοσοκομείο, σπαράζοντας από απόγνωση για την αποτυχία του, ο Τζουντ σκεφτόταν ότι «είναι αδύνατον να πείσεις κάποιον να ζήσει για χατίρι του ίδιου του του εαυτού». Για εκείνον το πιο ισχυρό επιχείρημα ήταν ότι όφειλε κανείς να νιώθει την αναγκαιότητα να ζει για τους άλλους, τους πιο αγαπημένους του. Το γεγονός πως επέλεξε να ζήσει για χάρη του Χάρολντ και του Γουίλεμ, το θεωρούσε έκφραση σπάνιας ανιδιοτέλειας, μολονότι αντιλαμβανόταν τον λανθάνοντα ναρκισσισμό αυτής της ανιδιοτέλειας. Όπως και αν έχει, δεν ήταν παρά ένα φθαρτό εφεύρημα, μια εξαρχής υπονομευμένη, απονενοημένη επιλογή. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει για πολύ στο όνομα κάποιου άλλου.

Εναποθέτοντας τη θέλησή του για ζωή στον Χάρολντ και τον Γουίλεμ, ο Τζουντ έθεσε όλη του την ύπαρξη υπό κατοχή. Ένιωθε υπόλογος για την αγάπη τους και την αφοσίωσή τους και το αίσθημα ενοχής απέναντί τους τον αποξένωσε τελικά από τη δική του ζωή. Ακόμα και την αυτοκτονία του τη φανταζόταν απολογία. Είχε την εντύπωση πως η ζωή του ήταν «κάτι που του συνέβη, παρά κάτι στη δημιουργία του οποίου είχε καθόλου ρόλο». Ο Χάρολντ και ο Γουίλεμ είχαν ονειρευτεί τον εαυτό του για λογαριασμό του και τους είχε πιστέψει. Για χρόνια πίστευε πως εκείνος ο λαμπρός, γενναίος, υπέροχος Τζουντ, τον οποίο είχαν πλάσει με τις αγαθότερες προθέσεις και τις θερμότερες ψευδαισθήσεις, ήταν όντως πραγματικός, ο μοναδικός αληθινός εαυτός του. Όμως, τους ξεγέλασε και ξεγελάστηκε. «Το αδύνατο θα παρέμενε αδύνατο».

Στις τελευταίες σελίδες ο Τζουντ κρατιέται στη ζωή κρεμασμένος από ένα κλαδί ολισθηρό, εκτεθειμένο σε ένα μόνιμο ψιλόβροχο. Από κάτω του χαίνει μια τρύπα βαθιά σκαμμένη στη γη και εκείνος τρέμει μην γλιστρήσει από το κλαδί και πέσει μέσα της, αν και «ξέρει πως θα πέσει, ξέρει πως πρέπει». Είναι πολύ κουρασμένος και η λαβή του χαλαρώνει σελίδα τη σελίδα.

Lina Pantaleon

372,034 total views, 6 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Καθάρματα και Ήρωες, γράφει ο Κωνσταντίνος Τρικουνάκης [ Η ΜΕΓΑΛΗ ΦΩΤΙΑ, ΛΟΥ ΓΙΟΥΡΕΝΕΚ ]

Σ’ αυτήν την αφήγηση δε χρειάστηκε να προστεθούν φανταστικοί ήρωες, υπερβολές στην εξιστόρηση των γεγονότων ή δραματοποιημένοι διάλογοι. Τα πραγματικά...

Close