«Όλοι όσοι γράφουν το μόνο που θέλουν να ακούσουν είναι πως έχουν γράψει κάτι εξαιρετικό αλλά αυτό δεν είναι χρήσιμο». Ο Ντέιβιντ Νίκολς σε μια συνομιλία με την Τέσυ Μπάιλα για το Literature.gr

By  |  1 Comment

Ο διάσημος συγγραφέας Ντέιβιντ Νίκολς επισκέφθηκε την Αθήνα  με αφορμή την  την κυκλοφορία του μυθιστορήματός του «Εμείς», εκδόσεις Μίνωας,  που ήταν υποψήφιο για το βραβείο Man Booker 2014.  Ο βραβευμένος Άγγλος συγγραφέας του βιβλίου «Μία Ημέρα»  (2011)  το οποίο έμεινε στην Top Ten λίστα των  Sunday Times για δέκα εβδομάδες, και έχει μεταφραστεί σε τριάντα επτά γλώσσες,  έχει σπουδάσει υποκριτική, όμως τον κέρδισε η συγγραφή και η σεναριογραφία. 

Η Τέσυ Μπάιλα συνομίλησε μαζί του για τη λογοτεχνία, το μέλλον της στη σύγχρονη Ευρώπη, την Ελλάδα και τις φιλοδοξίες του.

separator

Κ. Νίκολς θα ήθελα να σας ρωτήσω αρχικά πώς νοιώθετε με το γεγονός ότι το βιβλίο σας έχει προταθεί να είναι υποψήφιο για το Βραβείο Μπούκερ;

Πραγματικά ενθουσιάστηκα. Θέλω να πω πως χάρηκα πάρα πολύ, επειδή, ξέρετε στη Βρετανία υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στη δημοφιλή λογοτεχνία και στη λογοτεχνική μυθοπλασία. Και πάντοτε είχα την αίσθηση ότι ανήκα στη δημοφιλή λογοτεχνία περισσότερο, ωστόσο, δεν είναι κάτι που το είχα ως αυτοσκοπό. Έτσι λοιπόν χάρηκα πολύ με την υποψηφιότητά μου και οι υπόλοιποι συγγραφείς, οι οποίοι βρίσκονται μαζί στη λίστα των υποψηφίων είναι σημαντικοί συγγραφείς, θέλω να πω με αυτό πως ξέρω ότι δεν πρόκειται να κερδίσω αλλά είναι καλό να νιώθεις ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, όταν μάλιστα είχα άγχος για το πώς θα γινόταν αυτό το βιβλίο αποδεκτό και ξέρω ότι πολλοί θα ήθελαν να αποτύχει αλλά τελικά ήταν μια μεγάλη ώθηση όλο αυτό για το βιβλίο, μια μεγάλη τιμή και είμαι πολύ ευχαριστημένος.

Από το σενάριο στο μυθιστόρημα και από το θέατρο στον κόσμο του βιβλίου. Είναι μεγάλη η απόσταση που χωρίζει αυτούς τους κόσμους;

Έχει πολύ ενδιαφέρον. Οι μυθιστοριογράφοι κάθονται μόνοι τους και οι σεναριογράφοι συμμετέχουν σε ενδιαφέρουσες συναντήσεις και συμβούλια και διαφωνούν, ξέρετε, καμιά φορά πραγματικά παλεύουν. Όλα στο σενάριο κοστίζουν χρήματα ενώ στο βιβλίο είναι μόνο μελάνι και χαρτί. Κανείς δε νοιάζεται στην πραγματικότητα αν το βιβλίο μου είναι 400 σελίδες ή 350. Σε μια ταινία όμως η διαφορά ανάμεσα σε 2 και 2,5 ώρες μπορεί να σημαίνει μια διαφορά πολλών εκατομμυρίων δολλαρίων, καταλαβαίνετε λοιπόν ότι πρόκειται για πολλά λεφτά κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να αγωνιστείς για κάθε λέξη και αυτό είναι το μειονέκτημα. Το πλεονέκτημα όμως είναι ότι εργάζεσαι μαζί με ηθοποιούς και πραγματικά αγαπώ τους ηθοποιούς και αυτό που μπορεί να κάνουν με ένα σενάριο. Όλα αυτά έχω κατά νου όταν γράφω κάτι. Σκέφτομαι ερμηνείες και σκηνές, χειρονομίες και κινήσεις. Έτσι λοιπόν μου αρέσει πολύ να έχω την ευκαιρία να δουλεύω με ηθοποιούς επειδή μπορούν να δώσουν τόσα πολλά, μπορούν να προσθέσουν στις λέξεις αλλά  ερωτεύομαι ξανά μια ιστορία επειδή πραγματικά μου αρέσει να γράφω και πρέπει να σας πω ότι το επόμενο φιλμ που θα κάνω είναι μια διασκευή του Τόμας Χάρντυ. Μου αρέσει λοιπόν να κάνω και τα δύο.

Δεν έχετε λοιπόν κάποια προτίμηση ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το σενάριο;

Όχι. Εξαρτάται από το πόσο καλά έχουν πάει οι δουλειές που κάνω, δηλαδή αν γράψω ένα βιβλίο και δεν αρέσει σε κανένα θα δραπετεύσω στο σενάριο. Αν πάλι είχα δυσκολίες δουλεύοντας μια ταινία και πολλές διαφωνίες και χάσω πολλές «μάχες» τότε θα επιστρέψω στο μυθιστόρημα. Αυτό που βρίσκεται στη μέση είναι η τηλεόραση. Επειδή στην τηλεόραση ο συγγραφέας έχει πολλή δύναμη αφού είναι μόνος του. Στις ταινίες υπάρχει πάντα ο σκηνοθέτης, ο οποίος έχει μεγαλύτερη εξουσία. Αλλά στην τηλεόραση οι συγγραφείς είναι πολύ ισχυροί. Επιλέγουν τον σκηνοθέτη και εμπλέκεται στη διανομή των ρόλων, στη μουσική επένδυση, στην επιμέλεια. Έτσι, αυτή την περίοδο αγαπώ ελαφρά περισσότερο την τηλεόραση από τις ταινίες. Δεν έχω γράψει όμως ποτέ μου θεατρικό έργο. Έχω δουλέψει στο θέατρο ως ηθοποιός για αρκετά χρόνια και πραγματικά το έχω ευχαριστηθεί αλλά δεν μεγάλωσα με το θέατρο. Μεγάλωσα με την τηλεόραση, τις κινηματογραφικές ταινίες, τα βιβλία και αυτά είναι η πρώτη μου αγάπη.

 Ωστόσο, έχετε διασκευάσει για την οθόνη κλασικά έργα όπως το: «Μεγάλες προσδοκίες». Πώς προσεγγίζετε τα κείμενα αυτά έτσι ώστε να αποτυπώσετε τις ιδέες και το πνεύμα του συγγραφέα;

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι το κόψιμο και αυτό είναι τρομερό, καθώς πρέπει να χάσεις πράγματα τα οποία είναι υπέροχα αλλά δε θα έδιναν κανένα αποτέλεσμα στην οθόνη. Τα βιβλία έχουν πολλή εσωτερικότητα. Ένας μυθιστοριογράφος μπορεί να γράψει με έναν ευθύ τρόπο τις σκέψεις, τα συναισθήματα και πράγματα τα οποία δεν εκφράζει ο ήρωάς του. Οι ταινίες όμως  είναι όλα όσα λένε και κάνουν οι άνθρωποι, πρέπει λοιπόν να βρεις έναν τρόπο να μεταδώσεις τη εσωτερική ιστορία. Να βρεις ένα τρόπο να δώσεις την κίνηση σε έναν διάλογο η οποία θα αποδώσει τις εσωτερικές διακυμάνσεις του ήρωα.

Ένας άλλος τρόπος προσέγγισης είναι να θυμάσαι όλα όσα πραγματικά σου άρεσαν. Ήταν έκπληξη για μένα το γεγονός ότι οι «Μεγάλες προσδοκίες» ήταν μια σπουδαία ιστορία αγάπης και αυτό ήθελα να φανεί στην ταινία. Είναι ένα πολύ σκληρό έργο για τις τάξεις, το χρήμα και τις φιλοδοξίες και ήθελα επίσης να φανεί όλο αυτό. Πρέπει λοιπόν να αποφασίζεις τι είναι σημαντικό μέσα στο βιβλίο. Και αυτό είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία. Το έχω κάνει δύο φορές ως τώρα με το κλασικό μυθιστόρημα, μία φορά για τη μεγάλη οθόνη και άλλη μία φορά για την τηλεόραση. Έκανα το μυθιστόρημα «Tess of the d’ Urbervilles» με το Έντυ Ρέντμέιν και την Γκέμα Άρτερτον και μου άρεσε πολύ επειδή είχα 4 ώρες να καλύψω ενώ στον κινηματογράφο έχω μόνο δύο και αυτό είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να είσαι πιστός στο βιβλίο αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζεις  ότι δε θα μπορέσουν να αποδώσουν όλα του τα στοιχεία σε μία ταινία.

Γράφετε με ένα ιδιαίτερο, εκλεπτυσμένο χιούμορ. Πιστεύετε ότι το χιούμορ είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να μιλήσει κανείς για πολύ σοβαρά θέματα; Είναι εν τέλει το χιούμορ ένας ακόμη τρόπος για να πει κανείς την κρυμμένη αλήθεια;

Για μένα το χιούμορ είναι ο φυσικός τρόπος να μιλάω. Ξέρετε έχω μια ενστικτώδη επιθυμία όταν γράφω μια πολύ δραματική σκηνή να φτάνω στο αστείο, να βρίσκω το χιούμορ που μπορεί να υπάρχει μέσα σ’ αυτή. Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι πάντα καλό, ωστόσο είναι χαρακτηριστικά αγγλική η προσπάθεια να προσεγγίσει κανείς ένα πολύ σκοτεινό θέμα μέσα από ένα αστείο.

Το βιβλίο μου «Εμείς» είναι μια κωμωδία για τη μοναξιά και την ατέλειωτη αγάπη και το «Μια Ημέρα» μια ρομαντική κωμωδία για τη θλίψη και τις αποτυχημένες φιλοδοξίες. Πράγματι πιστεύω ότι το χιούμορ ήταν σημαντικό στα βιβλία αυτά αλλά επίσης, μερικές φορές, έχω την αίσθηση ότι θα ήταν μια καλή άσκηση για εμένα να γράψω ένα βιβλίο χωρίς καθόλου χιούμορ. Το πάντρεμα του κωμικού στοιχείου με τη λύπη μού φαίνεται ότι είναι μια ακριβής αντανάκλαση της ίδιας της ζωής και μάλλον γι’ αυτό το λόγο επιστρέφω σ’ αυτό. Αναγνωρίζω ότι υπάρχουν και τα δύο γύρω μας συνεχώς και γι’ αυτό προσπαθώ να μεταφέρω μέσα στο βιβλίο μου τον τρόπο με τον οποίο το χιούμορ και η λύπη συνυπάρχουν γλυκά στη ζωή.

david_nickolls_2

Ντέιβιντ Νίκολς

Τα βιβλία σας έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν γνωρίσει επιτυχία. Είναι σημαντική μια καλή μετάφραση για την προώθηση και επιτυχία ενός βιβλίου σε μια άλλη χώρα;

Πραγματικά πιστεύω ότι η μετάφραση είναι εξαιρετικά σημαντική και μετανιώνω που δεν γνωρίζω γλώσσες, έτσι ώστε να μπορώ να συμμετέχω στη μετάφραση. Έτσι λοιπόν πρέπει να εμπιστεύομαι τον μεταφραστή μου. Στην Ελλάδα συνάντησα τη μεταφράστριά μου και κατάλαβα πόσο πολύ έχει νιώσει το βιβλίο, γεγονός που με καθησύχασε. Ξέρετε είναι πάντα καλό να έρχεσαι σε επαφή με τον μεταφραστή. Το βιβλίο είναι γεμάτο από πραγματολογικά στοιχεία και αστεία που πιθανώς να μη σημαίνουν τίποτα σε μια άλλη γλώσσα. Δε θα μπορούσα όμως να γράφω ένα βιβλίο και να σκέφτομαι πως θα μπορούσε αυτό που γράφω να μεταφραστεί στη Πορτογαλία για παράδειγμα. Αν όμως μια μετάφραση είναι καλή και μεταφέρει το πνεύμα του βιβλίου είμαι πραγματικά εξαιρετικά ευγνώμων.

Υπάρχει για εσάς ο ιδανικός αναγνώστης;

Δεν είμαι σίγουρος ποια είναι η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Όταν γράφω ένα βιβλίο προσπαθώ να μη σκέφτομαι αν είναι καλό για γυναίκες που βρίσκονται στην ηλικία των σαράντα, ας πούμε. Δεν σκέφτομαι δημογραφικά, επειδή πιστεύω ότι αυτό προϋποθέτει  στερεότυπα και παραδοχές σχετικά με την ανάγνωση και έτσι γράφω μάλλον για τον εαυτό μου. Για το πώς θέλω να είμαι. Έχω στο μυαλό μου το εξώφυλλο, το μάρκετινγκ,  την προώθηση του βιβλίου, τις συνεντεύξεις και τα περιοδικά στα οποία θα δοθούν και αναγκάζομαι να σκεφτώ το ποσοστό των ανδρών έναντι των γυναικών που πιθανώς θα διαβάσουν το βιβλίο. Όταν γράφω όμως δεν κατηγοριοποιώ τους αναγνώστες, έχω όμως τρεις ή τέσσερις καλούς αναγνώστες, οι οποίοι είναι φίλοι μου και είναι πάντα ευαίσθητοι, αρκετά αυστηροί και κυρίως μπορούν να κρίνουν. Αν κάτι δεν τους αρέσει το λένε. Πρόκειται για τον ατζέντη μου τον Τζόνι Γκέλερ, τη σύντροφό μου Χάνα Γουίβερ και δυο-τρεις άλλους φίλους, οι οποίοι είναι ιδανικοί και μου δίνουν την αίσθηση ότι έχουν την ευφυία και τη διπλωματία να μου πουν τι βλέπουν και δεν μου λένε ότι έχω γράψει ένα αριστούργημα. Συχνά μου λένε τι τους άρεσε πολύ ή καθόλου, με συμβουλεύουν για το τέλος ή τον τίτλο του βιβλίου όταν δεν τους αρέσει..

Όλοι όσοι γράφουν το μόνο που θέλουν να ακούσουν είναι πως έχουν γράψει κάτι εξαιρετικό αλλά αυτό δεν είναι χρήσιμο.

Ξέρετε για το συγκεκριμένο βιβλίο χρειάστηκε να «πετάξω» δουλειά χρόνων επειδή δυο –τρεις, έμπιστοι αναγνώστες μού είπαν ότι έπρεπε να βελτιώσω όχι τον τρόπο γραφής του, αυτός ήταν καλός, αλλά την ιδέα και τους χαρακτήρες. Μου είπαν «συγνώμη που σου το λέμε, ξέρουμε ότι έχεις δουλέψει πολύ αλλά αν το δημοσιεύσεις έτσι θα το μετανιώσεις» και εγώ χάρηκα πραγματικά και πέταξα αρκετή δουλειά. Ωστόσο, ένα κομμάτι του εαυτού μου ήθελε να τους δώσει μια μπουνιά στα μούτρα, επειδή επρόκειτο για δουλειά χρόνων. Είμαι όμως πολύ χαρούμενος που τελικά τους άκουσα.

Και πόσο καιρό χρειαστήκατε για να ολοκληρώσετε τη συγγραφή αυτού του έργου;

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε πολύ γρήγορα. Μέσα σε δέκα μήνες. Ωστόσο είχα περάσει τέσσερα χρόνια να το σκέφτομαι και να ανησυχώ ξανά και ξανά γι’ αυτό και για το τι θα πουν οι κριτικοί και για το πώς θα έπρεπε να γραφτεί, αν θα το έκανα μια κωμωδία ή θα έγραφα κάτι πιο σοβαρό.

964D106057

Ντέιβιντ Νίκολς

Είναι σημαντική για εσάς η άποψη των κριτικών;

Δεν τους χρειάζομαι όμως είναι ένας δείκτης για το πώς θα πάει ένα βιβλίο. Και είμαι αρκετά ευαίσθητος. Είναι διαφορετικό να σου λέει κάποιος ότι δεν του αρέσει ο τρόπος γραφής σου από το δεν μου αρέσεις εσύ, για μένα όμως η διάκριση αυτή είναι πολύ ασαφής. Αν κάποιος μου πει πως δεν του αρέσει αυτό που γράφω το παίρνω πολύ προσωπικά. Είναι λοιπόν σημαντικό κατά μία έννοια, ταυτόχρονα όμως διατηρώ μια υγιή απόσταση. Όταν λέω ότι δεν τους χρειάζομαι είναι επειδή δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια. Το βιβλίο έχει τελειώσει.

Ένας κριτικός είπε κάποτε ότι είναι κρίμα που δε γράφω για το σεξ στα βιβλία. Ότι δειλιάζω. Πάντα σταματώ στα επίμαχα σημεία και όταν «σβήνουν τα φώτα» σταματώ να γράφω. Πως αν ήθελα να βελτιωθώ ως συγγραφέας θα έπρεπε να είμαι πιο γενναίος σε ορισμένα θέματα και να απελευθερωθώ. Νιώθω ότι αυτό έχει μια βάση αλλά την ίδια στιγμή δεν θέλω να μου λένε τι πρέπει να γράψω. Υπάρχουν καλοί λόγοι για τους οποίους έχω αποφασίσει να μη γράψω κάποιες σκηνές. Τι μπορείς να κάνεις όμως; Δεν μπορείς να πηγαίνεις πίσω από έναν κριτικό και να του αναλύεις για ποιο λόγο κάνει λάθος. Πρέπει να συνεχίσεις κοιτώντας μπροστά.

 

Ακολουθείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφετε;

Ναι, ακολουθώ ένα πρόγραμμα όταν όλα έχουν τακτοποιηθεί, γνωρίζω τους ήρωες και ακούω στο μυαλό μου τη φωνή τους. Τότε γίνομαι σχολαστικός. Αυτό το βιβλίο ήθελα να το τελειώσω τα Χριστούγεννα του 2013 και τελείωσα την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου του 2014, δύο εβδομάδες αργότερα, όμως έγραφα κάθε μέρα και ξαναπερνούσα το κείμενό μου κάθε μέρα από τις 9.00 -13.00.

Πάντα πίστευα ότι η ιδέα ενός συγγραφέα που γράφει όλη τη νύχτα και βλέπει την αυγή του ήλιου τα ξημερώματα, έχοντας δίπλα του ένα μπουκάλι ουίσκι, είναι πολύ ρομαντική, όμως εγώ δεν το έχω κάνει ποτέ μου. Κάθομαι πάντα στο γραφείο μου στις 9.00 το πρωί και γράφω.

TessiDavid

Ντέιβιντ Νίκολς, Τέσυ Μπάιλα

Στο τελευταίο σας βιβλίο με τον τίτλο «Εμείς» γράφετε για το τέλος ενός γάμου και τη μοναξιά που βιώνουν οι άνθρωποι μετά. Η ιδέα της μοναχικής ζωής μετά από πολλά χρόνια συμβίωσης τρομάζει τους ανθρώπους;

Ναι το πιστεύω. Δεν είναι ακριβώς ότι τους τρομάζει. Μάλλον πρόκειται για ένα θέμα ταμπού, δε νομίζετε;

Οι άνθρωποι νιώθουν λίγο αμήχανα και αυτό είναι λάθος, όπως λάθος είναι ότι βιώνουν ένα αίσθημα αποτυχίας, και είναι δύσκολο να αποδεχτούν και να «κουβαλούν»  στη ζωή τους την αίσθηση ότι κανείς δε θέλει να ζήσει μαζί τους. Το βιβλίο μιλά για έναν άντρα, ο οποίος τρομάζει στην ιδέα ότι θα τελειώσει τη ζωή του παρέα με τον εαυτό του. Νομίζω ότι τελικά, στην πορεία του βιβλίου περνά πολύ χρόνο με τον εαυτό του και στην πραγματικότητα γίνεται καλύτερος ακριβώς γι’ αυτό το λόγο. Εξαρτάται απόλυτα από τη γυναίκα του και τεμπελιάζει και η πιθανότητα να μείνει μόνος του είναι σοκαριστική στην αρχή όμως σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν και άλλες αξίες. Ναι, πραγματικά πιστεύω ότι οι άνθρωποι τρομάζουν όταν αντιμετωπίζουν τη μοναξιά και αυτό είναι εξαιρετικά λυπηρό.

Είναι εύκολο να γεφυρωθεί το χάσμα που μένει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που βρίσκονται στη μέση ηλικία όταν το παιδί τους φεύγει από το σπίτι; Είναι εύκολο να ανακαλύψουν τον εαυτό τους εκ νέου όταν μια μακρόχρονη σχέση τελειώσει;

Όχι, δε νομίζω. Είναι ένα σοκ στην πραγματικότητα, επειδή στα είκοσι πρέπει να αναθρέψεις το παιδί σου και αλλάζεις πολύ. Δεν είσαι ένας άνθρωπος ο οποίος βγαίνει ραντεβού και θέλει να μάθει τα πάντα για τον άλλο. Εξοικειώνεσαι με τον σύντροφό σου. Και ξαφνικά δεν υπάρχει ένα τρίτο, ή τέταρτό ή πέμπτο άτομο, το οποίο μπορεί να σε αποσπάσει και αυτό είναι ένα ξάφνιασμα. Θέλω να πω ότι γνωρίζω τι πρόκειται να κάνω αν έχω μια συγκεκριμένη ιδέα, αν θέλω να ταξιδέψω ή να περπατήσω πολύ και αυτό μοιάζει αρκετό αλλά δεν είναι. Όταν τα παιδιά έρχονται μια ρομαντική σχέση αλλάζει. Αλλάζουν οι προτεραιότητες. Αργότερα, όταν τα χρόνια περάσουν και σταματήσουν οι άνθρωποι να εργάζονται βγαίνοντας στη σύνταξη υπάρχει ένα ακόμα κενό που πρέπει να κλείσει. Ωστόσο, γνωρίζω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι χάρηκαν πολύ όταν τα έφηβα παιδιά τους έφυγαν κάποια στιγμή από το σπίτι.

Είναι πάντα εύκολο να ανακαλύψει κανείς τον εαυτό του ξανά μετά από το τέλος μιας μακρόχρονης ερωτικής σχέσης;

Ξέρετε, σκέφτομαι τι είναι υγιές; Όταν η Κόνι, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου μου, στην αρχή του «Εμείς» ανακοινώνει ότι θέλει να κάνει μια νέα αρχή ζώντας μόνη είναι περίπου 51-52 χρονών και δεν είναι νέα πια. Όταν είσαι νεότερος και βλέπεις κάποιον ο οποίος είναι γύρω στα πενήντα νομίζεις ότι πλέον αποσύρεται, ότι δεν υπάρχει λόγος να αρχίσει μια νέα ζωή αλλά δε νομίζω πως έχουν έτσι τα πράγματα. Είναι ανόητο να πιστεύει κανείς ότι κάποιος που βρίσκεται σήμερα στα πενήντα είναι όπως παλιότερα κάποιος που βρισκόταν στα σαράντα. Δεν είναι όμως αργά να αρχίσει κανείς μια νέα ζωή και νομίζω ότι αυτό είναι που αντιλαμβάνεται η Κόνι.

Για εμένα όποιος βρισκόταν πάνω από τα 55 ήταν γέρος. Όμως ξέρω ανθρώπους οι οποίοι είναι στα 50 ή 60 ή και 70 τους χρόνια και είναι ακόμα απίστευτα ενεργοί, αλλάζουν τη ζωή τους και πιστεύω αυτό είναι το καλύτερο: να αλλάζεις και να μαθαίνεις μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής σου. Αυτό είναι υγιές.

Έρχεστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα; Τι συμβολίζει η Ελλάδα στη δική σας σκέψη;

Έχω έρθει πολλές φορές, αυτή όμως είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στην Αθήνα. Στο βιβλίο μου «Μια Ημέρα» υπάρχει ένα μεγάλο κεφάλαιο. Μιλώ για ένα νησί το οποίο δεν κατονομάζω όμως πρόκειται για τη Σύμη, την οποία έχω επισκεφτεί. Έχω πάει ακόμα στη Ρόδο, στην Κρήτη και έχω επισκεφτεί τη Θεσσαλονίκη. Έχω έρθει λοιπόν τέσσερις φορές.

Στην Αγγλία υπάρχει ένας έντονος ενθουσιασμός για τη νέα κυβέρνηση της Ελλάδας. Υπάρχει έπαινος και θαυμασμός αλλά παράλληλα και μια συνειδητοποίηση ότι η κατάσταση είναι πραγματικά δύσκολη. Επίσης μια μεγάλη συμπάθεια προς τους Έλληνες, επειδή ξέρετε εμείς αντιμετωπίσαμε πολύ λίγη λιτότητα και ήταν πολύ δύσκολη για τους Άγγλους. Όταν λοιπόν η λιτότητα παίρνει μαζικές διαστάσεις γίνεται βάναυση και είναι μια απόλυτη καταστροφή. ‘Ετσι νομίζω ότι πολύ δύσκολα μπορούμε να δούμε με συμπάθεια ή να κατανοήσουμε τη Γερμανική πλευρά και τις πρακτικές της. Υπάρχει λοιπόν μια συμπόνια και στήριξη και προσωπικά είμαι εντυπωσιασμένος από τη φωνή της Ελληνικής κυβέρνησης και τη γραμμή που ακολουθεί και ταυτόχρονα αναρωτιέμαι αν αυτή είναι η απάντηση στο πρόβλημα.

 

Η γραμμή αυτή που αναφέρετε θύμισε στους Έλληνες ότι έχουν αξιοπρέπεια και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Σωστά. Έγινε μεγάλο θέμα. Οι εφημερίδες, το διαδίκτυο το twitter μιλούν για τον κ. Βαρουφάκη, τον υπουργό Οικονομικών σας, ο οποίος είναι χαρισματικός και έξυπνος. Και υπάρχει πολύς θαυμασμός. Όλοι ευχόμαστε ότι όλα θα πάνε καλά.

Σ’ αυτή την κοινωνία της σημερινής Ευρώπης με τη λιτότητα και τα τόσα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ποιος είναι ο ρόλος ενός λογοτέχνη;

Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση. Ένα από τα μεγαλύτερα είδωλά μου υπήρξε ο Ντίκενς. Ήταν ένας σπουδαίος καλλιτέχνης αλλά τα υπέροχα κοινωνικά του μυθιστορήματα καλύπτουν όλα τα κοινωνικά στρώματα από τους πλούσιους μέχρι τον πιο φτωχό. Ήταν ατρόμητος και είχε ένα ξεκάθαρο ρόλο στην καρδιά της πνευματικής Αγγλίας για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάσημα, επειδή ήταν ο πιο διάσημος συγγραφέας. Νομίζω όμως ότι το μυθιστόρημα έχει χάσει αρκετή από τη δύναμή του. Δεν είναι πια απαραίτητο στους πολιτισμούς όπως ήταν παλαιότερα στην εποχή του Ντίκενς ή του Όργουελ και αυτό είναι πολύ λυπηρό. Όμως νομίζω έχει ακόμα ένα ρόλο να παίξει. Τα μυθιστορήματά μου δεν έχουν πολιτική χροιά. Σε όλα ωστόσο το υπόβαθρό είναι ανθρωπιστικό και φιλελεύθερο και νομίζω κλίνει περισσότερο στον αριστερό πολιτικό χώρο παρά στο δεξιό.

Είναι πολύ δύσκολο να γράψει κανείς πολιτικά με ένα εντελώς δογματικό τρόπο. Τα μυθιστορήματα επιδιώκουν να φτάσουν σε ένα κόσμο αμφιβολίας και αβεβαιότητας και πολύ συχνά στην πολιτική αυτό που χρειάζεται είναι η προπαγάνδα ή μάλλον μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή, ένα συγκεκριμένο σύστημα αξιών. Αυτό δεν λειτουργεί καλά σε ένα μυθιστόρημα. Θα δυσκολευόμουν λοιπόν να γράψω το μεγάλο πολιτικό μυθιστόρημα των τελευταίων είκοσι ετών. Αυτό δε σημαίνει ότι τα μυθιστορήματα δεν είναι σημαντικά και δεν σφυρηλατούν ένα σύνολο αξιών, απλώς νομίζω ότι δεν είναι στο κέντρο του Βρετανικού πολιτισμού όπως κάποτε ήταν.

Αναφερθήκατε στον Ντίκενς, θα θέλατε να μας πείτε ποιες είναι άλλες αναγνωστικές αναφορές σας;

Ο Όργουελ. Όταν ήμουν έφηβος διάβασα το σύνολο του έργου του και θεώρησα τις πολιτικές του θέσεις συναρπαστικές, τη γραφή του ξεκάθαρη και οργισμένη. Συχνά επιστρέφω στον Φιτζέραλντ. Πολλοί Αμερικανοί συγγραφείς μου αρέσουν. Ο Φράνζεν, η Τζούντυ Σμιθ, ο Άλι Σμιθ. Οι συγγραφείς όμως στους οποίους επιστρέφω ξανά και ξανά είναι οι Αμερικανοί συγγραφείς του εικοστού αιώνα, όπως ο Απντάικ και ο Ροθ. Πολλές γυναίκες όπως η Μύριελ Σπαρκ, συγγραφείς, οι οποίοι δεν είναι διάσημοι τώρα όσο παλιότερα. Αυτό το χρόνο είχα σχεδιάσει να διαβάσω σύγχρονα μυθιστορήματα και να γυρίσω σε όσα έχασα του περασμένου αιώνα. Να διαβάσω λίγο Ντίκενς και Τζωρτζ Έλιοτ και Τολστόι. Είναι όμως όλο και δυσκολότερο να βρω το χρόνο. Τώρα πια δεν μπορώ να διαβάσω αν υπάρχει ένα τηλέφωνο στο δωμάτιο. Είναι δύσκολο να βρω χρόνι για τη συγκέντρωση που απαιτείται.

Και μια τελευταία ερώτηση κ. Νίκολς.  Πώς σας φαίνεται το Πρόγραμμα της Μελλοντικής Βιβλιοθήκης όπου ένας συγγραφέας θα δίνει ένα βιβλίο του κάθε χρόνο για το οποίο έχει ορκιστεί πως δε θα αποκαλύψει τίποτα σε κανέναν και θα ανοιχτεί μετά από 100 χρόνια. Θα θέλατε να συμμετάσχετε σ’ αυτό αν σας γινόταν πρόταση;

Ακούγεται συναρπαστικό είναι όμως δύσκολο να φανταστώ ότι θα γράψω ένα βιβλίο που δε θα το διαβάσει κανείς τα επόμενα εβδομήντα, ας πούμε, χρόνια. Ίσως δε θα με πείραζε να γράψω μια μικρή ιστορία, ένα διήγημα αλλά ένα μυθιστόρημα είναι πολύ σκληρό. Το μυθιστόρημα απορροφά πολλή εμπειρία και οι μυθιστοριογράφοι έχουν ένα περιορισμένο θεματικό κύκλο. Να γράψει λοιπόν κάποιος κάτι που θα το κλειδώσει για τόσο χρόνια… όχι δε νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Θέλω να υπάρχω όταν οι αναγνώστες θα διαβάζουν το βιβλίο μου. Νομίζω ότι η Μάργκαρετ Άτγουντ, η οποία είναι η πρώτη που θα συμμετάσχει, είναι πολύ γενναία.

Ο Ντέιβιντ Νίκολς επισκέφθηκε την Αθήνα με αφορμή την πρόσκληση που δέχθηκε από τα καταστήματα Public και η συνέντευξη έλαβε χώρα στο κατάστημα Public στο Σύνταγμα.  

Dina_David_Tesi

Ντίνα Σαρακηνού, David Nicholls, Τέσυ Μπάιλα

35212

 

42,384 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Pingback: Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του Ντέιβιντ Νίκολς «ΕΜΕΙΣ» | Literature.gr

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Mirror Cover _panopoulos
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 33 & 34), του Γιώργου Πανόπουλου

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός. Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα...

Close