Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 42 & 43), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Στον εγκέφαλό της αντηχούσε επίμονα το κλικ των χειροπεδών. Δεν ράγισε μόνο ανεπανόρθωτα τη σχέση της με τον Μάρκο αλλά έδωσε τη χαριστική βολή για να σπάσουν τα όμορφα μάτια της Εύας. Η αθώα Εύα υπόμεινε την αναπηρία της έως τα εφηβικά της χρόνια βιώνοντας τη διαφορετικότητα και καλλιεργώντας μια αδήριτη ανάγκη να στραφεί στα μονοπάτια της αυτοβελτίωσης με απώτερο στόχο να βοηθήσει τους συνανθρώπους της. Δεν κατάφερε να τής γεννήσει μίσος ούτε η κατάφορα άδικη απαγωγή της από έναν εκδικητή παλιών αμαρτιών της αδελφής της, ή αυτής που νόμιζε αδελφή της. Και τώρα σε μία ώρα, παρακολουθώντας την εκ βαθέων εξομολόγηση της Στεφανίας, ένιωσε τη μοναξιά και ο καθρέφτης των ματιών της που ακτινοβολούσε τη λάμψη της αισιοδοξίας κομματιάστηκε. Δεν είχε γνωρίσει τη μοναξιά εξαιτίας της διαφορετικότητας αλλά τώρα βυθίστηκε στο πηγάδι της κόλασης, όπου ήταν διάχυτη παντού η άγνοια της αγάπης. Κάποιοι άγνωστοι γονείς την εγκατέλειψαν και η γυναίκα που ουσιαστικά την μεγάλωσε την παρέδωσε βορά στα ψυχρά νούμερα της τηλεθέασης, απροειδοποίητα κιόλας. Ο άντρας που λάτρευε την θεώρησε ένοχη. Ήταν μόνη. Δεν είχε οικογένεια. Και δεν επρόκειτο να έχει. Κανείς δεν την αγαπούσε. Την παράτησαν και την χρησιμοποίησαν. Και ο τελευταίος άνθρωπος απ’ τον οποίο μπορούσε να κρατηθεί την πρόδωσε.

Αυτή τη φορά το μοιραίο λάθος το έκανε εκείνος. Πριν μια βδομάδα εκείνη παρεξήγησε τη συμπεριφορά του και τον κατηγόρησε για απιστία. Αλλά αυτό ήταν ένα πταίσμα συγκρίνοντας το με τη σύλληψη της για απόπειρα δολοφονίας. Ενώ την οδήγησαν με περιπολικό στη ΓΑΔΑ και την οδήγησαν στο γραφείο του Μάρκου, μέσα στις τόσο γρήγορες σκέψεις που φύτρωναν απελπιστικές η μία μετά την άλλη, σκέφτηκε ότι έμοιαζε με αυτό το αγόρι, αυτό τον άντρα που μέχρι πριν λίγες την κρατούσε με τη βία κι απειλούσε τη ζωή της.

Είχε απέναντι της τον Μάρκο και τον Σπύρο να την ανακρίνουν και συνειδητοποιούσε -σαν κολυμβητής που προχωρά από τα ρηχά στα βαθιά- τον τρομακτικό φόβο της. Απαλλάχτηκε από το βρωμερό καταφύγιο του Χάρη όπου για τρεις μέρες δεν ήξερε αν θα έβγαινε ζωντανή και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο αγαπημένος της την έκλεινε σε ένα κελί φυλακής. Δεν ήξερε τι να πει. Τα δακτυλικά αποτυπώματα στο όπλο και η πυρίτιδα στο χέρι της είχαν πάρει τη θέση σε ό,τι κι αν επέλεγε να πει. Από τη μία προσπαθούσε να επαναφέρει από τη μνήμη της την επίμαχη σκηνή του πυροβολισμού κι από την άλλη το ίδιο το γεγονός της είχε επιφέρει ένα τέτοιο μετατραυματικό ψυχολογικό σοκ που επιβράδυνε τη διαδικασία. Αρωγός στην επιβράδυνση στεκόταν και η ενστικτώδης απώθηση της ενσυναίσθησης της πραγματικότητας. Ένα πράγμα πάντως ήξερε καλά: δεν είχε ποτέ δικό της όπλο.

Ο Μάρκος είχε συνηθίσει να τοποθετεί τη ζωή του σε κουτάκια. Έτσι το επαγγελματικό καθήκον τον πρόσταξε να συλλάβει βάσει αποδεικτικών στοιχείων μια γυναίκα, τη γυναίκα με την οποία μέχρι πριν λίγο αντάλλασσε όρκους αγάπης. Ο ήχος των χειροπεδών ψύχρανε ακόμα περισσότερο τα συναισθήματα του. Επιζητούσε να είναι δίκαιος και να πιάνει πάντα τους κακούς. Μα ήταν η δική του γυναίκα εγκληματίας. Αυτή η κοπέλα ήταν πάντα στο πλευρό του και έσταζε αγάπη για κάθε συνάνθρωπο. Συγχωρούσε και δικαιολογούσε τοις άνομες πράξεις όλων. Αντιμετώπιζε με καρτερικότητα και καλοσύνη κάθε δυσκολία. Πώς ήταν δυνατόν αυτή η καλοσυνάτη, όμορφη κοπέλα να μεταμορφώθηκε σε μια εγκληματία, έστω και εν βρασμώ; Αλλά πέρα από κάθε στοιχείο, η μεγαλύτερη απόδειξη γι’ αυτό ήταν η θέαση της να σπάει. Ήξερε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει δολοφόνοι εφόσον διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες. Και για την Εύα οι συνθήκες ήταν ακραίες. Γλίτωσε στο παρά πέντε τον θάνατο και βρέθηκε ξένη από ό,τι πίστευε για οικογένεια μέχρι χθες.

Με το να της περάσει ο ίδιος τις χειροπέδες νόμιζε ότι την θέτει υπό την προστασία του, όπως της είχε υποσχεθεί. Ήταν αφελές κάτι τέτοιο. Με αυτό τον τρόπο μεγάλωνε την απόσταση ανάμεσά τους, κάτι που διαπίστωνε τώρα, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Είχε αφήσει το ουσιαστικό μέρος στον συνάδελφό του κι εκείνος παρατηρούσε. Η Εύα δεν μπορούσε να συνταιριάξει τα κομμάτια της πραγματικότητας. Το μυαλό της ήταν στο χάος. Την συμπονούσε, αυτό μπορούσε να το πει. Αναρωτιόταν όμως αν την αγαπούσε πραγματικά. Βλέποντάς την απέναντί του να κάθεται, αναρωτιόταν ποιο πανανθρώπινο υπέρτατο αγαθό και ιδεώδες αιτιολογούσε την πράξη του. Η αγάπη δεν ήταν πάνω από όλα; Αν την αγαπούσε πραγματικά δεν θα έπρεπε η πρώτη του κίνηση να αφορά την σωτηρία της; Δεν θα έπρεπε να καταλάβει το άλλο του μισό; Και πάλι η σύγκριση ήταν αναμενόμενη. Πολλά χρόνια πριν είχε συγκαλύψει τη Λένα και δεν μπόρεσε να ενεργήσει αυθόρμητα με τον ίδιο τρόπο. Ίσως το  αίσθημα του δικαίου είχε αμβλυνθεί μέσα του.

Τα λεπτά κυλούσαν κι αντιλαμβανόταν ότι όλα ήταν ψυχαναγκαστικές ανοησίες. Φυσικά και αγαπούσε αυτήν τη γυναίκα. Εννοείται ότι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Μετάνιωνε για τη βιαστική του κίνηση που νομότυπα ήταν σωστή. Αλλά ό,τι νομότυπο δεν είναι και ηθικό ταυτόχρονα. Αντέδρασε έτσι, επειδή έτσι θα έπραττε και για τον εαυτό του. Θα απαιτούσε την αντίστοιχη τιμωρία για οποιοδήποτε έγκλημα.

*****

Ο Σπύρος αποχώρησε για να πάει στο τμήμα του εγκληματολογικού. Ο Μάρκος και η Εύα απέμειναν μόνοι. Στην κυριολεξία μόνοι. Ο καθένας στην προσωπική του μοναξιά διατηρούσε τη σιωπή, μια σιωπή που υποδήλωνε πολλά. Ένα ανέκφραστο γιατί κι από τους δύο έσβησε κάθε ίχνος κατανόησης μεταξύ τους. Στις πιο δύσκολες στιγμές ο άνθρωπος είτε αγκαλιάζει τον διπλανό του είτε αποστασιοποιείται πλήρως. Οι ανάσες τους μιλούσαν και ζητούσαν αν όχι συγχώρεση, τρυφερότητα. Η Εύα ήθελε να πέσει στο πάτωμα νεκρή κι ο Μάρκος να σπάσει τον κόσμο γύρω του. Δεν χωρούσαν εδώ μέσα.

Ο Σπύρος άνοιξε αργά την πόρτα:

«Μάρκο, δεν θα το πιστέψεις.» Βημάτισε προς το μέρος του κρατώντας ένα έγγραφο. «Το όπλο με το οποίο πυροβολήθηκε η Στεφανία… η βαλλιστική έρευνα έδειξε ότι αυτό το όπλο είναι το ίδιο όπλο που χρησιμοποιεί ο απόστολος Κυρίου.»

Αν πριν ο κόσμος δεν χωρούσε τον Μάρκο, τώρα τον εξόρισε. Ο απόστολος Κυρίου ήταν η Εύα; Και τότε θυμήθηκε. Κατάλαβε.

Η Εύα δεν διέθετε άλλο κουράγιο να αντιδράσει στην τελευταία ανακοίνωση. Αδυνατούσε να παραμείνει στα όρια της λογικής.

*****

Ο γερασμένος άντρας καθόταν στην πολυθρόνα όταν άκουσε το κουδούνι. Οι παντόφλες έσυραν τα βήματά του στην πόρτα. Την άνοιξε κι είδε τον ανιψιό του.

«Εσύ εδώ; Τι γυρεύεις εδώ;»

Παρά την έκπληξή του, ο Χριστόφορος του έκανε χώρο να περάσει κι έκλεισε την πόρτα. Ο Χάρης του μίλησε

«Τελείωσαν όλα θείε! Ήρθα για να πάρουμε μαζί τις τελευταίες αποφάσεις. Δεν μπορώ μόνος μου.»

Ο Χάρης κάθισε στον καναπέ κι ο Χριστόφορος τον ακολούθησε δίπλα του.

«Ποιες αποφάσεις; Και ποιον αφορούν αυτές οι αποφάσεις;»

«Εμένα, εσένα και τον Θεόφιλο.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ ΤΡΊΤΟ

 

Ο Χάρης δυνάμωσε την τηλεόραση ώστε να μπορέσουν να ακούσουν το έκτακτο δελτίο. Την άνοιξε προκειμένου να καλύψει τη σιωπή ανάμεσα τους. Προέβλεπε ότι θα είχαν όλη τη νύχτα μπροστά τους να συζητούν, όπως ακριβώς είχε προβλέψει την είδηση που συγκλόνιζε αυτή την ώρα όλη την Ελλάδα. Η Εύα ήταν ο απόστολος Κυρίου. Το γλυκό κορίτσι με το όμορφο παρουσιαστικό έκανε το μοιραίο λάθος. Αγανακτισμένη από την πρόσφατη δημόσια αποκάλυψη της οικογενειακής της καταγωγής, παρασύρθηκε και αποπειράθηκε να σκοτώσει τη δημοσιογράφο με το όπλο που εκτελούσε τόσο καιρό τα εγκλήματά της. Κανείς δεν υποψιάστηκε ότι πίσω από την πνευματική οδηγό της Όασης κρυβόταν ένας στυγνός κατά συρροήν δολοφόνος. Τώρα η πόλη, ολόκληρη η χώρα, θα κοιμόταν ήσυχη. Είχε καταφέρει να εξουδετερώσει το μεγάλο αγκάθι που φύτρωσε τον τελευταίο χρόνο.

Η είδηση έκανε τον Χριστόφορο να χλομιάσει. Κοίταξε τον ανιψιό του κι εύλογα εξωτερίκευσε τη σκέψη του:

«Έχεις κάποια σχέση με αυτό;»

«Εγώ;;» μειδίασε. «Η θεία δίκη επεβλήθη. Η ζωή τιμώρησε τους ενόχους με τον ίδιο τρόπο.

«Τι εννοείς;»

«Η Στεφανία εξευτέλισε άλλον έναν άτυχο άνθρωπο, μόνο που αυτός ο άνθρωπος ήταν ο πιο αγαπημένος της. Και τώρα, όπως ακριβώς συνέβη και με τον πατέρα μου, βρίσκεται στη φυλακή για εγκλήματα που δεν διέπραξε. Δεν είναι φανταστικό; Δεν είναι εκπληκτική ορισμένες φορές η ζωή;»

Ο Χριστόφορος πρώτη φορά τρόμαξε βλέποντας το σαρδόνιο χαμόγελο του Χάρη. Παράλληλα συνειδητοποιούσε και μια αλήθεια που πλησίαζε αδυσώπητη. Πώς ήξερε ο Χάρης ότι η Εύα ήταν αθώα;

*****

Ο Μάρκος κι αν είχε αντιμετωπίσει σοκ στη μέχρι τώρα καριέρα του. Αυτό όμως τον ξεπερνούσε. Η Εύα, η αγαπημένη του, θα βρισκόταν στη φυλακή εξαιτίας του, επειδή βιάστηκε. Και το ήξερε ότι ήταν αθώα. Δεν ήταν ο απόστολος Κυρίου. Του το έλεγε ξεκάθαρα το αστυνομικό του ένστικτο. Άλλωστε την ώρα της τελευταίας εμφάνισης του, αυτοί οι δύο ήταν μαζί αγκαλιά στο ίδιο κρεβάτι. Κανείς όμως δεν θα τον πίστευε. Θα τον κατηγορούσαν ότι προσπαθεί να δώσει ψεύτικο άλλοθι στη μέλλουσα γυναίκα του. Τι είχε συμβεί στ’ αλήθεια; Η Εύα δεν ήταν ακόμα σε θέση να τον κατατοπίσει. Βίωνε ένα ισχυρό κλονισμό και κλεινόταν στον εαυτό της. Δεν μιλούσε. Την λυπήθηκε και διέταξε να κρατείται στο γραφείο του αντί σε ένα ψυχρό και σκοτεινό κελί. Έπρεπε να μιλήσει με τη Στεφανία.

*****

Ο Χριστόφορος σηκώθηκε:

«Ένα λεπτό. Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Πώς ξέρεις ότι αυτό το κορίτσι είναι αθώο;»

Ο Χάρης κάθισε κι έσκυψε το κεφάλι:

«Εγώ πυροβόλησα την Στεφανία. Ήξερα ότι… υπέθεσα, δηλαδή, ότι αμέσως μετά την εκπομπή της, η Εύα θα την επισκεπτόταν σε έξαλλη κατάσταση. Την έστησα απέξω και μόλις την είδα να καταφθάνει την ακολούθησα. Βρήκα την πόρτα ανοιχτή, εκμεταλλεύτηκα τη σύγχυση, έχωσα στο χέρι της Εύας το όπλο και πίεσα με αυτό τη σκανδάλη. Ύστερα εξαφανίστηκα.»

Επήλθε μια στιγμή παγωμένης σιωπής προτού ο Χάρης συνεχίσει.

«Συγγνώμη! Συγγνώμη, θείε, που σε πρόδωσα αλλά δεν άντεξα. Το μίσος που έτρεφα στην ψυχή μου με έκανε να θέλω αυτή τη γυναίκα νεκρή. Δεν είχα άλλο όνειρο. Συγγνώμη.»

Ο Χριστόφορος απέστρεψε το βλέμμα και με σιγανό τόνο ρώτησε:

«Πού βρήκες το όπλο;»

*****

Ο Μάρκος αγνάντευε από τα μεγάλα τζάμια του νοσοκομείου το φως της νέα ημέρας να του γνέφει. Οι γιατροί τον ενημέρωσαν ότι η κατάσταση της υγείας της Στεφανίας ήταν σταθερή και σε λίγη ώρα θα την έβγαζαν από την καταστολή. Ανυπομονούσε κι ο ίδιος να μπορέσει να της μιλήσει, αν και ήξερε ότι όντας στην εντατική δεν θα μπορούσαν να πουν και πολλά πράγματα. Το όνομα που χρειαζόταν θα μπορούσε έστω να του το ψιθυρίσει. Το τηλεφώνημα ήρθε τόσο απρόσμενα, όσο απρόσμενα συνήθιζαν να του έρχονται τον τελευταίο καιρό τα πράγματα. Είδε στην οθόνη του κινητού την απόκρυψη. Απάντησε:

«Παρακαλώ!»

Μια γνώριμη φωνή από μακριά έφτασε ως τα αυτιά του.

«Καλημέρα, Μάρκο. Η Βασιλική είμαι! Σου τηλεφωνώ από το Λονδίνο!»

«Καλημέρα Βασιλική, τι κάνεις; Πώς πάει ο άντρας σου;;

«Μάρκο, είμαι πολύ αναστατωμένη.»

«Τι συμβαίνει;»

«Μόλις πριν λίγα λεπτά, εδώ στην κλινική αποκατάστασης όπου νοσηλεύεται ο άντρας μου ύστερα από το ατύχημα που είχε…»

«Πες μου, Βασιλική. Μη διστάζεις.»

«Είδα τον Θεόφιλο Καζάκο. Όρθιο! Να περπατάει κανονικά, καταλαβαίνεις; Και μόλις με είδε έφυγε τρέχοντας. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»

*****

«Αφού με ρωτάς, υποψιάζεσαι, λοιπόν, πού μπορεί να βρήκα το όπλο.»

«Δεν υποψιάζομαι κάτι. Περιμένω να μου πεις.»

Ο Χριστόφορος έλεγε ψέματα και δεν μπορούσε να το κρύψει. Ο Χάρης του εξήγησε:

«Στο σπίτι αυτού του προστατευόμενού σου. Στο ναό που του έχεις φτιάξει εσύ ο ίδιος θείε!»

«Στον Θεόφιλο; Και πώς μπήκες εσύ σπίτι του;»

Το διέρρηξα!»

«Έγινες και κλέφτης τώρα;»

Η τελευταία άστοχη ερώτηση του Χριστόφορου έκανε τον Χάρη να γελάσει. Μετά την εξομολόγηση πως είχε πυροβολήσει έναν άνθρωπο, αυτός ενοχλούνταν επειδή έκλεψε ένα σπίτι.

«Νομίζω ότι καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό.»

«Όχι, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»

«Ο προστατευόμενός σου, ο άνθρωπος που τόσο καιρό περιθάλπεις και φροντίζεις μας δουλεύει κανονικά. Γιατί ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να είναι ανάπηρος, καθηλωμένος σε ένα καρότσι και να μπορεί να κάνει όλα αυτά τα εγκλήματα. Έτσι δεν είναι;»

«Αποκλείεται. Δεν σε πιστεύω.»

«Θείε, το όπλο που έκλεψα, έβαλα στο χέρι της Εύας και πυροβόλησα την Στεφανία ανήκει στο Θεόφιλο. Το πήρα από το σπίτι του σπάζοντας ένα συρτάρι. Κι αυτό το όπλο, τώρα μαζί το ακούσαμε, η αστυνομία λέει ότι χρησιμοποιήθηκε στους φόνους του απόστολου Κυρίου. Εσύ πώς το εξηγείς αυτό;» ο Χριστόφορος απέκτησε ένα χαμένο βλέμμα. «Μην το πολυσκέφτεσαι θείε. Ο Θεόφιλος είναι ο απόστολος Κυρίου. Κι εμείς πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε.»

Ο Χάρης δεν ήταν δυνατόν να νοιάζεται ξαφνικά τόσο πολύ να μην πάει φυλακή η Εύα. Την απήγαγε με σκοπό να την σκοτώσει. Κάτι άλλο συνέβαινε.  Μάλλον αναθάρρησε επειδή ο άνθρωπος στον οποίο ο μοναδικός του συγγενής είχε δώσει τα πάντα αποδεικνυόταν προδότης και δολοφόνος.

*****

Ο Μάρκος πέρασε στο χώρο της μονάδας εντατικής θεραπείας ντυμένος κατάλληλα και φορώντας μια μάσκα. Πλησίασε την Στεφανία. Ήταν ξαπλωμένη με όλα τα προβλεπόμενα μηχανήματα να την συντηρούν. Είχε ξυπνήσει. Τον αναγνώρισε.

«Μάρκο!»

Εκείνος της έκανε νόημα να μείνει ήρεμη.

«Δεν είναι ώρα για πολλά λόγια. Πρέπει να μείνεις ήρεμη. Τώρα θέλω μόνο ένα όνομα από εσένα. Θέλω να μου πεις το όνομα αυτού που σε πυροβόλησε.»

«Χάρης.» ο Μάρκος σάστισε. «Μπήκε στο σπίτι πίσω από την Εύα κραδαίνοντας ένα όπλο. Πισοπάτησα…»

Ο Μάρκος δεν χρειαζόταν άλλα λόγια. Ναι, ο Χάρης είναι δυνατόν να είναι ο απόστολος Κυρίου.

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

712 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
PERSONA_GRATA
Προβολή της ταινίας «Η καγκελόπορτα» του Δημήτρη Μακρή

8/5, Παρασκευή, ώρα 8:00μ.μ. Προβολή ταινίας   Προβολή της ταινίας «Η καγκελόπορτα» του Δημήτρη Μακρή. Την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση...

Close