Oι Ευαίσθητοι της Γης, του Δημήτρη Μαραντίδη

By  |  0 Comments

“Aν συνεχίσει να φυσάει ο άνεμος έτσι, θα μας γκρεμίσει το σπίτι”, είπε ο Τζέιμς με μια ατίθαση χαρά στο βλέμμα.

Η Ίμπεν και ο σύζυγος της ο Τέρενς, είχαν αρπάξει τους τοίχους του αποικιακού σπιτιού τους, που κουνιόταν πέρα δώθε, σε μια ύστατη προσπάθεια να το συγκρατήσουν. Κάποτε είχε παρακαλέσει τον άντρα της να φτιάξουν ένα σπίτι με το συνηθισμένο τρόπο των κατοίκων του Μέιν -από γερούς πλίνθους και πέτρα- αλλά εκείνος επέμεινε πως οι Έμερσον έστηναν τα σπίτια τους για περισσότερο από μισό αιώνα φτιάχνοντας τα από χοντρό κέδρο, λάσπη και πηλό.

Η κοιλιά της ήταν έτοιμη να σκάσει και για μια στιγμή φαντάστηκε τον εαυτό της να γεννάει μέσα σε εκείνο το σπίτι που ταρακουνούσε ο άνεμος, φαντάστηκε τους τοίχους να πέφτουν και να την πλακώνουν και τους Έμερσον να μένουν χωρίς κληρονόμους εις τον αιώνα τον άπαντα λόγω του πείσματος κα εκείνης της ξεροκεφαλιάς που μόνο εκείνοι συντρόφευαν στο προάστιο.

Η σκέψη της διακόπηκε από ένα γρήγορο σχίσιμο της πόρτας, η πόρτα έπεσε κάνοντας θόρυβο που αποσιώπησε το σφύριγμα του ανέμου και η Φτερό Που Παλεύει τον Άνεμο (ή αλλιώς “Λίντα” όπως την είχαν ονομάσει οι Έμερσον) φάνηκε σαν οπτασία και σαν στοιχειό. “Έξω τώρα!” φώναξε μισοαγγλικά-μισοινδιάνικα. “Δεν βλέπετε! Το σπίτι πέφτει!”

Έτσι κι έγινε: η Ίμπεν περιέσωσε μερικά κατσαρολικά και λίγα ρούχα και το έσκασαν από το σπίτι.

Σαν προφητεία ή από καλή τύχη, μόλις εγκατέλειψαν το σπίτι, εκείνο έπεσε σαν να ήταν φτιαγμένο από χαρτί κι εκείνοι απέμειναν να το κοιτάζουν για αρκετή ώρα σαν να παρατηρούν φάντασμα. Ο Τζέιμς το ίδιο το βράδυ εξαφανίστηκε. Είχε μια δική του καλύβα λίγο έξω από το Mόνσον και πότε πότε χανόνταν εκεί πέρα.

Πριν αρχίσουν να περισυλλέγουν τα εναπομείναντα χρήσιμα αντικείμενα που εκσφενδονίστηκαν από την πτώση του σπιτιού κι αφού κόπασε ο άνεμος, φάνηκε ένας ταλαιπωρημένος θείος του Τέρενς. Ο Ίσακ είχε πάρει μέρος στον εμφύλιο στα νιάτα του, είχε πολεμήσει για τους Γιάνκηδες είκοσι ολόκληρα φεγγάρια και καυχιόταν συχνά γι’ αυτό. Ήταν κάτι ταλαιπωρημένες αναμνήσεις, ηρωικά επιτεύγματα που μέσα του είχαν πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω της ακούραστης φαντασίας του.

Άναψαν φωτιά μακριά από το προαύλιο του κατεστραμμένου σπιτιού. Τυλιγμένοι μέσα σε κουβέρτες, χοντρές γούνες από αρκούδες και κογιότ, έψησαν τα λίγα ψάρια που είχε πιάσει ο γέρος το ίδιο πρωί.
“Το είδα να ‘ρχεται από μακριά..” είπε ο Ίσακ λες και ήθελε να αποδείξει πως ήταν ο πρώτος μάρτυρας κάποιας συνταρακτικής θεομηνίας, “..έμοιαζε με τις αμαρτίες μου έτσι όπως κατέβαινε από τον ουρανό!”

Ο Τέρενς παρέμενε σιωπηλός. Ήξερε πως το πείσμα του να φτιάξει το σπίτι στο ρυθμό των προγόνων του τους είχε στερήσει τη στέγη.

“Θα ζούμε σαν τα ελάφια στο δάσος και θα τρώμε με τα πόδια σαν τους Μπέικον”, μουρμούρισε νευρικά η Ίμπεν. Ο Ίσακ όμως ήταν πιο ήρεμος. Είπε πως όλα γίνονται και πως μόνο οι άνθρωποι δεν γίνονται, έπειτα έψησε τα τελευταία ψάρια κι ένα μακρύ φιλέτο φώκιας που του δώρισε ένας ερασιτέχνης φίλος του ψαράς κι έφυγε για το δώμα του: Ήταν μια φτωχοκαλύβα. Είχε απομονωθεί εκεί τα τελευταία χρόνια και δεν ζητούσε τίποτα ούτε από τη ζωή αλλά ούτε και απ’ το θάνατο.

“Φαίνεται στενοχωρημένος” είπε η Φτερό Που Παλεύει τον Άνεμο ή αλλιώς Λίντα. Ο Τέρενς σήκωσε το κεφάλι του και βρήκε μια καλή ευκαιρία να αποφύγει οποιαδήποτε άλλη αναφορά στην καταστροφή του σπιτιού.
“Σαν σήμερα σκότωσαν τον Μπέιμπι-Μπόμπυ”, απάντησε εκείνος με βραχνή φωνή.

“Τον Μπέιμπυ-Μπόμπι;” Απόρησε φωναχτά η Ίμπεν χωρίς να τους ρίξει ούτε βλέμμα. Ο εκνευρισμός ζωγραφιζόταν ακόμα στη φωνή της.
“Ναι ο Μπομπ. Πάνε χρόνια.” συνέχισε ο άντρας μασουλώντας ένα κομμάτι κρέας φώκιας.
Οι περισσότεροι γνώριζαν εκείνη την ιστορία, όμως ο Τέρενς Έμερσον δεν την είχε διηγηθεί ποτέ στην Ίμπεν. Φοβόταν. Δεν ήθελε να ξέρει πως η οικογένεια του έκρυβε τέτοιο μυστικό. Έτρεμε στην ιδέα μήπως εκείνη τρομάξει για την τύχη των παιδιών που θα έφερνε στον κόσμο μαζί του. Κι ενώ η Ίμπεν βρισκόταν πλέον στον έβδομο μήνα κύησης της, τώρα πια ο Τέρενς Έμερσον δεν μπορούσε να κάνει πίσω κάτω από το αιχμηρό βλέμμα της αλλά και εκείνο το βλοσυρό ινδιάνικο βλέμμα της Φτερό που απαιτούσε κάποιου είδους απολαβή για την καταστροφή του σπιτιού. Πήρε βαθιά ανάσα και ξεκίνησε.
“Ήταν καλοκαίρι και βρήκαμε αρρώστια στη φυτεία. Η Σέλσι το είχε δει στα όνειρα της. Δύο σημάδια προηγήθηκαν: Στην λίμνη Πρέι, ψάρια έξω από το νερό. Οι αγελάδες έβγαζαν νεκρά μοσχάρια. Ο Ίσακ και η θεία Σακέντια δεν μπορούσαν για πολλά χρόνια να κάνουν παιδιά. Έτσι δέθηκε μαζί μου. Δέθηκε με έναν πολύ στενό δεσμό κι όπως εγώ που δεν είχα πατέρα, δέχτηκε την αγάπη μου κι εγώ τη δική του.

Για να αποκτήσουν παιδιά έκαναν τα πάντα. Η θεία Σακέντια ακολουθούσε τους ινδιάνους παντού, έπαιρνε μέρος σε κάτι αναθεματισμένες τελετές για απίστους λένε, έπινε αίμα από ζώα και κατάπινε περίεργα γιατρικά. Ο Ίσακ τα είχε παρατήσει, οι γιατροί είχαν αποφασίσει πως η θεία Σακέντια ήταν στέρφα από τη φύση της.

Τα χρόνια πέρασαν κι εκείνοι μεγάλωσαν για να ελπίζουν πως θα αποκτήσουν απογόνους. Όμως τελικά γεννήθηκε ο Μπέιμπι-Μπόμπι. Αρκούσε κάποιος να δει την κοιλιά της μάμμα-Σακέντια για να καταλάβει πως δεν θα έβγαζε άνθρωπο αλλά μουλάρι. Ήταν τεράστια και την έσερνε παντού -με βοήθεια ή χωρίς, από την ενορία μέχρι τη φάρμα, κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού χωρίς να λογαριάζει το θεό ή το διάβολο.

Ένα πρωί γεννήθηκε ο Μπέιμπι-Μπόμπι και βγήκε το ίδιο μεγάλος όπως τον περιμέναν όλοι, με ένα κλάμα που το άκουσαν μέχρι το Μόνσον. Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε να δει το θαύμα, η θεία Σακέντια ήταν η πρώτη Σάρα που βλέπαμε στ’ αλήθεια.”

Έκανε μια παύση που θύμισε αιώνα. Ήπιε μια γουλιά από το παλιοκαιρίτικό κρασί που τους άφησε ο Ίσακ και συνέχισε:

“Στην αρχή κανένας δεν κατάλαβε τίποτα. Έως ότου μεγαλώσει λίγο το παιδί οι θείοι Έμερσον ζούσαν ευτυχισμένοι. Έπειτα χτύπησε την πόρτα τους το κακό”.

Η Φτερό Που Παλεύει τον Άνεμο έγνεψε με το κεφάλι. Ήταν νέα κοπέλα εκείνη την εποχή, η μάμμα-Σακέντια την είχε μαζέψει έπειτα από δύο βιασμούς σαν ένα τίποτα στο σπιτικό της. Πήγαινε και στην ενορία μαζί της. Την είχε βοηθήσει στην γέννα μαζί με τις άλλες γυναίκες και τα θυμόταν όλα.

“Το παιδί ήταν τελικά λειψό. Όταν μεγάλωσε αρχίσαμε να το καταλαβαίνουμε.

Δεν μιλούσε σωστά, μπέρδευε τα λόγια του, δεν μπορούσε να κάνει λογικούς υπολογισμούς. Ο Ρόμπερτ, που πήρε το όνομα του από τον παππού μου και πατέρα του Ίσακ, ήταν καθυστερημένος όπως το λέμε. Έτσι λοιπόν του έβγαλαν το όνομα Μπέιμπι-Μπόμπι”.

Η Ίμπεν ρίγησε αλλά δεν ξεστόμισε τίποτα. Ένιωσε να βλέπει τον σύζυγο της για πρώτη φορά. Στο πρόσωπο της  ζωγραφιζόταν ένα ανεπαίσθητο ίχνος συμπόνιας για την οικογένεια του Τέρενς Έμερσον κι η αμυδρή υποψία τρόμου για εκείνη που θα έφερναν στον κόσμο μαζί.  

“Το λοιπόν ο Μπομπ μεγάλωσε κι έγινε δυνατός σαν θηρίο” συνέχισε ο άντρας. Ήταν δυο μέτρα ύψος και ζύγιζε εκατό κιλά. Κανένας δεν μπορούσε να τα καταφέρει με τον Μπομπ. Όταν μεγάλωσε για τα καλά, ο Ίσακ τον έριξε κατευθείαν στη φυτεία. Όργωνε τα χωράφια μόνος του. Αν σε έπιανε ο Μπόμπι στα χέρια του, ώ.. αν σε έπιανε, θα έβρισκες μεγάλο μπελά!” ξέσπασε εκνευριστικό γέλιο από τον άντρα που ανοιγόκλεινε τις χούφτες του με ένα γελοίο τρόπο.
“Ήταν πρώτος στη δουλειά κι έτρωγε ίσα με ένα άλογο. Όλοι τον αγαπούσαν γιατί βοηθούσε στις πιο δύσκολες εργασίες: μπροστά ο Μπόμπι όταν έχτισαν την καινούργια ενορία, στη φάρμα, για ξύλα με τους Τζόουνς.

Όταν έγινε δεκαεπτά, η θεία Σακέντια πέθανε. Είχε βγάλει μια αρρώστια στο στήθος που ποτέ δεν γιατρεύτηκε. Η μαύρη παραδουλεύτρα η Σύλβια ανέλαβε το φαγητό και το συγύρισμα στο σπίτι του Ίσακ Έμερσον. Ήταν η ίδια που βύζαξε μικρό τον Μπόμπι αλλά αυτό είναι κάτι που δεν έμαθε ποτέ ούτε η θεία Σακέντια αλλά ούτε ο γερό-Ίσακ.

Ναι, είναι αλήθεια! Μια μέρα που η θεία Σακέντια δεν τάισε το παιδί, εκείνο άρχισε να σκούζει από ανυπομονησία. Η γυναίκα είχε πάει να πλένει τα ρούχα στο ποτάμι καθώς το νερό είχε σωθεί. Ήταν Αύγουστος και η ζέστη ήταν τόση που θα έλεγε κανείς ότι σκότωνε ακόμα και τα κουνούπια.

Η Σύλβια έβγαλε έξω τον μαύρο μαστό της και τάισε το παιδί. Εκείνος βυθίστηκε στο μαστό της λες και σε όνειρο κι έπαψε να κλαίει”.

Μα τη στιγμή που έλεγε όλα αυτά, τα μάτια του Τέρενς Έμερσον δάκρυσαν. Δάκρυσαν όπως δακρύζουν τα μάτια όταν τους χτυπά ο δυνατός αέρας. Δάκρυσαν χωρίς να ανοιγοκλείσουν και χωρίς να αλλάξει ο τόνος της φωνής του, λες και δεν ήθελε να τον ακούσει ο πρωτότοκος γιος του που βρισκόταν μέσα στην κοιλιά της Ίμπεν, συνέχισε να εξιστορεί εκείνη τη λυπητερή ιστορία:
“Ήταν κάτι μπάσταρδοι από το Mόνσον. Είχαν έρθει να δουλέψουν εποχιακά εδώ, στις φυτείες και στις φάρμες. Μπεκρόπιναν τα βράδια στο καπηλειό του Έβερετ και βρομοκοπούσαν σαν σκύλοι. Δεν τους γνώριζε ούτε ο σατανάς. Είχαν βάλει από καιρό στο μάτι ινδιάνες και φτωχά ανήλικα κορίτσια. Ένα πρωί που έλειπε ο Ίσακ για να αγοράσει ξύλα στο Μόνσον, την έπεσαν στη μαύρη γυναίκα. Έδεσαν εκείνο το άτυχο πλάσμα από χέρια και πόδια και την οδήγησαν στο στάβλο των Έμερσον. Της ξέσκισαν ότι φορούσε πάνω της μέχρι να απομείνει ένα τίποτα, την ξυλοκόπησαν για αρκετή ώρα κι ύστερα προσπάθησαν να ταΐσουν την άθλια όρεξη τους.

Κι ενώ εκείνη πίστευε πως τούτη η βρωμιά, εκείνη η άθλια μοίρα δεν θα είχε τελειωμό παρά μόνο αν έβαζε ένα καλό τέλος στην ζωή της μετά από όλα αυτά- γιατί δεν θα μπορούσε να αντέξει την ντροπή- μια σκιά φάνηκε στο μαντρότοιχο της φάρμας. Ήταν ο Μπέιμπι-Μπόμπι. Λες κι είχε ακόμα νωπό το μαύρο γάλα που βύζαξε από το στήθος της καλλονής άρπαξε μια αξίνα κι άνοιξε τα κεφάλια εκείνων των άθλιων αντρών που τα βράδια έτρωγαν βατράχια. Εκείνη, σερνόταν μέσα στα αποκαΐδια των κουρελιών της, προσπαθώντας να σώσει τη γύμνια της ενώ εκείνος την βοηθούσε να σηκωθεί από τα κάτουρα των αλόγων. Μα πριν καλά προλάβει να χωθεί στη αγκαλιά του, ένας από εκείνους του άθλιους και καλοβαλμένους ανθρώπους που σέρνονταν ακόμα με το ένα του μάτι να κρέμεται από το κεφάλι του, έβγαλε ένα όπλο και πυροβόλησε τον Μπόμπι. Η σφαίρα τον βρήκε κατευθείαν στα μυαλά.”

Ο Τέρενς Έμερσον σκούπισε με την άκρη του μανικιού του τα δάκρυα από τις άκρες των ματιών του. Η σιωπή που ακολούθησε σχεδόν έκανε την νύχτα να ντραπεί.

Η Φτερό Που Παλεύει τον άνεμο ή Λίντα επέμενε να κοιτάζει με μάτια βυθισμένα σε κάποιο ανύπαρκτο κενό. Είχε κλάψει πολλά φεγγάρια από τότε που έγιναν όλα αυτά και τα δάκρυα της είχαν μεταφερθεί σε κάποιο άγνωστο μέρος και δεν είχε καινούργια δάκρυα για ιστορία των Έμερσον. Η Ίμπεν σιώπησε κι αυτή και δεν νοιάστηκε ξανά αν τα παιδιά της βγούνε αρμαδίλια. Εκείνο το βράδυ τα αστέρια άκουσαν την ιστορία του Μπέιμπι Μπόμπι. Αν κάποιος παρατηρούσε τη στιγμή εκείνη τον ουρανό, θα καταλάβαινε πως τα αστέρια είχαν χαμηλώσει το φως τους για να τους ζεστάνουν από την άτυχη νύκτα.

 

48,692 total views, 57 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ενηλικίωση στην εποχή της χαμένης αθωότητας, της Τέσυ Μπάιλα [ Μάνος Κοντολέων, Αμαρτωλή πόλη ]

Τέσσερις άνθρωποι αναζητούν τον τρόπο να ισορροπήσουν σε μια δύσκολη εποχή. Και η υπόγεια παρακμή που διαπερνάει τα πρόσωπα, τη...

Close