Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 36 & 37), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ

 

Ξημέρωσε. Η ανάκριση στο γραφείο του αρχηγού της αστυνομίας δεν είχε σταματήσει όλο το βράδυ. Ο αρχηγός χρησιμοποίησε κάθε είδους μεθόδους: απειλές, καλοπιάσματα, υποσχέσεις και εκφοβισμό. Ο Μάρκος πιο πολύ παρατηρούσε. Νιώθοντας το θάνατο της αγαπημένης του να γίνεται ολοένα και πιο βέβαιος, τα χέρια του ίδρωναν και το πρόσωπό του γινόταν κατακόκκινο. Προτιμούσε να μιλάει λίγο, αφού οι τελευταίες κινήσεις του είχαν αποδείξει ότι μετατρεπόταν σε ένα άγριο θηρίο το οποίο επιτίθεται προκειμένου να επιβιώσει. Χθες ξυλοφόρτωσε τη Λένα και πριν από λίγες ώρες ήταν έτοιμος να την πυροβολήσει στο κεφάλι εν ψυχρώ. Αλήθεια, θα το έκανε. Είχε κουραστεί κι επιζητούσε ένα γρήγορο τέλος στην αγωνία του. Η μεθοδικότητα και η ψυχραιμία του αρχηγού ήταν αυτά που κατάφερναν να τον συγκρατούν.

Η Λένα δεν έδειχνε τόσο αποφασιστική όσο χθες ή όσο όταν είχε προσαχθεί νωρίτερα απόψε. Αναδευόταν συχνά στην καρέκλα της ενώ δάκρυα της ξέφευγαν πού και πού. Η ψυχή της ήταν ένα κομμάτι πάγου με ανώμαλη επιφάνεια αλλά τώρα είχε αρχίσει να λιώνει. Όλοι στη ζωή της την είχαν εκμεταλλευτεί. Άξιζε δυο στιγμές ευτυχίας αλλά δεν είχε τον τρόπο να τις διεκδικήσει κατάλληλα. Τώρα πια ήθελε να μιλήσει αλλά η εικόνα του Μάρκου που πριν λίγες ώρες την χτυπούσε χωρίς έλεος, την απέτρεπε. Έμενε σιωπηλή. Κρατούσε λίγο ακόμα, για να τους καταδικάσει όλους στη δυστυχία και να τους κάνει να νιώσουν όπως εκείνη. Αν μιλούσε, ο Μάρκος και η Εύα θα ζούσαν ευτυχισμένοι τον έρωτά τους, θα παντρεύονταν, θα έκαναν παιδιά, θα έκαναν ό,τι  εκείνη δεν μπορούσε. Εκείνη θα κλεινόταν στο σπίτι της αναμοχλεύοντας το παρελθόν προσπαθώντας να απαλύνει τις πληγές της. Αν δεν μιλούσε, το πολύ-πολύ να την έριχναν σε μια φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής της. Δεν άλλαζαν και πολλά. Με αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον θα πονούσε κι αυτός.

Ήταν η τελευταία φορά που ο αρχηγός της ζήτησε να μιλήσει:

«Καθόμαστε όλη νύχτα εδώ για χάρη σου, ανεχόμενοι έναν παραλογισμό. Αξίζει πραγματικά για μία εμμονή, να γίνεις αιτία να δολοφονηθεί ένας αθώος άνθρωπος και να κλειστείς ισόβια στη φυλακή; Δεν έχουμε χρόνο! Πες μας, πού την έχει;»

Το κινητό του Μάρκου χτύπησε και με τα άνευρα δάχτυλά του κατάφερε να πατήσει το κουμπί. Ήταν ο Θεόφιλος. Ζητούσε να τον δει επειγόντως.

 

*****

Ο Χριστόφορος  πατούσε τέρμα το γκάζι στο αυτοκίνητό του για να καταφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Άφηνε πίσω του την τσιμεντούπολη και έμπαινε στην εθνική οδό. Κατευθυνόταν προς Λαμία. Αν ήταν τυχερός, είχε μαντέψει σωστά. Ο Χάρης πήρε τα κλειδιά του σπιτιού του φίλου του και το χρησιμοποίησε για το μέρος που θα αιχμαλώτιζε την Εύα. Για κακή του τύχη, όμως, ο φίλος του επέστρεψε εκτάκτως νωρίτερα και έτσι τώρα ο Χριστόφορος μπορεί να προλάβαινε τα χειρότερα. Κοιτούσε ευθεία μπροστά τον δρόμο και προσπερνούσε βιαστικά φορτηγά και αυτοκίνητα. Έπρεπε να προλάβει πριν την αστυνομία.

 

*****

Ο Χάρης καθόταν στο πάτωμα φορώντας το μπουφάν του κι έχοντας τα χέρια στις τσέπες. Κοιτούσε την Εύα να κοιμάται. Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια και του μίλησε:

«Δεν τελείωσε ο εφιάλτης ακόμα, λοιπόν. Νόμιζα, ήλπιζα, ότι θα με σκότωνες ενώ κοιμόμουν.»

«Εύα, συγγνώμη. Δεν είχα άλλη επιλογή.»

«Ντρέπομαι. Τόσα χρόνια μαθήματα αυτοβελτίωσης και δεν καταφέρνω να κατανικήσω τον φόβο μου αυτή την τελευταία ώρα, ούτε να σε κάνω να καταλάβεις…»

«Κατάλαβα, Εύα, αλλά μια φωνή μέσα μου με προστάζει να αποδώσω δικαιοσύνη. Μια φωτιά κατακαίει κάθε βράδυ τα όνειρά μου και πυρπολεί κάθε στιγμή αμφιβολίας και αδυναμίας. Δεν μπορώ να ησυχάσω, να λυτρωθώ. Η αδελφή σου με ορφάνευσε και με έστειλε σε ένα υγρό ανάλγητο ορφανοτροφείο. Με τι μπορώ εγώ να αντισταθμίσω όλες αυτές τις δυσάρεστες αναμνήσεις; Τι καλό έχω να θυμάμαι για να μπορέσω να τη συγχωρέσω;»

«Χάρη…» η Εύα δεν ήξερε τι να πει.

«Θα πάω μια βόλτα να πάρω καθαρό αέρα και θα επιστρέψω. Το πάλεψα απόψε αλλά δεν υπάρχει γυρισμός.»

 

 

*****

Ο Θεόφιλος σύστησε τον Ιάσωνα, φίλο του Χάρη, στο Μάρκο. Βρίσκονταν σε ένα γραφείο του Αρχηγείου όπου τους περίμενε μετά το τηλεφώνημά του. Εν συντομία ο Θεόφιλος του εξιστόρησε το ενδεχόμενο να ξέρουν πού κρύβεται η Εύα. Ο Ιάσωνας έμοιαζε σαστισμένος με όλα αυτά και αμφέβαλλε, αλλά ο Θεόφιλος ήταν σίγουρος για το σχέδιο του Χάρη. Ο Μάρκος αναθάρρησε κι ένιωσε το αίμα να ζεσταίνει τα παγωμένα μέλη του ξανά. Όρμησε στο γραφείο του αρχηγού και μπροστά στη Λένα τον ενημέρωσε για τις εξελίξεις. Ο αρχηγός έδωσε εντολή να ετοιμάσουν αμέσως ένα ελικόπτερο και να φύγουν για τη Λαμία. Ο Μάρκος δέχτηκε μετά χαράς τη διαταγή και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, όταν ο αρχηγός τον σταμάτησε και του ζήτησε το υπηρεσιακό του περίστροφο. Ο Μάρκος του το έδωσε. Ο αρχηγός  έλεγξε αν είναι ασφαλισμένο, το τοποθέτησε πάνω στο γραφείο του, αφαίρεσε το γεμιστήρα και τον αντικατέστησε.

«Σου είχα αφαιρέσει τις σφαίρες. Φοβόμουν ότι μετά την επίθεση εναντίον αυτής της γυναίκας θα έκανες καμιά τρέλα κι έτσι, κρυφά από εσένα, αντικατέστησα τον γεμάτο γεμιστήρα με έναν άδειο. Εσύ επάνω στην αγωνία σου δεν κατάλαβες ότι το όπλο σου είναι ελαφρύτερο.»

Ο Μάρκος πήρε το όπλο του με ευχαρίστηση.

«Ευχαριστώ, αρχηγέ μου. Τα σέβη μου.»

Έμειναν μόνοι ξανά με τη Λένα.

«Και τώρα εσύ προσευχήσου να προλάβουν να την σώσουν, γιατί αλλιώς θα σαπίσεις στη φυλακή.

 

*****

Ο Χριστόφορος πλησίαζε το σπίτι που του υπέδειξε ο Ιάσωνας. Ήταν στην άκρη της πόλης, κοντά στην εθνική οδό, περιστοιχισμένο από ένα μεγάλο κήπο με λουλούδια. Στο δρόμο αναγνώρισε να κινείται πεζός ο Χάρης και φρέναρε απότομα. Βγήκε από το αυτοκίνητο και μίλησε λαχανιασμένα.

«Αγόρι μου, ευτυχώς σε πρόλαβα. Τα ξέρουν όλα. Σε λίγο θα καταφτάσουν οι αστυνομικές δυνάμεις. Μην την σκοτώσεις. Μην φορτώσεις τον εαυτό σου με έναν φόνο.»

Ο Χάρης αντιλαμβανόταν ότι κάτι είχε πάει στραβά. Τον επιθεώρησε από πάνω μέχρι κάτω για να συνειδητοποιήσει ότι ήταν στ’ αλήθεια απέναντί του. Τελικά προσπάθησε κάτι να ψελλίσει.

 

«Βοήθησέ με να ξεφύγω.»

«Τι θες να κάνω;»

«Κρύψε με στο αμάξι σου;»

«Πώς να το κάνω αυτό; Σε λίγο, αν όχι ήδη, θα έχουν γεμίσει παντού με μπλόκα και θα ψάχνουν κάθε πιθαμή.»

«Κρύψε με στο πορτ-παγκάζ. Εσένα δε θα έχουν το θάρρος να σε ψάξουν.»

«Είναι μεγάλο ρίσκο αλλά στο χρωστάω.»

Ακούστηκε θόρυβος από έλικες να σχίζουν τον αέρα. Γρήγορα ο Χριστόφορος άνοιξε το πορτ-παγκάζ και ο Χάρης πήδηξε μέσα. Έπειτα κάθισε στη θέση του οδηγού και έβαλε  μπροστά να φύγει.

 

*****

Ο Μάρκος με τον Σπύρο διέσχιζαν τους ουρανούς με το ελικόπτερο. Ο οδηγός του επιτάχυνε διαρκώς ύστερα από την επιμονή των ανδρών. Εντόπισαν το σπίτι κι άρχιζαν να κατεβαίνουν. Οι δύο αστυνομικοί βγήκαν και συναντήθηκαν με τους άνδρες από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Κοίταξαν το σπίτι. Με τα κλειστά παράθυρα έμοιαζε πολύ έρημο.

Ο Μάρκος αψήφησε τις παρατηρήσεις και πέρασε την εξωτερική πόρτα. Περπάτησε γρήγορα τον κήπο και δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα. Ήταν ξεκλείδωτα. Μπήκε και ψαχούλεψε τον τοίχο ώστε να βρει το διακόπτη να φωτίσει το σκοτάδι. Το βρήκε και αντίκρισε ένα σαλόνι και μια σκάλα που κατέβαινε κάτω. Από ένστικτο το μάτι του έπεσε σε μια πόρτα που ήταν κλειδωμένη με λουκέτο. Φώναξε το όνομά της.

«Εύα!»

Και την άκουσε.

«Μάρκο!»

Ναι, τα είχε καταφέρει. Τώρα έπρεπε να σπάσει γρήγορα την πόρτα προτού επιστρέψει ο Χάρης. Βγήκε στην εξώπορτα και έκανε νόημα στους άντρες. Πυροβόλησαν την κλειδαριά και κατάφεραν να εισβάλλουν στο δωμάτιο.

Το πρώτο δακρυσμένο βλέμμα που αντάλλαξαν η Εύα με το Μάρκο ήταν κάτι μοναδικό. Ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο ερωτικό κάλεσμα και υπερείχε όλων. Κατάλαβαν ότι αγαπιούνταν κι αυτή η δοκιμασία δεν θα άφηνε σημάδι στον έρωτά τους. Την αγκάλιασε έτσι όπως ήταν δεμένη στο πάτωμα. Τη φίλησε και της χάιδεψε το πρόσωπο. Δεν χωρούσαν λόγια. Ήταν όλα παρελθόν.

 

*****

Η Στεφανία άυπνη περίμενε το τέλος. Εξαντλημένη από την αγωνία και από τις εξομολογήσεις, ένιωθε το κορμί της βαρύ. Επιζητούσε τη λύτρωση. Κοιτιούνταν με τον Αντρέα καθισμένοι σε έναν καναπέ και αντάλλαζαν πού και πού δυο τρεις τυπικές κουβέντες.

Ο Μάρκος στάθηκε μπροστάτης. Του είχε ανοίξει ο Αντρέας. Την κοίταξε κι αναγνώρισε την ίδια απελπισία που είχε ο ίδιος μέχρι πριν λίγες ώρες. Του μίλησε:

«Ξέρω. Δεν κατάφερες να την βρεις τελικά. Μην ανησυχείς. Δεν σου κρατάω κακία. Τη μεγαλύτερη ευθύνη εγώ την φέρω.»

Της έπιασε το χέρι.

«Στην έφερα. Είναι εδώ όπως σου υποσχέθηκα.»

Η Εύα μπήκε στο σπίτι κι αγκάλιασε την αδελφή της. Ξέσπασαν σε κλάματα για το θαύμα που είχε συμβεί. Ένας εφιάλτης φάνηκε να έχανε τα χρώματά του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

 

Οι αστυνομικές δυνάμεις χτένισαν την περιοχή και έλεγξαν όλα τα ύποπτα οχήματα. Όπως ακριβώς το είχε προβλέψει ο Χάρης, ο Χριστόφορος διέφυγε των ερευνών. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διακήρυτταν την τεράστια επιτυχία του Μάρκου να σώσει την αγαπημένη του την τελευταία στιγμή από βέβαιη δολοφονία- μια επιτυχία που ανέβαζε κατά πολύ την εκτίμηση του αστυνομικού σώματος γι’αυτόν.

 

*****

Ο Μάρκος πέρασε την πόρτα του κελιού της Λένας. Την είδε να κάθεται και να κοιτάζει το κενό αλλά αντιλήφθηκε αμέσως την παρουσία του και του μίλησε:

«Εντάξει αστυνόμε, αποκαταστάθηκε η τάξη;»

«Δυστυχώς δεν πιάσαμε αυτό το κτήνος που κρατούσε όμηρο την Εύα αλλά καταφέραμε και την σώσαμε χωρίς τη δική σου βοήθεια.»

«Και σε εμένα γιατί ήρθες; Να σου δώσω παράσημο;»

«Τώρα που τελείωσαν όλα θέλω μια ξεκάθαρη απάντηση. Γιατί δεν μίλησες; Γιατί, ενώ μπορούσες, δεν έδινες τέλος σε αυτήν την τραγωδία νωρίτερα; Κάποτε σε εκτιμούσα…»

Η Λένα σηκώθηκε απότομα.

«Όχι, Μάρκο. Δεν με εκτιμούσες. Με λυπόσουν. Για σένα ήμουν μόνο αυτό το αθώο παιδί που κακοποιούσαν. Δεν εκτίμησες τη γυναίκα που μεγάλωσε και…»

«Και θέλησε να κάνει κι αυτή με τη σειρά της τα δικά της εγκλήματα;»

Η Λένα απέστρεψε το βλέμμα και του γύρισε την πλάτη.

«Σε ποια ερώτηση ήρθες να σου απαντήσω;»

«Ένιωσες καλά σήμερα που σε οδήγησαν στον εισαγγελέα, σου απήγγειλαν κατηγορίες και που κινδυνεύεις να μείνεις για το υπόλοιπο της ζωής σου εδώ μέσα; Σίγουρα όχι. Γιατί επέμεινες τόσο πολύ;»

«Γιατί δεν έζησα τίποτα, ούτε σαν παιδί, ούτε σαν έφηβη, ούτε σαν γυναίκα. Πάντοτε βρισκόταν κάποιος και μου λήστευε την ψυχή. Αυτό ήθελα κι εγώ να κάνω- να ληστέψω ένα όνειρο, να το αρπάξω με τη βία και να το κάνω δικό μου.»

Γύρισε και του έριξε μια εξεταστική ματιά. Δεν ήταν τόσο όμορφος τελικά. Τώρα που όλα έφταναν στο τέλος τους, καταλάβαινε πως ίσως είχε φανεί υπερβολική. Ξαναγύρισε την πλάτη της και συνέχισε να του μιλάει:

«Καλύτερα που ήρθες. Πολύ καλύτερα τελικά.»

Με μια γρήγορη κίνηση σήκωσε το καπάκι του ρολογιού που φορούσε στο χέρι της. Πήρε στα χέρια της μια κάψουλα και την έβαλε στο στόμα. Κατάπιε γρήγορα.

Ο Μάρκος την έπιασε από τους ώμους.

«Τι έκανες;»

«Υδροκυάνιο.» Ψέλλισε και ένιωσε να λυγίζουν τα πόδια της. Ο Μάρκος την κράτησε από τη μέση.

«Αφού δεν σου χάρισα τη ζωή μου, σου χαρίζω ένα θάνατο.», είπε και έκλεισε τα μάτια της. Αφέθηκε στην αφή του κορμιού του, στη μυρωδιά του και δεν άκουγε τις φωνές. Ήταν τα τελευταία δευτερόλεπτα στη ζωή της και τα είχε καταφέρει. Έκλεψε  επιτέλους κάτι.

 

*****

Ο Χριστόφορος έφτασε στο σπίτι του. Μπήκε, έβγαλε το μπουφάν και σωριάστηκε στον καναπέ. Έκλεισε στα χέρια του το πρόσωπό του. Ντρεπόταν. Αφουγκράστηκε κάπου κοντά το Θεόφιλο να τον παρακολουθεί.

«Θεόφιλε, τον βοήθησα. Τον βοήθησα να ξεφύγει από την αστυνομία και τον άφησα σε μια ερημική περιοχή έξω από την Αθήνα. Δεν μπορούσα να κάνω παραπάνω αλλά δεν έκανα και τίποτα σημαντικό. Του έδωσα απλώς μία παράταση. Απήγαγε την αρραβωνιαστικιά ενός αστυνομικού και απειλούσε να την σκοτώσει. Τώρα όλοι θα τον κυνηγούν και δίχως δεύτερη σκέψη θα τον πυροβολήσουν. Του έδωσα μια παράταση όμως. Προκειμένου να καθησυχάσω τις δικές μου τύψεις, τον βοήθησα να αποδράσει.» Αναστέναξε. «Απέτυχα σε όλα. Δεν έχω τη δύναμη να αντικρίσω κανέναν πια.»

 

*****

Νύχτωσε και η ψύχρα έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και διασκορπιζόταν στο δωμάτιο. Η Εύα, τρεις μέρες αιχμάλωτη, τρόμαζε στην ιδέα του κλειστού χώρου. Ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι της και συζητούσαν. Ο Μάρκος αποφάσισε να μην της πει για την αυτοκτονία της Λένας. Δεν ήθελε να τη φορτώσει άλλο ψυχολογικά κι ο ίδιος ήθελε να αφήσουν μια τέτοια νύχτα τα δυσάρεστα εκτός. Εκείνη ακουμπούσε στο στήθος του κι εκείνος της χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό. Συζητούσαν όπως παλιά, απομακρύνοντας το άγχος των προβλημάτων.

«Η συνάδελφός μου, η Βασιλική, τηλεφώνησε πριν λίγο. Θα πρέπει να παραμείνει στο Λονδίνο εξαιτίας ενός ατυχήματος που υπέστη ο άντρας της και τώρα νοσηλεύεται σε μια κλινική αποκατάστασης εγκαυμάτων.»

«Είναι πραγματικά πολύ λυπηρό. Από τη μια στιγμή στην άλλη  δεν ξέρεις τι θα συμβεί.»

«Όντως.» Συμφώνησε ο Μάρκος.

«Μιλούσαμε όλο το απόγευμα με τη Στεφανία. Την αγαπώ πολύ.»

«Κι εκείνη. Πέρασε πολύ δύσκολες ώρες.»

«Δεν θέλω να τις θυμάμαι, Μάρκο.»

«Θα με συγχωρέσεις.»

«Για ποιο πράγμα;»

«Που σε άφησα απροστάτευτη.»

«Αν μου υποσχεθείς ότι δε θα ξαναγίνει…»

«Θες τον άλλο μήνα να παντρευτούμε; Την τελευταία Κυριακή του επόμενου μήνα, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»

Η Εύα χαμογέλασε. Τον φίλησε και έκαναν έρωτα. Ο χωρισμός ήταν πια παρελθόν.

 

*****

Ο Διονύσης είχε το δυσάρεστο καθήκον. Δεν ήξερε καθόλου πώς θα αντιδράσει η μητέρα του. Της ζήτησε να μιλήσουν οι δυο τους και την περίμενε στο γραφείο του σπιτιού. Εκεί την είδε να μπαίνει με το ακριβό της φόρεμα και την λυπήθηκε.

«Μητέρα, δεν ξέρω πώς να στο πω. Πραγματικά.»

«Γιατί είσαι τόσο σκοτεινιασμένος; Τι συνέβη;»

«Η Άννα…»

«Πάλι με αυτή την ιστορία ασχολείσαι; Σου είπα ότι αυτή η κοπέλα για μένα έχει πεθάνει από τη στιγμή που έκανε ό,τι έκανε.»

Πόσο ειρωνική ακούστηκε η τελευταία δήλωση!

«Μητέρα, πριν λίγο ανακοινώθηκε από την αστυνομία ότι η Άννα ήταν συνεργός στην απαγωγή της Εύας και πριν λίγο…» Δίστασε. «Έδωσε τέλος στη ζωή της.»

Η είδηση κατακεραύνωσε την αγέρωχη γυναίκα. Όλες οι πεισματώδεις προσπάθειες να διαγράψει την κόρη της από τη ζωή της την εκδικήθηκαν. Ένιωσε τη γη κάτω από τα πόδια της να χάνεται και την αδήριτη ανάγκη να σπάσει τα πάντα γύρω της. Ήθελε να απαλλάξει τον εαυτό της από κάθε πηγή πλούτου που την είχε αλλοτριώσει. Ούρλιαξε σαν τρελή προκειμένου να βγάλει από μέσα της το σαράκι που την κατέφαγε με μια εισβολή.

 

 

Η επιμελήτριά μου κι εγώ σας ευχόμαστε Καλό Πάσχα και το Αναστάσιμο  Φως να σας φέρει ό,τι επιθυμείτε στη ζωή σας. Ο «Καθρέφτης» θα είναι κοντά σας με την τελευταία σειρά κεφαλαίων ξανά από την Κυριακή 18 Απριλίου

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

4,400 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
XASS_ANTIOC
Η οικεία καταραμένη, του Γιάννη Αντιόχου

Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να περιχαρακώσω με την σύντομη αυτή κριτική παρουσίαση ή καλύτερα ας την ονομάσω αισθητική προσέγγιση...

Close