Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ, του Γιώργου Πανόπουλου

By  |  1 Comment

 

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.

Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα όταν και οι υπηρέτες του σατανά μεταμφιέζονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το τέλος τους θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.

Σας επαναλαμβάνω. Μη με θεωρήσει κανείς ανόητο.

Αν όμως δε γίνεται αλλιώς, πάρτε με για ανόητο ώστε να καυχηθώ κι εγώ για λίγο.»  (Επιστολή Β’ προς Κορινθίους, κεφ.11, 14-16.)

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

 

 

Όλες οι μεγάλες στιγμές απαιτούν ένα εναρκτήριο έναυσμα. Συνήθως αποδίδεται με ήχο. Αυτή τη φορά θα άνοιγαν οι πόρτες του παραδείσου ώστε να κατέλθει το αρνίον. Ή μήπως θα άνοιγαν οι  πύλες της κολάσεως για να εφορμήσει ο μεγάλος δράκος;

*****

 

Η Στεφανία Στύλβη παρουσίαζε την εκπομπή της «Ο καθρέφτης» ,όταν ήχησε το χαρακτηριστικό κουδούνισμα που ενημερώνει για τη λήψη ηλεκτρονικού μηνύματος στο tablet, το οποίο βρισκόταν ενσωματωμένο πάντα στο τραπέζι μπροστά της. Εξακολουθώντας να μιλά, έσυρε το δάχτυλο της στην οθόνη και πάτησε δυο φορές για να το ανοίξει. Ο αποστολέας ήταν ο «απόστολος Κυρίου». Στο περιεχόμενο του μηνύματος βρήκε ένα link απ’ το youtube. Ασφαλώς δε θα μπορούσε να το ακούσει τώρα, αλλά η περιέργειά της μπορούσε να αρκεστεί στη θέασή του. Το δημοσιογραφικό της ένστικτο τής έλεγε πως δεν επρόκειτο για άλλο ένα ψώνιο που προωθεί με αυτό τον τρόπο τα τραγούδια του. Πάτησε το σύνδεσμο και περίμενε.

Η οθόνη έγινε μαύρη και με κόκκινα γράμματα αναγραφόταν – λες και ήταν κανονική ταινία – «Απόστολος Κυρίου παρουσιάζει»…  Το πλάνο άλλαξε και αντικαταστάθηκε από ένα κόκκινο φόντο και άσπρα γράμματα που σχημάτιζαν τη λέξη «Εξαγνισμός» . Η σκηνή που ακολούθησε δεν ήταν επαγγελματική. Κάποιος είχε τοποθετήσει κρυφή κάμερα σε μία εκκλησία. Μπορούσε να διακρίνει την Ωραία Πύλη, την εικόνα του Εσταυρωμένου στα δεξιά και τον Ιωάννη το Βαπτιστή πιο δίπλα. Η αριστερή πλευρά του τέμπλου δεν ήταν εμφανής. Μπροστά από το τέμπλο έβλεπε την πλάτη ενός ιερέα να κάθεται σε μία ξύλινη καρέκλα. Στο πλάι του μπορούσε να διακρίνει μια μικροσκοπική φιγούρα. Και τότε, η κάμερα έκανε zoom σε κάτι που την έκανε να ανατριχιάσει.

 

*****

Η εικοσιτετράωρη προθεσμία είχε τελειώσει. Ο πατήρ Κωνσταντίνος καθόταν στο γραφείο του και κοιτούσε το dvd που είχε λάβει ανώνυμα. Η υπόδειξη που υπήρχε ήταν ξεκάθαρη. «Έχεις 24 ώρες να πας στην αστυνομία.» Αυτό που δεν ήταν ξεκάθαρο ,όμως, ήταν το τι θα συνέβαινε αν δεν υπάκουε. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι την ταινία την είχε στείλει ένας τρελός ή ένα παιδί απ’ το κατηχητικό που ήθελε να παίξει μαζί του. Ένιωθε ασφαλής μέσα στο χώρο της εκκλησίας και δεν τολμούσε να πάει σπίτι του απόψε. Κοιτούσε στο κενό κι έπαιζε με το γένι του, προσπαθώντας να αποδιώξει από το μυαλό του την απορία ποιος τον απειλούσε.

Ο άγνωστος φορούσε μαύρο μπουφάν και τζιν παντελόνι. Μπήκε στην εκκλησία, έκανε το σταυρό του και φίλησε το βρέφος στην αγκαλιά της Παρθένου. Το φως από τα  κεριά στο μανουάλι έκανε ακόμα πιο τρομακτικό το πρόσωπο του, που ήταν τυλιγμένο με κασκόλ. Προχώρησε προς την κλειστή πόρτα. Έβγαλε από την τσέπη του το περίστροφο. Λύγισε το χερούλι και μπήκε αθόρυβα στο γραφείο.

«Πορεύομαι εις γην Σαδδουκαίων και Φαρισαίων ίνα εξαγνίσω τη Νύφη του Κυρίου μου».

Η φωνή έφτασε στ’ αυτιά του πατέρα Κωνσταντίνου σιγανή ,σαν απ’ τον άλλο κόσμο. Δεν ήξερε τι ήταν πιο τρομακτικό, τα λόγια ή το όπλο που κράδαινε μπροστά του.

«Ποιος είσαι;»

«Απόστολός Αυτού που εσύ αισχύνεις την εικόνα.»

«Αν είσαι κάποιος γονιός…»

«Είμαι τέκνο του Κυρίου μου κι εν Χριστώ αδελφός όλων.»

«Άρα και δικός μου»

«Εσύ είσαι ένα μίασμα!»

«Τι θέλεις;»

«Θέλω να εξέλθεις τώρα του οίκου του Κυρίου μου…»

Ο πατήρ Κωνσταντίνος αναθάρρησε και πίστεψε πως είχε γλιτώσει από το πιστόλι που τρεμόπαιζε μπροστά του. Σηκώθηκε μα δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Τα έσυρε προς τον άγνωστο. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Είδε μια φλόγα να διψά για δικαιοσύνη. Όχι, δεν ήταν τα μάτια ενός παρανοϊκού που γυαλίζουν ή τα μάτια ενός δαιμονισμένου, κόκκινα όπως το αίμα. Ήταν η οδύνη που καθρεφτιζόταν σ’ αυτά τα μάτια κι αναζητούσε διέξοδο.

Ο άγνωστος έκανε προς τα πίσω για να περάσει ο ιερέας. Με το όπλο τού έδειξε το δρόμο προς την έξοδο. Ο πατήρ Κωνσταντίνος περπάτησε βιαστικά αυτήν τη φορά. Βγήκε στον προαύλιο χώρο κι αμέσως ανέπνευσε βαθιά. Ο αέρας μπήκε στα πνευμόνια του και του έδωσε ζωή. Λίγο ακόμα και θα ήταν…

Το καυτό μολύβι εισχώρησε βίαια στη σπονδυλική του στήλη. Ο πόνος ήταν τόσο δυνατός που δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Έπεσε στα μαρμαρένια σκαλοπάτια μπρούμυτα. Το τέλος δεν άργησε να έρθει.

 

*****

 

Έπαιζαν το τελευταίο τους διαφημιστικό διάλειμμα. Η Στεφανία έγνεψε στον αρχισυντάκτη της. Αυτός καθόταν πάντα πίσω από τις κάμερες.

«Ξέρεις τι έλαβα λίγο αφότου ξεκινήσαμε; Έχω παγώσει. Με το ζόρι έβγαλα την εκπομπή.»

«Φαντάζομαι.»

«Τι εννοείς;»

«Όλοι οι δημοσιογράφοι σε εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικά κανάλια αλλά και ηλεκτρονικά μέσα έλαβαν απόψε ένα βίντεο ανεβασμένο στο youtube. Το ίδιο πρέπει να έχεις λάβει κι εσύ.»

«Το είδες;»

«Ναι!»

«Έχει ήχο;»

«Όχι, μόνο εικόνα.»

«Μήπως πρέπει να το παίξουμε ζωντανά;»

«Ξέρεις ότι δε γίνεται»

«Έχω ταραχτεί. Μπορεί να μην έχω παιδιά, έχω όμως μια μικρή αδελφή που τη μεγάλωσα σαν παιδί μου»

«Ξεκινάμε. Θα τα πούμε μετά»

Η Στεφανία πήρε τη θέση της για να κάνει την αποφώνηση. Ευχαρίστησε τον κόσμο που την παρακολούθησε και καληνύχτισε ανανεώνοντας το ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα. Όταν το σήμα των τίτλων τέλους έπεσε, μάζεψε τα χαρτιά της. Προσπέρασε τις κάμερες, βγήκε στο διάδρομο, πήρε το ασανσέρ κι ανέβηκε στο δεύτερο όροφο. Το γραφείο της ήταν στη δεύτερη πόρτα δεξιά από το ασανσέρ. Ξεκλείδωσε, άναψε το φως, μπήκε μέσα και κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα της. Ήθελε πάντα ένα δεκάλεπτο απόλυτης ηρεμίας μετά την εκπομπή. Ξαφνικά όρμησε ο Αντρέας στο γραφείο της.

«Πάμε για έκτακτο δελτίο»

 

*****

 

Σιχαινόταν τις βραδινές περιπολίες , πόσο μάλλον όταν το φεγγάρι ήταν γεμάτο και θα μπορούσε να το απολαύσει από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Ο Μάρκος ήταν νέος αστυνομικός και, μέχρι στιγμής, είχε ελάχιστες φορές κληθεί να κάνει έρευνα σε κάποιο σκηνικό φόνου και -συν τοις άλλοις- αυτή ήταν μία ιδιαίτερη περίπτωση.  Ο ιερωμένος ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα και το αίμα είχε δημιουργήσει ένα αυλάκι γύρω του. Δεν μπορούσε να μπει στην εκκλησία. Αποτελούσε άσυλο κι έπρεπε να πάρει πρώτα άδεια. Η περιέργειά του όμως ήταν μεγάλη.

Προχώρησε προς την ανοιχτή είσοδο. Άφησε τους δυο άντρες αστυνομικούς πίσω του να τραβούν φωτογραφίες και να κρατούν σημειώσεις. Ο ιατροδικαστής δεν είχε φτάσει ακόμα. Ο χώρος εντός του ναού τέτοια ώρα έμοιαζε με σκοτεινό τόπο λατρείας μαγισσών. Το φως των κεριών ήταν επιβλητικό. Πρόσεξε μην αγγίξει τίποτα και μπήκε στο γραφείο από την ανοιχτή πόρτα. Τίποτα το παράξενο δεν του κέντρισε την προσοχή. Ξάφνου είδε την πόρτα της τουαλέτα ανοιχτή. Είπε να το ρισκάρει και να ρίξει μια ματιά. Στάθηκε κάτω από την κάσα και στα πλακάκια αναγνώρισε μπερδεμένα κόκκινα γράμματα. Ο δολοφόνος είχε αφήσει σημείωμα. Αλλά τι ήθελε να πει; Δεν καταλάβαινε. Έκανε δυο βήματα πιο κοντά. Όντως ,ήταν γράμματα, όμως άλλα ανάποδα και άλλα κανονικά. Γύρισε να φύγει και τότε κατάλαβε. Είδε στον καθρέφτη τη φράση ολοκάθαρα: «Μετανοείτε»

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Ο οκτωβριανός ήλιος άρχισε να αναδύεται από την ανατολή για να απλώσει τις ακτίνες του σε ένα πεντακάθαρο ουρανό. Ελάχιστα λευκά σύννεφα έπαιρναν παράξενα σχήματα στο γαλάζιο στρώμα πάνω από την Αθήνα. Το φως εισχωρούσε σε κάθε στενό ή μεγάλο δρόμο, σε κάθε σπίτι, ενώ κάτι σκοτεινό φυτοζωούσε στα υπόγεια της πόλης. Ένας μανιακός δολοφόνος, ένας ψυχοπαθής, ένας απονεμητής δικαιοσύνης ή όπως αλλιώς, είχε αρχίσει χθες βράδυ να υφαίνει ένα τρομακτικό σχέδιο που έμελλε να συγκλονίσει ολόκληρη τη χώρα.

 

*****

«Μεταλαβαίνει σώμα και αίμα Ιησού Χριστού ο δούλος του Θεού Χριστόφορος»

Ο Χριστόφορος άνοιξε το στόμα του και δέχτηκε τη θεία κοινωνία από το αγόρι που βρισκόταν απέναντι του. Η λύτρωση θα επερχόταν μετά την κατάποση του θείου σώματος. Έκανε το σταυρό του και επέστρεψε να καθίσει σε ένα στασίδι. Κοίταξε την εικόνα της Θεομήτορος. Πίστευε ότι έκανε το σωστό με αυτό το αγόρι. Το αγόρι κύλισε το αναπηρικό του καροτσάκι και τον πλησίασε.

«Σ’ ευχαριστώ για όσα κάνεις για μένα», είπε, κι ένα δάκρυ φάνηκε συγκρατημένο.

«Ο Θεός μου και Θεός σου γνωρίζει το σωστό. Εκείνον να ευχαριστείς», απάντησε εκείνος κάπως διστακτικά.

«Χάρη σ’ εσένα έχω ό,τι χρειάζομαι. Στέγη, τροφή και ένα ναό να δοξάζω ό,τι αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου. Πάντα θα σε ευγνωμονώ γι’ αυτό.»

 

*****

 

Το κινητό του Μάρκου χτύπησε τρείς φορές μέχρι να το σηκώσει. Είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα του γραφείου του.

«Ναι;» είπε ενώ χασμουριόταν.

«Αγάπη μου, κοιμάσαι;» Άκουσε τη γλυκιά ,ήρεμη, βαθιά φωνή της, η οποία πάντα του έδινε δύναμη. Η αγαπημένη του Εύα, με την οποία ήταν μαζί δύο χρόνια, ήταν ο λόγος να βλέπει τη ζωή αισιόδοξα και να μην αγανακτεί με όλα αυτά τα καθάρματα που ήταν αναγκασμένος να καταδιώκει νυχθημερόν στη δουλειά του.

«Ναι μωρό μου, με είχε πάρει λίγο ο ύπνος. Ξενύχτησα απόψε. Δεν άκουσες ειδήσεις τώρα, το πρωί;»

«Όχι, συνέβη κάτι σοβαρό;»

«Πολύ! Σκότωσαν έναν ιερέα. Βάζω στοίχημα ότι έπεσε κι έκτακτο δελτίο ειδήσεων το οποίο θα παρουσίασε μάλιστα η αδελφή σου!»

«Δεν έχω δει καθόλου ειδήσεις και δεν έχω μιλήσει με τη Στέφη. Ποιος το έκανε;»

«Κανείς δεν ξέρει. Κι ίσως να μη θέλει και να μάθει! Σε λίγο έχουμε σύσκεψη!    Ξέρεις, ο ίδιος ο Αρχηγός της αστυνομίας σύστησε μια ομάδα -της οποίας ηγούμαι εγώ μάλιστα- προκειμένου να εξιχνιάσουμε το έγκλημα.»

«Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. Είμαι πολύ περήφανη για σένα. Οπότε, το αποψινό μας ραντεβού αναβάλλεται;»

Ό,τι και να συνέβαινε, δεν είχε σκοπό να χάσει το αποψινό γεύμα με την Εύα. Ήταν η μέρα τους σήμερα!

«Μα τι λες μωρό μου; Φυσικά και όχι!»

 

*****

 

Δύο ώρες μετά καθόταν στην κορυφή ενός οβάλ γραφείου και προέδρευε της τετραμελούς ομάδας τους. Πάντα του άρεσε να το παίζει αρχηγός και τώρα ήταν η ευκαιρία του, που όμως αν την έχανε, μπορεί να ήταν ο λόγος να πεταχτεί από το σώμα με τις κλοτσιές.

«Λοιπόν, κύριοι, όπως γνωρίζετε ο ίδιος ο αρχηγός μας ζήτησε τη σύσταση αυτής της ομάδας. Εγώ, ως αστυνόμος του τμήματος ανθρωποκτονιών θα ηγούμαι αυτής και θα παίρνω αναφορά από όλους σας. Δεξιά μου, είναι ο Σπύρος Σεϊτανίδης, υπαστυνόμος στο τμήμα μου, αριστερά μου ο κύριος  Αγαμέμνων Λεοντάκης, που πρώτη φορά γνωρίζω και μας έρχεται από το τμήμα ηλεκτρονικής δίωξης και η κυρία Βασιλική Μαντά από το εγκληματολογικό εργαστήρι. Νομίζω ότι τώρα που συστηθήκαμε μεταξύ μας μπορούμε να ξεκινήσουμε να συζητάμε για την υπόθεση που -λυπάμαι που θα το πω- φαίνεται ότι πρόκειται να μας απασχολήσει για καιρό»

Όλοι φαίνονταν σκεφτικοί και περισσότερο ο υπαστυνόμος Σεϊτανίδης. Ήταν μόλις 25 χρόνων και δεν περίμενε να αντιμετωπίσει από τόσο νωρίς μια τέτοια πρόκληση. Είχε περάσει ένα χρόνο στο αστυνομικό τμήμα της Ομονοίας, που είχε αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, αλλά τώρα ένιωθε την αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο. Ο αστυνόμος Λεοντάκης ήταν ο γηραιότερος. Στα 42 του χρόνια ζούσε μόνος του ακόμα και το μοναδικό του πάθος ήταν το σώμα. Πολλά βράδια ξενυχτούσε στο γραφείο, με αποτέλεσμα να έχει πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του όπως η αποφυγή πολλών αυτοκτονιών και η σύλληψη παιδεραστών. Η Βασιλική ήταν πιο νέα. Στα τριανταπέντε της, ήταν ήδη παντρεμένη με δύο παιδιά κι η υπηρεσία για εκείνη αποσπούσε μονάχα ένα μέρος της ζωής της.

«Σπύρο, μπορείς να μας συνοψίσεις εσύ τα γεγονότα;»

«Χθες βράδυ στη 1.00 περίπου, μπήκε στον ιερό ναό της Αγ. Παρασκευής στην Ν. Σμύρνη ένας άγνωστος. Δυστυχώς δεν υπήρξαν μάρτυρες. Πιθανότατα οδήγησε τον πατήρ Κωνσταντίνο Μακρίδη στον εξωτερικό χώρο κι από την είσοδο της εκκλησίας τον πυροβόλησε στην σπονδυλική στήλη. Το τραύμα επέφερε το θάνατο του σχεδόν αμέσως λόγω αυξημένης αιμορραγίας. Ύστερα μπήκε μέσα στο γραφείο του ιερέα, προχώρησε στην τουαλέτα και, σε ύψος από το πάτωμα περίπου πενήντα εκατοστά, έγραψε ανάποδα, ώστε να καθρεφτίζεται σωστά στον αντικριστό καθρέφτη ,τη λέξη «Μετανοείτε»».

«Τι γνωρίζουμε για το θύμα;»

«Τον έλεγαν Κωνσταντίνο Μακρίδη, ήταν 52 ετών, παντρεμένος με τρία παιδιά -ένα αγόρι και δυο κορίτσια- και διέμενε στην περιοχή. Είχε χτίσει μία διώροφη πολυκατοικία με τρία διαμερίσματα. Δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους γείτονες. Μάλλον αδιάφορος. Κανείς δεν είχε και πολλά να μας πει»

«Κυρία Μαντά, μιλήστε μας για το όπλο του φόνου»

 

*****

 

Την ίδια ώρα, στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών, ο Χριστόφορος καθόταν στο γραφείο του συγκλονισμένος από τα νέα του φόνου. Μόλις πέντε χρόνια εκλεγμένος στο αξίωμα του Αρχιεπισκόπου, καλούνταν τώρα να διαχειριστεί ίσως μία από τις ισχυρότερες κρίσεις που κλόνιζαν την εκκλησία του. Είχε ως γραμματέα του τον Τίμο, απόφοιτο του τμήματος της Ψυχολογίας και οι προβλέψεις του για έναν ψυχοπαθή δολοφόνο που πρόκειται να ξαναχτυπήσει έδειχναν να τον τρομάζουν. Όλα στο δωμάτιο φάνταζαν σκοτεινά όταν χτύπησε το τηλέφωνο στη γραμματεία. Ο Τίμος πήγε να το σηκώσει. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Στεφανία και ζητούσε να μιλήσει με τον αρχιεπίσκοπο. Αυτό ήταν. Θα γίνονταν βορρά στα δημοσιογραφικά θηρία.

 

*****

 

«Εσείς κύριε Λεοντάκη, μιλήστε μας για το περιβόητο βίντεο που κάνει το γύρω της Ελλάδας»

«Πρόκειται για ένα ειδεχθές βίντεο. Δεν μπορούμε ακόμα να εντοπίσουμε από πού έχει ξεκινήσει η διάδοση του. Τα ηλεκτρονικά ίχνη δεν έχουν ανακαλυφθεί. Ο αποστολέας μάς είναι άγνωστος. Το σκηνικό επιβεβαιώθηκε ότι ταυτίζεται με το ναό της Αγίας Παρασκευής, όπου συνέβη το έγκλημα. Το θύμα εμφανίζεται να προχωρά στο χώρο όπου τελούνταν το μυστήριο της εξομολόγησης και φαίνεται να ασελγεί σε μία ανήλικη»

Ξάφνου ακούστηκαν φωνές έξω από την πόρτα. Ένας αγανακτισμένος άντρας ήθελε να εισβάλει στο χώρο της σύσκεψης. Ο Μάρκος αναρωτήθηκε ποιος τρελός μπορεί να μπήκε στη ΓΑΔΑ και να προκαλεί χωρίς φόβο τέτοια φασαρία. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένας κοντός και χοντρόσωμος άντρας.

 

*****

 

Ο Χριστόφορος ήταν ένας ευφυής άνθρωπος. Κατάφερνε να χειρίζεται τους ανθρώπους όχι με την αρνητική έννοια ,αλλά όπως ένας ηγέτης -και δη πνευματικός- μαγνητίζει τα πλήθη. Με την ηρεμία και την πραότητά του κατάφερε να διατηρήσει ήρεμους τόνους στη συζήτησή του με τη Στεφανία και την έπεισε ότι θα πρέπει να μείνει για λίγο πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας. Οπωσδήποτε θα έπρεπε να πάρει θέση, αλλά ήθελε πρώτα να διαπιστωθεί αν η χθεσινή δολοφονία συνιστά ένα μεμονωμένο περιστατικό ή αποτελεί την αρχή ενός εφιάλτη. Η Στεφανία, παρ’ ότι δυσαρεστημένη από την εξέλιξη της συζήτησης – δεν μπόρεσε να το κρύψει – συμφώνησε να τον αφήσει στην ησυχία του προς το παρόν.

 

*****

 

Σπάνια ο Μάρκος μιλούσε στην Εύα για τη δουλειά του κι αυτή τη φορά δεν ευνοούσε γι’ αυτό ούτε το λινό λευκό τραπεζομάντιλο του καλού εστιατορίου αλλά ούτε και το πανάκριβο κρασί που εισχωρούσε κάθε τόσο από τα ποτήρια στο στομάχι τους. Όμως αυτή η μέρα ήταν διαφορετική, με αυτόν τον αποτρόπαιο φόνο ενός επίσης αποτρόπαιου κληρικού. Κι οι εξηγήσεις ήταν ακόμα ασαφείς. Ο δολοφόνος ήταν είτε κάποιος που κατευθυνόταν από προσωπικά κίνητρα λόγω κάποια σχέσης με το μικρό κακοποιημένο κορίτσι είτε ένας ψυχασθενής που θα άρχιζε να σκοτώνει ανεξέλεγκτα. Όπως και να’ χει, άλλο ήταν αυτό που συγκλόνισε περισσότερο το Μάρκο.

Μπήκε στο γραφείο φωνάζοντας, σαν ένα άγριο πληγωμένο ζώο.  Απαιτούσε να μην κυνηγήσουμε το δολοφόνο που σκότωσε εκείνον που κακοποιούσε την κόρη του. Δεν ήξερε τίποτα τόσο καιρό. Ήταν ένα καλός χριστιανός που πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή και προσπαθούσε να νουθετήσει την κόρη του. Την έστελνε στο κατηχητικό χωρίς να φαντάζεται το δράμα που κρυβόταν από πίσω. Αυτός ο άνθρωπος, που σε όλη του τη ζωή ήταν πιστός, παρακαλούσε σήμερα να μη συλλάβουμε ένα δολοφόνο.

Η Εύα καθόταν απέναντι του. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα με καστανά μακριά μαλλιά και αδύνατο σώμα. Πολλοί θα την πολιορκούσαν, αλλά εκείνη δύο χρόνια τώρα ήταν πιστή στο Μάρκο. Σαν χαρακτήρας όχι τόσο ηγετική αλλά μάλλον συγκαταβατική, γοητευόταν από την ορθολογική σκέψη του αγαπημένου της.

Αλλά η βραδιά έκρυβε μια επιπλέον αντίφαση. Γιατί ο Μάρκος να ξοδέψει όλο του το μισθό στο αποψινό δείπνο; Χωρίς προλόγους και σαν μια αστραπή που απρόσμενα λάμπει μέσα στη νύχτα, εκείνος της χάιδεψε το χέρι και της έκανε την πρόταση. Η Εύα, σαν να ήταν η μονή φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και χωρίς καμία έκπληξη, δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Τα δάκρυα ήρθαν να συμπληρώσουν το όμορφο μοτίβο της νύχτας, όπως πέφτει η βραδινή απαλή βροχή τα καλοκαίρια.

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ του Γιώργου Πανόπουλου

Επιμέλεια: Εύα Φωτεινιά

Παραγωγή εικονογράφησης εξωφύλλου: Δημήτρης Κορμπάς

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελίνα Παυλιδάκη

 

το παρόν έργο συνιστά προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από το ελληνικό δίκαιο με το Ν2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως απαγορεύεται η οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με οποιοδήποτε μέσο χωρίς τη γραπτή άδεια του δημιουργού. Παραχωρείται στην ιστοσελίδα www.literature.gr με σκοπό τη αποκλειστική πρώτη δημοσίευση και η όποια αναδημοσίευση του κειμένου στο διαδίκτυο επιβάλλει να αναφέρει  την πηγή της συγκεκριμένης και μόνο ιστοσελίδας.. ως δημιουργός δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν παραιτούμαι του δικαιώματός μου της κατόπιν έντυπης και ηλεκτρονικής έκδοσης.

 

6,836 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. eirhnh papaefstathiou

    October 23, 2014 at 7:36 pm

    μπραβο Γιωργο!εξαιρετικη δουλεια 🙂

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Άρωμα Σαββάτου, Μάης 2001 μ.Χ, του Πασχάλη Πράντζιου

  Πόση αγάπη χαμένη, εξοδευμένη, ανυπεράσπιστη… Ανυπεράσπιστη η αγάπη δονείται σε χρόνο ανυπεράσπιστο. Μάης αγνώστου έτους.  Απολογία απόψε;  Παράπονο;  Δε...

Close