Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 12 & 13), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

 

                               

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Η Εύα συνήλθε από το σοκ κι ένιωσε ένα κύμα οργής να ανεβαίνει από το στομάχι της. Αυτός ο άντρας, ο αγαπημένος της, φερόταν τώρα σαν εξουσιαστής αστυνομικός και εισέβαλλε στο χώρο της σαν να ήταν προέκταση του γραφείου του. Κι ακόμα χειρότερο… θεωρούσε δεδομένο ότι θα του το επιτρέψει.

«Κύριε αστυνόμε, διαθέτετε ένταλμα;»

«Παρακαλώ;»

Ο πληθυντικός αριθμός δεν ειπώθηκε από την Εύα ώστε να προσδώσει στη στιγμή το ανάλογο κύρος, αλλά προκειμένου να δηλώσει την απομάκρυνση από τον άντρα της καθώς και το τείχος που ύψωνε ως άμυνα. Αυτή η προσφώνηση στάθηκε ικανή να αποσυντονίσει το Μάρκο για μερικά δευτερόλεπτα. Περίμενε τη γυναίκα του σύμμαχο.

«Απαντήστε μου», η φωνή της τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

«Δε χρειάζεται ένταλμα για να υποβάλλω κάποιες ερωτήσεις σε πολίτες.»

«Ωραία, τότε είτε θα περιμένετε να τελειώσουμε τη συνεδρία, είτε θα τους καλέσετε στο γραφείο σας για ανάκριση.»

«Εύα, τι λες; Εδώ διακυβεύεται η ασφάλεια των πολιτών. Ανάμεσά σας υπάρχει ένας δολοφόνος κι εσύ…»

«Ανάμεσά μας; με θεωρείς κι εμένα ύποπτη; Αν θέλεις κάτι, φώναξε με στο γραφείο σου. Θα έρθω.»

Ο ενικός επανήλθε αλλά για να υποδηλώσει το θυμό, ο οποίος πνιγόταν στα στήθη της Εύας.

«Εύα, δε θα με αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου;»

«Εσύ δεν με αφήνεις να κάνω τη δική μου. Εδώ δεν είναι γραφείο ανακρίσεων κι εδώ μέσα δε θα διεξαχθεί τίποτα τέτοιο. Όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άνθρωποι, οφείλω όσο είναι εδώ μέσα να τους προστατεύω!»

«Το ξέρεις ότι μπορεί να υποθάλπεις έναν εγκληματία;»

«Ωραία, λοιπόν, μπορείς να με συλλάβεις. Τι περιμένεις; Φόρεσε μου χειροπέδες!»

Ο Μάρκος δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε η Εύα. Επίδειξη ισχύος απέναντί του; Μα ήταν δυνατόν; Θα κάλυπτε έναν εγκληματία; Αν έφευγε, ίσως του έδινε χρόνο. Είχε τρελαθεί! Έβαζε πιο πάνω την υπόληψη της ομάδας της από το κοινό συμφέρον; Αισθανόταν ότι αν συνέχιζε να επιμένει, θα ρεζιλευόταν μπροστά στους υφιστάμενούς του. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αλλά αυτό δε θα της το συγχωρούσε.

Περίμεναν κάτω από την πολυκατοικία όπου στεγάζονταν τα γραφεία της ομάδας. Πρώτοι κατέβηκαν ο Μάνος και ο Στέφανος. Ο Σπύρος τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν κι εκείνη συμφώνησαν πρόθυμα. Στη συνέχεια ο Διονύσης με τα δυο κορίτσια της παρέας έφεραν κάποιες αντιρρήσεις. Ο Διονύσης κόμπασε ότι προερχόταν από μια οικογένεια υπεράνω υποψίας. Δήλωσε ότι δε συνήθιζε να κρατάει κάρτες και την είχε πετάξει αφού πέρασε το τηλέφωνο στις επαφές του κινητού του. Έφυγε λέγοντας τους πως αν ήθελαν, μπορούσαν να τον βρουν στο σπίτι. Η Λένα με τη Γιωργία υπέδειξαν τις κάρτες τους κι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν. Δεν είχαν σκοπό να ξοδέψουν τη βραδιά τους στο αστυνομικό τμήμα. Ο Μάρκος όμως τις απείλησε με κράτηση αν αντιστέκονταν κι έτσι μπήκαν κι αυτές στο περιπολικό. Η Μαργαρίτα ήταν η δεύτερη που δήλωσε ότι δεν είχε την κάρτα γιατί πολύ απλά την είχε χάσει. Παρόμοια δικαιολογία με το Διονύση έφερε και ο Χάρης. Ο μόνος που αφέθηκε ελεύθερος της ανάκρισης ήταν ο Θεόφιλος. Έδειξε τυπικά την κάρτα του κι έφυγε με το αναπηρικό του αμαξίδιο. Οι υπόλοιποι -πλην του Διονύση- μεταφέρθηκαν στη ΓΑΔΑ.

 

*****

Η Στεφανία έτρωγε μια καλοψημένη μπριζόλα στο εστιατόριο απέναντι από το κανάλι. Οι τηγανητές πατάτες που τη συνόδευαν θα έμεναν στο πιάτο, καθώς ήταν άνοστες και δεν είχε καθόλου διάθεση να κάνει παράπονα. Εξεπλάγην όταν είδε τη σιλουέτα της αδελφής της να ανοίγει τη διαφανή πόρτα και να την πλησιάζει. Ο σερβιτόρος κατέφθασε να της προσφέρει νερό και να πάρει παραγγελία. Ζήτησε ένα φιλέτο κοτόπουλου.

«Μπα, πεθύμησες την αδελφούλα;»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί φαίνεται από χιλιόμετρα πως κάτι έχεις…»

Η Εύα της εξήγησε την εισβολή -ναι, έτσι το χαρακτήρισε- που είχε κάνει πριν λίγο ο Μάρκος στο γραφείο της προκειμένου να εκτελέσει τα αστυνομικά του καθήκοντα. Πίστευε ότι την εκμεταλλεύτηκε. Δεν την υπολόγισε και δε σεβάστηκε τη δουλειά της. Θεώρησε ότι επειδή ήταν ζευγάρι μπορούσε να καταπατήσει τον προσωπικό της χώρο αυθαίρετα. Ο  ζήλος του να ανακαλύψει τον δολοφόνο τον έκανε να την  παραβλέψει.

 

*****

Ο Μάρκος προσπαθούσε να μείνει συγκεντρωμένος στη δουλειά και να ανακρίνει τους υπόπτους μαζί με τον Σπύρο. Αναζητούσαν τα άλλοθι τους για τους τρεις φόνους. Ο Μάρκος, όμως, σκεφτόταν συνεχώς το υπεροπτικό ύφος της Εύας. Έβαλε πάνω απ’ όλα την υποτυπώδη υπόληψη μιας ομάδας και τον ταπείνωσε μπροστά σε όλους. Γνώριζε ότι δε θα μπορούσε να τη συλλάβει και το εκμεταλλεύτηκε. Παρενέβη στον τρόπο που ασκούσε τη δουλειά του μόνο και μόνο επειδή ήταν η σύντροφός του και ήξερε ότι θα της το επέτρεπε και δεν θα μπορούσε να αντιδράσει διαφορετικά.

Από τις γυναικείες φυσιογνωμίες, η Λένα, για έναν απροσδιόριστο λόγο, του έκανε εντύπωση. Είχε την αίσθηση ότι την είχε ξανασυναντήσει κι η φωνή της κάτι του θύμιζε. Εδώ που τα λέμε, και το παρουσιαστικό της δεν του ήταν άγνωστο. Η μνήμη του όμως δεν λειτουργούσε σωστά, εξαιτίας της σύγχυσης που είχε πάρει.

 

*****

Ο Θεόφιλος υποδέχτηκε για ακόμα μια φορά το Χριστόφορο στο ναό του και του διηγήθηκε τα αποψινά γεγονότα. Στο άκουσμά τους, ο Χριστόφορος χλόμιασε. Έμεινε για φαγητό μαζί του αλλά φαινόταν ότι βιαζόταν να επιστρέψει στο σπίτι του. Για πρώτη φορά το αγόρι τον έβλεπε να είναι τόσο διεκπεραιωτικός και να τον απασχολεί έντονα κάτι, αλλά δε θέλησε να τον ρωτήσει. Προτιμούσε να του μιλήσει ο ίδιος από μόνος του όταν ήθελε.

 

*****

Εν ολίγοις, όλοι οι ύποπτοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Όλοι όμως είχαν αμφίβολο άλλοθι. Ισχυρίζονταν ότι βρίσκονταν στο σπίτι της βραδιές των φόνων και το ένα πρωινό, εκτός του Χάρη. Η Λένα κι η Γιωργία έμεναν μαζί και έδιναν άλλοθι ουσιαστικά η μία στην άλλη. Αντίστοιχη περίπτωση ήταν και ο Μάνος με το Στέφανο. Ο Χάρης ομολόγησε ότι συνήθιζε να περιτριγυρίζει στους δρόμους και δε θυμόταν πού βρισκόταν τις συγκεκριμένες μέρες και ώρες. Η Μαργαρίτα, πάλι, δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Μιλούσε σαν να ήταν ένα άτομο με αμνησία. Ο Μάρκος κι ο Σπύρος κατέληξαν ότι πιο ύποπτοι ήταν ο Χάρης κι η Μαργαρίτα, καθώς κι ο Διονύσης.

 

*****

Το τηλέφωνο του γραφείου χτύπησε κι ένας αστυφύλακας τον ενημέρωσε ότι κάποιος πολίτης ζητούσε να τον δει σχετικά με την υπόθεση του απόστολου Κυρίου.

Την πόρτα πέρασε ένας άντρας μέσης ηλικίας και καλοντυμένος. Συστήθηκε ως Αριστοτέλης Πυλαρινός. Ήταν γνωστός εφοπλιστής και πατέρας του Διονύση. Αφού τους διαβεβαίωσε για την αθωότητα του παιδιού του προχώρησε σε μια ιστορία για μια περίεργη κλοπή. Πριν από μια εβδομάδα, κάποιος παραβίασε την πόρτα της αποθήκης -που στεγάζεται στην πίσω πλευρά του  σπιτιού του- και έκλεψε ένα αντικείμενο πολύτιμης αξίας. Ο ίδιος το δήλωσε στην αστυνομία την άλλη μέρα. Το αντικείμενο αυτό ήταν ένα σπαθί που είχε αγοράσει σε μια εκδρομή στην Αφρική πριν από χρόνια. Υποψιαζόταν ότι ο απόστολος Κυρίου το έκλεψε και ήθελε να το ταυτοποιήσει με το όπλο της τελευταίας δολοφονίας.

Ο Μάρκος τηλεφώνησε στη Βασιλική και της έδωσε εντολή να του φέρει φωτογραφίες που απεικόνιζαν το σπαθί που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος. Εκείνη μετά από δέκα λεπτά παρουσιάστηκε με τις φωτογραφίες σε ένα φάκελο. Ο Μάρκος, αφού τις έβγαλε από το φάκελο, τις προέταξε στον κο Αριστοτέλη Πυλαρινό. Αυτός χλόμιασε κι αναγνώρισε σχεδόν αμέσως το πολύτιμο απόκτημά του. Ήταν σίγουρος ότι ο απόστολος Κυρίου έκλεψε αυτό το αντικείμενο παραβιάζοντας το σπίτι του. Γιατί όμως ειδικά από αυτόν;

Ο Μάρκος όμως είχε να τον τριβελίζουν κι άλλες ιδέες. Ίσως ο απόστολος Κυρίου να ήταν ένας γνωστός του πλούσιου εφοπλιστή. Ίσως πάλι να ήταν φίλος του γιου του και μάλιστα από την ομάδα της Εύας. Ίσως όμως και να είχε σκηνοθετήσει τη διάρρηξη ο ίδιος ο Διονύσης, προκειμένου να απενοχοποιήσει με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του…

 

*****

Είχαν περάσει προπολού τα μεσάνυχτα κι ο Χριστόφορος αναπαυόταν στον καναπέ του σαλονιού του περιμένοντας το Χάρη. Ώρες κοιτούσε τους δείχτες του ρολογιού στον τοίχο να κυλούν ώσπου να δείξουν τρεις και δέκα και να ακούσει το αναμενόμενο γύρισμα στην κλειδαριά της πόρτας.

Ο Χάρης, όταν αντίκρισε το θείο του να τον περιμένει, ήταν έτοιμος να εξοργιστεί ξανά μαζί του. Η πραότητα όμως στο βλέμμα του και η ψυχρότητα στη φωνή του δεν του το επέτρεψαν.

«Απόψε θέλω να τα ξεκαθαρίσουμε όλα! Θέλω να μου μιλήσεις. Θέλω να μάθω τα σχέδιά σου. Ό,τι ειπωθεί θα μείνει μεταξύ μας. Σου δίνω το λόγο μου, όχι σαν ιερέας, αλλά σαν θείος σου, σαν αδελφός του πατέρα σου, του ανθρώπου που σε γέννησε, ως ο άνθρωπος που σε μεγάλωσε κι έκανε σφάλματα, αλλά χωρίς να φταίει. Θέλω να σε ακούσω. Χθες βράδυ συνέβη άλλος ένας φόνος. Συνέβη την ώρα που εσύ κι εγώ μιλούσαμε με μηνύματα. Κι είχες ενεργοποιημένο το gps κι έτσι ξέρω ότι βρισκόσουν στην Κηφισιά, στην περιοχή που σκότωσαν τον τελευταίο ιερωμένο. Θέλω να μάθω τι πρέπει να ξέρω. Απόψε, εσύ κι εγώ θα μιλήσουμε κι αυτή η νύχτα, αυτό το σπίτι, θα σφραγίσει ό,τι πούμε.»

Ο Χάρης θα γινόταν έξαλλος, αν ο θείος του δεν είχε τόση ηρεμία και αποφασιστικότητα στο βλέμμα του. Αποφάσισε όμως να ανοίξει το στόμα του και να εξομολογηθεί τα πάντα στον μοναδικό άνθρωπο που τον νοιαζόταν.

 

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Η νύχτα έβγαλε στην επιφάνειά της ένα κόκκινο φεγγάρι να σηματοδοτήσει όλο τον πόνο και τη λύπη που έκρυβαν οι άνθρωποι. Σιγά-σιγά η μέρα ερχόταν κι όλοι θα έρχονταν αντιμέτωποι με τα δικά τους προβλήματα.

 

*****

Αν κάποιος από τους δυο τους έκανε το πρώτο βήμα για να έρθουν πιο κοντά, σίγουρα αυτός δε θα ήταν ο Μάρκος κι αυτό το ήξερε η Εύα. Όχι γιατί εκείνος ήταν πιο εγωιστής. Αλλά γιατί εκείνη ήταν η πιο συγκαταβατική κι, εν τέλει, έτσι τον είχε μάθει· να υποχωρεί. Αφού έστρωσε το κρεβάτι της λίγο μετά τις οκτώ, ντύθηκε πρόχειρα κι αποφάσισε να πάει να τον βρει. Περπατούσε στην άκρη του πεζοδρομίου κι ο ήλιος φώτιζε τα μαλλιά της που έλαμπαν. Μαζί με τα αυτοκίνητα που έτρεχαν δίπλα της, άφηνε να φύγουν κι όλες οι σκέψεις της. Ήταν ανάλαφρη γιατί έτσι έπρεπε να είναι.

 

*****

Ο Μάρκος έφτασε πεζός στην Αλεξάνδρας. Είχε επιλέξει να πάρει το μετρό για να μεταβεί στη δουλειά του. Ήταν λάθος του, καθώς ο θόρυβος του κόσμου επιδείνωνε τον πονοκέφαλό που του προκαλούσε η ανησυχία του για τη σχέση του με την Εύα. Σήμερα όλα ήταν διαφορετικά. Χθες, συνεπαρμένος από την ορμή για τη σύλληψη του απόστολου Κυρίου έβαλε στο περιθώριο -όσο ήταν εφικτό- τη σύγκρουσή του με την Εύα. Αλλά όταν κοιμήθηκε -λες κι ο ύπνος καθάρισε το μυαλό του από κάθε τι περιττό για την προσωπική του ζωή- ανασύρθηκε από το συνειδητό του το πραγματικό του πρόβλημα.

Σταμάτησε στο καφέ της γωνίας για να προμηθευτεί τον καθιερωμένο πρωινό εσπρέσο. Αφού πλήρωσε και περίμενε να πάρει το ζεστό ρόφημα, είδε με την άκρη του ματιού του μια γνωστή φυσιογνωμία.

 

Ο Χριστόφορος, ξάγρυπνος εξαιτίας της συζήτησης του με το Χάρη, έπρεπε να αντιμετωπίσει το συμβούλιο που είχε συγκαλέσει προκειμένου να συσπειρώσει τον κλήρο του. Έφτασε στην αρχιεπισκοπή εμφανώς καταβεβλημένος. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου, το οποίο του φάνηκε πολύ επιβλητικό και δεν τον βοηθούσε να χαλαρώσει. Ήταν έντονα προβληματισμένος με την αποκάλυψη των σχεδίων του Χάρη. Αυτό το παιδί είχε πληγωθεί από το θάνατο του πατέρα του  και τη διαβίωσή του σε ορφανοτροφεία της εκκλησίας. Ετοιμαζόταν τώρα να προβεί σε ένα μεγάλο έγκλημα που θα τον έστελνε στη φυλακή και θα κατέστρεφε το υπόλοιπο της ζωής του. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον αποτρέψει.

 

*****

Στο ίδιο καφέ με το Μάρκο ήταν μια από τις υπόπτους. Η Λένα έσπευσε να χαιρετήσει τον αστυνομικό. Η σωματική επαφή μαζί της τον ηλέκτρισε. Κάτι απροσδιόριστο προσπαθούσε να ανασύρει στη μνήμη του, το οποίο ίσως ήταν σημαντικό για τις έρευνες. Η κοπέλα απομακρύνθηκε, αλλά αυτός έμεινε με την εντύπωση ότι η συνάντησή τους δεν ήταν τυχαία. Αποσβολωμένος δεν πρόσεξε καν την Εύα που τον πλησίαζε.

«Καλημέρα Μάρκο! Πού τρέχει ο λογισμός σου; Στην κοπέλα που μόλις έφυγε;»

«Εύα, την ξέρεις καλά αυτήν την κοπέλα;»

«Όσο χρειάζεται.»

«Κάτι μου θυμίζει, αλλά…»

«Ίσως τη γυναίκα των ονείρων σου!»

Χαμογέλασαν και οι δύο. Αυτό ήταν.

 

*****

Ο απόστολος Κυρίου γονάτισε μπροστά στον Εσταυρωμένο. Παρακαλούσε τον Κύριο του να του δώσει λίγη πίστωση χρόνου, αλλιώς θα τον ανακάλυπταν και δε θα μπορούσε  να φέρει εις πέρας τη μεγάλη αποστολή που του είχε αναθέσει. Ήθελε ακόμα πολύ για να εξαγνίσει την εκκλησία του από τα μιάσματα και να Του την παραδώσει. Έπρεπε να ξεσκεπάσει την υποκρισία που κατέκλυζε τον οίκο Του. Και πάλι, όντας γονατιστός στο δημιουργό του, Εκείνος του έδωσε τη Θεία Φώτιση.

 

*****

Η Βασιλική επισκέφτηκε στο ψυχιατρείο τη Θάλεια. Θα μπορούσε να πάει ο Σπύρος, αλλά προτίμησαν να στείλουν μια γυναίκα. Ήταν η μόνη που είχε έρθει σε άμεση επαφή με τον ψυχρό δολοφόνο αλλά δεν είχε και πολλά να τους πει. Σοκαρισμένη από την αιματηρή δολοφονία του άντρα της, δεν είχε προσέξει τα χαρακτηριστικά του. Τα μάτια της θόλωσαν κι ο εγκέφαλος της αρνήθηκε να συγκρατήσει πληροφορίες. Το περίεργο ήταν ότι δεν μπορούσε να τους διαβεβαιώσει αν ήταν άντρας ή γυναίκα. Ήταν στα μαύρα ντυμένος και κάλυπτε το πρόσωπό του με ένα κασκόλ. Ίσως ήταν λίγες οι πιθανότητες να είναι γυναίκα, αλλά παρόλα αυτά υπαρκτές.

 

*****

Ο Σπύρος πέρασε την πόρτα του δημοσιογραφικού γραφείου της Στεφανίας. Αν κι εκείνη δεν είχε αντικρίσει τον απόστολο Κυρίου, τον είχε ακούσει. Οι ψίθυροι του όμως, δεν ήταν ικανοί να διαλευκάνουν την ταυτότητα του φύλου του.

 

*****

Το νοικιασμένο αυτοκίνητο ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του αποψινού ενοικιαστή του. Μετά το πάτημα του κατάλληλου κουμπιού στα κλειδιά οι πόρτες ξεκλείδωσαν για να υποδεχτούν αυτόν που κάθισε στο κάθισμα του οδηγού. Έβαλε μπρος κι οδήγησε με επιδεξιότητα, σαν να ήταν άλλο ένα μέρος του τελετουργικού του. Κατευθύνθηκε προς το μέρος εκείνης, αυτής που θα ήταν το μέσο για να επιτύχει το σκοπό του.

 

*****

Ο Μάρκος ήταν ριγμένος στο γυμνό σώμα της Εύας. Εκείνη, ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού, απολάμβανε ακόμα τα φιλιά του. Ήταν καθιερωμένο το αποψινό δείπνο με το ίδιο καθιερωμένο συνοδευτικό. Το άρωμα του κρασιού την διέγειρε περισσότερο.

Και ξάφνου αυτή η μυρωδιά αλλοιώθηκε. Χάλασε. Κάτι τη διέκοψε. Μια δυσάρεστη αίσθηση ερέθιζε τη μύτη της. Ήταν γνώριμη στην όσφρηση αλλά τα χάδια του Μάρκου επιβράδυναν τη σκέψη της. Βενζίνη, σκέφτηκε. Αυτό που μύριζε ήταν βενζίνη.

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

5,374 total views, 2 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Salla Simukka _cover
To Literature.gr προτείνει: «ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ » της Σάλα Σίμουκα

Η βραβευμένη συγγραφέας νεανικής λογοτεχνίας από τη Φινλανδία για λίγες μέρες στην Αθήνα !  Η βραβευμένη Σάλα Σίμουκα από τη...

Close