Το χορικό ενός αθετημένου θανάτου, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments
«Αυτή είναι η ανθρώπινη ζωή. Υπάρχει πολύς πόνος και όλοι είναι υποχρεωμένοι να τον αντέξουν».

Στη ζωή δεν υπάρχει ούτε νόημα ούτε συνοχή, εδώ πλεονάζουν η απροσδιοριστία και η ασυναρτησία, οι προσδοκίες περιγελιούνται από την πραγματικότητα, οι επιθυμίες υποτάσσονται στις διαψεύσεις, οι βεβαιότητες αποδεικνύονται όλες εύτηκτες, οι άμυνες και οι κάθε λογής οχυρώσεις καταρρέουν μπροστά σε ανύποπτες απειλές, κάθε προστασία, αργά ή γρήγορα, αίρεται, ο ορθολογισμός υποχρεώνεται να καταμετρά την ανυπολόγιστη ανεπάρκειά του, στις πιο σοβαρές μας στιγμές παρεισφρέει απαρέγκλιτα η φαιδρότητα, στις πιο μεγάλες μας επιτεύξεις καραδοκεί η ματαιότητα, ενώ οι πιο τερπνές αυταπάτες εκπνέουν με το παραμικρό κέντρισμα μιας κατ’ επίφαση αλήθειας. Και σαν να μην είναι αυτά αρκετά, ο θάνατος ενσκήπτει όλη την ώρα με μια αλλοπρόσαλλη συνέπεια μόνο για να γίνουν όλα ακόμη πιο ακατάληπτα. Και όμως αυτή η ζωή είναι ό,τι πιο θαυμαστό επινοήθηκε ποτέ για χάρη του ανθρώπου. «Όχι, η ανθρώπινη ζωή δεν πρέπει να σβήσει. Κανείς δεν μπορεί να επινοήσει τέτοιο πράγμα ξανά».

Μέσα από το διονυσιακό, βέβηλο βλέμμα του Μίκι Σάμπαθ ο Φίλιπ Ροθ συστήνει τη ζωή σαν φάρσα, που ωστόσο εκτυλίσσεται, ατομικά και συλλογικά, με την ειδή τραγωδίας. Ο ήρωάς του μοιάζει πολιορκημένος από ένα προσκλητήριο δεινών που έχει συγκληθεί εναντίον του. Μόνο ένα ακατάβλητο θεατρικό ένστικτο και μια σπάνια διεισδυτικότητα ως προς το εγγενές κωμικό τού επιτρέπουν να επιζεί της συνταρακτικής αποτυχίας που συνιστά ο εαυτός του. Διαθέτοντας «το ταλέντο ενός κατεστραμμένου ανθρώπου για απερισκεψία, το ταλέντο ενός σαμποτέρ για υπονόμευση», είχε προ πολλού ξεπεράσει το γεγονός ότι ήταν ένα τίποτα και διασκέδαζε ασύστολα επειδή ακριβώς δεν είχε τίποτα να χάσει. Πρώην μαριονετίστας, με δάχτυλα παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα και με ένα σώμα που έφερε βαρέως εξήντα τέσσερα ακόλαστα, θυελλώδη χρόνια μετωπικών συγκρούσεων με τα πάντα, έρμαιο μιας ψυχοσύνθεσης ανυποχώρητα χοϊκής, ο Σάμπαθ επιμένει να συγκλονίζεται από οτιδήποτε ξεβράζει η ζωή στη ζωή του, τη λαγνεία, τον πόνο, την απώλεια, το πένθος. Τρελός θαυμαστής των ανθρώπινων αντιφάσεων, ενσαρκώνει ο ίδιος μια έκτυπη αντίφαση όντας ένας επίδοξος αυτόχειρας, που ξεγλιστρά από τον θάνατο με κάθε είδους θεατρικά σκέρτσα και ταχυδακτυλουργικές δολιχοδρομήσεις. Το πιο συναρπαστικό στην προσωπογραφία του είναι ο αψήφιστος τρόπος με τον οποίο αναπαριστά τον εαυτό του σαν γελοιογραφία, αρνούμενος να διεκδικήσει για λογαριασμό του το ελάχιστο ψήγμα αυτοσυνειδησίας. Μπορούσε να απομιμηθεί συναισθήματα, απολάμβανε να υποδύεται προκλητικά πορτρέτα, με προτίμηση στον παράφρονα που διακόνευε τη φρίκη και το δέος της μπουρζουαζίας, αλλά δεν είχε ιδέα πώς ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε τι αναζητούσε.

Όντας κάποιος που «δεν είχε τη φυσική τάση να αποφεύγει το χειρότερο στους ανθρώπους, αρχίζοντας, βέβαια, από τον εαυτό του», ο Σάμπαθ φαίνεται να αμφιταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στο απάνθρωπο και το πολύ ανθρώπινο, ανάμεσα στο μεγαλειώδες και το αχρείο, ανάμεσα στο ευτράπελο και το οδυνηρό, πρωτίστως όμως ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Αυτή η κρίσιμη, υπαρξιακή παλινδρόμηση διατρέχει το μυθιστόρημα και από αυτήν ακριβώς εκρέει η σπουδαιότητά του. Ο Ροθ θέτει το αρχετυπικό δίλημμα με όρους φαρσοκωμωδίας, καταφέρνοντας ιδιοφυώς να διυλίσει από τη ζωή όλο τον υφέρποντα πόνο και από τον θάνατο την άδηλη αστειότητά του. Ο Σάμπαθ, ένας μανιώδης της ζωής, δεν διστάζει να σκεφτεί την αυτοκτονία σαν αστείο, σαν την «τελευταία πινελιά σ’ ένα χωρατό διαρκείας», και ενδεχομένως γι’ αυτό να προκρίνει αυτό το τέλος για τον εαυτό του. Αν η ζωή του αποδείχθηκε στο σύνολό της ένα φιάσκο, μόνο ένας τόσο «διασκεδαστικός» θάνατος της άξιζε. Αν ο ίδιος υπήρξε ένας χυδαίος γελωτοποιός, που ανέβαζε τις παραστάσεις του σε μια αυτοσχέδια, νοητή σκηνή, περιφρονώντας τα δράματα του αληθινού κόσμου, μόνο αυτοκτονώντας θα μπορούσε να απέλθει. «Ένας άνθρωπος που θέλει να πεθάνει. Ένα ζωντανό ον που επιλέγει τον θάνατο. Αυτό είναι διασκέδαση». Μόνο ένας πραγματικά μεγάλος συγγραφέας, όπως ο Φίλιπ Ροθ, μπορεί να ενορχηστρώσει τόσο μαεστρικά και τόσο άφοβα το πλησίασμα του τραγικού με το φαρσικό. Η ανίερη, χθαμαλή κοσμοθεωρία τού Σάμπαθ δεν είναι παρά ένα αντεστραμμένο, παράφορο ελεγείο της ζωής.

Ο Σάμπαθ προφανώς δεν θέλει να πεθάνει, μολονότι έχει κάθε λόγο να το θέλει. Τα γηρατειά απειλούν να ισοπεδώσουν τον ομφαλό του ευ ζην του, το σεξ, η φιλήδονη ερωμένη του κείτεται σε έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο, η γυναίκα του τον έδιωξε από το σπίτι για να γιορτάσει την ανάνηψή της από τον αλκοολισμό, τα δάχτυλά του πονούν ακόμα και μόνο ενθυμούμενα το άσεμνο θέατρό τους, ενώ από την αντίπερα πλευρά της σκηνής περιμένουν να τον υποδεχθούν η μητέρα του, ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδελφός του. Στην αντιδικία του με τη ζωή έχει να προσκομίσει σοβαρές αιτιάσεις. Το άστατο και το αλλοπρόσαλλο άρχουν με απολυταρχική αυθαιρεσία. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις παρουσίες που αίφνης γίνονται απουσίες. Τι πιο αδιανόητο από το να αναγκάζεσαι να σκέφτεσαι τους αγαπημένους σου σαν νεκρούς; Στο ανυπέρβλητο «γιατί» του θανάτου η μόνη απόκριση είναι μια αφασική σιγή που αλυσοδένει τη λογική. «Γιατί πέθανες; Πού πήγες;»

Ο Ροθ σφυροκοπά τον κυνισμό του ήρωά του εξαπολύοντας εναντίον του τρυφερά φαντάσματα, τη μητέρα του, την Ντρένκα, το «γενετήσιο ταίρι του», μια ταλαντούχα τυχοδιώκτρια της ηδονής, και τον αδελφό του που σκοτώθηκε είκοσι χρονών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως Αμερικανός πατριώτης και όχι καταδικασμένος από την εβραϊκή του καταγωγή. Και οι τρεις μοιάζουν να του απευθύνουν ένα κάλεσμα, συντονίζοντας τις ασώματες φωνές τους σε μια παραίνεση θανάτου ή αλλιώς ανταμώματος. Αν ο αδελφός του δεν εμφανίζεται παρά μόνο στις τελευταίες σελίδες, σαν σκιά ενταφιασμένη σε ένα κουτί με τα εναπομείναντα προσωπικά του αντικείμενα, για να τον κατακρημνίσει στην πιο αμιγή, τερατώδη οδύνη, οι δύο γυναίκες τον επισκέπτονται συχνότερα, υπενθυμίζοντας την επιβλητικότητα της αλλοτινής παρουσίας τους. Η μητέρα κλωθογυρίζει τον επιζήσαντα γιο της, αμελώντας ωστόσο να κομίσει τις επίζηλες αλήθειες του τάφου, αφήνοντας μόνο την υπόνοια πως βρισκόταν εκεί δίπλα του «για να τον συνοδέψει στον θάνατό του». Ο θάνατός της την είχε μεταμορφώσει σε κούκλα στα χέρια του γιου της, ο οποίος την έβαζε να υποδυθεί το εκλιπόν πνεύμα «που ετοιμαζόταν να τον διαπορθμεύσει στην επόμενη κατοικία του». Η Ντρένκα, από την άλλη, τις νύχτες που ο εραστής της ερχόταν να τη συναντήσει στο μνήμα της, μετερχόταν ξανά τις τεχνουργίες της ηδυπάθειάς της και καταργώντας την ασύλληπτη απόσταση ανάμεσά τους σήκωνε μέσα στο φέρετρο «το φόρεμά της ώς το διεγερτικό σημείο όπου οι κάλτσες της ενώνονταν με τις ζαρτιέρες της», βέβαιη ότι εκείνος είχε ερεθιστεί από αυτή την αδόκητη επιφάνεια, αλλά και ότι την είχε ακούσει να του λέει «Κατέβα».

Σε ένα μυθιστόρημα όπου υπάρχει πάρα πολύ σεξ, δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι οι πιο ερωτικές σκηνές, και δη οι πιο τολμηρές, τοποθετούνται στο νεκροταφείο. Έρωτας και θάνατος, οι προαιώνιες έξεις της λογοτεχνίας, συγκερασμένες σε εξωφρενικά μυθοπλαστικά στιγμιότυπα από έναν δαιμόνιο συγγραφικό νου. Στον Σάμπαθ, έναν παρεπίδημο των κοιμητηρίων, δεν διέφευγε η ιλαρή αντιστοιχία ανάμεσα στις δύο τρύπες, αμφότερες «σκοτεινές, μυστηριώδεις, ανυπέρβλητες». Η μία καταμεσής του γυναικείου σώματος και η άλλη βαθιά χωμένη στη γη, οριοθετημένη από τέλεια φτυαρισμένες γωνίες, έναν επίπεδο υγρό πάτο και κυματιστές, βαθιές πλευρές. Ο Ροθ μολονότι εμφυσά στη μαριονέτα του τον Σάμπαθ την ψυχή ενός μπουφόνικου σάτυρου, που περιπαίζει τα ταμπού της ζωής, δεν του κάνει τη χάρη να τον απαλλάξει από την επίγνωση της προσωπικής του γελοιότητας, της τερατωδίας που είναι ο εαυτός του. Όσο ο ήρωάς του συνομιλεί ή ερωτοτροπεί με τα φαντάσματά του, γνωρίζει σε τι βαθμό προδίδει τη λογική. Όμως γνωρίζει επίσης πως το πένθος βρίσκεται πέραν κάθε νοήματος και κάθε υπερβολής, επειδή ακριβώς συνιστά την αντίδραση σε κάτι εξ ορισμού άλογο και υπερβολικό. Γι’ αυτό κάθε φορά που εκσπερμάτιζε πάνω στο χώμα που κάλυπτε το φέρετρο της Ντρένκα, αντίκριζε χωρίς κόπο το αναστημένο ζεστό της κορμί, ξεχνώντας πως του το είχε ανέκκλητα στερήσει ο τάφος μπροστά στα πόδια του.

«Εξήντα τέσσερα χρόνια ζωής είχαν από καιρό απελευθερώσει τον Σάμπαθ από το ψεύδος της λογικής». Οι απώλειές του ήταν τόσο συντριπτικές, που δεν άντεχε να τις σκέφτεται λογικά. Ο θάνατος ήταν από μόνος του υπερβολικά, αδυσώπητα ρεαλιστικός. Πόση πια αλήθεια να ανεχθεί κανείς; «Ε, λοιπόν, καμιά φορά είναι δύσκολο ακόμη και για ανθρώπους με τις καλύτερες προθέσεις να θυμούνται είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, εφτά μέρες την εβδομάδα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες τον χρόνο ότι κανένας νεκρός δεν μπορεί να ξαναζήσει. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο τόσο σταθερά εδραιωμένο, είναι το μόνο που ξέρουμε με βεβαιότητα κι όμως κανένας μας δεν θέλει να το ξέρει».

Εκείνο που δεν θέλει να ξέρει ο Σάμπαθ είναι πόσο βαθιά ριζωμένη διατηρεί μέσα του την επιθυμία να ζήσει. Μολονότι επωμίζεται με ιδιαίτερη προθυμία το μερίδιό του στην ηλιθιότητα, δεν αντέχει να παραδεχθεί πως και εκείνον τον διέπει μια κοινή ψύχωση, η ανόητη, απλοϊκή αγαλλίαση να υπάρχεις από τη στιγμή που μισείς όσα άλλα υπάρχουν. Όλα τον εγκαταλείπουν και όμως εκείνος αρνείται να εγκαταλείψει. Το θέατρό του εκπηγάζει από τις κάθε λογής κωλυσιεργίες του έναντι του προαναγγελθέντος θανάτου του. Σε όλες τις στάσεις που κάνει στις σελίδες οδεύοντας προς την κηδεία του, προκύπτουν σπαρταριστά μονόπρακτα, που γελοιογραφούν την απελπισία του. Είναι ένας άνθρωπος που κουβαλά μέσα του τον τάφο του σαν πυξίδα, αλλά αδυνατεί να ξεχάσει πως η ζωή, παρ’ όλη τη βλακεία, τον πόνο και την ασυναρτησία της, παραμένει ένα αφάνταστα διασκεδαστικό μέρος. Τι κι αν η ενηλικίωση διέψευσε την υπόσχεση της απεραντοσύνης; «Θα προδοθείς έτσι κι αλλιώς· είτε από τη φαντασίωση της απεραντοσύνης, είτε από την αδήριτη πραγματικότητα του πεπερασμένου». Η φρίκη παραμονεύει τα όνειρά μας για να τα χλευάσει και να τα σαρώσει. Το ελπιδοφόρο άνοιγμά μας στη ζωή ποτέ δεν μας φέρνει στο «αλλού» που προσμένουμε, άλλοτε μας κρατά αγκυροβολημένους στα ρηχά και άλλοτε μας παρασύρει στα βαθιά. Σε κάποιο σημείο η εμπιστοσύνη αναπόφευκτα θα διαρραγεί. Ποιος όμως μπορεί να είναι τόσο τρελός, ηλίθιος ή βλάσφημος που να επαφίεται στη μεταθανάτια απεραντοσύνη, όταν όλα όσα δεν έχει ποτέ του ονειρευτεί και όλα όσα φοβάται θα έρθουν να τον βρουν; Προτού καταλήξει διά παντός εξόριστος «στον μη κόσμο της απουσίας επιλογών», ο Σάμπαθ επιλέγει να αφιερώσει τον εναπομείναντα χρόνο στη σκηνοθεσία του εξόδιου δράματός του, κατευθύνοντας τον εαυτό του προς την εξώθυρα της ζωής του, σαν να ήταν ήδη κλεισμένος σε ένα φέρετρο, «που το πηδαλιουχείς ατέρμονα μέσα στο άχρονο σκοτάδι». Βέβαια, η χοντροκομμένη υπόδυση υποσκέλιζε σταθερά τον λυρισμό της πρόθεσης.

Στην προσπάθειά του να μιμηθεί την επιθυμία θανάτου, ο Σάμπαθ μετατρέπει τον εαυτό του από μαριονετίστα σε μαριονέτα, ισορροπώντας εφευρετικά στο χείλος του γκρεμού,  τραβώντας, ωστόσο, ανακλαστικά τα σκοινιά την ύστατη ώρα. Παρ’ όλα αυτά, τού «ήταν δύσκολο να εξαλείψει, επιστρατεύοντας απλώς τη θέλησή του, την επιθυμία να πάψει πια να ζει», ενόσω την ίδια στιγμή διαπίστωνε πόσο «επικεντρωμένος ήταν στην προσπάθεια να ξεπεράσει την επιθυμία του να πεθάνει». Η αμφιθυμία του οφειλόταν εν μέρει και στο ότι δεν ήξερε αν αυτό που ήθελε ήταν «να υποκύψει σαν άντρας στην επιθυμία να μην είναι πια ζωντανός ή να προσβάλει και να προσβάλει και να προσβάλει ώσπου να μη μείνει ούτε ένας άνθρωπος στη γη χωρίς να έχει προσβληθεί».

Ο Σάμπαθ, ένας άγριος του δυτικού πολιτισμού, ένα σκάνδαλο στην ανθρώπινη εξέλιξη, ένας απολυτρωτής των διαστροφών που σοβούσαν σε ανυποψίαστα κορμιά, ο «εραστής και δάσκαλος της πανουργίας, του τεχνάσματος και του εξωπραγματικού», «ο Ιερομόναχος του Γαμησιού, ο Ευαγγελιστής της Συνουσίας», προσβάλλει με την ακάματη διακονία τού κυνισμού καθώς και με τη μεθοδική βεβήλωση κάθε ψευδαίσθησης αθωότητας. Υπό τη σαρωτική οπτική του δεν υπάρχει κάτι άξιο να γλυτώσει την κηλίδωσή του, καθώς δεν διακρίνει την παραμικρή διάσταση ανάμεσα στο βλάσφημο και το ιερό, ενώ τίποτα δεν συγκρίνεται για εκείνον με την απόλαυση να αφήνει οτιδήποτε υπόγειο να κατατροπώνει οτιδήποτε επίγειο. Οι προσωπικές σχέσεις είναι υπερβολικά χαοτικές, περίπλοκες και ανειλικρινείς για να χαίρουν αφοσίωσης, η πίστη, θρησκευτική και συναισθηματική, είναι υπέρ το δέον αρρωστημένη σαν ιδέα για να την επιζητά ή να την τηρεί κανείς, η σάρκα παραμένει αφόρητα δυναστική σε όλες της τις εκφάνσεις, από την πιο μαυλιστική έως την πιο εξαθλιωμένη, για να μπορέσει να της αντισταθεί κανείς, ενώ οι νεκροί παραείναι ανύπαρκτοι για να μπορούν να μας παρηγορήσουν με ψελλίσματα από το επέκεινα. Όμως ο Σάμπαθ, ο οποίος οιστρηλατούνταν από ένα πληθωρικό μίσος για ό,τι εμπεριείχε η ζωή, όπως «ο πόλεμος, η τρέλα, οι διαστροφές, οι αρρώστιες, η αυτοκτονία, η βλακεία και ο θάνατος», δεν είναι και ο ίδιος παρά μια μαριονέτα, προορισμένη να παίξει στη μικρή σκηνή που της αναλογούσε το ρεπερτόριο του ανίσχυρου, ψευδεπίγραφου μίσους της. Όσο στεντορείως και αν υποδυόταν τον άγριο που βδελύττονταν οι «πεφυσιωμένοι ιεραπόστολοι» της ορθότητας ή τον φαύλο που υπονόμευε όχι μόνο τα χρηστά ιδεώδη της αμερικανικής κοινωνίας αλλά και τα ιερά και όσια της φυλής του, ήταν απλώς ένας γέρος, πικραμένος άνθρωπος. Ένας μηδενιστής κίβδηλος όσο και η απόγνωσή του, έτοιμος να ουρλιάξει στην αξιολύπητη ζωή του την πιο εκκωφαντική, κατακλυσμιαία κατάφαση.

«Ναι, ναι, ναι, ένιωθε ακατάσχετη τρυφερότητα για την ίδια του τη ζωή που ήταν γεμάτη σκατά. Και για την καταγέλαστη πείνα του για περισσότερα σκατά. Περισσότερες ήττες! Περισσότερες απογοητεύσεις! Περισσότερες απάτες και προδοσίες! Περισσότερη μοναξιά! Περισσότερη αρθρίτιδα! Περισσότεροι ιεραπόστολοι! Και, Θεού θέλοντος, περισσότερο μουνί! Περισσότερες καταστροφικές εμπλοκές στα πάντα. Προκειμένου να γευτείς την καθαρή αίσθηση ότι είσαι θυελλωδώς ζωντανός, δεν πρέπει επ’ ουδενί να καταργήσεις την άσχημη πλευρά της ύπαρξης».

Να καταργηθεί ο θάνατος, απαιτεί ο Σάμπαθ, διότι αυτός είναι που ξεπερνάει πάντα τα όρια, της λογικής, της αντοχής, της καλαισθησίας ακόμη. Μέσα από τους μπουφόνικους θεατρινισμούς αυτής της χυδαίας, ασήμαντης επίγειας ύπαρξης, ο Ροθ συνθέτει ένα αποκρουστικό πορτρέτο ανθρώπου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της ζωής· ένα πορτρέτο σμιλεμένο από λάσπη. Με αμείλικτο σαρκασμό μεταστοιχειώνει τον Σάμπαθ, έναν εκπεσόντα Βάκχο, σε κάτοπτρο, όπου ανακλώνται τα ιζηματώδη υποστρώματα της ύπαρξης. Ωστόσο, τη χοϊκή, χθόνια υπόστασή του αναπάλλει μια τυραννική ψυχική διχοστασία, «ο διεστραμμένος παραλογισμός της παραμονής στη ζωή, της άρνησης να αναχωρήσεις», μολονότι αυτή η εμμονή της επιβίωσης δεν αναρριπίζεται ούτε από κάποιο σκοπό ούτε από κάποιο νόημα. Το παρελθόν του έχει συστραφεί σε ένα πολυμέτωπο πένθος, ενώ το παρόν γλιστρά μέσα από τα ανάπηρα δάχτυλά του όσο εκείνος καθυστερεί το φινάλε με φαρσικά ιντερμέδια. Αυτή τη φορά ο ήρωας του Ροθ δεν είναι το ζώο που ξεψυχά, αλλά το ζώο που θυμάται, το μοναδικό του ζωικού βασιλείου που επιβιώνει υποφέροντας από τη μνήμη και τη σκέψη, που πονάει άγρια ακόμα και πέραν του σώματος. Ο Σάμπαθ αντιμετριέται με το μηδέν βίαια αλλά και με αυτοσαρκαστική πανουργία, βαθύτατα κλονισμένος από τις ματαιώσεις που τον έχουν βρει και παρ’ όλα αυτά εκστατικός στην προοπτική όλων όσα τον περιμένουν. Στα εξήντα τέσσερα χρόνια του γνωρίζει «ότι είναι καταδικασμένος να ζήσει μια βλακώδη ζωή, επειδή αυτή είναι η μόνη ζωή που υπάρχει». Και η απόφασή του να τη ζήσει μέχρι τέλους τον αναδεικνύει ως τραγικό πρόσωπο. Άλλωστε γιατί «να θες να ξεμπερδεύεις και να φύγεις βιαστικά από ’δώ χάμω»;

«Αν σε προειδοποιούσαν από πριν για όλα τα λάθη, θα έλεγες όχι, είναι αδύνατον να κάνω τέτοια πράγματα, βρείτε άλλον, είμαι πολύ έξυπνος για να κάνω τέτοια λάθη. Και θα σου απαντούσαν, σου έχουμε εμπιστοσύνη, μην ανησυχείς, κι εσύ θα έλεγες, όχι, με καμία δύναμη, έχετε ανάγκη έναν πολύ μεγαλύτερο μαλάκα από μένα, αλλά θα επαναλάμβαναν ότι πιστεύουν πως εσύ είσαι ο σωστός άνθρωπος, ότι θα εξελιχθείς σε κολοσσιαίο μαλάκα πολύ πιο ευσυνείδητα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς, ότι θα κάνεις λάθη σε τέτοια κλίμακα που ούτε την ονειρεύεσαι τώρα – διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να φτάσεις στο τέλος».

Το ουσιαστικά μεγαλειώδες στον Σάμπαθ είναι η τόλμη με την οποία σπάει πλάκα παρακολουθώντας τον εαυτό του να υψώνει το ανυπόληπτο ανάστημά του για τελευταία φορά στη ζωή, λίγο πριν τον αποτελειώσουν η κούραση, η πικρία και το μίσος. Το συγκλονιστικό στην περίπτωσή του είναι η ολόψυχη παράδοσή του σε ό,τι τον αφανίζει. Ένα αμετανόητο ζωντανό ον.

«Είμαστε υπέρμετροι επειδή και η θλίψη είναι υπέρμετρη, όλα αυτά τα εκατοντάδες χιλιάδες είδη θλίψης».

 

 

 

 

 

 

This is human life. There is great hurt that everyone has to endure

There is no meaning in life or coherence. Indeterminacy and incoherence are in plenty, expectations are derided by reality, desires are denied, all certainties are proven fragile, the defences and all types of fortifications collapse in front of unforeseen threats, every protection sooner or later is lifted, rationalism is obliged to measure his immeasurable inadequacy, in our most serious moments idiocy invades without fail, our biggest accomplishments may be proven in vain, while the most entertaining illusions vanish with the slightest sting of a superficial truth. And as if all these are not enough, death comes constantly with an irrational consistency just to make everything even more incomprehensible. However, this life is the most admirable thing created for humans. ‘No, human life must not be extinguished. No one could come up with anything like it again.’

Through the Dionysian, profane outlook of Mickey Sabbath, Philip Roth introduces life as a farce which develops on an individual as well as a collective level in the form of tragedy. His hero seems to be besieged by a call of tribulations which has gathered against him. Only an indomitable theatrical instinct and a rare understanding of the inherently comical allow him to survive the tremendous failure of his self. Possessing ‘the talent of a ruined man for recklessness, of a saboteur for subversion’, it was a long time ago that he overcame the fact that he was nothing and had a good time exactly because he had nothing to lose. A former puppeteer with deformed fingers from arthritis and a body which heavily showed the sixty four lecherous, turbulent years of head-on collision with everything, victim of a psyche irrevocably carnal, Sabbath insists on being moved by anything life washes ashore, lust, pain, loss, grief. An ardent admirer of human contradictions, he personifies an embossed contradiction as a would-be suicide who escapes death with all kinds of theatrics and dexterous meanderings. The most exciting aspect of his portrait is the unconcerned way with which he portrays himself as a caricature, refusing to claim for himself the smallest speck of self-knowledge. He could imitate emotions, he enjoyed impersonating provocative portraits, showing preference for the crazy one who served the terror and the awe of the bourgeoisie, but had no idea of how a man who knows what he is looking for is like.

Being someone who ‘did not naturally shrink from the worst in people, beginning from himself’, Sabbath seems to constantly sway between the inhumane and the very humane, between the sublime and the base, between the waggish and the painful, mainly though, between life and death. This critical existential sway runs through the whole novel and this is where its importance stems from. Roth sets the archetypal dilemma with the terms of a farce, cleverly managing to analyse the underlying pain which exists in life and the latent jocularity of death. Sabbath, who adores life, doesn’t hesitate to think of suicide as a joke, as the ‘the finishing touch to the running gag’, and probably that’s why he prefers this end for himself. If his life proved to be a fiasco then it deserves such an ‘amusing’ death. If he has been a vulgar jester, who puts on his performances at a makeshift, imaginary stage, showing contempt for the dramas of the real world, only by committing suicide would make an appropriate exit. ‘A man who wants to die. A living being choosing death. That’s entertainment’. Only a truly big writer like Roth, can orchestrate so masterfully and so fearlessly the combination of the tragic with the farcical. Sabbath’s unholy, base world view is nothing else but a reversed, intense elegy of life.

Obviously Sabbath doesn’t want to die, although he has every reason to. Old age threatens the focal point of his well-being, sex, his lascivious mistress is lying in a freshly dug grave, his wife kicked him out of the house to celebrate her recovery from alcoholism, his fingers ache even by thinking of their indecent acts, while on the other side of the stage his dead mother, father and older brother are waiting for him. In his battle with life he has serious reasons to pose. The totalitarian arbitrariness of the constantly changing and crazy. One can only consider the presences which suddenly become absences. What is more inconceivable than thinking your loved ones, dead? In the unsurpassed “why” of death the only reply is the complete silence which imprisons logic ‘Why did you die? Where did you go?’

Roth attacks the hero’s cynicism by sending tender ghosts, his mother, Drenka his ‘genital mate’ a talented adventurer of sexual pleasure, and his brother who died when he was twenty years old in World War II as an American patriot and not tainted by his Jewish origin. All three seem to address a calling to him, in chorus with their bodiless voices urging him to die, or differently put, meet them. Although his brother only appears in the last pages, like a shadow buried inside a box with the things he left behind, and throw him in a pure, utter anguish, the two women visit him more often, reminding him the strength of their presence when they were alive. The mother surrounds her surviving son forgetting to tell the enviable truths of the grave, but only insinuating that ‘she had returned to take him to his death’. Death had turned her into a doll into her son’s hands that made her play ‘the departed spirit making ready to ferry him to his next abode’. Drenka on the other hand, the nights that her lover came to visit her at her grave was using again the artifices of her sensuality abolishing the unfathomable distance between them from inside the coffin ‘raising her dress to the stimulating latitude at which the tops of  her stockings were joined to the suspenders of her garter belt’, certain that he was aroused by this unexpected surface and he had also heard her saying “Go down on me”.

In a novel where there is so much sex, it is of no little importance that the sex scenes and particularly the most obscene take place at the cemetery. Love and death, the eternal themes in literature, combined in crazily fictitious scenes from an inventive literary mind. Sabbath, a cemetery resident, doesn’t miss the amusing resemblance of the two holes, both ‘dark with mystery and fantastic’. One in the centre of the female body and the other deeply hidden inside the earth, with perfectly dug up corners, a flat damp bottom and wavy deep sides. Although Roth gives to his puppet, Sabbath, the soul of a buffoonish satyr who ridicules life’s taboos, he doesn’t save him from the knowledge of his own idiocy, the monstrosity that is his self. While the hero talks or flirts with his ghosts he knows the degree in which he betrays logic. He also knows that mourning is beyond meaning and exaggeration because it is the reaction to what is essentially illogical and excessive. Therefore, every time he ejaculated on the soil which covered Drenka’s coffin, he effortlessly saw her risen warm body, forgetting that the grave in front of him had taken her away forever.

‘Sabbath’s sixty-four years of life had long ago released him from the falsity of sense’ His losses were so devastating that he couldn’t think about them logically. Death itself was so greatly and unrelentingly real. How much truth can someone stand? ‘Well, it is sometimes hard even for people with the best intentions to remember twenty-four hours a day, seven days a week, three hundred and sixty-five days a year that nobody dead can live again. There is nothing on earth more firmly established, it’s all that can know for sure –and no one wants to know it.”

Sabbath doesn’t want to know how deeply rooted inside him he holds the will to live. Although he willingly assumes his share in stupidity, he can’t stand accepting he is also absorbed by a common psychosis, the simple comfort of existing although you hate everything else present. Everything abandons him however he refuses to give up. His theatrical acts springs from every kind of obstructions to his preannounce death. In all the stops he makes in the pages, moving towards his funeral, we see hilarious one-act plays which ridicule his despair. He is a man carrying his grave inside him like a compass but is unable to forget that life despite its stupidity, pain and incoherence remains incredibly amusing. Does it matter that by becoming an adult the promise of infinity was denied; ‘betrayed by the fantasy of endlessness or by the fact of finitude’. Horror lurks to ridicule and destroy our dreams. Our hopeful entry into life never takes us to the “elsewhere” we expect. Sometimes it holds us anchored in the shallow waters or drifts us into the deep. At some point inevitably the trust will be broken. However, who can be so crazy, stupid or blasphemous to trust afterlife vastness, when all the things he had never dreamt and all the things he is afraid of will happen to him?  Before he ends up in exile forever ‘in the nonworld of no choice’, Sabbath chooses to spend the time he has left directing the drama of his funeral, leading himself to exiting his life like he already was closed in a coffin ‘you endlessly steer through the placeless darkness’. However, the clumsy acting steadily subordinated the lyricism of the intention.

In his attempt to imitate the desire of death, Sabbath turns himself from a puppeteer to a puppet, inventively balancing at the edge of the precipice, pulling reflectively however, the ropes at the last moment. Despite this, ‘he was hard put to extinguish, by an act of will, the desire not to be alive any longer” while realizing he was focused on ‘staying abreast of his wish to die’. This indecisiveness was partly because he couldn’t decide ‘to succumb like a man to the-desire-not-to-be-alive-any-longer or to affront and affront adn affront till there was no one on earth unaffronted’.

Sabbath, a savage of the western civilization, a scandal in the human evolution, a liberator of the perversions hiding in unsuspecting bodies ‘a lover and master of guile, artifice, and the unreal’, ‘[t]he Monk of Fucking, The Evangelst of Fornication’, insults with the constant ministry of cynicism and with the methodical sacrilege of every illusion of innocence. Under his sweeping point of view there is nothing worth saving from taint, as he doesn’t distinguish in the slightest the blasphemous from the holly while for him nothing compares with the pleasure of letting anything underground creep above ground. Personal relationships are extremely chaotic, complicated and insincere to deserve loyalty, faith – religious or emotional – is extremely sick as a notion in order for somebody to search for it or keep it, the flesh is unbearably overpowering in all its forms; from the most seductive to the most base, for anyone to resist while the dead are too invisible to offer any consolation by whispering from the other world. Sabbath, however, who is moved by a superfluous hatred for whatever is encompassed by life ‘war, lunacy, perversity, sickness, imbecility, suicide, and death’ is also a puppet destined to play on a small stage the part of its weak, fake hatred. No matter how strongly he pretended to be a savage despised by ‘missionaries’ of correctness or the wicked who undermined not only the ideals of the American society but also all the sacred and holly of his own tribe, he was just a bitter old man. A nihilist, as fake as his despair ready to shout at his pathetic life the loudest, most urgent, yes.

‘Yes, yes, yes, he felt uncontrollable tenderness for his own shit-filled life. And a laughable hunger for more. More defeat! More disappointment! More deceit! More loneliness! More arthritis! More missionaries! God willing, more cunt! More disastrous entanglement in everything. For a pure sense of being tumultuously alive, you can’t beat the nasty side of existence’.

Sabbath demands for death to stop existing because it is beyond the limits of logic, endurance and even aesthetic. Through the buffoonish acts of this vulgar, unimportant earthly existence, Roth forms an ugly portrait of a man, a spitting image of life – a portrait made of mud. With ruthless sarcasm he transforms Sabbath, a fallen Bacchus, into a mirror where the sedimentary sub-layers of existence are mirrored. However, his carnal, chthonic existence is tormented by an inner uncertainty, ‘the twisted notion of remaining alive, refusing to leave’, although this insistence on survival is not revitalized by an aim nor by any meaning. His past is filled with mourning and his present sleeps through his crippled fingers while he delays the end with farcical intermezzos. This time Roth’s hero is not an animal on its last breath but the animal that remembers, the only animal in the kingdom which survives by suffering with the memories and the thoughts that hurts excruciatingly and not just physically. Sabbath measures himself against zero violently but also with a self sarcastic cunningness deeply shaken by the delays which have come upon him but nevertheless eager in the prospect of all those waiting. He is sixty four and he knows that ‘he is destined to lead a stupid life because there is no other kind”. And his decision to live it to the end makes him a tragic figure. Why would you ‘want to be over and done with and leave early’?

‘If they told you beforehand about all the mistakes, you’d say no, I can’t do it, you’ll have to get somebody else, I’m too smart to make all those mistakes. And they would tell you, we have faith, don’t worry, and would say no, no way, you need a much bigger schmuck than me, but they repeat they have faith that you are the one, that you wil evolve into a colossal schmuck more conscientiously than you can possibly begin to imagine, you will make mistakes on a scale you can’t even dream of now –because there is no other way to reach the end’.

What is really great about Sabbath is the bravery with which he has fun with his own self who raises his worthless person for one last time before he is finished off by fatigue, bitterness and hate. What is shocking about him is that he gives himself to whatever destroys him. An impenitent human being.

‘We are immoderate because grief is immoderate, all the hundreds and thousands of kinds of grief’.

14-1--24-thumb-large (1)

Φίλιπ Ροθ, Το θέατρο του Σάμπαθ, μτφρ. Ανδρέας Βαχλιώτης, επιμ. Κατερίνα Σχινά, Πόλις, 2013, σελ. 614

 

5,477 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Από την Κρήτη στον Πειραιά – Γράφει ο Νίκος Βατόπουλος

Το μυθιστόρημα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» της Τέσυς Μπάιλα εξυφαίνει μια εποχή Μια μεγάλη και πολυπρόσωπη αφήγηση, δραματική και...

Close