Λυκόφως στη ζώνη πυρός, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

«Οι άνθρωποι με ασυννέφιαστη σκέψη δεν έχουν να πούνε τίποτα»   

separator

 

Παρατηρώντας πάνω από μισό αιώνα μετά τον θάνατό του μια παλιά του φωτογραφία ο συγγραφέας διέκρινε στο βλέμμα του «κάτι σαν ρωγμή και μέσα από αυτή έναν μακρινό συννεφιασμένο ουρανό».

Ο εικονιζόμενος Δημήτρης, μολονότι είχε αποτύχει στους αιθέρες, δεν έπαψε ποτέ να νεφελοβατεί, πάνω ψηλά, εκεί όπου άλλοτε συντριβόταν και άλλοτε μεσουρανούσε σε μια νοερή αερομαχία με ένα και μοναδικό όνειρο. Αν και καθηλωμένος στη γη, που νομοτελειακά σακατεύει το σώμα πολεμιστών και αμάχων, επέμενε να διεκδικεί ένα φευγαλέο σκίρτημα ελευθερίας βυθίζοντας το βλέμμα του στα νέφη που περιέτρεχαν τον ουρανό, ευμετάβλητα, κυκλοθυμικά και ολιγόζωα. Λίγες μέρες πριν σκοτωθεί εφορμώντας σε ένα ύψωμα της Κορέας, είχε σηκώσει και πάλι τα μάτια του ψηλά και αντίκρισε: «[…] νέφη διάτρητα από τις ακτίνες του ήλιου κι αυτός χαμένος μέσα τους, ένα μικρό, ταπεινό, ασήμαντο cumulus με δέκα λεπτά ζωής το πολύ, τόσο λίγο, κι όμως για όσο κράτησε ήταν η δική του ζωή. Η δική του».

Με αυτή την σπαρακτική εικόνα, από τις πιο ονειρικές του βιβλίου, αποχαιρετά ο Ηλίας Μαγκλίνης τον ήρωα του μυθιστορήματός του, χαρίζοντάς του με τα φτερά της φαντασίας την εξαίσια πτήση, που διακαώς ποθούσε. Τη στιγμή που αποτολμά το μοιραίο βήμα προς το ύψωμα, «ένα σίγουρο, κατασταλαγμένο βήμα», «ο Δημήτρης έγινε για πρώτη του φορά ιπτάμενος». Στις παρυφές της σφαγής, ατενίζοντας τις «υπέροχες λυκοφωτικές ακτίνες να διαρρηγνύουν τα Θυσανοστρώματα που στόλιζαν τον ουρανό, αυτές τις δέσμες αέρα φωτισμένες από τον πορφυρό ήλιο της χαραυγής στις οποίες παρεμβάλλονταν οι σκιές των νεφών», και ενόσω οι ξιφολόγχες των στρατιωτών του θρυμμάτιζαν το γαλήνιο πρωινό, ο νεαρός ανθυπολοχαγός «[…] εκθέτοντας ολόκληρο το κορμί του στα εχθρικά υψώματα που περίμεναν απέναντι, κατόρθωσε αυτό το βήμα να είναι απόλυτο, στέρεο και αποφασιστικό, ήταν ένα πάτημα πάνω στο χώμα που δήλωνε ίσως σε όλους μα πάνω και κύρια στον εαυτό του ότι, παρά τα όσα σφάλματα είχε διαπράξει, τις αστοχίες, τις αδικίες που είχε υποστεί και παρά τον πόνο που προκάλεσε σε άλλους και στον εαυτό του, κάθε διαδρομή που είχε διανύσει ως τώρα είχε την αξία της, την αναγκαιότητά της, και με αυτή τη στερεότητα, κάτι σαν δικαιοσύνη, να παγιώνεται σαν ένα στιβαρό μνημείο μέσα του, ο Δημήτρης έγινε για πρώτη του φορά ιπτάμενος».

Ο έμμονος πόθος της πτήσης διαπερνά τις σελίδες του μυθιστορήματος, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Το χυτήριο του πατέρα στην Έδεσσα, τότε ακόμη Βοδενά, προβάλλει στην εναρκτήρια σκηνή μέσα από τα ξέφτια ενός εναέριου ονείρου. Η αντίστιξη είναι σφοδρότατη και η επίδρασή της στον ψυχισμό του Δημήτρη παραμένει δυναστική ώς το τέλος. Ενδεχομένως αυτή η άγρια αντίθεση ανάμεσα στους ενύπνιους μετεωρισμούς μέσα σε νέφη διάτρητα από τις ακτίνες του ήλιου και στην απότομη κατακρήμνιση στο σκοτεινό πυρακτωμένο υπόγειο, ήταν η κρίσιμη ώθηση που δημιούργησε εκείνο το βήμα, το οποίο πατώντας γερά στο χώμα όδευε ήδη προς τον ουρανό.

«Το όνειρο είχε απλώσει ρίζες βαθιά μέσα του από πολύ νωρίς, όμως ήταν λες και η γη δεν τον άφηνε να πετάξει». Το χυτήριο δονούνταν από τους βόμβους των αεροπλάνων που πήγαιναν να βομβαρδίσουν τους εναπομείναντες συμμορίτες και αυτός ο αναπαλμός του αέρα έξω από το υπόγειο φλόγιζε τον έφηβο πολύ περισσότερο από το καύμα εκεί μέσα. Εκεί έξω, πάνω ψηλά, ήταν η θέση του, «κάπου μακριά, όχι εδώ χάμω». Ήταν αδύνατον να καταπνίξει αυτό «το λαχτάρισμα μέσα του» και όταν έφευγε από το σκιερό υπόγειο για να σταθεί κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο, τίποτα άλλο δεν υπήρχε πια, μόνο το άπλετο, αστραποβόλο φως, και ήταν τότε σαν να δραπέτευε «από αυτή την κλεισούρα ολόγυρα». Στο ημίφως του χυτηρίου ο Δημήτρης δεν έβλεπε παρά μόνο «τον φρεσκοσκαμμένο του τάφο».

Πριν φύγει για τη Σχολή Ικάρων τελεί μια μικρή ταφή, δηλωτική της επιθυμίας του να απαλλαγεί διά παντός από τη γη. Θάβει το φυλαχτό, μια μικροσκοπική εικόνα του Αγίου Δημητρίου, που του έδωσε η μάνα του, «κάτω από μια πλατιά, βαριά πέτρα» και ανάλαφρος ατενίζει την άπλα του ουρανού και τους μυστήριους σχηματισμούς των νεφών, βέβαιος πως κανένα βαρίδι δεν συγκρατούσε πλέον την απογείωσή του. Όταν αρκετό καιρό μετά επιστρέφει στα Βοδενά με το όνειρό του προδομένο, αλλά ακόμη αρκετά ζωντανό για να τον πνίγει, θυμάται εκείνο το γρουσούζικο φυλαχτό και ξεσπά στη μάνα του, η οποία ευγνωμονούσε τον Άγιο Δημήτριο που ο γιος της θα πατούσε από δω και πέρα γερά στη γη: «Και το όνειρό μου, ρε μάνα, αυτό που σου είχα πει τότε, το δικό μου το όνειρο δεν το σκέφτηκες ποτέ, μόνο το δικό σου όνειρο που δεν είναι καν όνειρο, φόβος είναι, τι σχέση έχει ο φόβος με το όνειρο, ρε μάνα».

Ένας αδόκητος φόβος ντρόπιασε το όνειρο του Δημήτρη. Ένας φόβος δόλιος, που καιροφυλακτούσε στα σωθικά του, τα οποία λιποτακτούσαν ερήμην του. Είχε γλιτώσει από το αδιανόητο, τον θάνατο στον αέρα («γι’ αυτόν δεν υπήρχε ούτε καν ως πιθανότητα»), και νικήθηκε από «τα μαχαίρια που ένιωθε να του στρίβουν βαθιά την κοιλιά» και το ντροπιαστικό χρώμα του ίκτερου στο πρόσωπό του. Ο γιατρός του τάγματος στην Κορέα του είχε πει πως πιθανότατα εκείνο που του ανακάτευε το στομάχι δεν ήταν η δειλία ή η ναυτία, αλλά το μυαλό του, ένα «ευαίσθητο, τρυφερό κι απόκρυφο σημείο του εγκεφάλου του».

Στο Τόκιο, όπου είχε πάει για νοσηλεία, βλέπει σε μια παράσταση κουκλοθέατρου μια κούκλα να κάνει χαρακίρι και τότε μαθαίνει πως στην Ιαπωνία αποκαλούσαν από παλιά την κοιλιακή χώρα «καταδότη της δειλίας», γιατί «στα έντερα φωλιάζει ο φόβος», αλλά και η ψυχή, που το μαχαίρι τη λυτρώνει από τον φόβο. Και αυτή η γιαπωνέζικη κούκλα, που έκοβε την κοιλιά της, ήταν ανάμεσα στις εικόνες, που επέστρεψαν στο βλέμμα του προτού πάψει να βλέπει οτιδήποτε. Τα αεροπλάνα πάνω από τα Βοδενά, «τα σύννεφα μέσα σ’ ένα φωτεινό πρωινό, βουβό και γαλήνιο», ο απέραντος αμερικανικός ουρανός, μια καρτ ποστάλ με το Έμπαϊρ Στέιτ Μπίλντινγκ, η φωτογραφία της Εύας, ένας χορός με μια ξανθιά, το τραγούδι στην αγκαλιά της, το χαμένο φυλαχτό της μάνας του, το ιδρωμένο μες στους ατμούς στέρνο του πατέρα του και μαζί με όλα αυτά η εικόνα ενός περήφανου άνδρα, που δεν λύγιζε ποτέ, ούτε μπροστά στο σπαθί ούτε μπροστά στο κλάμα της αγαπημένης του.

Λίγο πριν τον απόπλου για την Κορέα, ο Δημήτρης, ταγμένος πια στο χώμα, σήκωσε και πάλι το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε τον ουρανό, «τόσο μακριά από τη ζεστή εκείνη γη που ξημέρωνε στον Πειραιά», αποχαιρετώντας ανεπίγνωστα τα τελευταία ελληνικά νέφη που θα έβλεπε ποτέ. Αργότερα, μέσα στο χαράκωμα, θα υψώσει τη ματιά του προς τους μοναχικούς σωρείτες που «[…] σαν να λαμπύριζαν στο λυκαυγές, έπαιζαν, έτρεχαν, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα, όλα είχαν κάτι αφύσικο, κι αυτός να έχει γίνει ένα με το χώμα και τα ζωύφιά του, δεμένος με τη γη, πάντοτε δεμένος με τη γη».

Στην απαντοχή τού πετάγματος παρεισδύει η αγωνία της απολύτρωσης από το χώμα, η προσδοκία του απροσπέλαστου απείρου ή, αλλιώς, η λαχτάρα μιας ψευδαισθητικής αθανασίας, την οποία ο Μαγκλίνης εκπληρώνει διακριτικά για χάρη του νεκρού ανθυπολοχαγού στο επιλογικό μέρος του βιβλίου, όπου η μνήμη έρχεται να αντιμετρηθεί με την ανυπαρξία σε διαδοχικά στιγμιότυπα σκηνοθετημένα σαν επιμνημόσυνες τελετουργίες.

Διαπλέοντας τον Ειρηνικό με προορισμό την Κορέα, ο Δημήτρης είχε δει εμβρόντητος τον άγνωστο ουρανό από πάνω του να τον διαστίζουν δαιμονιώδεις αστραπές, που έκαναν τα σύννεφα να βγάζουν «βροντώδεις ιαχές». Είχε τότε την αίσθηση πως «κάποια μυστηριώδης μορφή προσπαθούσε να φανερωθεί, να αποκαλυφθεί κάπου στο βάθος του ορίζοντα» και «ένιωθε όπως εκείνες οι φιγούρες της Παλαιάς Διαθήκης που είχαν το σπάνιο προνόμιο οι ουρανοί να ανοίγουν μπροστά στα μάτια τους φανερώνοντάς τους αυτό που δεν πρέπει ποτέ να φανερώνεται σε κανέναν θνητό».

Στις εξήντα σελίδες που οδηγούν το μυθιστόρημα στο κλείσιμο, μοιάζει να απλώνεται ένα μεταφυσικό λυκόφως, που ευνοεί τρομακτικές, πρωτίστως όμως άβολες συναπαντήσεις. Οι νεκροί, ποτέ καθησυχαστικά απόντες, επισκέπτονται τους επιζώντες για να διαπραγματευθούν, θαρρείς, την μεταξύ τους συνύπαρξη. Όμως κανένας ζωντανός δεν μπορεί να ξανασυναντηθεί με εκείνον που πένθησε. Οι σελίδες αυτές εξεικονίζουν με συγκρατημένη συγκίνηση το οδυνηρό, ασυμφιλίωτο χάσμα ανάμεσα στα λάφυρα της μνήμης και την απουσία που εγκιβωτίζουν. Ενδεικτική της «αντιπαλότητας» ζώντων και τεθνεώτων είναι η χειρονομία του Δημήτρη να ενταφιάσει στα έγκατα μιας Ντακότας τα προσωπικά αντικείμενα εκείνων που είχε σκοτώσει. Αν ήθελε να επιστρέψει κάποτε στη ζωή, όφειλε να ξεχάσει αυτά τα δυσάρεστα ενθύμια. Και εγκαταλείποντάς τα μπόρεσε για πρώτη φορά να απολαύσει τη «μεθυστική αίσθηση της αιώρησης».

Όταν πια και εκείνος κατέληξε κερματισμένος σε τιμαλφείς μνήμες, επέμενε να υπάρχει, δυσανάγνωστα και αναξιόπιστα, μέσω εκείνων που τον θυμούνταν, αλλά ο συγγραφέας δεν αφήνει ούτε την πραγματικότητα ούτε τις μνημονικές παραχαράξεις να χαλάσουν τον όμορφο τύμβο, που του επιφύλαξε εξήντα σελίδες νωρίτερα. Ακόμα και μετά τη σύντομη επιστροφή του στα εγκόσμια, ο Δημήτρης συνέχιζε «να ίπταται μόνος, μέσα σ’ ένα απέραντο, φωτεινό πρωινό, βουβό και γαλήνιο».

Η ωραιότητα αυτού του επιτύμβιου, αδιατάρακτου πεπρωμένου αναδεικνύεται αν αναλογιστεί κανείς την εσώτατη διαπάλη που έχει προηγηθεί. Η συμμετοχή του Δημήτρη στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα που στάλθηκε στην Κορέα είναι η απόληξη ενός ματαιωμένου ονείρου. Δεν έγινε αεροπόρος, δεν γνώρισε ποτέ την ιπποσύνη της αερομαχίας. Όταν την πρώτη του ημέρα στη σχολή Ικάρων ξέπλενε στους λουτήρες «με μανία όλη του τη ζωή από πάνω του», δεν υποψιαζόταν πως μερικούς μήνες μετά θα ζεμάτιζε το κορμί του στα λουτρά της αεροπορικής βάσης στο Τέξας για να καθαρίσει όχι από μια ζωή, αλλά από κάτι πλατύτερο, μια ντροπή. Η «διαβολική χαρά», που τον αναστάτωνε στη σκέψη της πρώτης του σόλο πτήσης με διθέσιο Χάρβαρντ, μετατράπηκε σε συντριπτική ταπείνωση, που τον άφησε ημιλιπόθυμο στην πίσω θέση του εκπαιδευτικού αεροπλάνου. Η πτήση της μύησης ήταν το όνειρο που έγινε εφιάλτης. Και αυτός ο εφιάλτης κρατούσε ελάχιστα από το αλλοτινό όνειρο. Την πολυμορφία και την ευθραυστότητα των νεφών, την φωτεινότητα ενός μακρινού, φανταστικού πλανήτη, της Αμερικής, την κατακόρυφη εικόνα της «ιπτάμενης» Νέας Υόρκης, την «πάλλουσα γαλήνη» του απέραντου αμερικανικού ουρανού, ένα μελαγχολικό τραγούδι που χόρεψε στην αγκαλιά μιας ξανθιάς, τον τίτλο του κομματιού σημειωμένο με το χέρι της σε μια χαρτοπετσέτα, μια καρτ ποστάλ με το Έμπαϊρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Προπάντων το τραγούδι.

Το τραγούδι («Dream» των The Pied Pipers) μελωδούσε το βραχύβιο όνειρο του Δημήτρη. Ένα όνειρο μόλις τριών λεπτών. Η υπνωτιστική, μελαγχολική μελωδία τον παρότρυνε να ονειρευτεί, ενώ «το σαξόφωνο σε μια σύντομη σόλο πτήση» έκλεινε το τραγούδι οδηγώντας το «σε μια γλυκύτατη σιγή». Ήταν τραγικά εφήμερο, όπως το όνειρο, όπως και η δεκάλεπτη ζωή ενός «κοινού, ασήμαντου cumulus στον ουρανό». Ο Δημήτρης προσγειώνεται άφτερος στα ελληνικά χώματα, κουβαλώντας μαζί του το τραγούδι σε μια πλάκα βινυλίου, αλλά ποτέ δεν θα το ξανακούσει. Όσο πλησίαζε την ελληνική γη, η μελωδία ολοένα χανόταν, ο απόηχός της ερχόταν από κάπου μακριά, λες και «η πλάκα έχανε στροφές, βαθιά στον πάτο μιας φωτεινής θάλασσας». «[…] το φως ερχόταν από ψηλά, μοιρασμένο σε μυριάδες ακτίνες, και κάπου εκεί ψηλά, ένα χιλιοστό πάνω από τη γαλήνια, λαμπερή, αστραφτερή επιφάνεια υπήρχε όλος ο αέρας, όλο το οξυγόνο του κόσμου […]». 

Το σώμα, δεσπόζον στα τρία μέχρι στιγμής βιβλία του Μαγκλίνη, είναι, ως γνωστόν, τυραννικό όσο και ευφραντικό. Ικανό τόσο για πόνο όσο και για ηδονή, ευάλωτο σε πλήγματα αλλά και σε χάδια, γεμάτο αίμα αλλά και χυμούς. Ο Δημήτρης επιστρέφει από την Αμερική με την αίσθηση της ατίμασης από το ίδιο του το σώμα, που «αποζητούσε απεγνωσμένα τη γη». Συνάμα, όμως, επιστρέφει σε ένα άλλο σώμα, που τον κάνει να αγαλιάζει όσο και οι ουρανοί. Διότι δεν χάνεσαι μόνο όταν αναλαμβάνεσαι στα ουράνια, αλλά και όταν καταδύεσαι μέσα στον άλλο. Μες «το ξέφρενο λίγωμα» της ηδονής η σάρκα ξεχνούσε την ύλη της. Και ο Δημήτρης ήξερε πως μπορούσε να υπερίπταται, «άυλος, χωρίς σώμα», ακόμα και πλαγιασμένος σε ένα κρεβάτι. Από την άλλη, η Εύα ήταν «ακαταμάχητα όμορφη όσο και τα σύννεφα, όσο και τα αεροπλάνα» και είχε ένα «σαν σύννεφο πρόσωπο». Της έγραφε: «Είσαι μία καταιγίδα στην ψυχή μου, όμορφη άγνωστη που τόσο λίγο σε ξέρω, είσαι ένα σύννεφο που το βρίσκω μα εκείνο χάνεται, κι όταν βρέχει, νομίζω πως εσύ βρέχεις, είσαι όπως οι Σωρειτομελανίες, τα νέφη των καταιγίδων».

Όταν κάποια στιγμή, ως ανθυπολοχαγός πλέον, συναντιέται τυχαία με δύο από τους παλιούς Ικάρους, που είχαν πια ορκιστεί ανθυποσμηναγοί, τους ακούει, ζεματισμένος από εκείνη την ανεξίτηλη ντροπή, να του μιλούν για την απερίγραπτη αίσθηση της πρώτης μοναχικής πτήσης, για το πρωτόγνωρο φως που αίφνης λούζει το χειριστήριο, για τη μεθυστική αιώρηση «ανάμεσα στον ουρανό και στον πλανήτη». Του λένε ακόμα πως το πιο όμορφο αεροπλάνο είναι πάντοτε το επόμενο, «όπως γινόταν και με τις γυναίκες». Ωστόσο, για τον Δημήτρη δεν υπήρξε ούτε επόμενο αεροπλάνο ούτε γυναίκα. Το Χάρβαρντ δεν έγινε ποτέ δικό του, ούτε και ο ουρανός, η Εύα, όμως, παρέμενε ο σηματωρός του στις εμφύλιες (διττώς) μάχες του. Διότι ένας εσωτερικευμένος εμφύλιος τον πολεμούσε ανελέητα. Σε μια σκηνή του βιβλίου, όπου η ζωή πολιορκεί πεισματικά ένα τοπίο θανάτου, ο Δημήτρης εξερευνώντας με τη διμοιρία του τα εναπομείναντα ίχνη του Δημοκρατικού Στρατού, βρίσκεται ξαφνικά ολομόναχος και άοπλος σε ένα ιδιωτικό μέτωπο.

«[…] ο συμμοριτοπόλεμος μέσα του να μαίνεται ακόμη, ένας άλλος συμμοριτοπόλεμος όμως, δικός του, προσωπικός, μύχιος, όπου ίσως αυτός να είναι ο συμμορίτης – χαμένος, ηττημένος, πεινασμένος ακόμα για το όνειρο, να βγαίνει περίπολο και τις νύχτες να κοντοστέκεται να τσεκάρει την πυξίδα κοιτώντας ψηλά τον πολικό αστέρα».

Η Εύα μπορούσε να νιώσει στο κορμί της τις υποδόριες δονήσεις του εραστή της, που μέσα του συγκρούονταν αδιάκοπα η προσμονή με το ανεκπλήρωτο. Κάποιες φορές, όταν της έκανε έρωτα, τον αισθανόταν «σαν να ξεσπούσε με βιαιότητα σε κάποιον ή σε κάτι που τον πολεμούσε από τότε που είχε γεννηθεί». Όσο ο Δημήτρης στερούνταν το απόγειο που αποζητούσε, τόσο περισσότερο η επιχθόνια ευτυχία με την Εύα καταστελλόταν. Δεν την ήθελε προτού να γίνει ο άνδρας που πίστευε πως είναι, ακόμα και αν συχνά μακριά της «του έλειπε το σώμα της με έναν οδυνηρό τρόπο». Γι’ αυτό εκείνη τη νύχτα, που στεκόταν στην κορυφή του Έμπαϊρ Στέιτ με το στίγμα, πολύ νωπό ακόμα, της ντροπής να καίει στο μέτωπό του, είχε βγάλει από την τσέπη του το σημείωμα με τη διεύθυνσή της και αφού το κομμάτιασε το άφησε να σκορπίσει στην αμερικανική νύχτα. «[…] στον ορίζοντα αναγνώρισε ένα cumulus να σχηματίζεται, για να εξαερωθεί δέκα λεπτά αργότερα, πλήρες ηλικίας και βίου, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ».

Αν τελικά η γη ήταν το πεπρωμένο του, δεν θα παρέμενε «ένας άκαπνος πεζός», που κάθε τόσο χάζευε τα σύννεφα. Μπορεί «κάτι απ’ τον άνδρα μέσα του» να είχε πεθάνει σε εκείνη την πτήση της μύησης, «[…] μα ο λειψός, μισερός άνθρωπος που απόμεινε, αυτό το υπόλοιπο, το κατάλοιπο ενός πλάσματος που δεν ήξερε όρια, ήταν ακόμη εδώ, όρθιος, ολόκληρος […]».

Και ό,τι ακόμα περίσσευε θα το εκμεταλλευόταν για να γίνει πολεμιστής και να θριαμβεύσει σε μια καθαρά ανδρική υπόθεση. Θα πήγαινε στην Κορέα και εκεί, στα ξένα χώματα, θα έγραφε ιστορία. Μια ιστορία, ωστόσο, για την οποία δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα η πατρίδα, που παρ’ όλα αυτά τους καλούσε να την γράψουν. Μετά τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου κανείς δεν ήθελε κι άλλο πόλεμο. Εκείνος, όμως, δεν ήθελε τίποτα άλλο. «Όταν ορκίστηκε και πήρε το αστέρι του ανθυπολοχαγού, ο Γράμμος είχε πέσει». Ο μόνος πόλεμος που ακόμα μαινόταν ήταν στην άλλη άκρη του κόσμου και εκεί ίσως επιτέλους να δικαιωνόταν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα ήταν μια δικαίωση μύχια, γιατί η «προτομή ενός ασήμαντου ανθυπολοχαγού που σκοτώθηκε σε έναν άγνωστο, ξεχασμένο πόλεμο στην άλλη άκρη της γης», δεν μπορούσε να εκληφθεί ως δημόσια αναγνώριση. «[…] δεν ήταν Ρούπελ, δεν ήταν Κρήτη ούτε Ελ Αλαμέιν ούτε Ρίμινι η Κορέα. Ήταν ένας πόλεμος χωρίς μνήμη, κονιορτοποιημένος κάπου ανάμεσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο και στον Εμφύλιο […]».

Όταν πια η Κορέα βρισκόταν πολύ κοντά τους, η Εύα ένιωθε πάνω της το σώμα του Δημήτρη να ανασκιρτά, σαν η προσμονή του να είχε ήδη εκπληρωθεί. Εκείνος τώρα «είχε τα πάντα, είχε την Εύα, είχε το αστέρι στον ώμο και την Ανατολή να απλώνεται στο βάθος». Εκείνη, πάλι, κόντευε να τον χάσει για πάντα. «Τον ένιωθε ορμητικό και τρυφερό μαζί, τον ένιωθε να τη φαντασιώνεται ακόμα και τις στιγμές που την έπαιρνε, να φαντασιώνεται την ίδια γυναίκα εκείνη ακριβώς τη στιγμή που βρισκόταν μέσα της».

Από το άλλο μέρος, το σώμα είναι βάσανο. Χαλάει, ματώνει, πονά, λυγίζει, σπαράσσεται και, το χειρότερο, προδίδει. Το σώμα ήταν που εξόρισε τον Δημήτρη από τους ουρανούς, ταπεινώνοντάς τον. Ωστόσο, το ίδιο αυτό σώμα βαστούσε μέσα του κάτι βαρύ και ακριβό, το ίχνος του πατέρα, τη ρίζα μιας συνέχειας. Ακόμα και αν από αυτή τη ρίζα δεν είχε εκβλαστήσει μόνο ένας ανεκρίζωτος δεσμός, αλλά και η ναυτία (δεόντως σαρκαστική η σωματική πάθηση ως απόρροια των δεσμών αίματος), όταν ο Δημήτρης διέσχιζε για πρώτη φορά τον Ατλαντικό με τα σωθικά του να τον ρημάζουν σύγκορμο, είχε καταλάβει πόσο βαθιά μέσα του κουβαλούσε τον πατέρα του, από τον οποίο από πολύ νωρίς πάσχιζε να φύγει. Και εκείνος είχε κάνει παλιά το ίδιο ταξίδι, στο αμπάρι ενός πλοίου, «διπλωμένος στα δύο από την ξινίλα και τους εμετούς», τότε που μπορούσε ακόμα να ονειρευτεί ότι θα γινόταν κάτι καλύτερο από σιδεράς. Έτσι, «[…] τα στομάχια πατέρα και γιου, με διαφορά δεκαετιών, είχαν επιτέλους συγχωνευτεί, είχαν ενωθεί, είχαν γίνει ένα».

Στο δεύτερο, αντίστροφο, ταξίδι πάνω από τον Ατλαντικό, που τον επέστρεφε στη μικρή γη που του αναλογούσε, τότε που ο Δημήτρης ένιωθε το αμερικανικό τραγούδι του να ποντίζεται στον πάτο μιας φωτεινής θάλασσας, νόμισε πως διέκρινε στην «ήρεμη επιφάνεια του Ατλαντικού, χαμηλά, στο βάθος» «ένα μικροσκοπικό καράβι με τον πατέρα του, ένστολο, χωμένο στο αμπάρι, ν’ αδειάζει τα έντερά του μόνο και μόνο για να γυρίσει πίσω, πίσω στην πατρίδα, σ’ αυτόν τον τόπο που σε καταπίνει και μετά σε ξερνάει, για να σκοτώσει και να σκοτωθεί».

Ο πατέρας του δεν τον αφήνει ούτε στην Κορέα. Φτάνοντας στο χαράκωμα και μπαίνοντας στο αμπρί του, «σε μια σκιερή τρύπα στην πλαγιά του λόφου, κατασκευασμένη με μαδέρια, διαδοχικές στρώσεις χοντρών ξύλων και σάκων γεμάτων άμμο και χώμα», ο Δημήτρης είχε την εντύπωση πως ξαναέμπαινε στο χυτήριο στα Βοδενά. Σε έναν τάφο. Λίγο αργότερα, μες στους διαπεραστικούς αλαλαγμούς και κρότους, τις κραυγές και τις ομοβροντίες της πρώτης του μάχης, με τη μυρωδιά του καμένου μολυβιού να διαχέεται στον υγρό ασιατικό αέρα, ο Δημήτρης νόμισε ότι «[…] μύριζε πάλι τον λιωμένο χυτοσίδηρο, τις αναθυμιάσεις από το λάδι με το οποίο άλειφαν με τον πατέρα του τα καλούπια […]». Ήταν «[…] μια αίσθηση πυκνής, στέρεης βαρύτητας, τα πάντα γύρω του και μέσα του υπάκουαν παθητικά στον νόμο της βαρύτητας, οι ουρανοί βρίσκονταν πολύ μακριά».

Όμως εκεί πέρα που είχε πάει δεν είχε μόνο τον πατέρα του, είχε και μερικά κορίτσια. Την ξεθαρρεμένη Χριστίνα, η οποία ήταν ιδιαίτερα φιλόξενη στο κρεβάτι της που μοσχοβολούσε βανίλια, την ξανθιά Λιζ, που τον είχε χορέψει για τρία λεπτά σε ένα ολόφωτο ντάινερ του Τέξας, την Εύα, που του γελούσε από την άλλη άκρη του κόσμου με «το βραχνό κοριτσίστικο γέλιο της». Κάποιες φορές η εξοντωτική υπερένταση τον έκανε να συγχέει τις μορφές σε ένα αλλόκοτο παλίμψηστο, που σχηματιζόταν μεταξύ λήθαργου και αγρύπνιας, μεταξύ φωτιάς και σιωπής. Τότε μέσα από τη βραχνή φωνή της Εύας αντηχούσε το χτύπημα του σφυριού και ο Δημήτρης έβλεπε ξανά τον πατέρα του μες στους σπινθήρες, το κάρβουνο και τον λιωμένο χυτοσίδηρο. Όπως κι αν έχει, κρεβάτια έβλεπε. Τα σιδερένια κρεβάτια που έφτιαχνε ο πατέρας του και τα κρεβάτια που έχανε με την Εύα.

Απέναντι σε ένα σιδερένιο κρεβάτι σε ένα πορνείο στο Μεταξουργείο ένα καντήλι καίει δίπλα στην εικόνα ενός αγγέλου. Η κοπέλα εξηγεί στον ανήσυχο Δημήτρη πως είναι «ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, που παίρνει τις ψυχές» και ενόσω εκείνος φαντασιώνεται περιδεής τις εξαίσιες πτήσεις του αγγέλου με τις πελώριες φτερούγες, εκείνη του ξεκουμπώνει το παντελόνι καλώντας εκστατική τον Χάρο να μπει στο γλέντι. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μία από τις ομορφότερες σκηνές του βιβλίου.

Η μυστική αλληλοδιείσδυση του τρόμου του θανάτου και της ερωτικής έξαψης είναι ένα ζήτημα οικείο στη λογοτεχνία. Ο Μαγκλίνης το χειρίζεται εκπληκτικά παρεμβάλλοντας στις πιο δραματικές για το σώμα στιγμές ένα ακαταδάμαστο ξέσπασμα του πόθου. Όταν, για παράδειγμα, ο έφηβος Δημήτρης αντικρίζει ανάμεσα στους αιχμάλωτους αντάρτες, που περιέφεραν στην κεντρική πλατεία του χωριού του, μια σακατεμένη, κουρελιασμένη κοπέλα, «ούτε που κατάλαβε πώς έγινε και τον αναστάτωσε ένας άγριος ερεθισμός». Μια άγρια διέγερση τον συνταράζει και στη θέα του πρώτου νεκρού Κινέζου. «Ο Δημήτρης κοίταξε τον σκοτωμένο και μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν η δική του ανάσα που ακουγόταν βαριά και ασθμαίνουσα, όπως όταν έκανε έρωτα στην Εύα […]». Στο πρώτο του αντάμωμα με την Εύα το σώμα του θυμήθηκε ακαριαία την αναστάτωση που του είχε προκαλέσει η εξαθλιωμένη αιχμάλωτη, «μονάχα που εκείνο το ξάναμμα δεν ήταν τίποτε μπροστά σε αυτό που ένιωθε τώρα». Τον καιρό που ερωτεύθηκαν, όλη η Αθήνα, που άδειαζε από τους κατακτητές αφήνοντας χώρο για άλλα μέτωπα, «[…] σπαρταρούσε από έναν ανεξιχνίαστο, βρομερό πόθο για σώματα που δεν ήταν διαθέσιμα, τη στιγμή που τόσα και τόσα νεανικά κορμιά αναχωρούσαν για τις μάχες στα βουνά έξω απ’ την πρωτεύουσα».

Στις σελίδες τα σώματα αγγίζονται συχνά σε όλβια σμιξίματα, αλλά εκείνες που συγκλονίζουν είναι όσες τα παρατηρούν να συνθλίβονται από τη βία, ενάντια το ένα στο άλλο, εξαγριωμένα και παραλογισμένα. Οι μάχες μαίνονται σε συνταρακτικές απεικονίσεις. Ο Μαγκλίνης περιγράφει ανατριχιαστικά το μακέλεμα της σάρκας, αλλά και τη μανιασμένη αλλοφροσύνη που κυριεύει το μυαλό από το άρπαγμα του θανάτου. Ο ήρωάς του δεν ξέχασε ποτέ τον τρόπο με τον οποίο κάπνιζαν οι αιχμάλωτοι αντάρτες, «δεν έφερναν το χέρι με το τσιγάρο στο στόμα, αλλά πήγαιναν το στόμα στο τσιγάρο». Το σώμα τους αγνοούσε πλέον το αυτονόητο. Είχε επιζήσει, αλλά όχι ακέραιο. «Έπαθαν την πολεμίτιδα» είχε πει τότε κάποιος στον Δημήτρη. Μετά την τρομερή εμβοή της αλληλοσφαγής, τις ιαχές, τους κρότους, τα ουρλιαχτά, μετά από «τόση φασαρία, τόσα όπλα, τόσες κραυγές και λάμψεις», ούτε ο Δημήτρης μπορούσε πια να φέρει το τσιγάρο στο στόμα.

Το άμεσο βίωμα του μακελειού στην Κορέα, οι κατάσπαρτες πλαγιές με κορμιά, που πάλευαν, λογχίζονταν, δαγκώνονταν, γρονθοκοπούνταν, αιμορραγούσαν και πέθαιναν, υποχρεώνει τον νεαρό ανθυπολοχαγό να αναλογιστεί άλλοτε έντρομος και άλλοτε έκπληκτος την τρωτότητα του ανθρώπινου σώματος. Παραδόξως, τα κρεουργημένα κορμιά που σήπονταν στην καψαλισμένη γη, δεν τον προϊδέαζαν για την τύχη και του δικού του σώματος, αλλά αφύπνιζαν την παλιά απορία για τα σημάδια από τραύματα στο σώμα του πατέρα του. Είτε ως επίδοξος Ίκαρος είτε ως εν ενεργεία ανθυπολοχαγός, ο Δημήτρης ουδέποτε σκέφτηκε πως κάποιος πόλεμος κάποτε θα τον σκότωνε, όπως δεν είχαν σκοτώσει τον πατέρα του οι τόσες εκστρατείες στις οποίες είχε συμμετάσχει από τις αρχές του 20ού αιώνα, εναντίον των Οθωμανών και μετά των Βουλγάρων, μέχρι και την προέλαση στον Σαγγάριο. Η απορία του για τις ανείπωτες ιστορίες, που κρυπτογραφούσαν οι ουλές στον γυμνό οστεώδη κορμό του πατέρα του, ουδέποτε απαντήθηκε και ο Δημήτρης παρατηρώντας ξανά μέσα στο χαράκωμα το σημαδεμένο στέρνο, «αυτό το γλυμμένο εγχάρακτο γυαλί που είχε για δέρμα», αναρωτιόταν αν και ο πατέρας του αποσιωπούσε παρόμοιες σφαγές. Και ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιες ουλές είχαν εγχαράξει στη σάρκα του οι πόλεμοι και ποιες η ειρήνη εν καμίνω. Τι είχαν κάνει τα χέρια του και τι του είχαν κάνει τα άλλα, των εχθρών. Στην τελευταία τους συνάντηση επιβαλλόταν κυριαρχικά αυτό «το πατρικό δοκιμασμένο χέρι», που έσφιγγε τρυφερά το γόνατό του, και ο Δημήτρης μπορούσε «να αισθανθεί τη ροζιασμένη πέτσινη παλάμη του πατέρα του πάνω απ’ το τραχύ χακί παντελόνι της στολής».

Σε εκείνη τη φορτισμένη μα και δωρική συνάντηση, ο πατέρας μιλάει στον γιο για την πυρίτιδα κάθε πολέμου, το μίσος, το τοξικό γονιδίωμα της φυλής μας. Ο Μαγκλίνης προσφέρει στη λιγομίλητη πατρική μορφή μια σελίδα ατόφιου, συμπαγούς νοήματος, υποσημαίνοντας τη σπουδαιότητά της για τη διάπλαση του γιου ως πολεμιστή. «Μα πόσο θυμωμένοι είμαστε όλοι μας», του λέει. Και για πρώτη φορά ομολογεί την κατανόησή του για την ανάγκη του γιου του «[…] να φύγει, να πετάξει όσο πιο μακριά γίνεται απ’ αυτό το δυστυχισμένο μέρος ολόγυρά τους με όλο αυτό τον θυμό, σαν να βγαίνει μέσα από τις ίδιες τις πέτρες, το χώμα, τη γη, τόσος θυμός, προϊστορικός θυμός, αρχαίος, βυζαντινός, δεύτερο δέρμα, αυτό το μίσος, η καχυποψία και η οργή, η αγανάκτηση και το μπούχτισμα, σαν να μην αντέχουμε ο ένας τον άλλο».

Η κατατραυματισμένη σορός του Δημήτρη έρχεται να ακουμπήσει στο διάστικτο από σιωπές σώμα του πατέρα του και αυτή η άρρηκτη πια εγγύτητα επισφραγίζει την ταύτισή τους. Όπως αναφέρει ο γιατρός του τάγματος, το πτώμα «έφερε τα τραύματα ενός πραγματικού ήρωα». Ο πατέρας δεν θα δει ποτέ αυτό το γεμάτο εκδορές και μώλωπες πρόσωπο, αλλά σαν να συνεργούσε και εκείνος από μακριά, και από πολύ χαμηλότερα, στο τελεσίδικο πλησίασμά τους, έβγαινε μόλις άκουγε αεροπλάνο έξω «κι έψαχνε τον ουρανό με το μάτι», «ακόμα κι αν δεν υπήρχε αεροπλάνο πια». Ένα νεύμα καταλλαγής προς τον φτερουγισμένο.

«Το όνειρο δεν φτάνει. Δεν μπορείς να κάμεις χωρίς το όνειρο, αλλά δεν μπορείς και να κάμεις μόνο με αυτό». Ο Δημήτρης αναζήτησε σε ουρανό και γη ένα «ψήγμα μεγαλείου», αλλά η αποθέωση που ποθούσε, ήθελε πάντοτε κι άλλο, κι άλλο. Για να πετάξει στα ύψη όπου ουρανοδρομούσε, έπρεπε πρώτα να πετάξει κάτι από το όνειρο. Και τελικά ήταν κάτω από τα σύννεφα που εκπόρθησε τη νεφελοκοκκυγία του.

Ένας καθηγητής μετεωρολογίας είχε πει κάποτε στον νεαρό ενθουσιώδη Ίκαρο: «[…] νωρίς το πρωί, λίγο μετά το χάραμα, ο ουρανός προσφέρεται για μερικά μικρά θαύματα που μπορεί να σας οδηγήσουν σε μιαν εσωτερική γαλήνη».

Κάποιο λυκαυγές μερικά χρόνια αργότερα, ο νεαρός ανθυπολοχαγός κλείνοντας τα μάτια ανυψώθηκε προς έναν νοητό θόλο και αιωρήθηκε στη φαντασμαγορία στο πίσω μέρος των βλεφάρων του. Όλη του η μικρή, εφήμερη ζωή έστεκε εκεί μπροστά του, αδημονώντας για το ύστατο βήμα, που θα την απολύτρωνε από τα όριά της και θα τη διέχεε ψηλά, πολύ ψηλά, μεσουρανίς.

Γράφει για τους πολέμους, που εγγράφονται στη σάρκα, αλλά και κάτω από αυτή, που ξεσπούν και διαρκούν, χωρίς αίμα αλλά και χωρίς εκεχειρίες, αναπάλλοντας την ύπαρξη σε έναν πυρετώδη ρυθμό. Γράφει ακόμα για όλα εκείνα που διαστέλλονται σε μια εμπόλεμη συνείδηση. Για τον πόνο, την απώλεια, τον έρωτα, την ταπείνωση της ήττας και τη μέθη της κατάκτησης, την υπέρβαση και τη συντριβή, αλλά και για τις λαχτάρες και τα πάθη της κοινής, καθημερινής ζωής, που η νοσταλγία τους γίνεται βασανιστική μες στη σφαγή. Ο ήρωάς του είναι ένας σκοτωμένος, που κάποτε γελούσε, όπως όλοι οι σκοτωμένοι. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι ένα πρόσωπο που έζησε μια ευτυχισμένη λογοτεχνική ζωή, σε εκείνο τον μοναδικό πλανήτη, που γεωγραφούν οι λέξεις, εκεί όπου τόσο η γαλήνη όσο και η αγωνία φτιάχνουν στις σελίδες μικρά, πανέμορφα στερεώματα. 

magklinis_ilias

 

 

140,970 total views, 3 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
“Ο καθένας σήμερα μπορεί να σκοτώσει με λέξεις, ο καθένας…” Διαβάστε τη «Λογοτεχνική Αστυνομία» του Ignatius Letterman

Ο Ignatius Letterman, ενενήντα δύο ετών πια αναπολεί τα χρόνια της φωτιάς και τις ένδοξες μέρες της θητείας του στο...

Close