ΆΔΗτα γυναικών, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

Το αρχετυπικό ζευγάρωμα ζωής και θανάτου, ένα εξαιρετικά εύφορο έδαφος για λογοτεχνικές εκβλαστήσεις, εισδύει στο μυθιστόρημα της Χριστίνας Καράμπελα μέσα από τον μύθο της Περσεφόνης.

Η αρπαγή της κόρης της θεάς Δήμητρας από τον Πλούτωνα και οι περιοδικές αναδύσεις της από τον Κάτω Κόσμο, που εγκαινιάζουν κάθε φορά έναν κύκλο γονιμότητας, έκφραση της μητρικής ευφορίας, είναι το συμβολικό μοτίβο που υποφώσκει στην αφήγηση. Οι τέσσερις εποχές του βιβλίου αντιστοιχούν σε ισάριθμες προσωπογραφίες, με πιο εμβληματικές εκείνες της μητέρας και της κόρης, που συντονίζονται ως προς τη δραματική τους βαρύτητα με τον πένθιμο δεσμό Δήμητρας και Περσεφόνης.

Η εναρκτήρια φθινοπωρινή φωνή ανήκει στην ηλικιωμένη Ρούλα, υποκοριστικό της Δήμητρας. Η γηραιά κυρία αποτελεί το απομεινάρι ενός θνήσκοντος, θηλυκού κόσμου. Τέσσερις γενιές όλο μοναχοκόρες, σε ένα σόι που πάντα υπέφερε από λειψανδρία, καθότι οι αρσενικοί είτε φευγάτοι είτε εκδιωγμένοι. Η Ρούλα, υιοθετώντας τη θρυλούμενη απαρέσκεια της συνονόματης θεάς προς τους επίδοξους εραστές, ποτέ δεν έπαψε να πιστεύει πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς άνδρες. Πίστη εδραιωμένη μέσα από τις ερωτικές κακουχίες των προγενέστερων όμαιμων ομόφυλών της. Εξαίρεση σε αυτή τη μητριαρχική μισανδρία η γιαγιά της, η Ερατώ, που σαν φιλόστοργο πνεύμα φτερουγίζει στις σελίδες καταπραΰνοντας τα πάθη, ενόσω ενίοτε αποστέλλει από το επέκεινα παραινετικά σημειώματα σε πεπαλαιωμένο ιδίωμα. Στις πιο φιλοπαίγμονες στιγμές της απλώνει την επιστολογραφία της σε κλαδιά ροδιάς, ενώ στις μαύρες της αγωνιά για το αχερόντειο ψύχος που απειλεί τη φασματική της αλκή.

Η Χριστίνα Καράμπελα επικαλύπτει την αφήγηση με ένα πέπλο σουρεαλισμού, κάτω από το οποίο το μαγικό συναντιέται ανεμπόδιστα με το οικείο.

Το μυθιστορηματικό σκηνικό, ένας πύργος στο Μαρούσι, υποδηλώνει την αλληλοδιείσδυση παραμυθιού και πραγματικότητας, προεξάρχουσα στο βιβλίο. Μέσα στον πύργο τα πράγματα φαντάζουν αλλόκοτα και διασαλευμένα, ανυπότακτα στους φυσικούς νόμους, σκιές περισσότερο παρά απτά και ένυλα. Ο έξω κόσμος ουδέποτε εκπορθεί αυτή την απαραβίαστη, ζοφώδη επικράτεια. Η συγγραφέας διασπείρει αρκετούς νυγμούς για το υπερκόσμιο, αλλιώς υποχθόνιο, γεωγραφικό στίγμα της κατοικίας των ηρωίδων της. Την εξώθυρα του πύργου διακοσμεί ένα ρόπτρο σε σχήμα ροδιού, ενώ στο κτήμα που τον περιβάλλει δεσπόζουν τέσσερις ροδιές. Η Ρούλα περνάει το ύστατο φθινόπωρο της ζωής της σε ένα μεταβατικό δωμάτιο, τοποθετημένο «ανάμεσα στον ιδιωτικό χώρο της κάμαρας και στη σκάλα που ενώνει τον πάνω με τον κάτω κόσμο του σπιτιού». Η περιβολή της αρρώστιας της δείχνει επίσης ραμμένη με συνδηλώσεις. Μια βελουδένια κυπαρισσί ρόμπα και στα πόδια παντόφλες με κεντητές ροδιές, «φουντωτή με κόκκινους καρπούς αυτή του δεξιού ποδιού και κίτρινη, έτοιμη να ρίξει τα φύλλα της και να πέσει σε χειμέρια νάρκη, αυτή του αριστερού».

Το ρόδι ρίχνει τον πλουτώνιο ίσκιο του και στα χαραμισμένα προικιά της ηλικιωμένης, όπου άνθιζαν ροδιές, κεντώντας τα ασπρόρουχα με προμηνύματα εξίσου αμφίσημα με τον συμβολισμό του καρπού. Η καλοτυχία της καρποφορίας και η νομοτελειακή, φυλλοβόλος κατάληξη. Έξω από το παράθυρό της πάχνη επικάθεται σε έναν λειμώνα με ασφόδελους. Κάθε φορά, πάλι, που κατέβαινε στον κάτω όροφο του σπιτιού, ακουμπούσε το χέρι της στην πλάτη της γιγαντόσωμης οικονόμου της, «τοίχος προστατευτικός στην κάθοδό» της. Εκείνη –Ευρυδίκη γαρ- είχε ασκηθεί επί μακρόν στις περιδιαβάσεις στο υπόγειο βασίλειο του Πλούτωνα, καθώς το βλέμμα που δεν απέστρεψε ο μυθικός σύζυγός της, απέτρεψε τον γλιτωμό της από τον Άδη. Βέβαια, εν προκειμένω η Ρούλα, συνεπικουρούμενη από τον κέρβερο του πύργου, κατέρχεται στο υπόγειο βασίλειο των γλυκών, στην κουζίνα του σπιτιού, λίκνο της θήλειας ειμαρμένης του σογιού.

Οι ιστορίες των γυναικών της οικογένειας αναδίδουν μυρωδιά καμένης ζάχαρης και μελωμένων καρπών, καθότι συνυφασμένες με την παρασκευή γλυκών του κουταλιού. Στις συνταγές που κληροδοτούσε η κάθε γενιά στην επόμενη ενθυλακώνονταν μαζί με τα αρώματα των φρούτων, λιγωτικά γέλια, στυφά μυστικά, σιροπιαστές εκμυστηρεύσεις, ήδιστες αναμνήσεις, όξινες απογοητεύσεις και αρκετές δόσεις γυναικείας συνενοχής, που λιώνει στο στόμα όπως η ζάχαρη. Θεμελιώδες συστατικό των γλυκών ήταν τα λόγια που ζυμώθηκαν με το πλάσιμό τους, λόγια που έφτιαχναν κόσμους ευδιάλυτους στον ουρανίσκο. «Αναλόγως, γλυκούς, γλυκίζοντες, πικρίζοντες, γλυκόπικρους, υπόξινους, ξινούς, γλυκόξινους». Η Καράμπελα αξιοποιεί μυθοπλαστικά, πέρα από το αλληγορικό υπέδαφος της μυθολογίας, την περίφημη παραπληρωματική σχέση αισθήσεων και μνήμης. Η Ρούλα κλέβοντας μπουκιές, καταστροφικές για την υγεία της, από τα χειροποίητα γλυκά της πασχίζει να αρτύνει μια ζωή που πικρίζει και στραγγίζει από χυμούς. Ωστόσο, ο εφήμερος γλυκασμός εντείνει τη διαβολική δίψα, που δυσκολεύει τις ακροτελεύτιες ημέρες της, «τις ώρες του διογκωμένου χρόνου». Μια ανικανοποίητη δίψα, που σπαράσσει ένα αποξηραμένο, αδρόσιστο κορμί. Τον μαρασμό του σώματος πλαισιώνει δολίως η επίπλαστη ευδία της νεκρικής κρεβατοκάμαρας, με φύλλα και άνθη ανάγλυφα, περίτεχνα σκαλισμένα στα έπιπλα, και ζωγραφιές αγρών και λιβαδιών στις ταπετσαρίες. «Η φύση κατακλύζει το δωμάτιο, αλλού αφήνει γεύση γονιμότητας και αλλού επίγευση ταρίχευσης».

Προφανώς δεν είναι χωρίς σημασία πως στη Ρούλα διέφευγε η τέχνη ενός μόνο γλυκού του κουταλιού, του ροδιού. Της έλειπε η συνταγή, από τις παλιότερες της οικογένειάς της. Αδοκίμαστη θα της έμενε, καθώς δεν υποψιαζόταν πως επρόκειτο για επικήδειο τερψιλαρύγγιο. Ο Πλούτωνας τάισε την Περσεφόνη έξι σπόρους ροδιού για την κρατήσει για πάντα κοντά του, αλλά εκείνη, θέλοντας να παρηγορήσει τη μητέρα της, του απέσπασε την υπόσχεση να μένει στον Κάτω Κόσμο μόνο για έξι μήνες και να αναδύεται στην επίγεια ύπαρξή της για άλλους τόσους. Παρ’ όλα αυτά, η μοναχοκόρη της Ρούλας, η Πέρσα, έχει εγκαταλείψει εκουσίως εδώ και μια πενταετία την πατρογονική εστία, αποφασισμένη να ζήσει μακριά της το παρατεταμένο θέρος της νεότητάς της, μέχρι που ένας Χαριτόπουλος, συμβολαιογράφος το επάγγελμα, την υποχρεώνει να κατέλθει στον πύργο με τις ροδιές.

Σε ένα μυθιστόρημα που εκδιπλώνεται σαν παλίμψηστο συμβολοποιήσεων δεν θα ήταν άστοχο να προσεχθεί η σκότια ιδιοπροσωπία της μοναδικής ανδρικής παρουσίας. Ο νεαρός άνδρας που εμφανίζεται αιφνιδίως στο νεκροφυλακείο του Αμαρουσίου, μοιάζει με μετείκασμα του Άδη.

Όχι μόνο φέρει το άκουσμα του Χάρου στο επώνυμό του, αλλά και ασκεί ένα επάγγελμα, τρόπον τινά, ταφικό, στο βαθμό που στα καθήκοντά του περιλαμβάνονται η σύνταξη και η εκτέλεση διαθηκών. Οι υπόνοιες περί της νεκρικής του υπόστασης ενισχύονται αφενός από τη φωτοευαισθησία του και αφετέρου από την οσμή θειαφιού και λιβανιού που εκλύει το κάτωχρο, λιποβαρές κορμί του. Η Καράμπελα του παραχωρεί τον χειμώνα του βιβλίου, αντιστοιχίζοντας την εποχή με την παγερότητα της μορφής του.

Από τη στιγμή που ο συμβολαιογράφος συναντιέται με τη μοναδική κληρονόμο της Ρούλας, την κόρη της, αισθάνεται δυναστική την επιθυμία κατάκτησής της. Η επίφοβη έλξη που του ασκεί, προκαλεί στο χειμέριο σώμα του μια αθέλητη, αδόκητη διέγερση. Ωστόσο, ο εγκλωβισμός του στην περίμετρο του πύργου είχε προαναγγελθεί πριν την εμφάνιση της Πέρσας, όταν δοκίμασε τον χυμό ενός καρπού από τις ροδιές του κήπου. Έκτοτε ο αρσενικός εισβολέας επέστρεφε καθημερινά στον πύργο με την προσμονή να διαπορθμεύσει την Πέρσα, όχι στα στύγια ύδατα, αλλά στους κάτω ορόφους του δικού του σπιτιού. Ακόμα και οι φαντασιώσεις του έκλιναν προς τη νεκροφιλία. Στα ερωτικά όνειρα που περισσότερο τον εύφραιναν, την έβλεπε πάνω του «κατάλευκη, παγωμένη». «Σταγόνες ιδρώτα έσταζαν από το μέτωπό της, άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε, νεκροζώντανη, με βλέμμα καταπράσινο».

Η Καράμπελα παρατηρώντας το «αρσενικό μίασμα» να παραβιάζει το θηλυκό άδυτο της οδού Χρυσανθέμων (άδηλη αντίστιξη, κρυμμένη στη φθινοπωρινή ανθοφορία του φυτού) βάζει τα πνεύματα που φρουρούσαν την επιτάφια ιδιοκτησία, να εξεγείρονται. «Τα βήματά του έσπαγαν τη λεπτή κρούστα πάγου που είχε καλύψει τη γη και κάθε εκπνοή του, την ώρα που εγκατέλειπε το στόμα του και ορμούσε ανέμελη στον έξω κόσμο, πάγωνε φτιάχνοντας μικρούς ανεπαίσθητους κρυστάλλους γύρω από τα χείλια του. Η γη είναι γένους θηλυκού και ο χειμώνας γένους αρσενικού, ακούστηκε να λέει μια φωνή καταχθόνια».

Μολονότι η Καράμπελα τοποθετεί την Πέρσα στον εποχικό αντίποδα του συμβολαιογράφου, στο καλοκαίρι, οι δύο εραστές δείχνουν να εμφορούνται από την ίδια χθόνια, πολική ιδιοσυστασία. Όπως εκείνος είχε σχεδόν απονεκρώσει τις βιολογικές αιτιάσεις της θνητής του φύσης, εκείνη «ήθελε τον κόσμο της άοσμο και σταθερό», καθώς αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις αλλαγές του χρόνου. Στην ανοσμία της εμφωλεύει η ανηδονία. Στο βρογχικό της άσθμα, η αδεξιότητά της στην αναπνοή, ενώ η αποστασία της από την εστία καταδείκνυε τη ρυπαρότητα της ψυχής της, εξίσου ψυχοβόρα με τη μολυσματική απόπνοια του Χαριτόπουλου. Μεταξύ των επιθυμιών που είχε καταστείλει ήταν και η επιθυμία να ανήκει στην ιστορία της οικογένειάς της. Η αποποίηση της μνήμης του αίματος κάνει τη μορφή της ευμετάβλητη και ρευστή, συχνά εωσφορική. Το πρόσωπό της αναλιγώνει σε κάθε βλέμμα που πέφτει πάνω του, προτείνοντας σε εκείνον που το κοιτάζει μια πρωτόγνωρη, ανύποπτη όψη. Η Καράμπελα αμφιταλαντεύεται όσον αφορά την κατάταξη της ηρωίδας της στη χορεία των αγγέλων ή των δαιμόνων. Αν οι πόνοι στην πλάτη που ταλαιπωρούσαν τη μητέρα της που ψυχομαχούσε, προέλεγαν το φτερούγισμά της από τον κόσμο ετούτο, στην περίπτωσή της τα φτερά που κυοφορεί η ωμοπλάτη της, μαρτυρούν τη διαπάλη μεταξύ της χερουβικής και της χαρωνείου ψυχής της.

«… έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε στην πλάτη της δυο φτερά να ερωτοτροπούνε μεταξύ τους, το ένα άσπρο, κάτασπρο, στιλπνό, το άλλο μαύρο, μεμβρανώδες, κατσαρό, το μαύρο πιο ενεργητικό, ελαστικό, σαν περικοκλάδα να τυλίγεται γύρω από το άσπρο και το άσπρο να σπαρταρά αναποφάσιστο, να μείνει ή να φύγει;»

Τη φεγγοβόλο έκβαση αυτής της εσώτατης φιλονικίας υπαινίσσεται το ταξίδι της Πέρσας στην Κρήτη. Η Καράμπελα αρχικά τη στέλνει σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία «Πασιφάη» και κατόπιν εξασφαλίζει τη διαμονή της στο ξενοδοχείο «Αριάδνη». Κρατώντας πια τον μίτο της ζωής της και ασφαλής από την αρπάγη του Μινώταυρου, του Κρητικού συμβολαιογράφου, η Πέρσα επιχειρεί την οφειλόμενη επιστροφή στη μήτρα του σογιού, την πρωταρχική κοίτη, τη Σμύρνη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι αφυπνισμένες αισθήσεις καταλύουν τη σιωπή της μνήμης και όλα τα ξεχασμένα ορμούν καταπάνω της αναστημένα. Η ανάσα της διώχνει τους βρόγχους που την έπνιγαν, ενώ η όσφρησή της ανθοβολεί για να αναδιηγηθεί τις παλιές ιστορίες. Μέσα από το παράθυρο του βαγονιού, «κάψουλα χρόνου προς τα πίσω», εισβάλλουν μαυλιστικές μυρωδιές, ερεθίζοντας τις απωθημένες, εφέστιες αναμνήσεις.

Την άνοιξη, στο μεταίχμιο των δύο κόσμων, της σκιάς και του φωτός, η Καράμπελα την επιφυλάσσει στην Ευρυδίκη, ένα πρόσωπο που επίσης μετεωρίζεται ανάμεσα στο ψύχος και τη θέρμη. Συνδετικός ο ρόλος της και στην αφήγηση, λειτουργεί άλλοτε σαν γέφυρα και άλλοτε σαν τάφρος μεταξύ των κεντρικών ηρώων. Ακοίμητη φρουρός των κεκοιμημένων, αλλά και προστάτιδα των ζώντων, η Ευρυδίκη μπαινοβγαίνει από τον έναν κόσμο στον άλλο, παλινδρομώντας στη δίοδο που τους συνδέει. Γι’ αυτό δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίζει τις εκχωρήσεις των γύρω της στο θάνατο, γι’ αυτό τις αρνείται για τον εαυτό της. Η αφοσίωσή της στα ταφικά χρέη, δεν την εμποδίζει να ενδίδει στο απροσμάχητο κάλεσμα της ζωής. Μολονότι κυκλωμένη από σώματα ανέραστα και ναρκωμένα, είτε άψυχα είτε έμψυχα, και από κτερίσματα με βαλσαμωμένα άνθη, εκείνη αφήνεται ανενδοίαστα στην εαρινή πολιορκία και στις αειθαλείς ενορμήσεις της σάρκας. «Σαν εφηβική καρδιά χτύπαγε η φωλιά μου, αν είχε φωνή, είμαι σίγουρη, θα ζήταγε να τη φράξουν».

Ένας στοιχειωμένος πύργος, πολλές γυναίκες, μπόλικη μαγεία, σμυρναίικες συνταγές, κακορίζικα αρσενικά. Αρκούν και με το παραπάνω για να ξαποστείλουν ένα βιβλίο στο πυρ το εξώτερον της λογοτεχνίας, στη ροζ στρατόσφαιρα των ραφιών. Το μυθιστόρημα της Χριστίνας Καράμπελα συνιστά αντιπροσωπευτικό δείγμα γυναικείας γραφή, ταυτόχρονα, όμως, δείγμα αξιοπαρατήρητης συγγραφικής δεξιότητας. Όσοι περιφρονούν ως ανυπόστατη ή υποτιμητική την κατηγοριοποίηση της γυναικείας λογοτεχνίας, επικαλούνται συνήθως ποιοτικά κριτήρια, που πρέπει να εκτιμώνται ανεξάρτητα από το φύλο του συγγραφέα ή την αφηγηματική φωνή. Ωστόσο, είναι οι ίδιοι που συγχέουν το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος με αξιολογική εκτίμηση και δη καταδικαστική. Από τη στιγμή που οι γυναίκες συγγραφείς υπερτερούν ποσοτικά, επόμενο είναι και να μειονεκτούν ποιοτικά. Αυτό, προφανώς, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως όλες γράφουν κακά ή πως όλες γράφουν γυναικεία. Απλώς, κατά τη γνώμη μου, τα βιβλία όσων ανήκουν στην τελευταία κατηγορία δεν είναι, παρά σπανίως, σοβαρών λογοτεχνικών αξιώσεων. Υπάρχουν, φυσικά, λαμπρές εξαιρέσεις. Αναφέρω, ενδεικτικά, την Ιωάννα Καρυστιάνη, τη Ζυράννα Ζατέλη και τη Ρέα Γαλανάκη.

Εν προκειμένω, η Χριστίνα Καράμπελα καταφέρνει στο πρώτο της μυθιστόρημα να μην περιορίσει τη γυναικεία της οπτική σε ένα εξωκειμενικό χαρακτηριστικό, που παρασιτεί σαν μειονεξία στο κείμενο, αλλά να την εμπλέξει στη μυθοπλασία, περιπαίζοντας όσο και περιπλέκοντας τα κλισέ του είδους. Κάποια στιγμή, ο Χαριτόπουλος συλλογίζεται πως «τα επιτεύγματα που σχετίζονταν με την κατάκτηση της Πέρσας από εδώ και μπρος δεν θα ήταν χωρίς τίμημα». Μετά τις διακρίσεις της σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και την επίτευξη της παρούσας, αρτιότατης πεζογραφικής της εμφάνισης, η Χριστίνα Καράμπελα οφείλει από εδώ και μπρος να προετοιμαστεί για το τίμημα της επόμενης συγγραφικής της κατάκτησης.

ex_tesseris-kairoi-teliko_Layout-1

Χριστίνα Καράμπελα, Καιροί τέσσερεις, Πόλις

 

 

 

5,582 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», της Τέσυς Μπάιλα, Μια αναγνωστική προσέγγιση από την Μαρία Ντότσικα (φιλόλογος-συγγραφέας)

Ένα βιβλίο που βαδίζει στα ίχνη της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, μιας φιλοσόφησης των ανθρώπινων επιλογών και δράσεων, με έναν τρόπο...

Close