Santiago Espinosa, the creator among other echoes, from Robert Max Steenkist

By  |  0 Comments

Ο Juan Manuel Roca, ένας από τους σημαντικότερους Κολομβιανούς ποιητές εν ζωή , χαρακτήρισε τη χώρα του ως ένα τόπο που απομακρύνεται από τον εαυτό του. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της επέλεξε να ζει από ψευδείς στατιστικές ανάπτυξης, προσπαθώντας να κρύψει τον ήλιο της αυξανόμενης ανεργίας, τους καθημερινούς θανάτους εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου και την αχαλίνωτη παραγωγή κοκαϊνης με την παγκόσμια κατανάλωση.

Υπάρχουν φορές που η ποίηση ορθώνει το ανάστημά της για να μιλήσει για αλήθειες που παραμένουν κρυμμένες στη σκιά. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι επαναστατικές εκφράσεις του ’60 και του ’70, όταν οι όροι κοινωνική ποίηση και στρατευμένη τέχνη έγιναν τόσο δημοφιλείς στη Λατινική Αμερική. Για τις νεότερες γενιές Κολομβιανών, όμως, η εικόνα της ποίησης ως ένα εργαλείο βελτίωσης κατέρρευσε (επίσης) όταν αποδείχτηκε πως οι χίπις δεν έκαναν τίποτα καλύτερο από το να γράφουν φθηνούς στίχους και να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο. Η ποίηση δεν είναι πλέον η φωνή της ελπίδας.

Η ποίηση στην Κολομβία δεν είναι κάτι για τις μάζες (παρόλο που αυτές συναντώνται στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Medellin) και αυτό δεν είναι παράξενο αν σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για μια χώρα με τα υψηλότερα ποσοστά δολοφονιών στον κόσμο. Οι παρουσιάσεις βιβλίων ποίησης συμβαίνουν μεταξύ των λίγων ειδημόνων που αλληλοχαιρετίζονται τα απογεύματα και γράφουν ο ένας την κριτική του άλλου.

Αν δεν κρύβονται μέσα της επαναστατικά ιδεώδη, ή αν το χρήμα και η δόξα δεν εξυπακούονται, τότε τι είναι αυτό που κάνει την ποίηση τόσο ελκυστική; Γιατί ένας νεαρός επαγγελματίας θα διάλεγε να ξοδέψει πολλές ώρες γράφοντας και διορθώνοντας τις ίδιες του τις σκέψεις; Στις γραμμές που ακολουθούν ο Santiago Espinosa, του οποίου το πρώτο βιβλίο μόλις εκδόθηκε στην Μπογκοτά της Κολομβίας, προσπαθεί να απαντήσει σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα.

separator

Η ποίηση είναι ο χώρος συνάντησης των λίγων. Ποιο είναι το νόημα της σε ένα αστικό περιβάλλον όπως αυτό της Μπογκοτά;

Η ποίηση από εδώ και στο εξής μπορεί κάλλιστα να γίνει μια αστική πραγματικότητα. Το μέτρο της μιλάει για δρόμους και ανώνυμα πρόσωπα, περιφερειακές συναντήσεις διαφορετικών πολιτισμών. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν την προσωπική τους Οδύσσεια στην καθημερινή τους διαδρομή από το σπίτι στο γραφείο. Άνθρωποι που αναζητούν απαντήσεις στις δημόσιες πλατείες, που ονειρεύονται, που προδίδουν, που φαντάζονται τη ζωή των άλλων στο απέναντι κτίριο. Άντρες και γυναίκες παγιδευμένοι σε συγκροτήματα πολυκατοικιών και μέσα στην δική τους νεύρωση.

Πάντα θεωρούσα ότι οι πόλεις, και ιδιαίτερα αυτές της Αμερικής, είναι το αξιοσημείωτο αποτέλεσμα εξοριών και ναυαγίων. Οι νέγροι αυτόχθονες: φωνές μιας οδυνηρής εποποιίας. Οι απίστευτοι κατακτητές: χαρακτήρες που εδραίωσαν πάνω σε αυτό το τοπίο το αλλόκοτο θέαμα των περιπετειών τους. Χαθήκαν στις κορυφές των βουνών ή στις άγριες ακτές και ψάχνουν ακόμη για το El Dorado στα γραφεία τους.

Όλες αυτές οι πραγματικότητες, μεταξύ της σιγής και της κραυγής, ζητούν από το ποίημα να υιοθετήσει τα λιγότερο αναμενόμενα σχήματα. Με αυτό δεν εννοώ ότι η ποίηση πρέπει να έχει την πόλη ως θέμα για να επιβιώσει, επειδή δεν πρόκειται ούτε για κάποιο είδος τουρισμού ούτε για εργαλείο του marketing. Όταν λέω ότι η ποίηση πρέπει να σχετίζεται με την αστική πραγματικότητα το εννοώ όπως αυτό που περιγράφεται από τον Κουβανό ποιητή Rafael Alcides στην έννοια “το πλοίο του νομίσματος”: το ανθρώπινο δράμα μπορεί ακόμα να αναχθεί στην αγάπη και τον πόλεμο. Ασχέτως από το που προέρχονται, η αγάπη και ο πόλεμος θα έχουν πάντα τις καταβολές τους στην κατάργηση της σχέσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Οι πόλεις είναι επίσης το αποτέλεσμα του διαχωρισμού ανθρώπου και φύσης.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα της Μπογκοτά, πιστεύω πως οι συγγραφείς, και όχι μόνο οι ποιητές, δημιούργησαν τα έργα τους σε απάντηση προς την πόλη και όχι έχοντάς την απλά ως θέμα. Η Μπογκοτά είναι μια πόλη χτισμένη πάνω στα απομεινάρια κατεδαφίσεων και ολοκαυτωμάτων. Μετατρέπει το δέντρο της παιδικής σου ηλικίας σε θέσεις για πάρκινγκ, αποπέμπει και απαγάγει, κατεδαφίζει τα παλιά σπίτια και μαζί με αυτά όλες τις φανταστικές μορφές που το διπλανό γειτονόπουλο τοποθετούσε στους διαδρόμους τους.  

Η πόλη καταβροχθίζει τους κατοίκους της με την καθημερινή βία και μετά τους ξεχνάει με τη βροχή. Πολύ λίγα είναι αυτά που διατηρούνται και ό,τι επιτυγχάνει αυτή τη διατήρηση χάνει γρήγορα τις βάσεις του εξαιτίας της μηδαμινότητας. Πολλοί από τους μετανάστες έχουν έρθει στην Κολομβία για να ‘χτίσουν μια πατρίδα’ και ξεχάστηκαν εύκολα. Ο Ernesto Volkening, για παράδειγμα, ήταν ένας Γερμανός συγγραφέας και όρισε τη διαρκή ανανέωση της Μπογκοτά ως μία συνεχή βιομηχανική επανάσταση: «αναπληρώνει καθετί ανεπανόρθωτο με υλικά που αντικαθιστούνται εύκολα». Η ποίηση εμφανίζεται τότε ως μία άσκηση αντίστασης και αρνούμαστε να παραδεχτούμε ότι η ζωή εξαφανίζεται χωρίς να αφήνει πίσω της κάποιο φάντασμα. Αρνούμαστε να ξεχάσουμε το δέντρο και τα θύματα της ιστορίας, αρνούμαστε να αποδεχτούμε το ότι οι ανθρώπινες ψυχές εξαφανίζονται με την ίδια ευκολία που κατεδαφίζονται τα παλιά σπίτια.   

Υπάρχει μια περίπτωση να γράφουμε ποίηση επειδή αρνούμαστε να δεχτούμε ότι τα μυστήρια της ζωής έχασαν την ύπαρξή τους μόνο και μόνο εξαιτίας της παρουσίας κινητών τηλεφώνων, της τηλεόρασης, του ίντερνετ ή του Πανεπιστημίου. Υπάρχει επίσης μια μεγάλη πιθανότητα οι συμμετέχοντες στον διάλογο της ποίησης να είναι λίγοι, η αλήθεια όμως είναι πως ένας αυθεντικός διάλογος συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου ο λόγος ρέει μεταξύ πολύ λίγων. Μετά τις μεγάλες καταστροφές του 20ου αιώνα, με τις επαγγελίες του να ταλαντεύονται μεταξύ της βούλησης να αλλάξουμε τον κόσμο και της θέλησης να αλλάξουμε τον ίδιο μας τον εαυτό (δηλαδή μεταξύ της «Μεγάλης Πορείας» και του «Ροβινσώνα Κρούσου»), έχουμε μάθει (συνηθίσει;) στο μέτρο της μικρής ομάδας. Ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά είμαστε πρόθυμοι να παλέψουμε ώστε να γίνει το άμεσο περιβάλλον μας πιο βιώσιμο. Περισσότερο από τη θεώρηση των εαυτών μας, μας ενδιαφέρει το να περιστοιχιζόμαστε από φίλους: αληθινούς, φανταστικούς, νεκρούς ή ζωντανούς. Μερικοί γυρίζουν ταινίες για να το δείξουν αυτό. Εμείς σκίζουμε τις σελίδες μας με κραυγές και σιωπές. Μερικές φορές, ακόμα, όταν ο διάλογος αποτυγχάνει και ούτε καν οι λέξεις βοηθούν στο να εκφραστεί η αποτυχία, εμφανίζεται η μουσική των ποιημάτων σαν κάποιου είδους ξόρκι.

 

Η Κολομβία είναι γνωστή ως μία βίαιη και βαρβαρική χώρα. Γιατί παραμένει η ποίηση;

«Γιατί να υπάρχει ποίηση σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς;», ρώτησε ο Hölderin. «Τι εποχή είναι αυτή, που το να μιλάς για τα δέντρα σημαίνει επίσης να παραμένεις σιωπηλός για τόσα πολλά;», έγραψε ο Bertolt Brecht. Ίσως όλοι αυτοί που προσπαθούν να δημιουργήσουν τέχνη σε βίαιες εποχές προσπαθούν «να εκτροχιάσουν ένα τρένο βάζοντας ένα τριαντάφυλλο κατά μήκος των γραμμών», όπως το θέτει ο Juan Manuel Roca. Παρόλα αυτά, θα αναδιατύπωνα την ερώτηση ως εξής: Αν δεν υπάρχουν βίαιες εποχές, ποιος ο λόγος να γράψουμε ποίηση; Γιατί να γράφουμε στίχους αν όλα κυλούν ομαλά στον κόσμο; Η γέννηση της ποίησης είναι η μη-ικανοποίηση.

Θεωρώ ότι ένα μεγάλο μέρος της Κολομβιανής ποίησης είναι μια απάντηση της αγάπης προς τη βαρβαρότητα. Έχουμε χτίσει κάτι σαν μια αντι-χώρα. Στη βοή των βομβών και των πολυβόλων η ποίηση απαντά με μουσική. Για παράδειγμα, ο Luis Vidales, ένας ακόμα σπουδαίος Κολομβιανός ποιητής, παρακολούθησε τον πόνο των πόλεών μας με τα μάτια ενός παιδιού και περιέγραψε τον κόσμο με μια ανανεωμένη κατάπληξη: φαντάστηκε στοιχειά (φαντάσματα;) και επαναστάσεις στη χώρα των εξαφανισμένων και χαμένων αιτίων. Την περίοδο του πιο απάνθρωπου εμφυλίου πολέμου, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, ο Aurelio Arturo έγραψε το Morada al Sur, ένα βιβλίο που παρουσιάζει την Κολομβία σαν μια χώρα γεννημένη στους πολύχρωμους μύθους, τα τραγούδια του ανέμου, τις αχτίδες φωτός που περνούν μέσα από τα φύλλα και την αξία της εσωτερικής γαλήνης, και όχι μόνο μέσα στην απληστία των Ισπανών στρατιωτών και το αιματοκύλισμα.

Πιο πρόσφατα, όταν οι απαγωγές και τα βασανιστήρια αποτελούσαν τον καθημερινό άρτο για πολλούς Κολομβιανούς, ο Hécor Roja Herazo έγραψε ένα βιβλίο γεμάτο με ιερές προσφορές προς το σώμα: το θαύμα του οργανισμού και του πόνου του. Σε ένα στίχο γράφει: Καμιά ιδέα δεν αξίζει ένα σώμα. Μερικά χρόνια πριν, η μεγάλη ποιήτρια Maria Mecedes Carranza αυτοκτόνησε. Στο βιβλίο της Tengo miedo (Φοβάμαι) αποκρυστάλλωσε τον καθημερινό πόνο πολλών ανώνυμων Κολομβιανών και η τραγική της απόφαση ήταν μέρος της ευθύνης που είχε αναλάβει να μιλήσει με τους πιο έντιμους όρους για αυτούς. Ο Giovanni Quessep, απόγονος μεταναστών από το Λίβανο, γράφει για τη σημασία της μνήμης σε μια χώρα όπου περισσότεροι από 4 εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν άστεγοι εξαιτίας της βίας. Μπορούμε επίσης να εκλάβουμε τα ποιήματα του Juan Manuel Roca ως μια επίδειξη ελευθερίας για μία εγκλωβισμένη χώρα: μας θυμίζει ως ένας mestizo Sherezada πως ούτε η χειρότερη τραγωδία δεν μπορεί να καταργήσει τη σημασία της λογοτεχνίας.

Βλέπω τον εαυτό μου ως έναν ταπεινό κληρονόμο αυτής της παράδοσης της ανυπακοής. Θέλω να πιστεύω ότι τα ποιήματά μου είναι αντίλαλοι όλων αυτών των φωνών που απαντούν στη βαρβαρότητα με ομορφιά. Η πραγματική ανατροπή επιμένει στην αγάπη και τη φαντασία, το γέλιο και τη μνήμη.

Η Ελλάδα και η Κολομβία έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: καμιά από τις δυο δεν βγαίνει ποτέ από την κρίση. Βλέπεις άλλες ομοιότητες;

Η Ελλάδα είναι ο θαμμένος μας καθρέφτης, όπως έγραψε ο Carlos Fuentes. Και αντιστρόφως. Θεωρώ και εγώ τον εαυτό μου ως μέρος αυτής της παράδοσης. Εκτός από τα σπουδαία έργα των Τραγικών, είχα την ευκαιρία να έρθω σε άμεση επαφή με την Ελλάδα μέσω των μαθημάτων Φιλοσοφίας που παραδίδω. Ο Ηράκλειτος και ο Ξενοφάνης, οι Πλατωνικοί Διάλογοι… έχω μάθει από όλους αυτούς πώς να βλέπω το ορατό μέσα στο αδιόρατο και θαυμάζω τη διαύγεια με την οποία παρουσιάζουν τη γλώσσα ως μία πράξη ηθικής. Είμαι μεγάλος θαυμαστής του Γιάννη Ρίτσου. Η ποίηση του διακόπτεται (;) και λατρεύω το ότι οι πιο αναπάντεχες ομορφιές και τερατωδίες μπορούν να συμβούν στους πιο απλούς του στίχους. Από αυτόν έμαθα ότι η μνήμη είναι επίσης μία εξέγερση από τα ερείπια.

Ποια νομίζεις ότι είναι η συνεισφορά της Κολομβίας στη αρχαία παράδοση της ποίησης;

Η Αμερική εμπλούτισε την Ισπανική γλώσσα. Κάθε λογοτεχνική ανταλλαγή μεταξύ του παλιού και του νέου κόσμου μοιράζεται αυτή τη δυναμική. Ο Έλληνας αναγνώστης θα ανακαλύψει σε αυτές τις εκφράσεις ένα νέο πρόσωπο για τα δικά του φαντάσματα, καινούρια και αναπάντεχα επεισόδια για αυτό το ταξίδι του Οδυσσέα που μοιραζόμαστε όλοι μας. Η ποίηση είναι το ταξίδι που δε χρειάζεται αεροπορικά εισιτήρια, φόρους τελωνίου και τη διαμεσολάβηση άκαμπτων γραφειοκρατών. Αυτό το ταξίδι είναι η αρχαιότερη ανταλλαγή φιλίας και κατάπληξης, τόσο μεγάλης και πλούσιας όσο αυτό το μυστήριο που μας μαζεύει (καθηλώνει;) όλους μπροστά στα βιβλία μας.     

Ο Santiago Espinosa γεννήθηκε στη Μποκοτά όπου και ζει από το 1985. Έχει σπουδάσει λογοτεχνία και φιλοσοφία, διδάσκει στο Μοντέρνο Γυμνάσιο της Μποκοτά στη Κολομβία. Έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος και συγγραφέας με το περιοδικό La Hoja di Bogotá, την Όπερα της Κολομβίας και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Μποκοτά. Το 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Los Ecos”. Lo lejano, το δέυτερο βιβλίο του εκδόσθηκε στο Ecuador από τις εκδόσεις El Ángel Editor τον Ιούνιο του 2015. Τον ίδιο χρόνο ο εκδοτικός οίκος Valparaíso di Granada, στην Ισπανία, εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο Escribir en la niebla, μια μελέτη για 14 κολομβιανούς ποιητές.

498,681 total views, 187 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 5 ebooks από τη συλλογή « Ο ‘Ερωτας στα Χρόνια της Κρίσης » διαφόρων συγγραφέων

Οι τυχεροί είναι: Παντελής Λιάκας, Μάρθα Βλαχογιάννη, Δέσποινα Χαλκίδου, Ουρανία Ζευγίτη και Αλκμήνη Πιστικοπούλου. Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν.    Κερδίστε 5 ebooks...

Close