Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 3-4), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

 

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Βπρος Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 

Η Εύα όρμησε στο γραφείο της Στεφανίας. Η αδελφή της  παρακολουθούσε στον υπολογιστή της ένα νέο βίντεο του Απόστολου Κυρίου…  Ήταν λογικό, λοιπόν, το πόμολο της πόρτας που βρόντηξε σε συνδυασμό με το ψυχρό αεράκι που εισχώρησε στο δωμάτιο, να της προκαλέσουν ένα ρίγος στο σώμα. Γούρλωσε τα μάτια και κατάφερε να μεταδώσει και στην Εύα τον τρόμο. Συνερπαμένη σε έναν άλλον κόσμο, αυτόν ενός θρησκευτικού κορνιοτά, της ήταν δύσκολο να επανέλθει στην πραγματικότητα και η Εύα της φάνηκε σαν ένα ανθρωπόμορφο διαβολάκι. Μα από πού κι ως πού είχε αρχίσει να έχει αυτές τις ανόητες φαντασιώσεις;

Αφού πέρασαν δέκα λεπτά με αβάσιμες δικαιολογίες, η Εύα ανακοίνωσε στην αδελφή της τον επικείμενο γάμο της με το Μάρκο. Το χαρμόσυνο γεγονός την αναστάτωσε ανεξήγητα. Τον συμπαθούσε τον αστυνομικό, αλλά η διαίσθηση της χτυπούσε καμπανάκι.

 

*****

Τα γράμματα ανέβαιναν στην οθόνη.

«Κατέβηκε στη Γη για να σώσει τον άνθρωπο. Είναι η αλήθεια και το φως. Σφράγισε με το αίμα Του τη διαθήκη που έκανε μαζί μας. Ίδρυσε την εκκλησία, το ναό πίστης και λατρείας.Βάφτισε  τους αποστόλους και ιεροκήρυκες με Άγιο Πνεύμα για να εξαγγείλουν σε όλον τον κόσμο το μήνυμά του. Και τα χρόνια πέρασαν. Η εκκλησία, πρώτη από όλους, Τον πρόδωσε. Διαστρέβλωσε το μήνυμα Του. Δε βαφτίζει με Άγιο Πνεύμα τους αποστόλους του. Ιερείς προσκύνησαν τον έκπτωτο άγγελο. Και τώρα ,2000 χρόνια μετά, ήρθα εγώ.

Ένα πρωί ήρθε και με βρήκε. Μόλις είχα ξυπνήσει κι είχα ανακαθίσει. Ένιωσα τις πύρινες γλώσσες να γλύφουν τις πατούσες μου. Διαπέρασαν το δέρμα μου κι άρχισαν να ανεβαίνουν σιγά σε όλο μου το σώμα. Με έκαιγε μια φωτιά, μια κόκκινη ηδονή. Το σώμα μου σπαρταρούσε. Έμοιαζε με το Άγιο Φως που πρωτοβγαίνει στον Πανάγιο Τάφο. Έφτασε το κεφάλι μου, τον εγκέφαλο μου. Και τότε άκουσα μια φωνή να με καλεί, να με προστάζει.

Ήρθα να εξαγνίσω τον οίκο του. Δίνω την ευκαιρία σε όλους τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν. Ειδάλλως, η ρομφαία της Θείας Δίκης θα πέσει στο κεφάλι τους. Έχουν ηχήσει οι σάλπιγγες. Εγώ θα σπάσω τις σφραγίδες και θα παραδώσω στον Κύριο μου την Εκκλησία του καθαρή, δώρο για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε. Εύχομαι ειρήνη σε όλους τους αδελφούς. Αμήν!»

 

*****

Ο Μάρκος έμεινε εμβρόντητος. Ο Αγαμέμνων ανακάλυψε ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα μαζί με τα αποκαλυπτικά  βίντεο φορτώνονταν από την πλατεία Συντάγματος. Ο δολοφόνος χρησιμοποιούσε το δωρεάν wifi για να αποστείλει τα μηνύματά του! Και τώρα πια, μετά το τελευταίο, η παραμικρή αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, κατέρρευσε. Όλοι ανήσυχοι συμφωνούσαν ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα θύματα. Όλοι συμφωνούσαν πως εκεί έξω παραμονεύει ένα ανθρωπόμορφο τέρας που βάφτισε τον εαυτό του εξαγνιστή του κόσμου, ένα αγρίμι που πήρε στα χέρια του το νόμο, που  αποφάσισε να αυτοανακηρυχθεί ευλογητός, απεσταλμένος Κυρίου και να θερίσει το θάνατο. Ήταν πλέον σίγουρο ότι θα υπάρξουν νέα θύματα. Όμως όλοι τους, και ο Μάρκος, και ο Σπύρος, και ο Αγαμέμνων, και η Βασιλική ξέχασαν μια βασική λεπτομέρεια στο τελετουργικό αυτού του παράφρονα.

Μετά από μια σύντομη σιωπή ο Μάρκος πήρε το λόγο.

«Πρέπει να ανασκουμπωθούμε. Πρέπει να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να συλλάβουμε αυτόν τον «απόστολο Κυρίου», πριν ξαναχτυπήσει. Πρέπει να ψάξουμε για τυχόν ίχνη, για τυχόν λάθη σε αυτό το έγκλημα. Κάθε εγκληματίας κάνει λάθη…»

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Μάρκος το σήκωσε μετά το δεύτερο κουδούνισμα.

«Αστυνόμος Μάρκος Στρατάκης, λέγετε»

«Καλημέρα σας, είμαι ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Χριστόφορος. Ξέρω ότι είστε υπεύθυνος στις έρευνες για τη δολοφονία του πατέρα Κωνσταντίνου Μακρίδη. Σας τηλεφωνώ γιατί έχω δίπλα μου το επόμενο θύμα».

 

*****

Η Εύα είχε παρακολουθήσει τέσσερα χρόνια στο εξωτερικό μαθήματα αυτοβελτίωσης. Την απασχολούσε πολύ η ψυχική γαλήνη του ανθρώπου και ο προσδιορισμός του σκοπού της ύπαρξης του. Γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε να βοηθήσει τον καθένα προς αυτή την κατεύθυνση. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα πέρυσι, σύστησε μια ομάδα νέων με την οποία διαλογίζονταν και συζητούσαν διάφορα θέματα. Αυτή η ομάδα τη γέμιζε και της έδινε χαρά στην καθημερινότητα. Γι’ αυτό το σκοπό, είχε νοικιάσει ένα γραφείο στο κέντρο της Αθήνας.

Ο Χάρης μπήκε στην πολυκατοικία και πήρε το ασανσέρ για το δεύτερο όροφο. Ήταν 19 χρονών, δεν σπούδαζε και δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτα στη ζωή του. Η μελαγχολία τον είχε κυριεύσει. Μια μελαγχολία που εκείνος τη μετέφραζε σε μίσος για όλους. Η πόρτα στα αριστερά του ήταν ανοιχτή. Μια όμορφη καστανή κοπέλα τον καλωσόρισε. Ήθελε να ενταχθεί στην ομάδα της. Αναζητούσε τη λύτρωση στο καθημερινό του άγχος. Έψαχνε λύσεις σε προβλήματα που τον ταλάνιζαν από μικρό. Είχε δοκιμάσει ψυχολόγους και τώρα στρεφόταν στην εσωτερικότητα. Ίσως αυτό να ήταν η λύση. Το σίγουρο είναι πως η Εύα ήταν ένας πολύ ευχάριστος άνθρωπος καθώς και μία γυναίκα που τον γοήτευσε από την πρώτη στιγμή.

 

*****

Η κίνηση στους δρόμους ήταν ανυπόφορη στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο Μάρκος, όσο κι αν βιαζόταν να φτάσει στην Αρχιεπισκοπή, στριμωχνόταν ανάμεσα σε αυτοκίνητα παραμένοντας ακίνητος για λεπτά που κυλούσαν αργά. Στο αυτοκίνητο του δε συνήθιζε να ακούει μουσική. Μετάνιωσε που δεν πήρε το περιπολικό. Μετά από τρία τέταρτα έφτασε στον προορισμό του. Μπήκε στο γραφείο του Χριστόφορου και αμέσως του έκανε εντύπωση ένα περσικό χαλί σε γκρι χρώμα που κάλυπτε το πάτωμα. Μπροστά από το γραφείο του καθόταν ένας ακόμα ρασοφόρος.

«Χαίρομαι που ήρθατε αμέσως ,κύριε Στρατάκη, και δεν αναγκάσατε έναν κληρικό να διαβεί τις πύλες τις αστυνομικής διεύθυνσης και να γίνει βορρά στα δημοσιογραφικά θηρία.»

Εδώ επίκειται ένας φόνος. Και ποιος ξέρει τι έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος για να τον καταδιώκει ο απόστολος Κυρίου, σκέφτηκε ο Μάρκος, και αυτούς τους νοιάζει η εικόνα του. Μα τι έκανε; Έπαιρνε το μέρος ενός δολοφόνου! Βρισκόταν στην άλλη πλευρά; Κατανοούσε έναν άνθρωπο που πήρε ένα όπλο στα χέρια του και απειλεί να σκορπίσει το θάνατο; «Ήταν χρέος μου ως αστυνομικού να σπεύσω ,μακαριότατε», είπε τελικά.

«Λοιπόν, να μην αργοπορούμε, από εδώ ο πατήρ Νικόλαος Αβραμίδης, ιερέας στην Αγία Φωτεινή της Φιλοθέης. Σήμερα το πρωί έλαβε ένα παράξενο dvd.»

«Κύριε αστυνόμε, επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω. Καταρχήν σας ευχαριστώ κι εγώ που βρίσκεστε εδώ και θα ήθελα ό,τι συζητηθεί να μείνει μεταξύ μας. Ζητώ την προστασία σας.»

Τα πράγματα είναι σκούρα, σκέφτηκε ο Μάρκος. Αυτός ο άνθρωπος κάτι είχε κάνει και τώρα ερχόταν αντιμέτωπος με τη Θεία Δίκη. Όχι, δεν μπορεί να το είχε σκεφτεί αυτό.

«Πείτε μου ,πάτερ, πώς έφτασε στα χέρια σας αυτό το DVD και τι περιέχει;»

«Σήμερα το πρωί κάποιος, δεν ξέρω ποιος -εγώ το βρήκα στην είσοδο του ναού στον οποίο ιερουργώ- άφησε ένα DVD με ένα δαχτυλογραφημένο σημείωμα. Ένα σημείωμα που μου δίνει διορία 24 ωρών να παραδοθώ στην αστυνομία.»

«Εσείς είστε πρωταγωνιστής σε αυτό το DVD;»

«Μάλιστα αστυνόμε. Εγώ. Είναι μια δυσάρεστη ιστορία που τώρα είμαι αναγκασμένος να σας διηγηθώ. Πριν έξι μήνες ο αδελφός μου, μεγαλύτερος από μένα στην ηλικία των 55 χρονών διαγνώστηκε ότι πάσχει από μία σπάνια μορφή καρκίνου αυτή του αίματος. Είναι σίγουρο ότι ο άνθρωπος θα πεθάνει. Ο καρκίνος του δημιούργησε πολύ σύντομα νεφρική ανεπάρκεια. Έπρεπε να γίνει κάτι γρήγορα, άμεσα. Δεν υπήρχε χρόνος. Ούτε χρόνος. Ούτε και χρήματα. Αυτός ο άνθρωπος, μεγαλόψυχος, πέρσι υιοθέτησε ένα εξάχρονο ορφανό αγοράκι. Δεν έπρεπε να πεθάνει. Δεν πρέπει να πεθάνει. Τουλάχιστον τόσο σύντομα. Πρέπει να ζήσει. Και δεν υπήρχε χρόνος. Δεν υπήρχαν χρήματα. Έπρεπε να βιαστώ.»

Ο Μάρκος ήταν συνηθισμένος στις δικαιολογίες αλλά είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Ο ιερέας φαινόταν τρομαγμένος. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν μετανιωμένος. Θεωρούσε ότι έκανε το σωστό.

«Και τι κάνατε πάτερ για να σώσετε τον αδελφό σας;»

«Έδωσα τον έναν μου νεφρό»

Μάλιστα, σκέφτηκε ο Μάρκος, ξεκινάμε από τα εύκολα

«Όμως, όπως προείπα, η εγχείριση ήταν ακριβή. Και τότε σκέφτηκα να πάρω κάποια χρήματα από την εκκλησία, τα οποία όμως σας διαβεβαιώ τα επέστρεψα αργότερα»

Και τότε ο Μάρκος ολοκλήρωσε το σκηνικό στο μυαλό του. Αυτό το DVD έδειχνε τον τρεμάμενο ιερέα να κλέβει  με περίσσια θέρμη -για χάρη της σωτηρίας του αδελφού του και την ανατροφή του υιοθετημένου τέκνου- ένα μεγάλο ποσό από το παγκάρι της εκκλησίας. Αλλά αυτό το DVD, αν ήταν αλήθεια, δεν έδειχνε αυτόν τον άντρα να επιστρέφει αυτά τα χρήματα. Και τώρα αυτοί οι δύο άντρες, για να διαφυλάξουν το κύρος της εκκλησίας ,του ζητούσαν να τον καλύψει. Όμως ο Μάρκος έβλεπε και κάτι άλλο με τα αστυνομικά του μάτια. Ο απόστολος Κυρίου θα ξαναχτυπούσε και ήξεραν το πότε. Θα συνέβαινε αύριο το πρωί. Κι αν όλα πήγαιναν καλά θα μπορούσαν να βρίσκονταν κι αυτοί εκεί. Το θέμα ήταν αν ο πατήρ  Νικόλαος θα δεχόταν να παίξει το ρόλο του θύματος. Ή μήπως δε χρειαζόταν;

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

Η αγωνία τους πότιζε όλους εκείνη τη νύχτα. Ακόμα και το φεγγάρι διέγραψε μια σύντομη πορεία και χώθηκε στην κρυψώνα του πολύ πριν ο ήλιος ανατείλει.

 

*****

Ο Χάρης επέστρεψε άλλη μια νύχτα έχοντας πιει ένα μπουκάλι ουίσκι. Η συνεχής πάλη με τον εαυτό του τον είχε οδηγήσει σε περίεργα μονοπάτια. Ο θείος του, ο Χριστόφορος, με τον οποίο έμενε αφότου βγήκε από το ορφανοτροφείο στο οποίο μεγάλωνε, υποψιαζόταν ότι έπαιρνε κατά καιρούς ναρκωτικές ουσίες. Δεν είχε αποδείξεις, αλλά το βλέμμα του ανιψιού του κάτι πρόδιδε… κι αυτή τη νύχτα στενοχωριόταν να τον βλέπει σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν ήξερε πώς να βοηθήσει. Τον είχε περιμαζέψει από το ορφανοτροφείο της εκκλησίας όταν ενηλικιώθηκε και διαπίστωνε μέρα με την ημέρα πόσα ψυχολογικά τραύματα του είχε προξενήσει μια τέτοια εμπειρία.

«Γιατί κάνεις αυτό το πράγμα στον εαυτό σου;»

«Ω! Σταμάτα! Δεν έχω όρεξη! Σήμερα είναι ειδική μέρα. Σήμερα γιορτάζω»

«Γιορτάζεις τι ακριβώς; Και τι τρόπο βρήκες να γιορτάσεις;»

«Γιορτάζω που επιτέλους ένας άνθρωπος βρήκε τη δύναμη να τιμωρήσει όλους αυτούς τους διεφθαρμένους του σιναφιού σου!»

«Τι είναι αυτά που λες;», τον διέκοψε.

«Λέω ότι εκεί έξω κυκλοφορεί κάποιος ταλαιπωρημένος, πονεμένος σαν κι εμένα και βρήκε το κουράγιο να στείλει από’ κει που ήρθαν όλους αυτούς που παριστάνουν τους αγίους και από την άλλη κάνουν τα αίσχη! Κι εσύ το ξέρεις πολύ καλά αυτό. Εσύ διευθύνεις αυτό το ακόλαστο σπίτι.»

«Σε παρακαλώ, πρόσεχε πώς μιλάς! Είσαι μεθυσμένος!»

«Δεν προσέχω καθόλου, δεν είμαι μεθυσμένος. Είμαι ευτυχισμένος!»

στράφηκε στο σύνθετο του σαλονιού. Στην κορυφή στέκονταν όρθια μπουκάλια που τον ενδιέφεραν. Ο Χριστόφορος τον εμπόδισε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Αμέσως σωριάστηκε στο πάτωμα.

«Σε πονάει η αλήθεια. Εσένα και τους ομοίους σου σας πονάει η αλήθεια. Πήρες τα γαλόνια…»

«Πήρα το χρίσμα, αγόρι μου. Το ‘Άγιο Πνεύμα…»

«Πήρες τα γαλόνια και ξέχασες. Ξέχασες τι μου έχουν κάνει; Τι μας έχουν κάνει;»

«Τίποτα δεν έχω ξεχάσει, αλλά…»

«Αλλά τώρα βρέθηκε ένας Άγιος, ένας απόστολος που θα καθαρίσει τη βρώμα.»

«Μιλάς για έναν δολοφόνο. Δεν είναι άγιος όποιος σκοτώνει!»

«Μιλάω για έναν άνθρωπο που του έδωσε εξουσία ο Θεός να σκοτώνει. Θα τα βάλεις και με το Θεό τώρα;»

«Ο Θεός δεν μπορεί να σκοτώνει. Ο Θεός…»

«Ο Χριστός, όταν είδε ότι ο λαός του, ο εκλεκτός του- γιατί βλέπεις κι ο Θεός έχει τον εκλεκτό του- όταν είδε λοιπόν αυτούς να έχουν μετατρέψει το σπίτι του σε εμποροπανήγυρη, τότε πήρε το φραγγέλιο και τους έδιωξε. Αυτό κάνει κι αυτός ο απόστολος» σηκώθηκε. «κι εγώ απόψε θέλω να πιω στην υγειά του. Στην υγειά του ενός που τόλμησε. Ή μάλλον όχι. Στην υγειά…»

«Πάψε, μην πεις τίποτε άλλο! Αμαρτάνεις. Πάψε! Αρκετά… ο Θεός είναι αγάπη. Ο Θεός είναι συγχώρεση. Αυτός εκεί έξω είναι ένας τρελός που έχει πάρει το νόμο στα χέρια του. Υπάρχουν δικαστήρια.»

«Εσύ το λες αυτό;»

«Ναι, εγώ το λέω. Η αυτοδικία είναι ένα έγκλημα χειρότερο από το κοινό. Η αυτοδικία γυρίζει τον άνθρωπο πίσω στη ζούγκλα. Τον κάνει αλαζόνα»

«Κράτα τα κηρύγματα σου για το ποίμνιο σου! Εγώ απόψε…»

«Εσύ θα πας αμέσως για ύπνο»

«Κακώς γύρισα» ,φώναξε, και με τη δύναμη που βρίσκουν όλοι απελπισμένοι και οι εξαρτημένοι  άνθρωποι, άνοιξε τρέχοντας την πόρτα και έφυγε.

 

*****

Ο Μάρκος συζητούσε τις τελευταίες λεπτομέρειες του σχεδίου τους με το Σπύρο ώστε να συντονίσουν την ομάδα τους. Τα ξημερώματα αυτός ο διεστραμμένος δολοφόνος σκόπευε να ξανασκοτώσει και μες στην τρέλα του δεν είχε σκεφτεί το αυτονόητο. Προειδοποιούσε τα θύματα του κι έτσι τώρα ήξεραν και τον τόπο και το χρόνο που θα ξαναχτυπούσε. Τελικά, αυτός ο κύκλος θα έκλεινε πολύ σύντομα.

Η Εύα χτύπησε την πόρτα του γραφείου του. Ο Μάρκος ξαφνιάστηκε. Φορούσε ένα κίτρινο βραδινό φόρεμα που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους και κρατούσε μία πλαστική τσάντα. Δε συνήθιζε να έρχεται στη δουλειά του. Η τελευταία φορά ήταν πριν έξι μήνες σε μία πληκτική βάρδια όπου ήρθε πάλι απροειδοποίητα και το γλέντησαν λιγάκι. Όχι πώς δε χάρηκε που την είδε, αλλά απόψε ήταν μια ειδική περίπτωση.

Η Εύα ήταν σίγουρη ότι δε θα είχε φάει τίποτα όλη μέρα με αυτή την αναστάτωση κι έτσι του έφερε φαγητό. Με δυσκολία ο Μάρκος συμμερίστηκε την τρυφερότητα της αγαπημένης του, καθώς η αδρεναλίνη που έτρεχε αυτή τη στιγμή στο αίμα του δεν τον άφηνε να σκεφτεί τίποτε άλλο.

 

*****

Το φεγγάρι δεν υπήρχε, αλλά κι αν υπήρχε, το αγόρι καθισμένο στο αναπηρικό καροτσάκι δε θα μπορούσε να το δει από το υπόγειο όπου διέμενε. Φιλούσε πάλι τις εικόνες του, αυτήν της Παναγίας με το Θείο βρέφος, αυτή του Νυμφίου, το μυστικό δείπνο, κι έκανε το σταυρό του. Προσευχόταν όλη νύχτα για το καλό των ανθρώπων. Ήλπιζε μια μέρα αυτός ο κόσμος να αλλάξει, να αφήσουν το Θεό να κυριεύσει την καρδιά τους κι ίσως τότε να μπορούσαν να αποδεχτούν κι εκείνον τον ίδιο. Ο Θεός του τον ήξερε, τον είχε δεχτεί όπως ήταν. Εκείνος τον προσκάλεσε κοντά Του.

 

*****

Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν ο μαυροντυμένος άντρας μπήκε στον Ιερό ναό της Αγίας Φωτεινής στη Φιλοθέη. Ασφαλώς, σε άλλη περίπτωση κανείς ιερέας δε θα βρισκόταν στην εκκλησία τόσο πρωί, αλλά αφενός σε λίγα λεπτά η προθεσμία του απόστολου Κυρίου έληγε, αφετέρου οι αστυνομικοί αποφάσισαν να τον διευκολύνουν προσφέροντάς του το ίδιο σκηνικό στο νέο του φόνο. Προχώρησε προσπαθώντας να κάνει όσο λιγότερο θόρυβο μπορούσε. Αν κάποιος στεκόταν δίπλα του το μόνο που θα ένιωθε θα ήταν ένα ελαφρύ αεράκι παρά η παρουσία ενός ανθρώπου.

Το φως στο γραφείο ήταν αναμμένο. Το διέκρινε από τη χαραμάδα. Ήταν πολύ τυχερός αυτή τη νύχτα. Έσυρε τα πόδια του μέχρι την πόρτα. Εκεί στάθηκε και κρυφάκουσε. Κάποιος ήταν μέσα. Όχι πως έκανε θόρυβο μα το καταλάβαινε όπως καταλαβαίνει κανείς ότι κάποιος βρίσκεται στο χώρο. Άγγιξε με τα δάχτυλά του αυτό που έκρυβε στην τσέπη του άνοιξε την πόρτα και μπήκε προτείνοντας το στον ιερωμένο και είπε: «Ψηλά τα χέρια αλλιώς πυροβολώ».

Δεν άργησαν να εισβάλλουν οι αστυνομικοί μαζί με το Μάρκο και να τον συλλάβουν. Ήταν πολύ εύκολο αφού ο άντρας αιφνιδιάστηκε. Άρχισε να φωνάζει, να θέλει να μιλήσει, αλλά τώρα θα τον άκουγαν μόνο στη ΓΑΔΑ την ώρα της ανάκρισης. Όλα είχαν τελειώσει με γρήγορες και συνοπτικές διαδικασίες.

 

*****

Ο πατήρ Νικόλαος είχε στείλει τη γυναίκα του στην αδελφή της. Μπορεί τη θέση του να την είχε πάρει κάποιος έμπειρος αστυνομικός και τώρα ένας άλλος να τον προστάτευε σπίτι του, όπου ξενυχτούσε, δεν ήθελε όμως να ζήσει και εκείνη αυτή την αγωνία από κοντά. Το κινητό του φύλακά του χτύπησε και τον ενημέρωσαν ότι η επιχείρηση στέφθηκε με επιτυχία. Είπε τα ευχάριστα στον ιερέα κι έφυγε.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά χτύπησε το κουδούνι. κάτι θα ξέχασε ο αστυνόμος, σκέφτηκε. Άνοιξε κι αντίκρισε ένα μαυροντυμένο άντρα να τον σημαδεύει κατάστηθα.

«Νόμιζες ότι θα ξεγελάσεις εμένα και το Θεό μου. Τέτοια ύβρις και αλαζονεία ! Σου έδωσα την ευκαιρία να μετανοήσεις, να παραδοθείς και να πληρώσεις για τα αμαρτήματά σου κι εσύ το εκμεταλλεύτηκες. Μαζί μου έχω το Χριστό που είναι παντού και γνωρίζει τα πάντα! Πώς πίστεψες ότι είσαι ανώτερός Του;»

Ο πατήρ Νικόλαος γούρλωσε τα μάτια κι έτρεμε σύγκορμος. Έμεινε εμβρόντητος. Κανονικά θα έπρεπε να ήταν στο τμήμα. Τι έγινε; Τους ξέφυγε; Για πρώτη φορά στη ζωή του φοβόταν. Ήθελε να κλάψει. Αλλά δεν πρόλαβε. Δέχτηκε το θάνατο στην καρδιά.

Ο μαυροντυμένος, ικανοποιημένος γύρισε  και άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Έβγαλε το κόκκινο του σπρέι κι έγραψε απέναντι από τον καθρέφτη και αντίστροφα την καθιερωμένη λέξη «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ».

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

 

 

7,452 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Για εκείνους που δε θα κερδίσουν βραβεία, της Ιωάννας Ντέντε

Η Doris Lessing είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα αλλά και ανθρώπου. Έζησε μια ζωή γεμάτη, ταξίδια, έρωτες, ελευθερία, προβληματισμοί, βιβλία....

Close