Ο μινιμαλιστικός κανιβαλισμός του Gesamtkunstwerk, της Αγλαΐας Παντελάκη

By  |  0 Comments

Στην αισθητική, ως Gesamtkunstwerk (= συνολικό έργο τέχνης) ορίζεται το καλλιτεχνικό έργο που προκύπτει από τον εν χώρω συγκερασμό και την όσμωση μεταξύ εικαστικών και παραστατικών τεχνών.

Η αρχιτεκτονική, η ζωγραφική, ο χορός, η μουσική, το θέατρο και η ποίηση αλληλεπιδρούν όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τον δέκτη, συνθέτοντας μία συνολική μορφή τέχνης, ένα θέαμα στο οποίο διαγράφονται τα όρια των επιμέρους τεχνών στο όνομα του απείρου που τις διαπερνά όλες. Αν και ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1827 από τον Γερμανό συγγραφέα και φιλόσοφο K.F.E. Trahndorff, έχει ταυτιστεί με τις απόψεις περί αισθητικής του Richard Wagner.

Επηρεασμένος, μεταξύ άλλων, από τον Christoph Willibald Gluck και τον Carl Maria von Weber, από τα γραπτά του Nietzsche, του Schopenhauer και των Γερμανών Ρομαντικών (βλ. Gottfried Lessing, Ludwig Tieck και Novalis) αναφορικά με τη σύνθεση των τεχνών, αλλά και από τη σχέση του με τον ιουδαϊσμό, και έχοντας ως πρότυπο την αρχαία ελληνική τραγωδία, και κυρίως τα έργα του Αισχύλου, ο Wagner έθεσε την έννοια του συνολικού έργου τέχνης στο επίκεντρο του καλλιτεχνικού του οράματος ως εξής: για πρώτη φορά, η όπερα –για εκείνον η ύψιστη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης– ενσωμάτωσε αναφορές σε άλλες τέχνες αποτελώντας ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα στο οποίο το μουσικό δράμα, η σκηνική δράση, η οπτική και ακουστική συγκίνηση ενώθηκαν, και μέσα από αυτή την ένωση (με τις όποιες απώλειες και τα όποια κέρδη αυτή συνεπάγεται) δημιουργήθηκε ένα νέο σύμπαν. Ωστόσο, αν και ο Nietzsche θεωρούσε ότι ο Wagner πέτυχε με το Gesamtkunstwerk την αναγέννηση της αρχαίας τραγωδίας ανακαλύπτοντας την ίδια την τέχνη, αν και ο ίδιος ο Wagner αποσκοπούσε στην κοινωνική ανασυγκρότηση σε μια εποχή κατακερματισμένη, έχει υποστηριχθεί ότι η βαγκνερική αντίληψη του συνολικού έργου τέχνης διαπνέεται από έναν αισθητικό ολοκληρωτισμό και από ένα είδος αντι-μοντερνιστικού πνεύματος (βλ. κατάργηση της αντίληψης περί αυτονομίας του μέσου).

Στον χώρο της αρχιτεκτονικής, η έννοια του συνολικού έργου τέχνης εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, μέσω του Μιχαήλ Αγγέλου, της Αρ Νουβό και της σχολής Μπάουχάους, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκερασμού τεχνών αποτελεί το «Ηλεκτρονικό Ποίημα» (Poème électronique), το οποίο οραματίστηκε ο Le Corbusier φιλοδοξώντας να επιτύχει την οργανική σύνθεση όλων των τεχνών μέσω μιας μόνο εμπειρίας. Πρόκειται για ένα οπτικοακουστικό θέαμα διάρκειας οκτώ λεπτών, στο οποίο ο ίδιος ανέλαβε τον ρόλο του εικαστικού καλλιτέχνη, αναθέτοντας στον Edgar Varèse τη μουσική επένδυση και στον Ιάννη Ξενάκη τη χωρική-αρχιτεκτονική μορφή. Οι τέχνες συνδυάστηκαν με τέτοιον τρόπο, ώστε ο ήχος να χωροποιείται, η μουσική να αποκτά μορφή αρχιτεκτονικών διαγραμμάτων και ο ήχος να αλληλεπιδρά με τις αντανακλάσεις του φωτός και τη δύναμη της εικόνας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ισορροπημένου ενιαίου εμπειρικού συνόλου, την ασάφεια ως προς το ποια τέχνη υπηρετεί ποια, τον πολλαπλασιασμό των εντυπώσεων και τη μεταφορά του θεατή σε έναν χώρο με δυνητικά άπειρες διαστάσεις, μέσω μιας ισοστάθμισης της υλικής μορφής με την άυλη αφήγηση που βασίζεται στη διαλεκτική σχέση μεταξύ των διαφόρων τεχνών που συναντιούνται τελικά στις μύχιες σφαίρες του νου.

Η σχέση της μουσικής,  –για ποιητές όπως ο Schlegel, ο Ludwig Tieck, ο Jean Paul και ο E. T. A. Hoffmann, της υψηλότερης των τεχνών που εμπεριέχεται σε όλες τις υπόλοιπες– με την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ανάγεται στις απαρχές της εσπεριανής κουλτούρας, στη λυρική ποίηση του Ορφέα, του οποίου το τραγούδι είχε τη δύναμη να νικά τον θάνατο, και έκτοτε αποτυπώνεται στα έργα ποιητών όπως ο Rilke, ενώ η σχέση των δύο τεχνών, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου, καθίσταται εμφανής και σε άλλα λογοτεχνικά είδη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Δόκτωρ Φάουστους του Thomas Mann, ένα μυθιστόρημα στο οποίο απηχούν βαγκνερικές αντιλήψεις, χρησιμοποιείται η θεωρία περί μουσικής του Adorno και απαντώνται ορισμένες από τις καλύτερες λογοτεχνικές μουσικές περιγραφές, ενώ σε ένα κεφάλαιο από το Μαγικό Βουνό ο Mann μεταφράζει σε γλώσσα μία μελοποίηση του Debussy. Κατά τον ίδιο, μάλιστα, «το μυθιστόρημα ήταν πάντοτε μια συμφωνία, ένα έργο αντίστιξης, […] παρουσία […] μουσικών μοτίβων». Και, αν στο Πάθος και μεγαλείο του Ρίχαρντ Βάγκνερ γράφει ότι η τέχνη είναι ολοκληρωμένη και τέλεια σε καθεμιά από τις μορφές της, χωρίς να χρειάζεται να προβεί κανείς σε άθροισμα των ειδών της για την εκπλήρωση του καλλιτεχνικού ιδεώδους, στον Δόκτορα Φάουστους επισημαίνει ότι η μουσική και η γλώσσα είναι στην ουσία το ίδιο πράγμα και ότι, ακόμα και αν κάποιος πάρει χωριστά μία από τις δύο, αναπόφευκτα θα βρει και την άλλη μέσα σε αυτή, κάτι το οποίο παραπέμπει στην ακουστική ποίηση του ρωσικού φουτουρισμού και του ντανταϊσμού, με τους στίχους άνευ λέξεων όπου η λέξη δεν αποτελεί πλέον φορέα νοήματος αλλά αντιμετωπίζεται ως μουσικό υλικό (βλ. Ursonate του Kurt Schwitters).

Κάποιοι λένε ότι το συνολικό έργο τέχνης βρίσκει το ιδανικό του παράδειγμα στον κινηματογράφο –και ιδιαίτερα στο animation–, στον οποίο εγκαινιάζεται η τέχνη του χωροχρόνου μέσα από τη δημιουργία ενός φαινομενικά άπειρου χώρου, με τον χρόνο ως δυναμικό και καθοριστικό του παράγοντα, άλλοι στις σύγχρονες εικαστικές εγκαταστάσεις, άλλοι στα μιούζικαλ, άλλοι στη λογοτεχνία. Το βέβαιο είναι ότι, αναπόφευκτα ίσως, όλα τα παραπάνω δεν συνιστούν ξεχωριστές τέχνες, αλλά το καθένα βρίσκεται σε άρρηκτη σύνδεση όχι μόνο με τις άλλες τέχνες, αλλά και με τις άλλες υποκατηγορίες της ευρύτερης τέχνης στην οποία εντάσσεται (βλ. αυτοσχεδιασμός και επιρροές από τη τζαζ σε έργα κλασικής μουσικής, ποιητικός λόγος σε μυθιστορήματα κ.ο.κ.).

Αν, όπως λέει ο Paul Auster, η γλώσσα δεν είναι αλήθεια, αλλά ένα παιχνίδι με τις λέξεις που μας δίνει τη δυνατότητα να αντικατοπτρίσουμε ένα μέρος του κόσμου όπως τον προσλαμβάνει το μυαλό, και αν στην «εποχή του χώρου», του «ταυτόχρονου» και της «διάχυσης», για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Foucault, το συνολικό έργο τέχνης, ακολουθώντας ίσως μία μινιμαλιστικά κανιβαλιστική τακτική και δανειζόμενο τα προσφορότερα κάθε φορά στοιχεία από όλες τις τέχνες, αποκτά μια ολοκληρωμένη ενιαία μορφή που τις ενώνει και τις διαφυλάσσει, ίσως η πραγμάτωσή του να μην αποτελεί παρά μια προσπάθεια επιστροφής της γλώσσας στην αρχέγονη κατάστασή της, εκεί όπου η σκέψη δεν συνίσταται σε έννοιες, αλλά σε ποίηση, εικόνα και συναίσθημα. Κάθε πραγματικό έργο τέχνης αναπόφευκτα είναι ένα Gesamtkunstwerk. Το εάν θα προσληφθεί ως τέτοιο είναι μια άλλη υπόθεση – ας μας επιτραπεί ο χαρακτηρισμός ιμπρεσιονιστική.

 

225,374 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το σιδηρούν πρόσωπο του πόθου, της Αναστασίας Δημητροπούλου [ Μυρτιώτισσα, Θεώνη Δρακοπούλου]

Δεν ήταν απο τα ευτυχισμένα παιδιά, όχι δεν ήταν. Ούτε έπαιζε, ούτε γελούσε. Μια θλίψη ανασάλευε μονάχα μες στο αγριόμελο...

Close