Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 29 & 30), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΝΑΤΟ

 

Ο Μάρκος αναζητούσε την Εύα παντού. Έπαιρνε τηλέφωνο τα μέλη της Όασης και έψαχνε στους δρόμους αλλά δεν έβρισκε κανένα ίχνος της αγαπημένης του. Στις οθόνες της συνείδησης του έπαιζε σε επανάληψη η τελευταία σκηνή του χωρισμού τους. Αντηχούσαν στο μυαλό του ξανά οι φράσεις που αντάλλαξαν στην τελευταία τους συνάντηση. Οι τύψεις είχαν αρχίζει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Όταν θα την έβρισκε, θα την αγκάλιαζε, θα της ζητούσε συγγνώμη και θα οργάνωναν μαζί τον γάμο τους. Ας τον έδιωχναν από το Σώμα. Τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από εκείνην.

 

*****

Δεν ήταν σε θέση να δεχτεί επισκέψεις. Η αδερφή της ήταν αγνοούμενη. Ο άντρας όμως μπήκε σχεδόν με το έτσι θέλω στο γραφείο της. Τα ρούχα που φορούσε ήταν ταλαιπωρημένα. Μια χακί μπλούζα και ένα τζιν παντελόνι έδειχναν να ήταν κολλημένα για ώρες πάνω στο κορμί του. Η Στεφανία, ανυπόμονη να τελειώσουν τη συζήτησή τους, δε φάνηκε ευγενική:

«Λοιπόν, ζητήσατε να με δείτε. Σας ακούω.»

“Ονομάζομαι Χάρης Αυγέρης. Είμαι κι εγώ μέλος της Όασης. Μάλλον το γνωρίζετε!»

Μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της ήταν η συνέπεια ενός τρομακτικού συναισθήματος που προκλήθηκε με το άκουσμα του επιθέτου του άντρα.

«Ναι, νομίζω σας έχω ακουστά. Η υπόθεση του απόστολου Κυρίου βλέπετε…»

Έκανε το τελευταίο σχόλιο προκειμένου να χαλιναγωγήσει τη δυσφορία που είχε ήδη αρχίσει να νιώθει.

«Πατέρας μου ήταν ο Περικλής Αυγέρης .Σας θυμίζει τίποτα το όνομα κυρία Στύλβη; Τον θυμάστε τον πατέρα μου. Θυμάστε τον άνθρωπο που σκοτώσατε;»

Η Στεφανία αγκυλώθηκε στη θέση της για μια στιγμή. Όχι για να νιώσει ασφάλεια στηριζόμενη κάπου, αλλά μάλλον για να πάρει δυνάμεις και να αντιμετωπίσει τον άντρα που στεκόταν απέναντί της.

«Δεν έχω σκοτώσει ποτέ στη ζωή μου. Τι είναι αυτά που λες;»

«Δεν έχεις σκοτώσει; Έτσι εφησυχάζεις και κοιμάσαι κάθε βράδυ; Αυτόν τον τρόπο επιλέγεις να καταπνίξεις τις τύψεις σου και να συνεχίζεις να ζεις; Λέγοντας ότι δεν σκότωσες κανέναν; Δολοφόνος, δεν είναι μόνο αυτός που παίρνει ένα όπλο και πυροβολεί κάποιον, που αρπάζει ένα μαχαίρι και το μπήγει στην καρδιά του. Δολοφόνος είναι κι όποιος προκαλεί έμμεσα το θάνατο κάποιου. Κι εσύ είσαι υπεύθυνη για το θάνατο του πατέρα μου.»

«Δεν θα καθίσω να ακούω τους παραλογισμούς ενός ανάγωγου εισβολέα. Θα τηλεφωνήσω στους φύλακες να σε πετάξουν έξω.»

«Τίποτα δεν θα κάνεις γιατί με έχεις ανάγκη. Χρόνια περίμενα αυτή τη στιγμή. Χρόνια την ονειρευόμουν κάθε βράδυ. Ζούσα γι’ αυτήν τη συνάντηση και τώρα θα με ακούσεις.»

«Λέγε, τι θες;»

«Σκότωσες τον πατέρα μου…»

«Δεν τον σκότωσα. Αυτοκτόνησε.»

«Α, ναι. Και πώς αυτοκτόνησε; Στα καλά καθούμενα; Εσύ τον οδήγησες στην αυτοκτονία!»

«Εάν έτσι θες να πιστεύεις, εγώ δεν θα σε εμποδίσω.»

«Πριν από χρόνια έγινε μια αστυνομική επιχείρηση σε μία γιάφκα. Ο πατέρας μου, δούλευε σε οικοδομή κι εκείνη την ώρα επέστρεφε στο σπίτι μας να ξεκουραστεί και να απολαύσει τις όμορφες οικογενειακές στιγμές με το παιδί του. Είχε χάσει τη μάνα μου και ζούσαμε μόνοι μας. Τον περίμενα. Ήμουν μικρό παιδάκι, έξι εφτά χρονών, αλλά το θυμάμαι. Έτυχε να περνάει από κοντά και οι αστυνομικοί τον έπιασαν κατά λάθος. Δεν είχε καμία σχέση με την τρομοκρατική οργάνωση που εξάρθρωσαν. Το φώναζε ότι είναι αθώος αλλά δεν τον πίστευαν. Τα θυμάσαι όλα αυτά. Ήσουν νέα δημοσιογράφος και κάλυπτες το ρεπορτάζ.»

«Ναι, τα θυμάμαι όλα αυτά. Και λοιπόν;»

«Εσύ, λοιπόν, παρασυρμένη από ματαιοδοξία, θυμάσαι τι έκανες; Βγήκες και είπες δημόσια τα ονόματα των συλληφθέντων. Κάτι που φυσικά απαγορεύεται αλλά εσένα δεν σε ενδιέφερε. Εσένα το μόνο που σε ενδιέφερε ήταν να κάνεις δημοσιογραφική επιτυχία. Τίποτε άλλο. Και είπες και το όνομα του πατέρα μου, ο οποίος ήταν αθώος. Ο πατέρας μου ήταν πολύ περήφανος άνθρωπος. Τρεις μέρες άντεξε στη φυλακή κι ύστερα θα έβγαινε, γιατί ήταν αθώος και σίγουρα στην πορεία θα το καταλάβαιναν, αλλά ήξερε ότι η ζημία είχε γίνει. Το όνομα του είχε στιγματιστεί. Θα τον αντιμετώπιζαν σαν τρομοκράτη, τον πλέον επαίσχυντο εγκληματία και το παιδί του θα ήταν στο εξής ο γιος του τρομοκράτη. Κάτι τέτοιο δεν το άντεχε η συνείδηση του κι ούτε ταίριαζε στην ηθική του. Πληγώθηκε κι αποφάσισε να δώσει το δικό του τέλος στην ιστορία. Αποφάσισε να υπογράψει με το αίμα του την αθωότητά του. Χάραξε το κορμί του τόσο όσο χρειαζόταν για να γράψει στο πάτωμα με κόκκινα γράμματα τη φράση: «Είμαι αθώος» κι ύστερα κρεμάστηκε. Τον βρήκαν το πρωί νεκρό. Με είχε αφήσει για πάντα. Με εγκατέλειψε για να μεγαλώσω με ένα όνομα καθαρό. Θυσιάστηκε προκειμένου να αποβάλλει από πάνω του κάθε υπόνοια. Και γι’ αυτό φταις εσύ, Στεφανία Στύλβη. Αλλά γι’ αυτό το έγκλημα, εσένα, αν και ένοχη, κανείς δε θα σε δικάσει, γι’ αυτό το έγκλημα κανείς δε θα σε σύρει στη φυλακή. Ε, λοιπόν, ήρθα εγώ που και θα σε δικάσω και θα σε καταδικάσω!»

«Δεν ευθύνομαι εγώ για την αυτοκτονία του πατέρα σου. Έκανα ένα λάθος. Αποκάλυψα τα ονόματα ενώ δεν έπρεπε, το ομολογώ. Αλλά δεν φταίω εγώ που ο πατέρας σου έδωσε τέλος στην ζωή του.»

«Λάθος… Ως λάθος αντιμετωπίζεις μια εγκληματική ενέργεια. Είσαι πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Αλλά έννοια σου και σύντομα θα καταλάβεις.»

«Τι εννοείς;»

«Θα σου στερήσω κάτι πολύτιμο, όπως ακριβώς μου στέρησες κι εσύ τον πατέρα μου.»

«Δεν καταλαβαίνω. Τι θα κάνεις;»

«Από χθες έχω απαγάγει την αδελφή σου και την κρατώ όμηρο. Σε τρεις μέρες θα πάψεις να την έχεις οριστικά. Θα ζήσεις τρεις μέρες αγωνίας όπως έζησε και ο πατέρας μου κι ύστερα θα θρηνήσεις το πολυαγαπημένο σου πρόσωπο. Με ακούς; Η αδελφή σου για τον πατέρα μου. Οφθαλμών αντί οφθαλμού. Οδόντα αντί οδόντος. Η Στεφανία νόμιζε πως είδε τα άστρα από τον ουρανό να συντρίβονται, να κατακαίνε το έδαφος και τα πόδια της. Η αδελφή της, η Εύα ήταν στα χέρια αυτού και απειλούσε να την σκοτώσει.

 

*****

Ο Μάρκος συνέχισε τις άσκοπες βόλτες με το περιπολικό, όταν παρατήρησε έναν εύσωμο άντρα ντυμένο με μια πράσινη φόρμα, να κρατά στα χέρια του ένα κόκκινο σπρέι και να γράφει κάτι στον τοίχο έξω από ένα εγκαταλειμμένο κτήριο. Το κτήριο θα πρέπει να ήταν κάποιας εταιρείας που είχε χρεοκοπήσει. Ο άγνωστος άντρας έγραψε τη λέξη “μετανοείτε”. Ο Μάρκος τον παρατήρησε καλύτερα. Τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα και φαινόταν ότι είχε μέρες να πλυθεί. Στη γωνία υπήρχε ένα καφέ. Δεν μπορούσε -αν ο άγνωστος του αντιστεκόταν ή ακόμα κι αν οπλοφορούσε- να αρχίσει ανθρωποκυνηγητό. Το ρίσκαρε. Βγήκε από το περιπολικό και πλησίασε. Του ζήτησε τα στοιχεία του. Ο άντρας δεν κατάλαβε. Τον κοίταξε με ένα απλανές βλέμμα κι άρχισε να τρέμει. Πέταξε το σπρέι στο πεζοδρόμιο κι έτρεξε σε ένα σταματημένο αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός είχε κατέβει να πάρει καφέ. Έβαλε μπρος και ξεκίνησε. Ο Μάρκος πρόλαβε να μπει στο περιπολικό και τον ακολούθησε, ενώ κάλεσε ενισχύσεις.

 

*****

«Θα τηλεφωνήσω στην αστυνομία. Με το που θα περάσεις αυτήν την πόρτα θα σε ακολουθήσουν και θα ανακαλύψουν το μέρος όπου κρύβεις την Εύα.»

Η Στεφανία προσπάθησε να δείχνει σίγουρη για τα λόγια της αλλά το χρώμα της φωνής της την πρόδιδε. Ο Χάρης από την άλλη ήταν εντελώς σίγουρος κι απολάμβανε αυτή στιγμή. Πίστευε η ανόητη ότι ήταν τόσο αφελής που το σχέδιο του θα κατέρρεε έτσι απλά. Ήταν αστείο. Τα είχε οργανώσει όλα τέλεια. Από την ώρα που πάτησε το πόδι του στην Όαση δύο χρόνια τώρα, φανταζόταν αυτήν την απαγωγή. Ονειρευόταν αυτήν τη δολοφονία. Αποζητούσε εκδίκηση. Έκανε στο μυαλό του κάθε μέρα αυτόν το διάλογο μαζί της. Και τι ωραία που το είχε πει τελικά… «την αδελφή σου για τον πατέρα μου». Καθόταν και παρατηρούσε την κατάρρευση της, τα χείλη της που στράβωναν, το κορμί της που έτρεμε, τα πόδια της που λύγιζαν. Μα πάνω από όλα επικεντρωνόταν στα μάτια της. Είχαν χάσει αυτή τη λάμψη της μισαλλοδοξίας, αυτή τη διαφάνεια που αντανακλάται από τον καθρέφτη της επιτυχίας. Αντανακλούσαν πόνο και καθαρό τρόμο. Ναι, ο τρόμος της ήταν καθαρός σαν μια θάλασσα που αρκεί να σταθείς από πάνω της και διακρίνεις αμέσως τι υπάρχει στο βυθό. Και στον βυθό των ματιών της Στεφανίας πλήρωνε ενοικιοστάσιο τώρα πια ο τρόμος.

 

*****

Ο Μάρκος, με τη βοήθεια των συναδέλφων του που κατέφθασαν στην περιοχή, έστησε μπλόκο στον άντρα με το κλεμμένο αυτοκίνητο και τον συνέλαβε. Έδειχνε να τα έχει χαμένα και οι πρώτες κουβέντες που ξεστόμισε μέσα στο περιπολικό έκαναν τον Μάρκο να ανατριχιάσει.

«Θα σε τιμωρήσει ο Θεός. Είμαι άγγελος Του.»

Δεν άργησαν να φτάσουν στη ΓΑΔΑ. Εκεί, μαζί με τον Σπύρο τον ανέκριναν- αν μπορούσε να θεωρηθεί κάτι τέτοιο ανάκριση. Ο άντρας βρισκόταν σε παραλήρημα. Επαναλάμβανε συνέχεια τα ίδια λόγια. Ήταν άγγελος Κυρίου κι έπρεπε να τον αφήσουν. Ο Θεός του είχε αναθέσει μια αποστολή και τώρα αυτοί που τον εμπόδιζαν, ήταν άξιοι της τιμωρίας Του. Όταν τον ρωτούσαν ποια είναι η αποστολή του, ο άντρας ξανάπεφτε σε έναν λήθαργο σιωπής.

 

*****

«Περίμενα να είσαι πιο σεμνή αλλά εσύ ακόμα και τώρα… η φύση σου βλέπεις. Είσαι ένα άτομο γεμάτο έπαρση.»

«Εσύ τι άτομο είσαι, Χάρη;»

«Είμαι αυτός που εσύ ανάγκασες να μεγαλώσω χωρίς πατέρα. Είμαι αυτός που εσύ υπέγραψες να με στείλουν σε ορφανοτροφείο. Είμαι αυτός που εσύ όπλισες τη ζωή για να βιώσω όλες αυτές τις απάνθρωπες καταστάσεις. Είμαι το θύμα σου και είσαι ο δήμιός μου. Είμαι ένα ζωντανό πτώμα κι είσαι ο ηθικός αυτουργός για όλα τα εγκλήματα που εκτελέστηκαν σε βάρος μου. Αυτός είμαι. Και για να τελειώνουμε. Τίποτα δε θα κάνεις προς το παρόν. Σου επιτρέπω να ειδοποιήσεις την αστυνομία μόνο και μόνο για να δεις πως ό,τι κι αν κάνεις, θα απονεμηθεί δικαιοσύνη τελικά. Η αδελφούλα σου έχει ακόμα 72 ώρες μέχρι να την παραδώσω θυσία στον πατέρα μου. Κι εσύ θα ζήσεις αυτές τις 72 ώρες μέσα στην αγωνία. Αυτή θα είναι η τιμωρία σου. Και τώρα θα ανοίξω την πόρτα και θα βγω έξω. Κι εσύ δε θα με σταματήσεις. Ούτε θα βάλεις κάποιον να με παρακολουθήσει. Ξέρεις γιατί; Γιατί δίπλα στην πολυαγαπημένη σου αδελφούλα κάνει συντροφιά μία ωρολογιακή βόμβα, την οποία αν εγώ δεν επιστρέψω για να απενεργοποιήσω, η Εύα θα πάει να συναντήσει τον πατέρα μου μια ώρα αρχύτερα. Κι εσύ θέλεις να κρατήσεις την απειροελάχιστη πιθανότητα να την βρεις πριν λήξει η προθεσμία που σου όρισα, έτσι δεν είναι; Φυσικά, γιατί είσαι αλαζόνας. Αλλά δεν θα την σώσεις. Σου το ορκίζομαι. Κι όσο θα βλέπεις τις ώρες να κυλούν και θα αγωνιάς ακόμα πιο πολύ, εγώ θα χαίρομαι ακόμα περισσότερο. Και τώρα αρκετά είπαμε. Δεν νομίζω να έχουμε κάτι άλλο.»

«Είσαι τρελός; Πού την έχεις; Μπορεί στο δρόμο να σου συμβεί κάποιο ατύχημα, να πάθεις κάτι. Μπορεί να αργήσεις και να μην προλάβεις να απενεργοποιήσεις την βόμβα.»

«Προσευχήσου, Στεφανία. Προσευχήσου για μένα.»

Με ένα ψυχρό χαμόγελο άνοιξε την πόρτα κι αποχώρησε.

Η Στεφανία έμεινε καρφωμένη στην καρέκλα της, ανήμπορη να δράσει. Είχε παραλύσει. Κανένα μέλος του σώματός της δεν μπορούσε να κινηθεί.

 

*****

Η Βασιλική μπήκε στο γραφείο και διέκοψε την ανάκριση για να ανακοινώσει τα νέα. Μόλις επικοινώνησε με το ψυχιατρείο της Αθήνας. Κάποιος το έσκασε σήμερα το πρωί, πηδώντας τη μάντρα του κήπου. Τους έστειλαν την φωτογραφία αυτού του άγνωστου άντρα και τους επιβεβαίωσαν ότι πρόκειται για χρόνιο τρόφιμο του ψυχιατρείου τους, ο οποίος τις τελευταίες μέρες έχει πάθει εμμονή και πιστεύει ότι είναι άγγελος του Θεού και του έχει ανατεθεί μια αποστολή. Δεν ήταν ο άνθρωπός τους. Κάπου μέσα του το γνώριζε ο Μάρκος. Ο απόστολος Κυρίου δεν ήταν κάποιος που δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του. Ήταν ψυχοπαθής αλλά η καθημερινότητά του ήταν σαν όλων τους. Διέταξε να τον οδηγήσουν πάλι στο ψυχιατρείο.

Κάθισε στο γραφείο του ξανά και πήρε στα χέρια του το κινητό του που χτυπούσε. Ήταν η Στεφανία.

«Την απήγαγε Μάρκο. Και τώρα ετοιμάζεται να την σκοτώσει.»

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ

 

Η Στεφανία ήταν στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Μιλούσε ακατάληπτα κι αδυνατούσε να εξηγήσει στο Μάρκο τι ακριβώς συνέβη. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ένα σφάλμα της νεανικής της καριέρας θα κόστιζε τόσα χρόνια μετά τη ζωή της αδελφής της. Θυμόταν το σκληρό βλέμμα του Χάρη, τη σιγουριά και την αποφασιστικότητά του, τα ψυχρά λόγια που ξεστόμιζε εναντίον της και το μίσος που διαπότιζε κάθε του πράξη. Πηγαινοερχόταν στο γραφείο, παραβλέποντας τις προτροπές του συναδέλφου της, Αντρέα, να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Έπρεπε να σκεφτούν τι θα κάνουν αλλά εκείνη ήταν βέβαιη ότι η Εύα σε τρεις μέρες θα ήταν νεκρή.

 

*****

Ο Μάρκος, αφού άκουσε τη Στεφανία, επέστρεψε στην αστυνομία αρχίζοντας αμέσως να οργανώνει επιχείρηση. Διέταξε τους άντρες του να χτενίσουν ολόκληρη την περιοχή και να βρουν τον Χάρη, να τον παρακολουθήσουν και να ανακαλύψουν το κρησφύγετο του. Θα συμμετείχε κι ο ίδιος στις έρευνες. Άλλωστε της το χρωστούσε κι αυτή τη στιγμή θαύμαζε τον εαυτό του. Μπορεί η ιστορία με τον απόστολο Κυρίου και η αδυναμία του να τον συλλάβει να τον είχαν πτοήσει, τούτη όμως η υπόθεση που ήταν άκρως προσωπική, αύξανε την αδρεναλίνη του. Δεν ήταν ώρα για περισυλλογή αλλά για δράση. Ήρθε η μεγάλη στιγμή να αποδείξει στον εαυτό του ότι άξιζε να φορά τη στολή του αστυνομικού και να φέρει τα αντίστοιχα παράσημα.

 

*****

Οι τηλεοράσεις βούιζαν με έκτακτα δελτία ειδήσεων. Η απαγωγή της νεαρής όμορφης Εύας από έναν αδίστακτο άντρα, που επιζητούσε εκδίκηση για την αυτοκτονία του πατέρα του, ήταν πρώτο θέμα. Οι πικάντικες λεπτομέρειες, πρώτα πως γι’ αυτήν την ενέργεια αφορμή στάθηκε ένα λάθος μιας αναγνωρισμένης μεγαλοδημοσιογράφου κι έπειτα ότι απαγωγέας ήταν ο ανιψιός του αρχιεπισκόπου, έτρεφαν το φιλοπερίεργο κοινό. Είναι γεγονός ότι η θέαση του πόνου στους τηλεοπτικούς δέκτες διεγείρει το πλήθος, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, στην οποία μάλιστα εμπλέκονται γνωστά πρόσωπα. Παρόλα αυτά, η αβέβαιη τύχη   της νεαρής Εύας προκαλούσε τη λύπη κι οι περισσότεροι εύχονταν τη διάσωσή της. Παράλληλα με την προβολή στη μικρή οθόνη, καθόλου ευκαταφρόνητη δεν ήταν και η συμπαράσταση που εκδηλωνόταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσα σε λίγες ώρες είχε στηθεί ένα ανθρωποκυνηγητό ασύλληπτων διαστάσεων εναντίον του Χάρη.

 

*****

Ο Χάρης δεν ήξερε τον λόγο. Παραβίασε την αρχή της λογικής κι έπραξε με το συναίσθημα. Χτύπησε το κουδούνι του παλιού του σπιτιού, όπου σίγουρα δεν θα ήταν ευπρόσδεκτος, αλλά ούτως ή άλλως δεν επιθυμούσε να επιστρέψει. Είδε τον Θεόφιλο να ανοίγει την πόρτα. Αυτό το παιδί θα έπαιρνε τη θέση του τελικά. Τον κοίταξε με απορία κι έκανε χώρο με το καρότσι του να περάσει. Ο Χάρης του μίλησε σκύβοντας το κεφάλι. Ένιωθε ντροπή κι ενοχές.

«Χαίρομαι που σε βλέπω εδώ, που είσαι δίπλα στον θείο μου.»

«Γιατί, Χάρη; Πώς μπορείς να είσαι ικανός για τόσο πόνο;»

Ο Θεόφιλος είχε παρακολουθήσει μαζί με τον αρχιεπίσκοπο τα πρώτα δελτία ειδήσεων που ανακοίνωναν την απαγωγή.

«Θέλω να τον δω.», είπε ο Χάρης.

«Είναι ξαπλωμένος. Ανέβασε πίεση μετά το άκουσμα…»

Ακουστήκαν βαριά βήματα κι η φιγούρα του Χριστόφορου μισοφάνηκε από την πόρτα του δωματίου του.

«Γιατί ήρθες Χάρη; Ήρθες να δεις αν είμαι ακόμα ζωντανός;»

«Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»

«Το μεγαλύτερο κακό είναι ότι πληγώνεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. πιστεύεις ότι ύστερα από όλα αυτά θα μπορέσεις να ζήσεις ήσυχος κι ευτυχισμένος;»

«Θα ξεπληρώσω το χρέος μου απέναντι στον αδικοχαμένο μου πατέρα.»

«Και με το δικό σου χρέος; Τι θα γίνει; Μιας και ήρθες σε παρακαλώ… υπάρχει χρόνος να μετανιώσεις. Μην το κάνεις. Η εκδίκηση είναι η δίδυμη αδελφή της τρέλας. Δεν υπάρχει τίποτα πιο απάνθρωπο από αυτό το ζωώδες ένστικτο. Θα εκδικηθείς και την ίδια στιγμή θα πονέσεις κι εσύ, γιατί θα γεμίσεις με τύψεις κι ενοχές.»

«Τίποτα δε θα αλλάξει. Είναι αργά πια. Μην σπαταλάς το χρόνο σου με ανούσιες ηθικοπλαστικές συμβουλές. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω. Είμαι άνθρωπος και τα ένστικτά μου με οδηγούν στο σωστό. Όλοι εσείς οι καθώς πρέπει με τους εκπολιτισμένους νόμους και τα υποκριτικά δικαστήρια διαστρεβλώσατε την έννοια του καλού και του κακού. Προφασιζόμενοι έναν δήθεν αξιοπρεπή πολιτισμένο κόσμο αφήσατε να αναπτυχθεί και να ριζώσει η κακία, η απανθρωπιά και το μίσος. Και τώρα έρχεσαι να κατηγορήσεις εμένα που θέλω να κάνω το σωστό; Που δεν θέλω να αφήσω ατιμώρητους τους ενόχους;»

Ο Χριστόφορος τον άκουγε αποσβολωμένος.

«Φοβάμαι, Χάρη. Φοβάμαι πολύ.»

«Μην σε τρομάζει η δικαιοσύνη, θείε. Την αδικία να φοβάσαι.»

Έχοντας κάνει αυτήν τη βαρυσήμαντη δήλωση στράφηκε προς την έξοδο. Ο Θεόφιλος θέλησε να τον σταματήσει.

«Μπορώ να σου μιλήσω κι εγώ;» Δεν περίμενε απάντηση. «Μεγάλωσα σχεδόν μόνος. Έχασα την οικογένειά μου κι εγώ πολύ μικρός. Η γιαγιά μου με φρόντιζε ώσπου πέθανε κι αυτή. Με πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή και καλλιέργησε μέσα μου το συναίσθημα της αγάπης, της συγχώρεσης και της συμπόνιας. Και θέλησα να γίνω κι εγώ ιερέας, να συντελέσω έμπρακτα σε αυτό το μυστήριο, κατά τη διάρκεια του οποίου η ανθρώπινη θνητότητα διαλογίζεται με το θείο πρόσωπο. Και ξέρεις τι έγινε; Η κοινωνία αυτή που ζούμε, οι άνθρωποι που συναναστρεφόμαστε και οι νόμοι που υποκύπτουμε, μου είχαν εκ των προτέρων απορρίψει αυτό μου το δικαίωμα. Κι όσο κι αν πληγώθηκα, βρήκα τη δύναμη να μην δράξω μια ρομφαία επί δικαίων και αδίκων και βρέθηκε στο δρόμο μου ο θείος σου.»

«Τα λόγια σου κάποιον μου θυμίζουν, Θεόφιλε». Αντιγύρισε ο Χάρης.

«Δώσε αγάπη και θα πάρεις αγάπη, Χάρη.»

«Στ’ αλήθεια το πιστεύεις αυτό; Αμφιβάλλω.»

Τα λόγια του Χάρη ακολούθησαν το ελαφρύ χτύπημα της εξώπορτας κι ο Χριστόφορος επέστρεψε στο κρεβάτι του. Ο Θεόφιλος, αφού πέρασε την πόρτα του δωματίου του, στάθηκε δίπλα στον άντρα. Με ήρεμη φωνή και ανησυχώντας για την υγεία του, τον προέτρεψε:

«Μίλησέ μου. Πρέπει να βγάλεις από μέσα σου ό,τι σε βασανίζει τόσα χρόνια.»

«Θα σου μιλήσω. Θα το κάνω γιατί δεν έχω άλλο χρόνο. δεν έχω πια άλλες επιλογές. Και το κυριότερο: δεν έχω πια άλλες αντοχές. Κατέληξα μόνος. Και δεν θα με πείραζε γιατί το είχα επιλέξει κάποτε. Με πειράζει γιατί φαντάζει η πιο ισχνή τιμωρία για τα λάθη μου.»

 

*****

Κόντευαν δώδεκα ώρες από την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης. Η Στεφανία ένιωθε την αγωνία στο στομάχι της να την γονατίζει. Προσπαθούσε να μην κλάψει, να αναπνεύσει φυσιολογικά και να χαμηλώσει τους χτύπους της καρδιάς της. Όλες της οι οργανικές λειτουργίες ήταν σε εγρήγορση. Αμύνονταν στο ισχυρό σοκ. Άρχισε να κλαίει, να κατηγορεί τον εαυτό της και να σκέφτεται ότι αν αυτοκτονούσε ίσως αυτό το κάθαρμα λυπόταν την αδελφή της. Αν έβαζε τέλος στη ζωή της, ίσως γλίτωνε η Εύα την εκδικητική λαίλαπα αυτού του τρελού. Τηλεφώνησε στο Μάρκο, ο οποίος δεν είχε κανένα νεότερο. Έξω η νύχτα έπαιρνε το χρώμα της ψυχής της. Ήταν η μόνη φιλεύσπλαχνη αυτή τη στιγμή.

 

*****

«Με βίασαν.»

Με αυτήν τη φράση, κοφτή και κατατοπιστική, θέλησε να δικαιολογηθεί στην Εύα. Ήταν ακόμα στο πάτωμα, δεμένη, με τα ρούχα της τσαλακωμένα. Της είχε λύσει τα χέρια νωρίτερα προκειμένου να μπορέσει να φάει, αφού πρώτα της υποσχέθηκε ότι θα της τα εξηγούσε όλα. Την έβλεπε τώρα και διαπίστωνε ότι ακόμα κι έτσι ταλαιπωρημένη ήταν όμορφη. Ξαφνιάστηκε στην αποκάλυψή του.

«Ποιος;»

«Όταν με έκλεισαν στο ορφανοτροφείο.»

«Πότε συνέβη αυτό;»

«Ήμουν δώδεκα χρονών κι ήδη αρκετό καιρό στο ορφανοτροφείο ώσπου ένα βράδυ είδα το πιο αδυσώπητο πρόσωπο της ζωής. Μου λήστεψαν την παιδική αθωότητα και την ψυχική μου γαλήνη. Ήμουν στο λάθος μέρος επειδή κάποιοι συνέβαλαν σε αυτό. Κάποιοι μου ετοίμασαν ένα εφιάλτη για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους. Κάποιοι με έστειλαν πακέτο σε ένα άρρωστο κτήνος για να αποκομίσουν χρήμα και δόξα.»

«Δεν καταλαβαίνω. Ποιοι το έκαναν αυτό;»

«Η αδελφή σου, Εύα, η Στεφανία.»

Η Εύα έμεινε να κοιτάζει το Χάρη ανέκφραστη. Εκείνος συνέχισε:

«Στάθηκε αφορμή για να αυτοκτονήσει ο πατέρας μου μέσα στη φυλακή, όπου ήταν κλεισμένος άδικα. Η μητέρα μου είχε πεθάνει στη γέννα. Ο θείος μου δεν μπορούσε να με αναλάβει φοβούμενος ένα σκάνδαλο κι επιδιώκοντας να ανέλθει στην ιεραρχία του κλήρου κι έτσι, κατέληξα σε ορφανοτροφείο. Βέβαια, ο Χριστόφορος φρόντισε να πάω σε κάποιο εκκλησιαστικό. Είχε την αφέλεια ότι εκεί θα ήταν όλα θεάρεστα και αγαθά. Πόσο λάθος έκανε! Εκεί βίωσα ό,τι χειρότερο υπάρχει για ένα παιδί. Μισώ την εκκλησία. Μισώ τους ανθρώπους της. Μισώ κάθε φορέα εξουσίας. Μισώ την αδελφή σου που ήταν η κινητήριος δύναμη όλων αυτών.»

Επικράτησε παύση ώστε να μπορέσει η Εύα να συνειδητοποιήσει όσα άκουγε και να κατευνάσει ο Χάρης την οργή του.

«Και τι ζητάς, Χάρη; Γιατί με έφερες εδώ;»

Ο Χάρης δεν είχε τη δύναμη να της απαντήσει. Δεν μπορούσε να της πετάξει κατάμουτρα ότι θα την σκότωνε. Δεν ήταν ικανός να το ομολογήσει στο θύμα του.

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

4,662 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
mantis_kastaniotis_review
Ψαλιδιές της Ατρόπου, της Λίνας Πανταλέων

 «... όπως σκληραίνει η καρδιά η ανθρώπινη όταν τη φαρμακώνει ο μεγάλος ο πόνος, έτσι και το χώμα είναι απ’...

Close