Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 31 & 32), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

 

Η Στεφανία πήγε ξανά στο σπίτι της Εύας. Εκεί ένιωθε πιο κοντά στην αδελφή της. Άγγιζε τα πράγματά της και αναρωτιόταν αν θα επέστρεφε ποτέ ζωντανή. Οι άσχημες σκέψεις έκαναν το μυαλό της να μην μπορεί να λειτουργήσει σωστά. Η κυρίαρχη ιδέα του επικείμενου θανάτου θάμπωναν τη λογική της. Κάθισε σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας και κοίταζε τη σκοτεινιά έξω από το παράθυρο. Και τότε, πιο άγριες κι απειλητικές την επισκέφτηκαν οι τύψεις. Βούρκωσε. Ήταν μόνη της όταν παραδέχτηκε στον εαυτό της ότι έκανε λάθος. Έστησε μόνη της μια δικάσιμο διαδικασία. Άκουσε ξανά την απαγγελία των κατηγοριών από το Χάρη, εξέτασε την αυτοκτονία του πατέρα του ως το μόνο στοιχείο ενοχής και δεν υπήρξε υπεράσπιση αλλά μόνο η απολογία της. Ήταν αλήθεια επομένως. Ήταν μια φιλόδοξη αριβίστρια δημοσιογράφος που δεν δίστασε, στο βωμό της επιτυχίας, να κατακρεουργήσει μια ανθρώπινη ψυχή, οδηγώντας στο απονενοημένο διάβημα έναν αθώο. Ελαφρυντικά δεν υπήρχαν. Το γεγονός ότι δεν ήξερε δεν την απάλλασσε καταλογισμού. Η άγνοια, μάλλον ως επιβαρυντικό στοιχείο λαμβανόταν υπόψη. Η ετυμηγορία του Χάρη ήταν σωστή. Ήταν ένοχη. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Η ποινή όμως, την οποία επιζητούσε, ήταν άδικη. Δεν έπρεπε να πεθάνει η Εύα. Όχι εκείνη. Η θύτης της υπόθεσης έπρεπε να οδηγηθεί απέναντι από κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα, ανάμεσα σε κάποια αγχόνη, επάνω σε κάποια ηλεκτροφόρα καρέκλα ή σε κάποιο θάλαμο αερίων. Η ίδια έπρεπε να πεθάνει προκειμένου να επέλθει κοινωνική δικαιοσύνη. Έτσι θα ένιωθε ο Χάρης δικαιωμένος κι η Εύα, που δεν έφταιξε τίποτα, θα παρέμενε ζωντανή.

 

*****

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του ο Χριστόφορος προχώρησε στην πιο σημαντική εξομολόγηση της ζωής του. Είχε βρεθεί πολλές φορές δίπλα σε μια μετανοημένη αμαρτωλή ψυχή, πρόθυμος να προσευχηθεί μαζί της για τα κρίματά της και στο τέλος, με τη βούληση του Θεού να την απαλλάξει απόαυτά. Τώρα δεν υπήρχε εκκλησία. Δεν υπήρχε ναός με εικόνες και θυμιάματα. Ούτε προσευχητάρι κι ευχολόγιο υπήρχαν. Ήταν ένας άρρωστος άντρας καταβεβλημένος κι ο εξομολογητής του δεν ήταν κάποιος χρησμένος ιερέας, αλλά ένας απόκληρος της εκκλησίας εξαιτίας της αναπηρίας του, με θεάρεστη ψυχή και ζηλευτό βίο. Αυτός ο άνθρωπος, ήταν σίγουρος ο Χριστόφορος, πως θα τον άκουγε με ευγενή αισθήματα και θα έπαιρνε ένα βάρος από πάνω του. Κοιτούσε τη λάμπα του δωματίου να σπάει τη μαυρίλα της νύχτας και ζήλευε. Ο ίδιος υποτίθεται ότι θα ήταν ένα λίχνο στην εκκλησία που θα οδηγούσε άλλους πιστούς στο σωστό μονοπάτι και τούτη τη στιγμή οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει.

«Νιώθω ενοχές. Νιώθω ενοχές γιατί δεν ήμουν ικανός να σταθώ δίπλα στα κοντινά μου πρόσωπα. Φοβήθηκα. Όταν αυτοκτόνησε ο πατέρας του Χάρη μέσα στη φυλακή, όντας αθώος, ο ανιψιός μου έμεινε ορφανός. Ο μόνος συγγενής του ήμουν εγώ. Αλλά εγώ δεν ήμουν στο πλάι του όπως θα έπρεπε. Ο γαμπρός μου είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση κι εγώ δείλιασα να πάρω υπό την προστασία μου το παιδί του, τον ανιψιό μου δηλαδή, φοβούμενος ένα ενδεχόμενο σκάνδαλο, φοβούμενος μήπως εμπλακεί το όνομά μου σε αυτήν την υπόθεση και χάσω το κύρος και τη θέση μου. Μεσολάβησα βέβαια για να μπει ο Χάρης σε εκκλησιαστικό ίδρυμα, εφησυχάζοντας έτσι τον εαυτό μου. Αυτή μου η πράξη μάλλον καταστροφική ήταν. Μέσα στο ίδρυμα ο Χάρης βίωσε σιωπηλά μια κόλαση, η οποία του γέννησε το μίσος. Και γι’ αυτόν, γι’ αυτήν τη χαμένη ψυχή, υπόλογος είμαι εγώ. Έγινα θρησκευτικός ποιμένας για να φωτίζω το δρόμο πιστών χριστιανών και δεν μπόρεσα, δεν ήμουν άξιος να σώσω τον ίδιο μου τον ανιψιό. Απέτυχα. Κι όταν συνάντησα εσένα, πίστεψα ότι ο Θεός μου έδινε μία δεύτερη ευκαιρία ώστε να κάνω κάτι καλό. Γι’ αυτό σε πήρα υπό τη στέγη μου. Από τύψεις περισσότερο παρά από καλοσύνη. Και πίστεψα ο αφελής ότι εκείνη η αμαρτία μου μού είχε συγχωρεθεί. Ήμουν ανόητος. Ήρθε η ώρα να πληρώσω γι’ αυτό μου το λάθος. Ήρθε η ώρα να ζήσω το διωγμό αυτού του παιδιού, την ύστατη κατάπτωση να γίνεται δολοφόνος και να σέρνεται στις φυλακές σιδηροδέσμιος και το δικό μου όνομα, που τόσο ανάλγητα θέλησα να προστατεύσω, να κηλιδώνεται οριστικά. Ναι, ήρθε η ώρα να πληρώσω. Αλλά δε θα αλλάξει τίποτα. Εγώ θα πληρώσω κι αυτή η ψυχή θα χαθεί για πάντα. Για πάντα.»

Ο Θεόφιλος άκουγε σιωπηλός το σπαραξικάρδιο ξέσπασμα ενός ανθρώπου που έκανε απολογισμό της ζωής του. Ένιωθε την ντροπή και την οδύνη που τον κυρίευαν κι έψαχνε λόγια να τον παρηγορήσει ή έστω να του δώσει κουράγιο. Δυστυχώς αναγνώριζε τις ευθύνες αυτού του άντρα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις εγκληματικές ενέργειες του Χάρη.

«Ο Θεός δεν τιμωρεί. Το ξέρεις καλά αυτό. Δυστυχώς, αυτό το παιδί δεν μεγάλωσε με τα καταλληλότερα εφόδια και διαπλάστηκε ως ένας άγριος άνθρωπος. Ποτέ δεν είναι αργά για να σωθεί. Προσευχήσου, την τελευταία στιγμή έστω, να καταλάβει και να μετανιώσει. Ας προσευχηθούμε μαζί για σένα, για εκείνον και γι’ αυτό το άτυχο κορίτσι. Κάθε άσχημη πράξη που λαμβάνει χώρα στη ζωή μας δεν πρέπει να είναι αιτία για αναζήτηση ευθυνών και απονομή κατηγοριών. Ας είναι αφορμή για περισσότερη προσευχή κι ουσιαστική παράκληση να έρθουμε πιο κοντά στον Κύριο. Ας προσευχηθούμε μαζί.»

 

*****

Είχε ξημερώσει κι ο Μάρκος παρακολουθούσε από το τζάμι του αυτοκινήτου του τη ζωή που συνεχιζόταν. Άνθρωποι περπατούσαν στο πεζοδρόμιο δίπλα του και πήγαιναν στις δουλειές τους, γονείς συνόδευαν τα παιδιά τους στο σχολείο, αμάξια τον προσπερνούσαν κι εκείνος παρέμενε στάσιμος κι απελπισμένος. Δεν μπόρεσε να εντοπίσει ούτε ένα ίχνος της αγαπημένης του. Υποσχέθηκε τόσο στην ίδια όσο και στον εαυτό του να την προστατεύσει από τον απόστολο Κυρίου αμέσως μετά την τρομακτική επίθεση, που είχε εξαπολύσει καταμεσής στο σαλόνι της και τώρα την είχε αφήσει ευάλωτη κι εκτεθειμένη, με αποτέλεσμα ένας παράφρων να την απαγάγει. Αλήθεια, τώρα άρχισε να αναρωτιέται,  πόση απόσταση χώριζε τον τίτλο ενός κατά συρροή δολοφόνου με αυτόν του απαγωγέα; Μήπως αυτός ήταν τελικά ο απόστολος Κυρίου; Έμεινε ορφανός από γονείς και μεγάλωσε σε εκκλησιαστικό ίδρυμα. Μήπως κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί, γεννήθηκε το μίσος προς τους ιερείς; Μήπως συνέβη κάποιο περιστατικό, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και στην αποστράγγιση της ψυχικής του γαλήνης; Όσο πήγαινε γινόταν πιο εφιαλτική η κατάσταση. Η Εύη πιθανότατα βρισκόταν στα χέρια ενός παρανοϊκού δολοφόνου. Κόντευε να τρελαθεί.

Το τηλεφώνημα που ακολούθησε σίγουρα δεν το περίμενε. Ήταν ο αρχηγός. Θέλησε να του εκφράσει τη λύπη του για την απαγωγή της συντρόφου του και του ευχήθηκε  να συλλάβει έγκαιρα τον δράστη. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι αυτό το πρόσωπο κρύβεται πίσω από την επωνυμία του απόστολου Κυρίου. Ένας διεφθαρμένος νους που στόχευε διαρκώς σε μεγαλύτερα εγκλήματα και διψούσε για εκδίκηση. Ο Μάρκος ένιωσε τουλάχιστον ανακουφισμένος που ο αρχηγός ενστερνιζόταν την άποψή του. Έκλεισε το κινητό κι έβαλε μπρος για το σπίτι της Εύας.

 

*****

Ο Χάρης μπήκε στο κρησφύγετο. Η Εύα τον κοίταξε περίεργα.

«Γιατί με κοιτάς έτσι;»

«Βλέπω μου Φερές πάλι φαγητό. Με φροντίζεις. Μοιάζεις με τον δήμιο που απολυμαίνει με οινόπνευμα το δέρμα του κατάδικου πριν τη θανατηφόρα ένεση. Κι αναρωτιέμαι Χάρη. Τι θα γίνει κάπου παρακάτω; Πώς θα πάρεις την εκδίκησή σου; Θα με σκοτώσεις; Αυτό έχεις σκοπό να κάνεις;»

«Δεν έχω τίποτα μαζί σου, Εύα.»

«Αλλά θα με σκοτώσεις. Ξέρεις, μένω πολλές ώρες μόνη μου και δεν έχω άλλη επιλογή από το να σκέφτομαι. Κι έχω φτάσει στο εξής συμπέρασμα: Με κρατάς για να εκβιάσεις τη Στεφανία να δώσει τέλος στη ζωή της ή σκοπεύεις να τελειώσεις εμένα για να είστε ίσοι; Τι από τα δύο συμβαίνει, Χάρη; Εμπρός, μίλα μου. Οργάνωσες μια ολόκληρη απαγωγή και κολλάς στα λόγια;»

«Το δεύτερο, Εύα.»

«Πότε;»

«Μεθαύριο.»

«Και γιατί μεθαύριο; Γιατί όχι τώρα;»

«Θέλω να ζήσει η αδελφή σου το ίδιο μαρτύριο που έζησε ο πατέρας μου. Τρεις μέρες αθώος στη φυλακή.»

«Είσαι τρελός. Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Αν έχεις περάσει αυτή τη θηλιά γύρω από το λαιμό της Στεφανίας, τότε θα έχει αρχίσει να ψάχνει τρόπους να σε απαλλάξει από την παρουσία της. Να είσαι σίγουρος ότι θα ψάχνει όπλο να το βάλει στον κρόταφό της και να θυσιαστεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να περιμένει να με σκοτώσεις.»

 

*****

Ο Μάρκος βρήκε τη Στεφανία καθισμένη ακόμα στην καρέκλα. Πήρε μία δεύτερη και κάθισε δίπλα της. Της έπιασε το χέρι και τότε εκείνη συνειδητοποίησε ότι ήταν εκεί. Δυστυχώς δεν της έφερνε κανένα καλό νέο. Φωτογραφίες και των δύο κοσμούσαν την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Άντρες σταματούσαν αυτοκίνητα και περαστικούς και ρωτούσαν. Δεν είχε ιδέα ωστόσο πού να ψάξει. Ο Χάρης μπορεί να την είχε πάρει σε άλλη πόλη. Ήταν στο σκοτάδι. Της είπε ότι ήρθε να κάνει ένα μπάνιο και να ξαναβγεί έξω να συνεχίσει την αναζήτηση.

Ακούμπησε τη στολή του στο κρεβάτι της Εύας και του ήρθαν στο μυαλό οι τόσες φορές που είχαν κοιμηθεί μαζί. Πήρε ρούχα από το συρτάρι που είχε ειδικά για εκείνον και μπήκε στο μπάνιο.

Η Στεφανία περπάτησε προς το δωμάτιο και ψαχούλεψε τις τσέπες του Μάρκου. Βρήκε αυτό που ζητούσε. Το υπηρεσιακό του περίστροφο ήταν στα δάχτυλά της. Πέρασαν μπροστά από τα μάτια της η σκηνή του φόνου, η εικόνα της Εύας νεκρής, η κηδεία της κι η ενοχή της που μεγιστοποιούταν. Το απασφάλισε κι άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Ήταν η μοναδική λύση. Επέπληξε τον εαυτό της για τη δειλία της. Έστρεψε την κάνη του όπλου στο κεφάλι. Οι αρθρώσεις των δαχτύλων της έγιναν άσπρες. Το ίδιο και το πρόσωπό της. Πάτησε την σκανδάλη και μια σφαίρα απελευθερώθηκε με ορμή από τη θαλάμη.

Ο Μάρκος άκουσε τον πυροβολισμό ενώ ετοιμαζόταν να μπει στην μπανιέρα. Όρμησε έξω γυμνός και άρπαξε το χέρι της Στεφανίας. Ευτυχώς έτρεμε τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να στοχεύσει. Της πέταξε το όπλο στο πάτωμα. Την έπιασε από τους ώμους και της υποσχέθηκε ότι θα βρει την Εύα. Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό το πράγμα. Δεν της άξιζε. Της ορκίστηκε ότι θα καταφέρει να τη βρει και να τη φέρει ζωντανή.

Το κινητό της χτύπησε. Τον άφησε, για να το σηκώσει μηχανικά. Άκουσε τον εφιάλτη της να μιλά:

«Μην διανοηθείς να βάλεις τέλος στη ζωή σου. Αυτό δε θα γλιτώσει την αγαπημένη σου αδελφή. Θα την σκοτώσω μια ώρα αρχύτερα.»

Έριξε τη συσκευή και ούρλιαξε από τον πόνο που διαπέρασε τα σωθικά της.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Μια ηρεμιστική ένεση ήταν το αντίδοτο στη μεγάλη κρίση που κατέλαβε τη Στεφανία. Ο Μάρκος την οδήγησε στο πλησιέστερο νοσοκομείο χωρίς να σκεφτεί την αρνητική δημοσιότητα που θα ακολουθούσε. Η εικόνα της αγαπημένης δημοσιογράφου σε νευρικό κλονισμό κοσμούσε σε λίγες ώρες τις οθόνες των κουτσομπολίστικων εκπομπών. Η Στεφανία, όντας μια ζωή περήφανη και αγέρωχη, δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο αλλά αυτή τη στιγμή δεν είχε χρόνο να σκεφτεί κάτι πέρα από την απαγωγή της Εύας.

Ένιωθε ήρεμη. Σε καταναγκαστική αδράνεια. Καθόταν μόνη σε μια πολυθρόνα των επειγόντων περιστατικών. Ο Μάρκος είχε φύγει κι ο Αντρέας, ειδοποιημένος από εκείνον, έφτασε τρέχοντας μετά από είκοσι λεπτά. Την βρήκε παγωμένη, να μην καταλαβαίνει τι της γίνεται. Της έπιασε το χέρι. Μονολογούσε ακόμα τον φόβο ότι η αδελφή της θα πεθάνει. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε βιώσει τόσες ακραίες καταστάσεις… Καταβεβλημένη από την απαγωγή και την απειλή δολοφονίας του πιο αγαπημένου της προσώπου, πήρε την απόφαση να θυσιαστεί η ίδια για να ζήσει εκείνη. Όσο επώδυνη κι αν ήταν αυτή η απόφαση, της προσέφερε ανακούφιση αφού βρήκε τουλάχιστον μια λύση. Δεν ήταν όμως τόσο δυνατή. Απέτυχε. Θα ξαναπροσπαθούσε όμως. Είχε χρόνο. Αλλά ήρθε αυτό το τηλεφώνημα και της τα ακύρωσε όλα. Η αυτοκτονία της δε θα βοηθούσε σε τίποτα. Ο Χάρης θα σκότωνε την Εύα σε κάθε περίπτωση. Ήταν εγκλωβισμένη.

 

*****

ο Χριστόφορος παρακολουθούσε από το κρεβάτι του τις εξελίξεις στην τηλεόραση. Η είδηση της απόπειρας αυτοκτονίας της Στεφανίας τον συντάραξε. Και πιο πολύ τον συνέτριβε η ανικανότητά του να καταφέρει να μεταπείσει το Χάρη. Σε λίγα εικοσιτετράωρα μια δεύτερη οικογενειακή τραγωδία θα λάμβανε χώρα, απόρροια της πρώτης. Αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν ωφελούσε σε τίποτα να μένει παραιτημένος. Έπρεπε να ψάξει κι αυτός. Πέρασε στο σαλόνι, όπου είδε το Θεόφιλο να συνομιλεί με ένα αστυνομικό. Δεν άργησε να τον αναγνωρίσει. Ήταν ο Μάρκος.

Ο Μάρκος ζήτησε από το Θεόφιλο να μιλήσει στον αρχιεπίσκοπο. Ενώ εκείνος του εξηγούσε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τις τελευταίες ώρες, ο Χριστόφορος εμφανίστηκε και τους διέκοψε.

«Ας´ τον να μου μιλήσει», είπε στον Θεόφιλο. «Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει πιο δεινή θέση από αυτήν που βρίσκεται η γυναίκα αυτού του άντρα, αιχμάλωτη, στοχευμένο αντικείμενο μιας φριχτής εκδίκησης και επικηρυγμένη σε θάνατο, αλλά και από τη θέση αυτού του αστυνομικού, του οποίου το καθήκον του επιβάλλει το πιο επιτακτικό ηθικό χρέος: να σώσει την αγαπημένη του από τα χέρια του δικού μου ανιψιού. Τελείωσαν για μένα οι ώρες ξεκούρασης και ηρεμίας. Ήρθε η ώρα να πληρώσω με την καχυποψία στο βλέμμα όλων και την κοινωνική κατακραυγή.

Ο Μάρκος πήρε βαθιά ανάσα. Είχε έρθει με εχθρικά αισθήματα αλλά αντικρίζοντας αυτόν τον άντρα δεν μπόρεσε παρά να λυπηθεί.

«Μακαριότατε, ομολογώ ότι ειλικρινά μου εμπνέετε σεβασμό. Αλλά αυτή τη στιγμή, καταλαβαίνετε σε πόσο δυσάρεστη θέση βρίσκομαι με το να έρχομαι σπίτι σας και να σας ρωτώ για τον ανιψιό σας.»

«Μην συνεχίζετε. Καταλαβαίνω πολύ καλά. Θέλετε να μάθετε αν γνωρίζω πού μπορεί να είναι ο Χάρης. Λυπάμαι. Δεν έχω ιδέα. Ήρθε εδώ πριν από λίγες ώρες. Δεν κατάφερα να του αποσπάσω τίποτα, ούτε να του αλλάξω γνώμη.»

Ο Μάρκος, έμπειρος αστυνόμος, κατανοούσε μεν την προστατευτική διάθεση του Χριστόφορου απέναντι στον ανιψιό του, διέκρινε δε, ότι αυτός ο άντρας δεν γνώριζε τίποτα αλλά θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει στις έρευνες. Μετά από μια σύντομη συζήτηση έφυγε απογοητευμένος.

 

*****

Η Μαρίνα με μεγάλη έπαρση επέκρινε τον Διονύση για τη στάση αυτοθυσίας που υπέδειξε τις προηγούμενες μέρες. Ήταν πραγματικά μια άχρηστη κίνηση, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, απόστολος Κυρίου ήταν ο Χάρης. Δεν ήθελε και πολύ μυαλό να το καταλάβεις. Ένας άνθρωπος, που διαπράττει μία απαγωγή και απειλεί να σκοτώσει, σίγουρα είναι ικανός να έχει κάνει και μια σωρεία άλλων φόνων. Ο Διονύσης της υπενθύμισε ότι λίγες μέρες πριν θεωρούσε σίγουρη την ενοχή της Λένας. Η μητέρα του μεγαλόψυχα παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος και τώρα πια τα πράγματα ήταν ολοφάνερα κι είχαν αποκαλυφθεί. Ο γιος της, με σε μυστηριώδη τόνο, της αποκρίθηκε πως όλες οι αποκαλύψεις θα συμβούν στην ώρα τους.

 

*****

Τελείωσαν οι αμφιταλαντεύσεις. Παραμερίστηκαν οι ενοχές, τα ηθικά διλλήματα κι όλες οι αηδίες που στέκονταν εμπόδιο. Ντύθηκε όσο καλύτερα γινόταν. Ένα φόρεμα άσπρο και στενό  ήταν ό,τι έπρεπε. Βάφτηκε διακριτικά. Ήταν έτοιμη μάλλον για κάποιο μεσημεριανό γεύμα παρά για τη ΓΑΔΑ.

 

*****

«Τι ώρα είναι;» Ρώτησε η Εύα.

«Έντεκα και πέντε!» Απάντησε ο Χάρης.

«Πρωί ή βράδυ;»

«Βράδυ»

«Αύριο λοιπόν;»

«Όχι, μεθαύριο!»

Οι ώρες που είχαν περάσει από τη στιγμή που της ανακοίνωσε ότι θα πεθάνει φάνταζαν αιώνας. Κυλούσαν αργά και βασανιστικά τόσο, που η Εύα είχε πιστέψει πως πέρασε κιόλας μία μέρα. Είχε χάσει τις ελπίδες της. Ένιωθε μόνη. Ο Μάρκος τι να έκανε; Η Στεφανία σίγουρα θα είχε απελπιστεί. Κι όλα αυτά άξιζαν, για κάτι που είχε συμβεί τόσα χρόνια πριν; Κι αυτή ήταν αθώα!»

 

*****

Πέρασε για ακόμα μία φορά την είσοδο της ΓΑΔΑ. Περπάτησε τους διαδρόμους, πήρε το ασανσέρ, ξαναπερπάτησε κι έφτασε στο γραφείο του Μάρκου. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε. Ευτυχώς τον βρήκε μόνο. Χωρίς πρόλογους του είπε:

«Να που ξανασυναντιούνται οι δρόμοι μας.»

Ο Μάρκος πρόσεξε πόσο όμορφη ήταν. Ή μάλλον πόσο ιδιαίτερα όμορφη ήταν.

«Και είναι για καλό, Λένα;»

«Έτσι νομίζω.»

«Θα έμαθες ότι η Εύα είναι στα χέρια του Χάρη και απειλεί να την σκοτώσει. Δεν έχω όρεξη για αινίγματα.»

«Φυσικά και το έμαθα. Αλλά από πρώτο χέρι.»

«Τι εννοείς;»

«Την ημέρα που πήγα να μιλήσω στην Εύα, να της εξηγήσω και να σε συγχωρέσει τα είδα όλα. Την άρπαξε, την αναισθητοποίησε βάζοντάς της στη μύτη ένα βαμβάκι χλωροφόρμιο και την έριξε στο αυτοκίνητο.

Ο Μάρκος σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Ήξερες κάτι τέτοιο και δε μίλησες;»

«Τους ακολούθησα.»

«Τους ακολούθησες; Και δεν σε πήρε είδηση;»

«Όχι, δεν με κατάλαβε»

«Δηλαδή ξέρεις πού την κρύβει;»

«Ναι! Το ξέρω.»

«Λέγε λοιπόν.»

«Όχι έτσι, Μάρκο. Θέλω πρώτα τη χάρη που σου ζήτησα. Θα σου πω που κρατάει φυλακισμένη την Εύα ο Χάρης, αν μου κάνεις έρωτα.»

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

 

 

 

6,299 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το Άλεφ: Επαγωγικό σημείο του κόσμου και της λογοτεχνίας, του Δημήτρη Μαραντίδη

Στο διήγημα του Μπόρχες «Άλεφ»  ο Κάρλος Αρχεντίνο Δανέρι είναι ένας μάλλον ιταλικής καταγωγής υπερφίαλος λογοτέχνης,  που έχει  σύμφωνα με...

Close