Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαιο 24), του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  0 Comments

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β‘ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

 

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

Έξω από το παράθυρο ο μακρινός ορίζοντας αντανακλούσε ένα βαθύ μοβ χρώμα και η νύχτα κόντευε να σκεπάσει για τα καλά την πόλη. Ο Μάρκος καθόταν στο γραφείο του μη μπορώντας να πιστέψει τις εξελίξεις. Ένιωθε το βάρος της ευθύνης να τον κάνει να θέλει να παραιτηθεί. Ευθυνοφοβία; Μάλλον φόβος για ένα επερχόμενο λάθος. Δεν μπορούσε να ήταν αυτός ο απόστολος Κυρίου- ή μάλλον, δεν μπορούσε να είναι αυτή ο απόστολος Κυρίου.

Ο Σπύρος χτύπησε την πόρτα κι αφού πήρε απάντηση, μπήκε μέσα. Τώρα συνειδητοποιούσε ο Μάρκος πόσο κουρασμένος ήταν κι ο συνάδελφός του. Αυτή η υπόθεση τους είχε εξαντλήσει όλους.

«Πέρασέ την μέσα», διέταξε ο Μάρκος.

Η Λένα φάνηκε στο κατώφλι της πόρτας. Ο Μάρκος προσπαθούσε να διακρίνει κάποιο ίχνος ενοχής ή έστω κάποιο φόβο.

«Άφησέ μας μόνους», έτεινε ο Μάρκος στον Σπύρο. Εκείνος αμίλητος άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.

«Σου είχα πει κάποτε ότι ως αστυνομικός, δεν πιστεύω στις συμπτώσεις. Ε, λοιπόν, θα στο ξαναπώ. Πριν δυο μέρες ήρθες εδώ μέσα και οικειοθελώς ομολόγησες την ενοχή σου για ένα σωρό εγκλήματα. Κατά τα λεγόμενά σου, η ομολογία σου ήταν ψευδής. Υποκινούταν από ανθρωπιστικά κίνητρα και πιο ρομαντικά», την ειρωνευόταν, « και αναρωτιέμαι, μήπως τελικά όλο αυτό ήταν ένα καλοστημένο κόλπο; Μήπως ήταν ένα άλλοθι για να βγεις αθώα από όλη αυτήν την ιστορία, ενώ δεν είσαι; Τι από όλα αυτά ισχύει τελικά;»

Προσπαθούσε να αφουγκραστεί στην κομμένη αναπνοή της την ενοχή της. Επιχειρούσε να προκαλέσει εκείνες τις κοφτές απαντήσεις που υποδήλωναν ότι κάτι έκρυβε. Στην πραγματικότητα, δεν πίστευε ότι η Λένα ήταν ο απόστολος Κυρίου. Ενδόμυχα ίσως το επιθυμούσε, για να λήξει αυτή η υπόθεση, αλλά δεν το πίστευε.   Η Λένα απάντησε τελικά, αφού κάθισε απρόθυμα στην απέναντι καρέκλα:

«Δεν είμαι εγώ. Το ξέρεις.»

 

Η Εύα περίμενε την αδελφή της στο γραφείο της μέχρι να τελειώσει την εκπομπή. Πέντε λεπτά απέμεναν. Ήταν χαρούμενη. Η ταυτότητα του απόστολου Κυρίου είχε αποκαλυφθεί κι ο ίδιος είχε συλληφθεί. Και ποιος το περίμενε; Ήταν γυναίκα. Έπρεπε να το είχε υποπτευθεί. Η Λένα ήταν η μόνη με αμφίβολο παρελθόν.

Η Στεφανία μπήκε στο γραφείο έτοιμη να της δώσει τις τελευταίες λεπτομέρειες. Η Λένα ήταν μια γυναίκα, που για άγνωστους λόγους, είχε αλλάξει ταυτότητα. Μετά από έρευνες, ανακαλύφτηκε ότι το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Καλλιφάτη.

 

«Όλα τα στοιχεία είναι εναντίον σου. Ξέρουν ότι άλλαξες ταυτότητα κι αναρωτιούνται το γιατί! Βρέθηκες στην πλατεία καταγεγραμμένη την ώρα που ο παρανοϊκός δολοφόνος έστελνε από εκεί το μήνυμά του. Ποιος θα πιστέψει την αθωότητα σου;»

«Εσύ!» η Λένα είχε αποκτήσει ένα χάρισμα. Έζησε μόνη τόσα χρόνια κι είχε οχυρωθεί με μια ικανότητα να καταφέρνει να σε αφοπλίζει με τα λόγια. Η βασανισμένη ζωή που είχε περάσει πρώτα στα χέρια του πατριού της κι ύστερα ως απόκληρη, την έκαναν να χάσει την αθωότητά της και να γίνει σκληρή.

«Και πώς βρέθηκες εκεί; Τι δουλειά είχες να πας στην πλατεία Σολωμού;»

«Εκείνος με κάλεσε.»

«Ποιος;»

«Ο απόστολος κυρίου.»

 

Η Εύα ήταν βέβαιη πια για την ενοχή της Λένας. Είχε ανάγκη να το πιστέψει, καθώς έτσι θα τελείωνε αυτή η ιστορία που λίγο έλειψε να τη χωρίσει από τον Μάρκο. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά της. Η Στεφανία όμως, διατηρούσε τις επιφυλάξεις της. Ακόμα και τώρα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος που έκανε όλα αυτά τα φρικτά εγκλήματα με τόσο στυγνό τρόπο ήταν γυναίκα κι ότι μάλιστα αποκαλύφθηκε τόσο εύκολα. Φυσικά, όλοι οι δολοφόνοι κάνουν κάποτε ένα λάθος. Υποπέφτουν σε ένα ολίσθημα κι έτσι προδίδονται. Αλλά το παζλ της ιστορίας δεν ταίριαζε. Το ένστικτο της τής έλεγε ότι θα υπήρχε και συνέχεια.

 

«Ο απόστολος Κυρίου μου τηλεφώνησε και μου ζήτησε να πάω στην πλατεία Σολωμού.»

«Και πήγες.»

«Ναι!»

«Για ποιο λόγο; Γιατί δεν ειδοποίησες την αστυνομία;»

«Ξέρεις το λόγο.»

«Όχι, δεν ξέρω. Θέλω να μου πεις.»

«Περίμενα μήπως μου δώσει στοιχεία, μήπως μου φανερώσει κάτι, ώστε να στηρίξω την ενοχή μου.»

«Είσαι τρελή. Είναι παράλογα όλα αυτά που μου λες, το καταλαβαίνεις; Πήγες μόνη σου να συναντήσεις έναν άνθρωπο που αποδεδειγμένα έχει διαπράξει πέντε φόνους με την ελπίδα…»

«Σ’αγαπώ.» τον διέκοψε. «Αυτή είναι για μένα η ελπίδα μου.»

«Και γιατί να θέλει να σε δει ο απόστολος Κυρίου; Γιατί να θέλει να δει εσένα συγκεκριμένα; Μου λες;»

«Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω.» φώναξε. “Το μόνο που ξέρω είναι ότι σ’ αγαπάω, Μάρκο. Κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πέσω τόσο χαμηλά που να παρακαλάω ακόμα κι έναν δολοφόνο να μου δώσει στοιχεία, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσω και να είμαι μαζί σου, τότε θα το κάνω. Με έβγαλες από έναν εφιάλτη, που κατέστρεψε τα παιδικά μου χρόνια, που μόλυνε ό,τι πιο αθώο είχα. Έγινες, στο φτωχό μου μυαλό, ο σωτήρας μου. Εμένα δε με βοήθησε η οικογένειά μου. Κι ύστερα από εκείνη τη νύχτα η μητέρα μου με έδιωξε. Δεν την ξαναείδα ποτέ. Μέρες την παρακαλούσα να καταλάβει, να με ακούσει. Κι ύστερα έφυγα. Κι ο μοναδικός φάρος για να μην τρελαθώ, όταν βρέθηκα μόνη, μικρή κι απροστάτευτη στους δρόμους και με ελάχιστα χρήματα, η μόνη σκέψη που μου έδινε δύναμη να μην καταλήξω άλλη μία πόρνη του πεζοδρομίου για να επιβιώσω, να μην επιτρέψω να με ξαναχρησιμοποιήσει κανείς, ήταν εκείνη η λάμψη της φωτιάς που υψωνόταν ως τα ουράνια, εκείνη η μυρωδιά του καμένου κρέατος από ένα σάπιο κτήνος, ήταν το ανθισμένο γιασεμί, δώρο στη γιορτή μου. Κι εσύ μου λες γιατί πήγα να συναντήσω έναν δολοφόνο; Τη στιγμή που μέχρι τα δεκαπέντε μου συμβίωνα με έναν βιαστή, με έναν άνθρωπο που εκπόρνευε τη ψυχή μου, το κορμί μου, με έναν άνθρωπο που με χρησιμοποιούσε για να πραγματοποιήσει τις αρρωστημένες φαντασιώσεις του! Τι θα μπορούσε να μου κάνει εμένα ένας δολοφόνος; Κάθε βράδυ που ξαπλώνω, μου έρχονται μνήμες, που τις σκεπάζω με εκείνη τη φωτιά, που εύχομαι η λάμψη της να μη σβήσει ποτέ. Είμαι αθώα,αστυνόμε. Σ’αγαπώ ,Μάρκο!»

Ο Μάκρος συνειδητοποιούσε ότι είχε απέναντί του ένα πληγωμένο αγρίμι. Αυτή η γυναίκα είχε στερηθεί ό,τι πιο όμορφο είχε. Δεν έλαβε ποτέ στοργή, αγάπη, φροντίδα κι έτσι ήταν έτοιμη για καθετί ακραίο προκειμένου να κερδίσει αυτό που θέλει. Τον αγαπούσε ή έτσι τουλάχιστον ισχυριζόταν εκείνη, γιατί ήταν το μόνο καλό που είχε βιώσει. Αλλά δεν της έμαθε κανείς να αγαπά.

Σηκώθηκε και την πλησίασε. Σκούπισε με ένα χαρτομάντιλο τα δάκρυά της. Της έπιασε το χέρι και της είπε.

«Είναι εύκολο να διαπιστωθεί αν σου τηλεφώνησε αυτός. Θα σε κρατήσω απόψε και το πρωί θα είσαι ελεύθερη.»

 

«Γιατί γύρισες;»

Η φωνή του Χριστόφορου έμοιαζε με ενός υπερήλικα. Είχε μείνει ώρες ακίνητος στον καναπέ να αναλογίζεται λάθη και παραλήψεις, προσπαθώντας να μη βυθιστεί σε ένα ποτάμι δακρύων. Πίστεψε ότι ήρθε το τέλος και ξαφνικά άκουσε το κλειδί να γυρίζει και τα βήματα του ανιψιού του να πλησιάζουν.

«Ήθελα να σου πω κάτι που δε σου έγραψα. Το θεώρησα άνανδρο τόσο να στο γράψω, όσο και να μη στο πω ποτέ.»

«Ποιο πράγμα;»

«Σ’ αγαπώ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σε αγαπώ. Ίσως γιατί πληρώνεις μαζί μου τη δυστυχία μου. Ίσως γιατί είσαι ο μοναδικός κρίκος με την οικογένειά μου. Εγώ σε αγαπώ και ήθελα να το ξέρεις. Θα ξαναφύγω.» στρίβει προς την εξώπορτα.

«Πού ήσουν;»

«Θα σου πω. Αφού θες να μάθεις, θα σου πω. Ήθελα πρωτού τελειώσουν όλα να νιώσω λίγο ότι είμαι κι εγώ άνθρωπος κι όχι αυτό το φίδι που δηλητηριάζει ότι αγγίζει. Πήγα, λοιπόν, με μία πόρνη, με μία γυναίκα ελεύθερων ηθών, που λες κι εσύ. Και ναι, θα το πιστέψεις; Αυτές οι ελάχιστες πληρωμένες ώρες του αγοραίου έρωτα, αυτή η φθηνή αγκαλιά, άξιζαν πολύ περισσότερο από τη δήθεν στοργή που επιδεικνύετε όλοι εσείς οι καθώς πρέπει, συνδαιτυμόνες και καλοντυμένοι επισκέπτες, σε υγρά ορφανοτροφεία και και νοσοκομεία. Ένιωσα στοργή από μία ξένη, από μία αμαρτωλή, από την πιο φθηνή γυναίκα που υπάρχει και ξέρεις ποια η διαφορά; Όποιος πουλάει το κορμί του, δε λερώνει αυτόματα και την ψυχή του ενώ όλοι αυτοί που πουλούν την ψυχή τους στο βωμό του χρήματος, της λαιμαργίας και της σεξουαλικής βουλιμίας, φορούν μια επιχρυσωμένη ενδυμασία κι εμπορεύονται καλοσύνη. Εγώ αυτό το λέω υποκρισία. Κι όποιος στάθηκε αφορμή για να γευτώ όλη αυτή την σκληρότητα ήρθε η ώρα να πληρώσει. Και δε θα με εμποδίσει κανείς.»

«Μην το κάνεις.»

«Γιατί; Βρες μου εσύ έναν λόγο. Για ποιον; Βρες μου έναν άνθρωπο για τον οποίο αξίζει να μην το κάνω.»

«Για χάρη μου.»

«Για χάρη σου; Λυπάμαι αλλά θα σε απογοητεύσω.»

Ο Χάρης έφυγε και το κλείσιμο της πόρτας τράνταξε δυνατά στο μυαλό του Χριστόφορου.

 

Ο Μάρκος ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του όταν η Έυα εισέβαλε κυριολεκτικά στο γραφείο του και τον αγκάλιασε. Ήταν χαρούμενη γιατί επιτέλους είχε συλληφθεί ο απόστολος Κυρίου και θα προχωρούσαν με τις ετοιμασίες του γάμου τους. Σχεδόν βίαια εκείνος διέκοψε τους πανηγυρισμούς της.

«Δεν είναι η Λένα ο απόστολος Κυρίου.»

Η Εύα προσγειώθηκε απότομα.

«Τι εννοείς;»

«Η Λένα είναι αθώα.»

«Τι λες; Χριστέ μου, είσαι ερωτευμένος μαζί της;»

«Εύα, τι είναι αυτά που λες; Ακούς τι σου λέω;»

«Εσύ ακούς τι λες; Είναι αθώα αυτή, που άλλαξε την ταυτότητά της για να δρα ανενόχλητη, που παρελπίδα βρέθηκε εκεί και την κατέγραψαν οι κάμερες; Ποια υπερασπίζεσαι Μάρκο; Είναι ένοχη κι εσύ κοιτάς… δεν το πιστεύω.»

«Άκουσέ με, η Λένα…»

«Όχι, εσύ άκουσέ με Μάρκο. Ήρθα εδώ χαρούμενη, πιστεύοντας ότι κι εσύ θα χαίρεσαι που αυτός ο εφιάλτης τελείωσε και σε βρίσκω να υπερασπίζεσαι μία δολοφόνο! Νόμιζα ότι το μόνο που θα σε ένοιαζε πια θα ήταν ο γάμος μας, αλλά εσύ ενδιαφέρεσαι για το πώς θα βγάλεις έξω τη νέα σου αγαπημένη.»

«Εύα, σύνελθε.»

«Τελειώσαμε, Μάρκο. Αυτό ήταν! Ως εδώ. Τελειώσαμε οριστικά.»

 

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη  
 

Για την εξέλιξη και την πορεία του βιβλίου μπορείτε να ενημερώνεστε άμεσα κάνοντας like και στη σελίδα μας στο facebook:

https://facebook.com/profile.php?id=658844804230067

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

5,533 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ «Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ»

Κερδίστε 3  αντίτυπα από το βιβλίο του  ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ «Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ»    Το Literature.gr σε συνεργασία με τις εκδόσεις Μίνωας,  προσφέρει...

Close