Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 19-20), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

 

 

 

  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ

 

Η ημέρα νύχτωσε νωρίς. Μαύρα σύννεφα σκέπασαν την Αθήνα που εξελίχθηκα σε καταρρακτώδη βροχή. Γλιστρώντας και παρασέρνοντας το νερό λέρωνε την τσιμεντούπολη. Γιατί τι τα θες; Όταν όλα διαβρωθούν σε μια πολιτεία, η φύση ενστερνίζεται ένα κομμάτι της.

 

*****

Οι απογευματινές εφημερίδες βοούσαν. Μιλούσαν για ανικανότητα ολόκληρου του αστυνομικού σώματος και για τον ασυνείδητο θρησκόληπτο που έχει πάρει τη ρομφαία της δικαιοσύνης και την κραδαίνει ενάντια σε δικαίους και αδίκους. Ο αγαπητός μητροπολίτης Ζακύνθου ήταν νεκρός κι όντας καθολικά αποδεκτός το αίμα ζητούσε απονομή δικαιοσύνης. Ο ελληνικός λαός που αρχικά συμπάθησε τον «απόστολο Κυρίου» τώρα επιζητούσε το κεφάλι του. Όλο αυτό το κλήμα επηρέαζε ασφαλώς την κυβέρνηση και το υπουργικό συμβούλιο με αποτέλεσμα ο αρχηγός της αστυνομίας να νιώθει ιδιαίτερη πίεση. Εκτενέστερα απαιτούνταν ένα εξιλαστήριο θύμα για τη μέχρι τώρα αποτυχία και η λύση ήταν μονόδρομος.

Η ώρα περασμένες τέσσερις και τα τζάμια στο αρχηγείο έτριζαν από τις βροντές. Οι αστραπές φώτιζαν τα σκονισμένα γραφεία όταν ο Μάρκος λάμβανε το τελεσίγραφο του ανώτερου όλων. Ο απόστολος Κυρίου οφείλει να συλληφθεί αλλιώς θα ζητηθεί η παραίτησή του. Η παθητική φωνή στα λόγια του αρχηγού ασφαλώς δεν ήταν τυχαία. Αφαιρούσε ευθύνη από τον ομιλούντα και την επέρριπτε στον εντολοδόχο.

Μια καριέρα θα τελείωνε γρήγορα, σκέφτηκε ο Μάρκας. Ίσως ασήμαντη αλλά πολλά υποσχόμενη. Δεν πίστευε στις ικανότητές του όσο στις φιλοδοξίες του. Και τώρα ήταν αναγκασμένος να θυσιαστεί για ένα παρανοϊκό κάθαρμα που του την είχε βαρέσει με την εκκλησία. Ανήκουστο!

 

*****

Τα νερά ξέβραζαν μέσω του Κηφισού στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί παράκτια στεγαζόταν η ναυτιλιακή εταιρεία του Αριστοτέλη Πυλαρινού. Ο γιος του, ο Διονύσης, πέρασε ελεύθερα την πύλη και οδηγήθηκε στο γραφείο του εφοπλιστή.

«Σε κάλεσα εδώ γιατί πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα.»

Έτσι ήταν πάντα ο πατέρας του: απόλυτος και διεκπεραιωτικός. Και πάντα με την καρδιά ξαπλωμένη στο βωμό της εργασίας. Δεν έμπαινε στο κόπο κάποιες φορές ούτε να έρθει σπίτι να συζητήσει τα πολύ σημαντικά θέματα αν προηγείτο μια επένδυση που θα βελτίωνε την επαγγελματική του καταξίωση. Ήταν ένα είδος εθισμού κι αυτό.

«σε ακούω πατέρα. Φαντάζομαι ότι ο χρόνος σου είναι περιορισμένος και γι’ αυτό το λόγο με κάλεσε στο γραφείο σου.»

Ένας τόνος ειρωνείας αχνοφαινόταν. Είχε την ευκαιρία να το κάνει επειδή ήξερε ότι ο πατέρας του δε θα αντιδρούσε. Δε θα άλλαζε ούτε ύφος.

«Μαθαίνω…», επέλεξε μια λέξη που δήλωνε αποστασιοποίηση, « ότι τον τελευταίο καιρό έχεις εντείνει τις βραδινές εξόδους σου.»

Τι ήταν αυτό; Ποτέ ο πατέρας του δεν είχε ασχοληθεί με το πότε και πόσο έβγαινε εκείνος. Η μητέρα του συχνά καβγάδιζε μαζί του όταν απουσίαζε κάποιες φορές αλλά αυτός που δεν ήταν μπροστά στους καβγάδες δεν έπαιρνε θέση. Έδειξε να ενίσταται με ένα ανασήκωμα του σώματος του.

«όχι, δεν είναι παρατήρηση παιδί μου αλλά θέλω να μάθω, πρέπει να ξέρω αν και κατά πόσο έχεις σχέση με κάποιον απόστολο Κυρίου.»

Ήταν ανεκδιήγητος. Δεν ενδιαφερόταν για το γιο του αλλά ουσιαστικά για τη φήμη της οικογένειάς του κι αντιμετώπιζε ακόμα και τις οικογενειακές σχέσεις σαν μέρος διαπραγμάτευσης όπου θα πρέπει να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Το ήξερε ο Διονύσης αυτό. Θα του άξιζε να του πει την αλήθεια μόνο και μόνο για να τον τιμωρήσει. Να τον κάνει να νιώσει τον πόνο που ένιωθε ο ίδιος μεγαλώνοντας τόσα χρόνια παραμελημένος από τον ίδιο και μόνο από τη μητέρα του. Μια μητέρα η οποία έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε και παραπάνω καθώς ανίδεη παντρεύτηκε τον επιχειρηματία, έμεινε μόνη και προσκολλήθηκε στο μονάκριβό της. Ναι, του άξιζε να μάθει όλη την αλήθεια αλλά δε θα το τολμούσε. Ήταν δειλός. Πάντοτε ήταν δειλός.

 

*****

Ο Μάρκος εξήγησε στο Σπύρο τη δινή θέση στην οποία βρισκόταν. Έπρεπε πάση θυσία σύντομα να πιάσουν το απόστολο Κυρίου. ο Σπύρος δεν είχε ιδέα για το επόμενό τους βήμα και ήταν κοινώς παραδεκτό ότι θα έπρεπε να κινηθεί πρώτος ο δολοφόνος. Θα έπρεπε να σταθούν τυχεροί.

 

*****

Τυπικά ο ήλιος θα έδυε κι ο Χριστόφορος θα έκλεινε τη μητρόπολη αλλά ο ήλιος είχε κοιμηθεί προπολλού με τα μαύρα σύννεφα που τον είχε σκεπάσει. Έτσι καθόταν και κοιτούσε το επίχρυσο περίβλημα του ναού και τις μαρμαρένιες επενδύσεις. Τα πανάκριβα σκεύη και άμφια και αναρωτιόταν αν όλος αυτός ο πλούτος θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για τη σωτηρία των παιδιών που πεινούν στην Αφρική και σε άλλα μέρη του κόσμου. Αλήθεια άξιζε αυτή η θυσία στο πρόσωπο του δημιουργού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας; θα έπεφταν στα μάτια Του οι άνθρωποι αν Του έχτιζαν έναν πιο φτωχικό τόπο λατρείας; Δεν έβρισκε ποτέ απαντήσεις. Ή μάλλον έβρισκε αυτές που αρνιόταν να ξεστομίσει. Έκλεισε την κεντρική πόρτα. Θα πήγαινε στο σπίτι του, στο ναό του. Εκεί θα έβρισκε τη γαλήνη που γύρευε.

 

*****

Η Εύα μιλούσε στην ομάδα της:

«δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο στο σύμπαν. Η τύχη είναι μια καθαρά ανθρώπινη  επινόηση. Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι περιστατικά που συμπίπτουν μεταξύ τους χρονικά και χωροταξικά.»

Ο Μάρκος είχε μπει στο γραφείο της και την άκουγε έξω από την αίθουσα. Αυτό ήταν που χρειαζόταν κι εκείνος, μία σύμπτωση. Θα του τη χάριζε το σύμπαν. Χαμογέλασε.

Η Εύα τελείωσε τη διάλεξη κι είδε από μπροστά του να περνά όλη η ομάδα και να φεύγει. Ανάμεσα τους και οι δύο ύποπτοι. Δεν άρεσαν να μείνουν μόνοι και της αποκάλυψε την πρόθεση του αρχηγού της αστυνομίας να τον παραιτήσει. Ήταν απελπισμένος. Πρώτη φορά δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.

 

*****

Ο Χριστόφορος περίμενε το Χάρη να μπει στο σπίτι. όταν άνοιξε την πόρτα περασμένες δέκα ήταν αποφασισμένος οριστικά να του μιλήσει.

«χθες παραλίγο να πεθάνω κι έτσι σκέφτηκα ορισμένα πράγματα και σου οφείλω κι εγώ μια εξομολόγηση. Θέλω να σου αποκαλύψω ένα μυστικό μου.»

Ο Χάρης που είχε παραμερίσει τις τελευταίες μέρες τις εχθροπραξίες με το θείο του ήθελα να τον ακούσει. Του μίλησε για το αγόρι, το Θεόφιλο.

«Τον συνάντησα τυχαία πριν 8 χρόνια έξω την ιερατική σχολή της Κηφησιάς. Λες και ο Θεός με οδήγησε να τον προσέξω. Τον πλησίασα στο αναπηρικό του καροτσάκι και του μίλησα. Ξέρεις ποιο ήταν το όνειρό του; Να γίνει ιερές και μάλιστα άγαμος. Πρώτη φορά έβλεπα σε έναν άνθρωπο τόση μεγάλη δίψα να υπηρετήσει τον Κύριο και τόση ανείπωτη θλίψη στα μάτια του, που έμοιαζαν με μάτια που λάμπουν πάνω σε αγιογραφίες, όταν κατάλαβε ότι δεν του επιτρεπόταν να γίνει ιερέας. Η εκκλησία απαγορεύει να δίδεται το χρίσμα σε μη σωματικά αρτιμελείς. Ήταν η πρώτη φορά μετά το θάνατο της αδελφής μου, που πένθησε ξανά τόσο βαθιά η καρδιά μου. Ένιωσα την αδικία να σχίζει τα σωθικά μου. Και τότε αποφάσισα να κάνω εγώ ό,τι απαγόρευε η εκκλησία. Έχτισα ένα ιδιωτικό ναό και τον έθεσα ποιμένα και ιερουργό. Τον αφήνω να λατρεύει το Θεό που κάποιοι άλλοι απαγόρευσαν. Μπορεί να είναι τρελό αλλά δεν άντεξα να μην το κάνω. Εκείνος με εξομολογεί κι εκείνος με μεταλαβαίνει. Το έκρυβα τόσο καιρό γιατί ένιωθα ντροπή αλλά και περηφάνια ταυτόχρονα. Δεν ξέρω τι θα σκεφτείς για μένα αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ένα πράγμα.»

Ο Χάρης για άλλη μία φορά συμβάδιζε στα δάκρυα του Χριστόφορου. Αισθανόταν αληθινά υπερήφανος για αυτόν τον άντρα και μπορούσε να του συγχωρέσει τα πάντα.

«Είμαι περήφανος για σένα και θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Πες μου θείε, τι είναι αυτό που θες;»

«χθες συνειδητοποίησα ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω κι αυτό το παιδί όπως κι εσύ θα μείνετε μόνοι. Αλλά εκείνος καθηλωμένος σε δύο ρόδες και νιώθοντας απόκληρος σε έχει περισσότερη ανάγκη από ό,τι εσύ. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι αν πάθω κάτι θα τον προσέχεις. Θέλω το λόγο σου ότι θα κάνεις τα πάντα για να τον προστατεύεις. Τον έχω παιδί μου; Πες μου Χάρη τον έχω;»

Ο Χάρης δίστασε. Δεν μπορούσε να αρνηθεί αλλά εντόπιζε στα λόγια του θείου κι έναν υποβόσκων εκβιασμό. Γνώριζε τα σχέδιά του κι ίσως με αυτόν τον τρόπο ευελπιστούσε να τον αφοπλίσει. Δεν αντιστάθηκε όμως. Κατέβασε το κεφάλι καταφατικά.

 

*****

Όντας σε όλα του υπερβολικός ο Μάρκος θα έκανε την υπηρεσία δεύτερο σπίτι του. Κοντά μεσάνυχτα καθόταν στο γραφείο προσπαθώντας να κατεβάσει κάποια ιδέα. Το τηλέφωνο τάραξε την ησυχία και ο φύλακας τον ενημέρωσε για μια επίσκεψη. Τι να τον ήθελε τέτοια ώρα; Απορημένος και μη έχοντας κάτι καλύτερο έδωσε εντολή να της επιτρέψουν την είσοδο. Δυο λεπτά αργότερα του χτυπούσε την πόρτα.

 

*****

Η Εύα μελαγχολική εκμυστηρευόταν στη Στεφανία την ανησυχία της. Ήθελε να ξεκινήσει τις προετοιμασίες του γάμου αλλά οι συγκυρίες δεν το επέτρεπαν. Η αδελφή της την προέτρεψε να μη φοβάται και ότι οι προετοιμασίες ίσως ήταν η αφορμή για να αλλάξει η διάθεση και εκείνης και του Μάρκου μέσα σε όλα αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα.

 

*****

Η Λένα πέρασε στο γραφείο του Μάρκου και στάθηκε μπροστά του.

«Ελπίζω αυτή τη φορά να ήρθες για να μου πεις κάτι ξεκάθαρο.» της μίλησε αυστηρά γιατί δεν είχε καμία όρεξη για μυστηριώδεις συνδιαλέξεις.

«έμαθα ότι κινδυνεύει η καρέκλα σου. Γι’ αυτό ήρθα!»

«πώς το έμαθες;»

«κρυφάκουσα τη συζήτησή σου με την Εύα.»

«Κρυφάκουσες; Με ποιο δικαίωμα;»

«Σ’ αγαπώ Μάρκο. Είσαι ο μόνος άντρα που αγάπησα και μπορώ να εμπιστευτώ.»

«Στάσου, τι σημαίνουν όλα αυτά. τι είναι αυτά που μου λες;. κοίτα αφού με άκουσες θα φαντάζεσαι ότι δεν έχω καμία όρεξη για τέτοιου είδους σκηνές, οπότε καλύτερα να πηγαίνεις.»

«μη φοβάσαι Μάρκο. Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω.»

«Σε τι πράγμα να με βοηθήσεις;»

«να πιάσεις αυτόν τον ψυχοπαθή και να μη χάσει τη θέση σου. Είμαι εδώ για να σε σώσω.»

«και πώς μπορείς να με βοηθήσεις εσύ; Τι ξέρεις;»

«ξέρω Μάρκο! Αλλά θα πρέπει να με ακούσεις ήρεμα. Σε παρακαλώ Μάρκο…»

«Τι να ακούσω; Πες το γρήγορα; Πώς μπορείς να με βοηθήσεις; Τι είναι αυτό που ξέρεις κι εμένα θα μου φανεί χρήσιμο;»

Η Λένα κατέβασε το κεφάλι. Έριξε ένα βλέμμα στο πάτωμα κι ύστερα τα μάτια της θόλωσαν.

«Έχω σκοτώσει αστυνόμε. Είμαι δολοφόνος.»

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

                                                                            

Ο Μάρκος αναρίγησε στο άκουσμα της πληροφορίας – ανακοίνωσης της Λένας. Στο επάγγελμά του ασφαλώς είχε έρθει σε επαφή και με δολοφόνους. Όμως ένας συνδυασμός μεταξύ της ακαθόριστης αίσθησης γνωριμίας με τη γυναίκα και της θερμότητας που εξέπεμπαν τα μάτια της την ώρα που ξεστόμιζε τη φράση «έχω σκοτώσει, αστυνόμε», του δημιούργησε ένα διαπεραστικό ηλεκτρικό φορτίο που άδειασε τη σκέψη του στο πάτωμα. Δεν ήταν ψυχρή, πράγμα που τον έκανε να συμπεράνει ότι η γυναίκα δεν ήταν ούτε τρελή αλλά ούτε είχε σκοτώσει εν ψυχρώ. Κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν αυτή ο απόστολος Κυρίου. κάτι άλλο συνέβαινε. Δεν ήξερε τι, αλλά ήθελε να μάθει. Πρώτον, γιατί είχε ήδη μάθει κάτι σημαντικό και δεύτερον, γιατί η ασθενής μνήμη του μπορεί να τον βοηθούσε, όπως ισχυριζόταν η κοπέλα. Έπρεπε να ηρεμήσει και να αποδιώξει τη νευρικότητα από πάνω του. Δυστυχώς, ο λιγοστός ύπνος των τελευταίων ημερών και η διαρκής υπερένταση δεν τον βοηθούσαν.

Η Λένα στεκόταν απέναντί του. Ίσως ακούστηκε πιο σκληρή από ό,τι θα ήθελε. Ίσως και λίγο απειλητική. Από το φόβο της μη φανεί παρακλητική, έβγαλε προς τα έξω ένα χαρακτήρα που δεν πίστευε ότι της ταιριάζει. Ήταν απότομη. Έπρεπε να αλλάξει ύφος. Του έδωσε χρόνο γιατί ένιωσε ότι το χρειαζόταν αλλά, εδώ που τα λέμε, κι εκείνη τον χρειαζόταν. Άφησαν από κοινού να κυλήσουν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής.

 

*****

Η απόπειρα ανθρωποκτονίας εναντίον του είχε κάνει το Χριστόφορο να αναλογιστεί πολλά πράγματα. Η εκ βαθέων εξομολόγηση του στο Χάρη τον βοήθησε να απαλλαγεί από ένα βάρος. Ήταν ευαίσθητος άνθρωπος και συχνά φορτωνόταν πολλές ευθύνες, είτε λόγω της φύσης του λειτουργήματος που ασκούσε, είτε λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Τώρα πάντως, ζούσε μια πολύ συγκινητική στιγμή. Κρατούσε από το χέρι ύστερα από πολλά χρόνια τον Χάρη. Αυτός τον τελευταίο καιρό του έκανε όλα τα χατίρια και ήλπιζε… αλλά δεν ήταν ώρα να τα σκέφτεται αυτά. Τον κρατούσε καθώς διάβηκαν μαζί το κατώφλι του υπόγειου ναού. Είδαν το Θεόφιλο να προσεύχεται. Δεν τον διέκοψαν. Το αγόρι τους αντίκρισε έκπληκτος. Διέκρινε τα συγκρατημένα δάκρυα στα μάτια του Χριστόφορου και την εμφανή απορία του Χάρη.

 

*****

Το φλιτζάνι που ακούμπησε η Λένα στο πιατάκι τάραξε τη βαριά, σιωπηλή ατμόσφαιρα. Δεν ήταν συνηθισμένο να πίνουν καφέ μεταμεσονύχτια, αλλά έτσι κι αλλιώς δε συνηθιζόταν καν να προσφέρει καφέ ένας αστυνομικός σε έναν δολοφόνο.

«Λοιπόν, θέλω να μου ξεκαθαρίσεις πρώτα κάτι» ξεκίνησε να μιλά ο Μάρκος. «Από πού γνωριζόμαστε; Γιατί σίγουρα γνωριζόμαστε.»

Η ατμόσφαιρα έγινε πάλι βαριά. Ήρθε η ώρα των αποκαλύψεων.

 

*****

Το άρωμα από λιβάνι, που ήταν διάχυτο, προσέδιδε ένα άλλο κύρος στη συνάντησή τους. Ο Χριστόφορος χαρούμενος τους ανακήρυξε και τους δυο παιδιά του. Έφαγαν και συζήτησαν σαν να ήταν οικογένεια αληθινή. Τους μίλησε σαν πατέρας τους και σαν να απήγγειλε διαθήκη. Διακαής του επιθυμία ήταν να είναι σαν αδέλφια από δω και πέρα. Δυο παιδιά πάνω κάτω στην ίδια ηλικία που είχαν βασανιστεί, έπρεπε να στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αφού τελείωσαν αυτά, ο Χριστόφορος με το Χάρη μίλησαν για την αυριανή τους αναχώρηση για τη Ζάκυνθο, προκειμένου να παραστούν στην κηδεία του μητροπολίτη. Ο Χάρης δεν ήθελε να τον αφήσει μόνο του. Τότε ο Θεόφιλος τους πρότεινε να τον πάρουν μαζί τους. Δεν ήταν βέβαια μια ευχάριστη εκδρομή, αλλά θα ένιωθε επιτέλους μέλος σε κάποια οικογένεια. Φυσικά, δεν υπήρχε λόγος να αρνηθούν.

 

*****

Το αυτοκίνητο ξεμάκρυνε από τον προορισμό τους. Δεκαπεντάχρονο κορίτσι και δεν ξεγελάστηκε! Είχε προβλέψει την εξέλιξη. Βρίσκονταν για ακόμα μία φορά μέσα με τον πατριό της μόνοι. Μα γιατί είχε κάνει πάλι το ίδιο λάθος η μητέρα της; Γιατί τον έστειλε να την πάρει από το πάρτυ; Γιατί δεν ήρθε τουλάχιστον κι εκείνη μαζί του; Χίλιες φορές της είχε πει ότι δεν ήθελε να είναι κοντά σε αυτόν τον άνθρωπο κι εκείνη, όχι μόνο την αγνοούσε, αλλά της επέβαλλε να τον βλέπει πιο συχνά, προκειμένου, λέει, να βελτιωθούν οι σχέσεις τους. Δε φανταζόταν τι κακό της έκανε. Αχ και να μπορούσε να μιλήσει! Να καταπολεμήσει την ντροπή, να ξεπεράσει τις ενοχές που τη βάραιναν τόσα χρόνια, να ξεπεράσει τις τύψεις για τη στενοχώρια που θα προκαλούσε στη μητέρα της. Μα γιατί να τη σκέφτεται τόσο, την ώρα που εκείνη δε νοιαζόταν για την κόρη της;

Έκανε στροφή σε ένα αδιέξοδο στενό. Η κοπέλα ούτε που ήξερε πού βρίσκονται. Λίγο η νύχτα και περισσότερο η αηδιαστική προσμονή για το μαρτύριο, την είχαν ζαλίσει. Ήθελε να κάνει εμετό. Του το είπε. Αλλά αδιαφόρησε. Της ζήτησε να κατεβάσει τα ρούχα. Τουλάχιστον αυτή τη φορά είχε έρθει μόνος. Δε θα το άντεχε πάλι. Και τότε, για πρώτη φορά, ήχησαν στα αυτιά της οι σειρήνες- σειρήνες που της τρυπούσαν τον εγκέφαλο.

Ο ήχος ήταν δυνατός. Ήταν πραγματικός! Ακουγόταν από ένα σπίτι αριστερά τους. Μάλλον το είχαν διαρρήξει. Τα σχέδια του ματαιώνονταν. Έπρεπε να φύγουν. Έστρεψε στο τιμόνι και έβαλε μπρος. Ξεκίνησε με την όπισθεν ώστε να βγει από το αδιέξοδο. Στα δεξιά του το κορίτσι διέκρινε έναν αστυνομικό. Δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα. Μάταια! Ήταν κλειδωμένη. Αν φώναζε, θα καλυπτόταν από το συναγερμό. Και ξαφνικά, ο συναγερμός σταμάτησε. Η κοπέλα φώναξε «βοήθεια!». Ο αστυνομικός ήταν νέος. Προφανώς περιπολούσε πεζός στη γειτονιά, άκουσε το συναγερμό κι έφτασε στο σημείο της διάρρηξης πριν από τους συναδέλφους του.

Η κοπέλα άρχισε να χτυπά το τζάμι. Ο άντρας δίπλα της δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ο αστυνομικός πλησίασε. Τους ζήτησε να κατέβουν. Χρόνια την ονειρευόταν αυτή τη στιγμή! Επιτέλους θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει. Ο άντρας ξεκλείδωσε τις ασφάλειες και κατέβηκε. Ταυτόχρονα κατέβηκε και η κοπέλα και αιφνιδιάζοντας τον αστυνομικό, έπεσε πάνω του. Με γρήγορες σπασμωδικές κινήσεις ψαχούλεψε το εξόγκωμα στη ζώνη του. Άρπαξε το περίστροφο. Στόχευσε στα τυφλά και πάτησε τη σκανδάλη. Για καλή της τύχη ήταν απασφαλισμένο. Είχε δει στις ταινίες αμέτρητες φορές να πυροβολούν και να σκοτώνουν, αλλά δε φανταζόταν ότι τα όπλα διαθέτουν ασφάλεια.

Το όπλο κάπνιζε στα χέρια της. Τώρα θα έκανε όντως εμετό. Ήταν ελεύθερη. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον…

Ο ένστολος ονομαζόταν Μάρκος. Και η κοπέλα Άννα- σήμερα Λένα.

 

«Ήμουν ελεύθερη!», ένα μικρό γέλιο φάνηκε στο πρόσωπό της. “Λάθος. Αυτός ήταν ελεύθερος. Εγώ ήμουν και παρέμεινα πάντα εγκλωβισμένη.  Παιδάκι στα χέρια του, ζούσα αυτό που δεν ξέχασα ποτέ κι όλοι οι άλλοι το ξέχασαν. Η μάνα μου το ξέχασε. Κι εσύ, παρόλο που ήσουν μπροστά, βάζω στοίχημα το ξέχασες. Ζούσα και ονειρευόμουν κάθε βράδυ την ίδια σκηνή. Φανταζόμουν ένα όπλο να βρίσκεται στα χέρια μου και να το στρέφω εναντίον του. Ήλπιζα. Προσευχόμουν. Κοιτούσα γύρω μου κι αποζητούσα με θέρμη αυτό το πολύτιμο αγαθό. Άλλες κοπέλες παρακαλούσαν για μία κούκλα κι εγώ σχεδόν ικέτευα για ένα όπλο, για ένα όπλο που θα με έβγαζε από τη φυλακή μου. Θα μου πεις, γιατί δε μιλούσα; Γιατί δε μιλούσα στη μητέρα μου; Ποια μητέρα μου; Εκείνη που λάτρευε αυτό το κάθαρμα; Μια μητέρα που με υποτιμούσε συνεχώς; Δεν ήμουν αυτό που ήθελε, το όμορφο κορίτσι. Μου έδειχνε την περιφρόνηση της. Και; Μετά τη μοιραία νύχτα  της μίλησα. Και δε με πίστεψε. Με είπε δολοφόνο. Είπε ότι μεγάλωσε μία δολοφόνο. Και τότε μπήκα στη δεύτερη φυλακή μου. Πήρα όσα χρήματα βρήκα κι εξαφανίστηκα. Άλλαξα όνομα και ξεκίνησα από το μηδέν. Κι αυτός ήταν ελεύθερος, λυτρωμένος. Εγώ ξανά στα ίδια. Απόκληρη κι αποδιωγμένη, αναζητούσα ξανά την ασφάλεια. Ήμουν πάλι φυλακισμένη στο φόβο…»

Η από καρδιάς εξομολόγηση της Λένας αντηχούσε σαν δόνηση στις ράγες ενός τρένου στο μυαλό του Μάρκου. Οι  μετά βίας συγκρατημένοι λυγμοί, οι ανακουφιστικές παύσεις και τα ψυχρά λόγια προσέδιδαν έναν σπαραξικάρδιο τόνο. Ο Μάρκος συλλογιζόταν συχνά εκείνη τη νύχτα. Ένιωθε ενοχές επειδή στα πρώτα χρόνια της καριέρας του επέλεξε να καλύψει ένα φόνο. Τα κλάματα του βασανισμένου κοριτσιού δεν του επέτρεπαν να πράξει άλλο ένα λάθος. Παρόλες τις δυσκολίες, με γρήγορες κινήσεις οδήγησε το αυτοκίνητο του πατριού σε μια ερημιά και το έκαψε ολοσχερώς μαζί με το σώμα. Ύστερα ξεφορτώθηκε το όπλο του στη θάλασσα και δήλωσε την εξαφάνιση.

«Μπορεί τα πράγματα να μην εξελίχθηκαν όπως θα ήθελα, αλλά ήταν η πιο φωτεινή νύχτα της ζωής μου. Σε ευχαριστώ. Αυτή η φωτιά, η θερμότητά της και η λάμψη της έγιναν η δύναμή μου. Σε ευχαριστώ!»

Είχε πάρει να ξημερώνει κι ο Μάρκος δεν είχε συνέλθει ακόμα. Προσπαθούσε να διακρίνει κίνητρα και σκοπιμότητες για αυτήν την εξομολόγηση. Προσπαθούσε να διαπιστώσει τη σύνδεση μεταξύ όλων αυτών και του απόστολου Κυρίου. Η Λένα είχε έρθει για να τον βοηθήσει και μέχρι τώρα το μόνο που άκουγε ήταν ένα ψυχολογικό παραλήρημα. Αναρωτιόταν αν έκανε τελικά το καλύτερο γι’ αυτήν τη γυναίκα.

«Θα φορτωθώ εγώ τους φόνους, αστυνόμε. Αν ομολογήσω, τότε αυτός ο απόστολος Κυρίου δε θα είναι πια τόσο ανόητος να συνεχίσει τις εκτελέσεις. Θα παραμείνει ήσυχος στην ασφάλειά του. Κι εσύ θα γλιτώσεις την αποπομπή από το Σώμα. Μ’ έσωσες κι είναι η σειρά μου να σε σώσω. Έτσι κι αλλιώς, ζω ήδη μια φυλακή. Είμαι φυλακισμένη. Δε θα αλλάξει τίποτα για μένα, αστυνόμε. Κι εσύ θα συνεχίσεις τη ζωή σου όπως την ονειρεύεσαι. Μόνο μία χάρη θέλω, Μάρκο. Θέλω να μου κάνεις έρωτα για μία φορά. Θέλω μία φορά να νιώσω την καλοσύνη πάνω μου. Θέλω να γνωρίσω την τρυφερότητα από το μοναδικό άντρα που αγάπησα. Θέλω να νιώσω ότι με αγαπούν. Αυτό μόνο ζητώ και μετά θα έχεις την ομολογία μου.»

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

8,705 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Για το αγόρι που επέζησε, της Ιωάννας Γιολδάση

Το πρώτο βιβλίο της σειράς Harry Potter εκδόθηκε το 1997 και μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια ακολούθησαν άλλα έξι. Μία...

Close