Άριοι και προλετάριοι, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

 

«Μα, διάολε, τόσο τέλεια πια είναι αυτή η Λένι; Απάντηση: σχεδόν».

separator

Σε αυτό το «σχεδόν» δεν χωρά απλώς μια αμφιβολία, αλλά και μια κατηγορηματική άρνηση, που ωστόσο ο συγγραφέας, το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, αρνείται μέχρι τέλους να διατυπώσει, όχι όμως και να υπαινιχθεί. Η Λένι, κρυφό αντικείμενο του πόθου του και πρόδηλο αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας, είναι μια γυναίκα συνηθισμένη, αφελής, αδιάφορη, εν ολίγοις ασήμαντη, στη μορφή της οποίας ο Χάινριχ Μπελ κατορθώνει να διαθλάσει το πορτρέτο της Γερμανίας, που φανερώνεται μέσα από τις αντινομίες της, τα θαύματα του πολιτισμού της, τις θηριωδίες του ναζισμού και τα ανακλαστικά της πρωσικής αυτοκρατορίας, που επιζούν ακόμα και των μεταπολεμικών ενοχών.

Το ερώτημα της αθωότητας δεσπόζει στις σελίδες και η δυσκολία της απόκρισης αντανακλάται στις δολίως διφορούμενες προσωπογραφίες, που δοκιμάζονται, σε επίπεδο τόσο ατομικό όσο και εθνικό, από την αποκαλυπτική για τις συνειδήσεις συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο συγγραφέας (ο οποίος δεν ταυτίζεται με τον συγγραφέα του βιβλίου, καθότι αφενός γνωρίζει πολύ λιγότερα από εκείνον και αφετέρου καθόλου δεν θα ήθελε να γνωρίζει περισσότερα) επιλέγει, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, να διεξαγάγει διεξοδική έρευνα για τη ζωή της Λένι Γκρούιτεν κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν. Ο αδιευκρίνιστος λόγος του ενδιαφέροντός του αποκτά βαθμιαία κρίσιμη σημασία, καθώς υποδηλώνει τη συγγραφική οπτική του Μπελ, ο οποίος μας θυμίζει αριστοτεχνικά πως κόσμος είναι το άτομο. Στην προσωπική περιπέτεια της Λένι ενυπάρχουν η παράνοια και η φρίκη του ναζισμού, η μελωδία της γερμανικής ποίησης, αλλά και οι εγκληματικές αβλεψίες μιας κατά τεκμήριο αθωότητας. Δεν είναι καμιά εμβληματική προσωπικότητα, η ζωή της δεν εγχαράχτηκε στην Ιστορία, καμία μεγάλη πράξη αντίστασης ή προδοσίας δεν σφράγισε την ύπαρξή της. Και όμως η Λένι είναι η Γερμανία, του Χαίλντερλιν και του Χίτλερ.

Ο συγγραφέας, ο οποίος προασπίζει σθεναρά τόσο την αντικειμενικότητα όσο και την αποστασιοποίησή του, χωρίς όμως να διασφαλίζει παράλληλα και την πειστικότητά του, παραμένει στο περιθώριο (όχι τόσο όσο προσποιείται) προκειμένου να επιτρέψει στην ύπαρξη της Λένι να στοιχειοθετηθεί από διασταυρούμενες μαρτυρίες προσώπων, που συμπορεύτηκαν ή συγκρούστηκαν μαζί της. Εκείνο που κυρίως παρεμποδίζει το ερευνητικό του έργο είναι η ίδια η Λένι με την ολιγολογία της και την απαρέσκειά της προς οποιαδήποτε ερώτηση. «[…] δεν επιτρέπει ερωτήσεις, και όταν τη ρωτάς, δεν απαντάει». Από το άλλο μέρος, η ερευνητική του επιμέλεια δεν γλιτώνει το προς διερεύνηση πρόσωπο από αντιφάσεις και επίφοβες αμφισβητήσεις. Η καλή του προαίρεση απειλείται ενίοτε από ορισμένες πτυχές της ηρωίδας του, που αντιστέκονται στην εξιδανίκευση.

Τη στιγμή που πρόκειται να εξιστορήσει τα αλγεινότερα χρόνια του πολέμου και συνεπώς να εισέλθει «σε μια λίγο-πολύ φορτισμένη και αναπόφευκτα τραγική φάση», ο συγγραφέας, ο οποίος «θεωρεί εαυτόν αναρμόδιο και ακατάλληλο να στοχαστεί περί δακρύων», και προς επίρρωση της σχολαστικότητάς του, ανατρέχει στα σχετικά λήμματα των λεξικών για να αποδώσει κατά το δυνατόν ακριβέστερα τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της Λένι και των βασικών μαρτύρων, υπολογίζοντας με βάση τις λεξικογραφικές επεξηγήσεις το μερίδιό τους στα δάκρυα, στο κλάμα, στο γέλιο, στην ευτυχία και τη μακαριότητα, μολονότι ασφαλώς λίγοι από αυτούς και μόνο παροδικά γνώρισαν την «επιτομή της πλήρους και διαρκούς ικανοποίησης στη ζωή» (ευτυχία).

Βέβαια, συχνά τα λεξικά αποδεικνύονται αναποτελεσματικά στην καταχώρηση του κόσμου, ακόμα και τα μεταπολεμικά γερμανικά λεξικά. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας αγανακτεί με τη μυστήρια παράλειψη του λήμματος «αθωότητα», καθώς από αυτήν κινδυνεύει άμεσα η ακριβή του Λένι, στην οποία δεν θέλει να πλησιάσει κανένα άλλο επίθετο από το «αθώα».

«Ε, διάολε, είναι κατάσταση αυτή; Θεωρούν οι Γερμανοί το ενοχικό δίκαιο σημαντικότερο από το γέλιο και το κλάμα, τον πόνο και την οδύνη και τη μακαριότητα μαζί; Το γεγονός ότι λείπει η αθωότητα είναι εξόχως ενοχλητικό, γιατί χωρίς εγκυκλοπαιδικό λεξικό είναι πολύ δύσκολη η ορθή χρήση του όρου. Μήπως τελικά η επιστήμη μάς αφήνει όντως στα κρύα του λουτρού; Μήπως τελικά αρκεί να πούμε πως όλα όσα έκανε η Λένι, τα έκανε με πλήρη αθωότητα, αφήνοντας στην άκρη τα εισαγωγικά; Η Λένι, για την οποία ο συγγρ. νιώθει πολύ τρυφερά, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς αυτόν τον όρο».

Η ολιγωρία των λεξικογράφων προξενεί στον συγγραφέα σύγχυση και ως προς τις θεμελιώδεις αξίες της ζωής και κυρίως ως προς την ταξινόμησή τους σε ανώτερες και κατώτερες. Η απουσία σχετικών αποσαφηνιστικών λημμάτων περιπλέκει τη διερώτηση περί δικαίου, υποχρεώνοντάς τον να προβεί στη συμβιβαστική παραδοχή ότι «πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά». Όσον αφορά τα άλλα, στα οποία αντιστοιχούν αδιάψευστες απαντήσεις, δεν παραλείπει να τα θέσει επανειλημμένως. Στερημένος την ασφάλεια αξιόπιστων κατευθυντήριων ορισμών, περιορίζεται στη μεθοδική συλλογή αντικειμενικών, τεκμηριωμένων πληροφοριών, προσέχοντας να μην τις νοθεύσει με προσωπικές κρίσεις και εικασίες. Γι’ αυτό στην τρίτη κιόλας σελίδα δηλώνει υπερηφάνως στον αναγνώστη πως «[…] όσα καταγράφονται εδώ μπορούν να περιγραφούν ως αληθή με έναν βαθμό βεβαιότητας που προσεγγίζει την απόλυτη σιγουριά».

Την αντικειμενικότητα του συγγραφέα διαφυλάσσει, πέρα από την επιμονή του να γνωρίσει «επακριβώς» τη Λένι, η ένδεια της φαντασίας του, καθώς δηλώνει ανίκανος να φανταστεί οτιδήποτε. Γι’ αυτό, όντας απελπιστικά αδέξιος με τα ψέματα και την επινόηση οποιουδήποτε πράγματος, στηρίζεται αποκλειστικά, «με τρόπο σχεδόν ντροπιαστικό», σε στοιχεία. Ακόμα και όταν, κατ’ εξαίρεση, παρεμβαίνει στο κείμενο με διορθωτικά σχόλια, η εφεκτικότητα στη διατύπωσή τους δεν αφήνει αμφιβολίες για την αταλάντευτη μέριμνά του για τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Λιγοστές είναι επίσης οι φορές, που, «κόντρα στη συνήθη τακτική του», περνάει στο προσκήνιο για να εμπλακεί ενεργά στις ζωές των μαρτύρων (των μυθοπλαστικών χαρακτήρων), ενώ η μόνη ακραία αθέτηση της ουδετερότητάς του υπήρξε η συνεισφορά του στο «Ταμείο για τη Λένι», όταν η σωτηρία της εξαρτιόταν και από τον οβολό του.

Όταν στο τέλος του μυθιστορήματος εισχωρεί («χάριν της αντικειμενικότητας, της δικαιοσύνης και της αλήθειας, αλλά και προκειμένου να αποφύγει στο μέτρο του δυνατού να υιοθετήσει μια ακραιφνώς συναισθηματική στάση, καθώς και χάριν του καθήκοντος στην πληροφόρηση») στο αρχηγείο του εχθρού για να συναντήσει τους πιο άτεγκτους αντιπάλους τής Λένι, αναγκάζεται να περάσει από τη θέση του ανακριτή σε εκείνη του ανακρινόμενου και έτσι έρχεται βιαίως αντιμέτωπος με την ανησυχαστική απροσδιοριστία της ταυτότητάς του. Οι διαδοχικές αποφατικές απαντήσεις του στις απανωτές ερωτήσεις του «εχθρού», τον έκαναν να υποπτευθεί πως όχι μόνο έπασχε από αρνητισμό, αλλά και πως η υπόστασή του συγκροτούνταν καθ’ ολοκληρίαν από απορρίψεις. Ματαίως πάλευε να εξηγήσει στους ανακριτές του πως η έρευνά του για το «υπό εξέτασιν άτομο» δεν ήταν σε καμία περίπτωση «ζήτημα συμπαθειών, ροπών, προσφορών και αντιπροσφορών», ούτε την καθοδηγούσε κάποιου είδους ιδεολογία ή συνηγορία. Η αποστολή του υπέρ της Λένι δεν προερχόταν «ούτε από επίγεια ούτε από καμιά επουράνια αρχή», ήταν «υπαρξιακή». Αλλά ακόμα και αυτό τον τελευταίο προσδιορισμό απέτυχε να τον αιτιολογήσει προτάσσοντας κάποια στέρεη πεποίθησή του, καθώς δεν ήταν ούτε ιδεαλιστής ούτε υλιστής ούτε ρεαλιστής ούτε καθολικός ούτε προτεστάντης ούτε σοσιαλιστής ούτε μαρξιστής ούτε φιλελεύθερος ούτε υπέρ ούτε κατά της ελεύθερης αγοράς ούτε υπέρ ούτε κατά του οικονομικού παρεμβατισμού. Ήταν συγγραφέας, μπορούσε συνεπώς να είναι τα πάντα.

Όσα αποσιωπά η άγνοια ή η αντικειμενικότητα ή η αυτοσυγκράτηση του συγγραφέα, τα υποδεικνύει ο Μπελ, καταλήγοντας έτσι να καθιστά υπό αίρεση την αμεροληψία του, θέτοντας αναπόφευκτα υπό αμφισβήτηση τα πορίσματά του και κυρίως το σπουδαιότερο εξ αυτών, την αθωότητα. Η υποβολιμαία αμφισβήτηση δεν μπορεί παρά να πλήξει και τα εγκώμια του συγγραφέα προς τη Λένι, αλλά ακόμα και την ευμένειά του απέναντι σε ορισμένους ιδιαίτερα προσηνείς μάρτυρες. Το αποτέλεσμα είναι ιλαρό και εξαίρετο ως μυθοπλαστικό εύρημα. Πολλές φορές τα θερμότερα σχόλια εμπεριέχουν βαρύτατες ύβρεις. Σε αυτό το «κυρία», λόγου χάριν, στον τίτλο μοιάζει να θορυβούν οχληρές αντηχήσεις.

Κανένα από τα μυθιστορηματικά πρόσωπα δεν έμεινε άπραγο τα χρόνια του πολέμου. Όλοι πάλεψαν να επιβιώσουν και μερικοί να κερδοσκοπήσουν και οι περισσότεροι τα κατάφεραν. Μεταπολεμικά η Λόττε Χόυζερ, η οποία είχε πια συνέλθει από τις κομμουνιστικές της ιδεοληψίες (κατ’ άλλους παρέμεινε όχι μόνο «πουτάνα, αλλά και κομμουνίστρια»), εργάζεται σε ένα σωματείο εργαζομένων, «όχι από πεποίθηση», όπως διευκρινίζει, «αλλά απλώς επειδή θέλω να τρώω και να μένω ζωντανή». Και η Λένι ήθελε να τρώει και ευτυχώς για εκείνη, που αγαλλόταν με τα φρέσκια ψωμάκια (της ήταν «πιο σημαντικά απ’ ό,τι για άλλους η κάθε όστια»), ο πατέρας της εξασφάλιζε άνετα τον επιούσιο χάρη στην επιχείρησή του που έφτασε σε πρωτοφανή ανάπτυξη το 1943. Η συνάφεια της επιχείρησης με τις πολεμικές προετοιμασίες ή, αλλιώς, με «το σύμπλεγμα των οχυρώσεων και των καταφυγίων», μπορεί να δικαιολογήσει τα εντυπωσιακά της κέρδη, ήδη από το 1938.

Αν και η Λένι αηδίαζε στη «θέα αυτού του βουνού από φρεσκοτυπωμένο χρήμα», με το οποίο αναγκαστικά ερχόταν σε επαφή την περίοδο που απασχολούνταν στο γραφείο του πατέρα της, ο συγγραφέας δεν διστάζει να παραδεχτεί πως εκείνη έδειχνε «καλή ακόμα και με τη στολή της ναζιστικής οργάνωσης για κορίτσια – εκεί, στα δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαπέντε της».

Εκείνο που τεχνηέντως επαναλαμβάνει ο Μπελ μέσα από τις μαεστρικά παρουσιασμένες προσωπογραφίες και που ο καθένας οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όταν ο λόγος περί ναζισμού, είναι ότι οι ναζί δεν ήταν τέρατα. Ήταν πατέρες, μητέρες, γιοι και κόρες, ευυπόληπτοι πολίτες, συνηθισμένοι εργαζόμενοι, καλοί οικογενειάρχες, άνθρωποι μορφωμένοι, συμπονετικοί και ευσεβείς. Φυσικά δεν προσχώρησαν όλοι στα SS, αλλά οι περισσότεροι ούτε τα εμπόδισαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις το «όχι» αποβαίνει πιο καταλυτικό από το «ναι», που εύκολα αναγνωρίζεται εκ των υστέρων ως ενοχή. Οι ήρωες του Μπελ δεν αντιστέκονται, συγκατατίθενται, είτε ενεργά είτε παθητικά. Η πρωτεύουσα ανάγκη της αυτοσυντήρησης δεν επαρκεί ως άλλοθι για την απόσειση της ατομικής ευθύνης. Κάθε ζωή υποχρεούται να λογοδοτήσει για τον τρόπο της να ζει.

Ο πατέρας της Λένι, ο Χούμπερτ Γκρούιτεν, είναι ναζί. Δεν σκότωσε κανέναν, βοήθησε όμως άλλους να σκοτώνουν. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η επιχείρησή του στήριξε αποφασιστικά «την πολεμική προσπάθεια» -αν και ο ίδιος δεν ήταν παρά «ένας απλός και απρόθυμος φαντάρος» στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο- και το 1943 ο ιδρυτής της έφτασε στο απόγειο της επιχειρηματικής του δόξας. Συναντιόταν με υψηλές προσωπικότητες του Κόμματος στο Μόναχο, στο Βερολίνο ή και στη Βαρσοβία, είχε πρόσβαση σε άκρως απόρρητες πολιτικές πληροφορίες, γνώριζε για την κατασκευή στρατώνων και αντιαεροπορικών καταφυγίων, γευμάτιζε με υπουργούς, και μαζί με όλα αυτά ανάλωνε πολύτιμο χρόνο για να κρατήσει τον γιο του, Χάινριχ Γκρούιτεν, «μακριά απ’ όλη αυτή την ιστορία που έκανε τον ίδιο πλούσιο». Μπορεί οι μαρτυρίες σχετικά με τον Γκρούιτεν να αποκλίνουν μεταξύ τους, περιέργως όμως σχεδόν όλες ακούγονται επιεικείς. Ένας συνταξιούχος πρώην υπάλληλός του τον περιγράφει σαν «υπαρξιακά κολλημένο», σαν να ήταν «διαρκώς σε σύγκρουση με κάποιο ηθικό εμπόδιο που του έκλεινε τον δρόμο», ενώ ένας άλλος ομολογεί ότι ο συγκεκριμένος άνδρας τον προκαλούσε να σκεφτεί «πόσο άδικοι είμαστε συχνά εμείς οι μη ενεργητικοί απέναντι στους ενεργητικούς ανθρώπους».

Το ζενίθ της επιτυχίας του Γκρούιτεν το διαδέχτηκαν δύο χρόνια στη φυλακή ή σε καταναγκαστικά έργα, εξαιτίας ενός σκανδάλου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και λογοτεχνικό. Όταν επέστρεψε από εκεί όπου τον είχαν στείλει, ήταν αποφασισμένος να περάσει χαμογελώντας την υπόλοιπη ζωή του και μέχρι που πέθανε παρέμεινε πολύ κεφάτος. Το 1945 είχε απαλλαγεί από κάθε φιλοδοξία και μόνο το δαιμονικό, φρικτό γέλιο του φανέρωνε κάποια συναισθηματική ένταση, που σε καμία περίπτωση δεν εξέφραζε την «αυτοπεποίθηση του Είναι» του ούτε παρέπεμπε σε κάτι σχετικό με «χαρά, ευθυμία, ιλαρότητα». Και αυτός, όπως και η κόρη του, παραήταν πολύσημοι για να χωρέσουν σε λεξικά. Αλλά και ποια ερμηνεία μπορούσε να νοηματοδοτήσει το θάνατό του; Σουβλισμένος σε τέσσερα σημεία από σιδερόβεργες, ακόμα χαμογελούσε, «ήταν παρανοϊκό, έμοιαζε με τρελό που τον έχουν σταυρώσει».

Στο τέλος του πολέμου ο Γκρούιτεν, «που τάχα δεν ήθελε να είναι πια επιχειρηματίας και που συνειδητά παρίστανε τον προλετάριο», εργάστηκε για ένα διάστημα ως «γκρεμιστής», ενασχόληση εν μέρει συναφής με την πρότερη δραστηριότητά του. Στο Βερολίνο καθάριζε ερείπια μετά από αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Έχει σημασία να συνδυαστεί η όψιμη ιδιότητά του, του «γκρεμιστή», με την έλλειψη ταλέντου για την παραμικρή οικοδομική εργασία, η οποία έλλειψη του στοίχισε τελικά τη ζωή σε ένα δυστύχημα, το οποίο θα είχε αποτρέψει η στοιχειώδης γνώση περί στατικής μηχανικής. Μη διαθέτοντας ούτε καν ένα υποτυπώδες αρχιτεκτονικό χάρισμα κατέληξε να θαφτεί στα ερείπια ενός βομβαρδισμένου κτιρίου (πάλαι ποτέ Υπουργείο Υγείας). Καιρό μετά το θάνατό του, ο ναζί Πέλτσερ, για λογαριασμό του οποίου μάζευε σίδερα, συνεχίζει να απορεί με την ατζαμοσύνη (ίσως «ένα είδος σνομπισμού») του Γκρούιτεν, που πήγε και έκοψε «το ίδιο το σημείο όπου στεκόταν». «[…] πού να το ’ξερα πως θα προξενούσε, για να το πω έτσι, την ίδια του την πτώση;»

«Ήταν μεγάλη απογοήτευση, σας το ομολογώ, ο σπουδαίος αυτός άνδρας με το μεγάλο σκάνδαλο στην πλάτη να αποδεικνύεται ένας σκέτος ατζαμής που ούτε έναν τοίχο δεν ξέρει να φτιάξει σωστά».

Φέρνοντάς τον στη μνήμη της η Λόττε αποφαίνεται: «ούτε οικοδόμος ούτε αρχιτέκτονας· στρατηγός, αν με ρωτάτε». Η αντικειμενικότητά της ελέγχεται, καθότι ερωμένη του Γκρούιτεν, αν και σε άλλο σημείο τον αποκαλεί «εντελώς συναρπαστικό τύπο», που όμως την περίοδο της ακμής του ήταν κανονικός εγκληματίας. Οπωσδήποτε πιο αλλόκοτη ακούγεται όταν τον περιγράφει ως «Κύριο Προλετάριο».

Η πτώση του Χούμπερτ Γκρούιτεν χλευάζει τους θριάμβους του που συνέπεσαν με τις πιο θριαμβικές στιγμές του ναζισμού. Ακόμα πιο ευρηματική από τον καταποντισμό στα μπάζα είναι η καταστροφή του από ένα «αφηρημένο παιχνίδι σημειωματάριου», που έμεινε γνωστό στην κατασκευαστική πιάτσα σαν το «Σκάνδαλο των Νεκρών Ψυχών», παραπέμποντας τους βιβλιόφιλους στον Γκόγκολ και τους σκιώδεις, φασματικούς μουζίκους του Τσιτσικόφ, ο οποίος αγόραζε από μεγαλογαιοκτήμονες Νεκρές ψυχές. Ο Γκρούιτεν δεν αναμετρήθηκε με τους Ρώσους στα μέτωπα του πολέμου, αλλά στα κατάστιχα μιας εικονικής εταιρείας, όπου εμβληματικοί ήρωες και συγγραφείς της ρωσικής λογοτεχνίας φέρονταν ως σκλάβοι στην υπηρεσία της γερμανικής κατασκευαστικής βιομηχανίας. Η ταραχή ενός σλαβολόγου, ο οποίος εργαζόταν σε οικονομική υπηρεσία και δεν αγαπούσε απλώς αυτά τα ρωσικά ονόματα αλλά ζούσε περιπαθώς μαζί τους και ο οποίος προφανώς δεν άντεχε την, πλασματική έστω, κακοποίησή τους, οδήγησε τον Γκρούιτεν στη φυλακή.

«Ο Σόλσντορφ, λοιπόν, που ήξερε να σου πει ακριβώς πόσα τετραγωνικά μέτρα ήταν το φοιτητικό δωμάτιο του Ρασκόλνικοφ και πόσα σκαλιά κατέβαινε ο Ρασκόλνικοφ για να βγει στην αυλή, έπεσε ξαφνικά πάνω σε έναν εργάτη ονόματι Ρασκόλνικοφ, που ανακάτευε τσιμέντα για τη Σλεμ & Υιός κάπου στη Δανία, και έτρωγε στην καντίνα της εταιρείας. Έπειτα όμως, χωρίς να είναι ακόμα καχύποπτος αλλά ήδη “πολύ αναστατωμένος”, έπεσε πάνω σε έναν Σβιντριγκαϊλοφ, σε έναν Ραζουμίχιν και τέλος ανακάλυψε έναν Τσιτσικόφ και έναν Σομπάκεβιτς – και μετά, κάπου στην εικοστή τρίτη θέση του καταλόγου έπεσε πάνω σε έναν Γκορμπατσόφ· τότε χλώμιασε, άρχισε όμως πια να τρέμει από αγανάκτηση όταν ανακάλυψε επίσης έναν Πούσκιν, έναν Γκόγκολ και έναν Λερμοντόφ ως κακοπληρωμένους αιχμαλώτους-σκλάβους».

Ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στην αθωότητα των προσώπων που «ανακρίνει», αμέσως μετά την καταγραφή της αναστάτωσης του Σόλσντορφ σπεύδει να τον απαλλάξει από την ενοχοποιητική υπόνοια της εκτίμησής του «σε πράγματα όπως “η καθαρότητα της γερμανικής πολεμικής οικονομίας” και τα συναφή», προτείνοντας την «οικονομοτεχνική του επιμέλεια» σαν «παραλλαγή της επιμέλειας χάρη στην οποία γνώριζε, ερμήνευε και αγαπούσε ολόκληρη την προσωπογραφία της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα».  

Προς επικύρωση των αγαθών του προθέσεων και κρίνοντας αναδρομικά υπερβολική την οργή του για την κακομεταχείριση των αγαπημένων του Ρώσων, μετά το τέλος του πολέμου ο Σόλσντορφ θέλησε να αποζημιώσει τον Γκρούιτεν για την ταλαιπωρία, στην οποία αθέλητα τον είχε υποβάλει η φιλολογική του παρεκτροπή, τις πολιτικές διαστάσεις της οποίας άργησε πολύ να συλλάβει, ενώ επίσης στήριξε οικονομικά την κόρη του. «Πρέπει αλήθεια», αναρωτιόταν ο μεταμελημένος Σόλσντορφ, «κάποιος, έστω και ένας μόνο άνθρωπος, και μάλιστα ένας άνθρωπος τόσο ευχάριστος όσο ο Γκ. ο πρεσβύτερος, να φτάσει στα πρόθυρα του να χάσει τη ζωή του επειδή κάποιος πλασματικός Ρασκόλνικοφ ζαλώνεται πλασματικά σακιά με τσιμέντο και καταπίνει πλασματική κριθαρόσουπα σε μια πλασματική καντίνα;»

Εκείνο, ωστόσο, που περισσότερο αξίζει να θυμάται κανείς από τη μυθιστορηματική παρουσία του Σόλσντορφ είναι η παρατήρησή του σχετικά με τη μεταπολεμική πορεία της Γερμανίας. Ο ευαίσθητος αυτός σλαβολόγος διαισθανόταν «μια μετατόπιση προς τα δεξιά». 

Στο δικαστήριο, όπου ο πατέρας της καταδικάστηκε σε ισόβια και δήμευση ολόκληρης της περιουσίας του, η Λένι εμφανίστηκε μεν αλλά «απαλλάχθηκε λόγω αποδεδειγμένης άγνοιας», εν μέρει όμως και επειδή ο κατήγορος επικαλέστηκε τη συμμετοχή της στη ναζιστική οργάνωση για κορίτσια «υπέρ της ηθικής της ακεραιότητας».

Ο συγγραφέας, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει πως στη Λένι δεν έλειψαν «οι ευκαιρίες να ανακτήσει τη συνείδησή της», αποφεύγει να ξεκαθαρίσει αν όντως την ανέκτησε ποτέ. Επιθυμία του είναι να παραμείνει η Λένι καλή μέχρι την τελευταία σελίδα. Άλλωστε στη ναζιστική οργάνωση γράφτηκε κατόπιν πίεσης του πατέρα της, ενώ ο συγγραφέας από την αρχή υπογραμμίζει, «για να μην προκύψουν παρεξηγήσεις», «ότι η Λένι ουδέποτε αντιλήφθηκε, έστω και κατ’ ελάχιστον, την πολιτική διάσταση του ναζισμού».

Κανένας από τους μάρτυρες του βίου τής Λένι δεν αμφισβητεί την αφέλειά της, αλλά και κανένας δεν προτίθεται να την χαρακτηρίσει εγκληματική. Ο συγγραφέας αναρωτιέται στις πρώτες σελίδες αν η Λένι μπόρεσε να καταλάβει ποτέ τον κόσμο και την κακία των ανθρώπων εναντίον της. «Η ίδια δεν έχει κάνει τίποτε κακό, ούτε καν σ’ εκείνους». Η Λιάνε Χαιλτόνε, συνάδελφός της στο φυτώριο του ναζί Πέλτσερ, λέει στον συγγραφέα: «[…] και εγώ καμιά φορά είχα τις αμφιβολίες μου αν η Λένι – αν… ήξερε τι έκανε· γιατί ήταν κάπως αφελής».

«Ποτέ δεν κατάλαβε κανείς αν είχε πολύ βάθος ή ήταν πολύ επιφανειακή, και μπορεί να ακούγεται αντιφατικό, αλλά εγώ νομίζω πως είναι και τα δύο, και πολύ βαθιά και πολύ επιφανειακή, πάντως ένα πράγμα δεν είναι και ούτε ήταν ποτέ της: δεν ήταν τσουλί. Όχι, τέτοιο πράγμα δεν ήταν».

Η τελευταία διευκρίνιση είναι αναγκαία, ιδίως στον συγγραφέα, ο οποίος από την αρχή της έρευνάς του έρχεται αντιμέτωπος με παρόμοιους χαρακτηρισμούς, που οπωσδήποτε απάδουν προς το συναξάρι της Λένι. Πολλοί στο περιβάλλον της θα ήθελαν να τη δουν «είτε να εξαφανίζεται είτε να αφανίζεται», ενώ μερικοί φτάνουν στο σημείο να απαιτούν τη «θανάτωσή της με αέριο». Επιθυμία που, όπως διαπίστωσε ο συγγραφέας, συχνά εκφράζεται με σφοδρότητα, αν και ο ίδιος φροντίζει να δηλώσει πως δεν γνωρίζει «αν υπάρχει τέτοια δυνατότητα». Η Μάργια φαν Ντορν που έζησε ως υπηρέτρια στο σπίτι των Γκρούιτεν από το 1920 ώς το 1960: «Φρίττει με όσα τραβάει η Λένι και με τις απειλές εναντίον της, έχει φτάσει μάλιστα να πιστεύει πλέον και ορισμένες ιστορικές θηριωδίες που μέχρι τώρα δεν θεωρούσε μεν αδύνατο να έχουν συμβεί αλλά αμφισβητούσε την έκτασή τους».

Τον θάλαμο αερίων δεν γλίτωσε μόνο η Λένι, αλλά και η Ραχήλ, ένα πρόσωπο το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην ψυχική της διαμόρφωση. Το πορτρέτο τής καλόγριας Ραχήλ είναι από μόνο του ένα αριστούργημα. Στην περίπτωσή της η σαρωτική, επιθετικότατη ειρωνεία του Μπελ παροξύνεται τόσο που μέσα από τη μαρτυρία του «θεοφύλακτου» πεπρωμένου της αναδεικνύεται η φρικώδης μοίρα, που επέλεξε ο Χίτλερ για τους Εβραίους. Ο συγγραφέας, και πάλι προσεκτικός, δεν αποκλείει την εβραϊκή της καταγωγή, και εν πάση περιπτώσει κατανοεί πως το 1937 και το 1938 ακόμα και μια Εβραία μετεστραμμένη στον καθολικισμό «είχε κάθε λόγο να αποσιωπά τις λεπτομέρειες σχετικά με την καταγωγή και την εκπαίδευσή της». Το 1936, πάντως, οι καλόγριες της μονής περιέθαλψαν διακριτικά την αδελφή Ραχήλ, κάνοντάς την όσο πιο αόρατη γινόταν. Τον βαθμιαίο αυτό αφανισμό σηματοδότησε ο υποβιβασμός της σε υπεύθυνη του ορόφου, αρμοδιότητα ισοϋψής με το επίπεδο μιας καθαρίστριας, και κατόπιν  σε υπεύθυνη αποχωρητηρίων, καθήκον στο οποίο η αδελφή Ραχήλ ανταποκρινόταν «με ενθουσιασμό και στοργική επιμέλεια».

Η Ραχήλ Μαρία Γκίνζμπουργκ σπούδασε στο Βερολίνο και τη Χαϊδελβέργη, στον Α΄ Παγκόσμιο «συνελήφθη επανειλημμένως ως ειρηνίστρια και σοσιαλίστρια εβραϊκής καταγωγής», το 1922 ασπάστηκε τον καθολικισμό, το 1932 έγινε δεκτή στη μονή και μετά από έξι μήνες αποκλείστηκε από τις διδακτικές δραστηριότητες. Η στοχαστική «εποπτεία των υγρών και στερεών απεκκρίσεων των κοριτσιών», που φοιτούσαν στη μονή, βασιζόταν πάνω σε τρία διαφορετικά επιστημονικά πεδία, «την ιατρική, τη βιολογία και τη φιλοσοφία – όλες τους διαποτισμένες με ένα θεολογικό στοιχείο καθαρά μυστικιστικής προέλευσης», επαληθεύοντας την εντύπωση του συγγραφέα πως ήταν «άτομο εξαιρετικής μορφώσεως». Ο συγγραφέας ευλόγως υποθέτει πως το αρχείο της αναφορικά με τις συνέπειες των διαδικασιών πέψης θα συνιστούσε μια «εκπληκτική συλλογή, πιθανότατα ανεκτίμητη ως σκατολογικό-ουρολογικό ντοκουμέντο», αλλά γνωρίζει πως από τη Ραχήλ δεν είχε διασωθεί το παραμικρό απομεινάρι.

Το σημαντικότερο, για τον συγγραφέα ασφαλώς, είναι πως η Ραχήλ αμέσως αντιλήφθηκε τη μοναδικότητα μιας συγκεκριμένης οικοτρόφου, πέφτοντας σε ένα είδος έκστασης «όταν χρειάστηκε για πρώτη φορά να επιθεωρήσει κένωση της Λένι». Η τελευταία, αρκετά βασανισμένη από το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο εξαιτίας της ανεπάρκειάς του (καμία άλλη εξήγηση δεν θα εκλάμβανε ως θεμιτή ο συγγραφέας) παραθεωρούσε τις διανοητικές της αρετές, βρήκε στην αδελφή Ραχήλ μια παρηγοριά για τις εκπαιδευτικές της αναποδιές. Η Λένι, που επί δύο συναπτά έτη, στα έντεκα και στα δώδεκά της, κέρδισε τον τίτλο τής «πιο αυθεντικής Γερμανίδας μαθήτριας του σχολείου», «που της απονεμήθηκε από μια επιτροπή ειδικών περί τα φυλετικά, η οποία περιόδευε από σχολείο σε σχολείο», κινδύνευε με μετεγγραφή σε ειδικό εκπαιδευτήριο. Το γυμνάσιο καλογραιών τη γλίτωσε από τον πνευματικό διασυρμό, ενώ η αδελφή Ραχήλ ανέλαβε να ικανοποιήσει τόσο τη δίψα όσο και την πείνα του κοριτσιού για μάθηση. Υπό μία έννοια μερίμνησε και για τον πολιτικό της εξορθολογισμό, καθώς η σκατολογική της εκπαίδευση εμφύσησε στο κορίτσι μια ενστικτώδη απέχθεια για τις καφέ στολές και ιδιαίτερα για εκείνες των Ταγμάτων Εφόδου.

Ως μανιώδης του αποκρυφισμού και της βιολογίας η μοναχή ενθάρρυνε την ενδιάθετη τάση της Λένι προς τον μυστικισμό και την εξιχνίαση των ενδότερων του σώματος. Οι σκατολογικές παρεκκλίσεις διηθημένες μέσα από τη μυστικιστική βιβλιογραφία επέτρεψαν στη Ραχήλ να διαγνώσει το διάπυρο ενδιαφέρον της έφηβης για τη λειτουργία των σπλάχνων, ενδιαφέρον το οποίο συναρμοζόταν με μεταφυσικές απορίες. Διότι, μολονότι η Λένι δεν πήγαινε στην εκκλησία, εμφορούνταν από ένα ψυχοκρατικό πνεύμα, πιστεύοντας ακράδαντα πως στον κόσμο υπήρχαν «πλάσματα με ψυχή».

Παρ’ όλα αυτά, η θρησκευτική της διαγωγή υπήρξε εξίσου παρεξηγημένη με τις μαθητικές της επιδόσεις. Η Λένι, όντας από μικρή «ένας θηριωδώς αισθαντικός άνθρωπος», αντιλαμβανόταν τα πάντα, μαζί και το μυστήριο της θείας κοινωνίας, αναλόγως του αισθητηριακού τους αντίκτυπου. Της ήταν αδύνατον να κατανοήσει κάτι στο οποίο εξέλιπε η αισθησιακή διάσταση. Στο λύκειο η αδημονία της να μεταλάβει το σώμα Χριστού έγινε αιτία να αναβληθεί η πρώτη της μετάληψη και το κορίτσι αδίκως εκλιπαρούσε τον διδάσκοντα των θρησκευτικών: «Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, δώστε τον μου αυτόν τον άρτο της ζωής! Γιατί πρέπει να περιμένω τόσο πολύ;»

Ωστόσο, η επιβεβλημένη αναμονή, εξαιτίας της «αποδεδειγμένης ανωριμότητας και ανικανότητας να αντιληφθεί τα ιερά μυστήρια», δεν εξευγένισε όσο θα έπρεπε το θρησκευτικό της αίσθημα, καθώς τελικά κατά την πρώτη της μετάληψη και ενόσω «ήταν τόσο έτοιμο ολόκληρο το σύστημα των αισθήσεών της να πέσει κυριολεκτικά σε έκσταση», εκείνη παραλίγο να φτύσει «εκείνο το ασπριδερό, εύθραυστο, στεγνό, άγευστο πράγμα», που της ακούμπησαν πάνω στη γλώσσα.

Η απογοήτευσή της για την αποτυχία των θρησκευτικών μυστηρίων να ικανοποιήσουν την «πελώρια ερωτική και σεξουαλική προσμονή» της, δεν την έκανε να ξεχάσει το Πάτερ Ημών, το Άβε Μαρία καθώς και μερικά αποσπάσματα από το ροζάριο, και αυτή η ευλάβεια της μνήμης της διαφύλαξε την ολόθερμη σχέση της με την Παρθένο Μαρία. Μάλιστα, όταν αναλογιζόταν την Άμωμο Σύλληψη υπό το πρίσμα της πρώτης της εμπειρίας πλήρους «ολοκλήρωσης» στα δεκαέξι της, τότε που μια καλοκαιρινή βραδιά ξάπλωσε «φαρδιά πλατιά και εντελώς παραδομένη» πάνω σε ζεστά ρείκια, έχοντας την αίσθηση πως «“πάρθηκα” και μαζί πως “έδωσα”», δεν της φαινόταν καθόλου αδιανόητη.

Ο συγγραφέας είναι βέβαιος πως «η Λένι είναι μια παραγνωρισμένη μεγαλοφυΐα του αισθησιασμού», συνυφαίνοντας την αδικία αυτής της παραγνώρισης με την εξίσου άδικη υποβάθμιση της κλίσης της για τα θεία. Με θλίψη παρατηρεί ότι «το θρησκευτικό χάρισμα της Λένι έμεινε τόσο παραγνωρισμένο όσο και ο αισθησιασμός της· ότι ο κόσμος θα μπορούσε να είχε ανακαλύψει στη Λένι, ή μέσα της, μια μεγάλη μορφή του μυστικισμού».

Ένα στοιχείο καθοριστικό τόσο για την ιδιοσυγκρασία της Λένι όσο και για τη μετοχή της στα θεία είναι η παντελής απουσία ενοχών. Μια συναισθηματική ή συνειδησιακή αναπηρία, που όχι μόνο τη βοήθησε να διατηρήσει την αθωότητά της, αλλά και τη διευκόλυνε τα μάλα κατά την εξομολόγηση «καθιστώντας τη διαδικασία ρουτίνας όπου απλώς έλεγε κάτι μηχανικά». Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας: «Η απουσία ενοχών της Λένι είναι τόσο πλήρης που οποιαδήποτε διαβάθμιση όπως “λιγότερο” ή “περισσότερο” όσον αφορά την ικανότητά της να νιώσει ενοχή, θα ήταν άτοπη· πιθανότατα, απλώς δεν ξέρει τι σημαίνει ενοχή· ως προς αυτό –καθώς και σε άλλα θέματα- η θρησκευτική της εκπαίδευση θα πρέπει είτε να απέτυχε είτε να χαρακτηριστεί αποτυχημένη, ευτυχώς, μάλλον, για τη Λένι».

Η κυριαρχική στο μυθιστόρημα ειρωνεία στρέφεται κατά κύριο λόγο ενάντια στη ναζιστική Γερμανία, αλλά και ενάντια στην Καθολική Εκκλησία, ενώ σε κάποιες ιδιαίτερα φαρμακερές νύξεις υποδηλώνεται η συνεργία τους. Η πλαγιογράμματη έμφαση στη μαρτυρία της Ίλζε Κρέμερ είναι δηλωτική αυτών των συγκεκαλυμμένων επικρίσεων: «[…] ποτέ δεν συμπάθησα το παπαδαριό ούτε καν όταν οι ναζί τάσσονταν εκ πρώτης όψεως […] εναντίον τους».

Προς το τέλος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας παραθέτει αποσπάσματα εγγράφων, όπου υψηλά ιστάμενα πρόσωπα διασαφηνίζουν μείζονα ζητήματα της γερμανικής πολεμικής προσπάθειας. Σε ένα από τα παραθέματα γίνεται εκτενής αναφορά στη διαδικασία ίδρυσης ναών και εξοπλισμού των χώρων τέλεσης θρησκευτικών λειτουργιών εντός των στρατοπέδων, όπου απαντά και η εξής προειδοποίηση: «Προηγουμένως απαιτείται η συμβουλευτική εισήγηση επισκόπων αποσπασμένων στις ένοπλες δυνάμεις». Υπό το πρίσμα των πλάγιων, διάσπαρτων στο μυθιστόρημα, επιθέσεων στην Εκκλησία, πρέπει να διαβαστεί και η αμέσως επόμενη αναφορά σχετικά με τη διαχείριση της κοπριάς και τη βελτίωση του εξοπλισμού των στάβλων.

Στο ίδιο πλαίσιο έχει επίσης σημασία η σύντομη σημείωση για τη σταδιοδρομία της διευθύντριας της μονής, η οποία αφού αποδύθηκε το σχήμα της πήγε να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε μια γυναικεία ναζιστική οργάνωση, όπου επιδιδόταν στην «ίδια ακριβώς την ειδωλολατρία», για την οποία μεμφόταν τη Ραχήλ και τον «κοπρολογικό μυστικισμό» της, που τον έβρισκε λίγο-πολύ ειδωλολατρικό. Όπως και να έχει, στο τέλος του πολέμου η πρώην διευθύντρια της μονής «ασκούσε καθήκοντα συμβούλου της κυβέρνησης σε ζητήματα “πολιτιστικής πολιτικής”».

Βέβαια, στη «σωτηρία» της Ραχήλ υποβόσκει η ηχηρότερη επιτίμηση. Αφού την άφησαν να πεθάνει («την έκρυψαν αλλά δεν της έδιναν και πολύ να τρώει») φυλακισμένη σε ένα υπόγειο κελί, οι καλόγριες «την παραχώσανε μέσα στον κήπο, χωρίς ταφόπλακα, χωρίς τίποτα». Αξίζει να προσεχθεί πως η Ραχήλ αρνείται να πάρει μαζί της στην ταφική της κρύπτη τον Εσταυρωμένο, επιμένοντας: «Δεν είναι εκείνος αυτό εδώ, δεν είναι εκείνος». Η ειρωνεία αγριεύει όσον αφορά τη μεταθανάτια τύχη της. Στο χώμα, όπου την έθαψαν, άρχισαν να φυτρώνουν, ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο, τριαντάφυλλα σε μια οργιαστική ανθοφορία, την οποία δεν έπληξε ούτε η αποτέφρωση της νεκρής. Οι μοναχές, που δεν ήθελαν επ’ ουδενί να κοινωνήσουν ένα τόσο αμφιλεγόμενο θαύμα, βρέθηκαν σε απόγνωση. Ήταν «σαν μαγγανεία», από την τέφρα μιας Εβραίας να ανθίζουν, από το 1943 και μετά, τριαντάφυλλα. Η τυχόν αγιοποίηση της Ραχήλ υπερέβαινε την πίστη τους. Η λύση σε αυτήν τη σκανδαλώδη ανθοβολία δόθηκε μεταπολεμικά από τον παλιό κηπουρό της μονής, ο οποίος βρήκε μια σίγουρη (δοκιμασμένη) μέθοδο για να νικήσει «αυτή την καταραμένη πανούκλα των τριαντάφυλλων, έστω και με τη βία»: «Κάπου πενήντα μέτρα περιμετρικά από την “πολύτιμη πηγή” έχει εγκαταστήσει ένα είδος αγωγού για δηλητήριο, ο οποίος διοχετεύει ένα ισχυρό παρασιτοκτόνο που πράγματι έχει σταματήσει τα τριαντάφυλλα. Πώς να αντισταθεί σ’ αυτό μια χούφτα σκόνη που κάποτε ονομαζόταν Ραχήλ Γκίνζμπουργκ;»

Τις φορές που η Λένι επισκεπτόταν τη Ραχήλ στην κρυψώνα της, αυτός ο πολυμήχανος κηπουρός, βλέποντάς την κάθε φορά τόσο σικάτη, ήταν σίγουρος πως ήταν «σύζυγος ή φιλενάδα κανενός μεγάλου από το Κόμμα». Αν και σε καμία περίπτωση τόσο υψηλά ιστάμενη, ο λόγος που επιτρέπονταν στη Λένι αυτές οι επισκέψεις ήταν «[…] γιατί την ήξεραν πόσο αγαθιάρα ήταν. Νόμιζε πως την είχαν απλώς τιμωρία την καλόγρια. Μέχρι το τέλος, η Λένι ούτε που ήξερε τι σημαίνει Εβραίος ή Εβραία και πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό».

Θα χρειαστεί να μεσολαβήσει ο έρωτας για έναν Σοβιετικό βιβλιόφιλο άνδρα για να καταλάβει η Λένι πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Όταν ο ονειροπαρμένος της Μπόρις τής ψιθυρίζει το όνομα του Κάφκα, εκείνη σπεύδει, τέλη του 1944, σε μια δημοτική βιβλιοθήκη αναζητώντας την Αποικία των τιμωρημένων. Ευτυχώς για εκείνη, η βιβλιοθηκάριος δεν της καταλόγισε τίποτα χειρότερο από αφέλεια και παίρνοντάς την παράμερα «της εξήγησε επακριβώς, αν και πολύ καθυστερημένα, τα καθέκαστα για τους Εβραίους και τους ναζί», αναστατώνοντας τρομερά τη Λένι. Παρ’ όλα αυτά, το απέκτησε το βιβλίο χάρη σε έναν φίλο του πατέρα της, που, όπως όλοι οι άλλοι υπεράνω υποψίας φίλοι του, είχε και εκείνος μεγάλη βιβλιοθήκη.

Στις τελευταίες περίπου σελίδες του μυθιστορήματος οι σαρκαστικές νύξεις κατά της Εκκλησίας αποκτούν απολαυστική ιλαρότητα εξαιτίας της συναισθηματικής εμπλοκής του συγγραφέα με μια γοητευτική εκπρόσωπό της. Παρά τις ταλαντεύσεις τού θρησκευτικού του αισθήματος, ο συγγραφέας δεν αμφιβάλλει στιγμή για τα αισθήματα που του προκαλεί η καλόγρια Κλημεντίνη. Τη συναντά σε μια φωτόλουστη Ρώμη (όπου όλα «σφύζουν από εκείνο τον καθολικισμό που κάθε τόσο προξενεί κρίσεις έκστασης στους προτεστάντες») και όταν «από τη σαγηνευτικότατη γραμμή του κρουστού, αισθησιακού της στόματος» αναδύεται ο ερωτηματικός τύπος τού «πιστεύω» σε χρόνο μέλλοντα («θα με πιστέψετε;»), εκείνος για πρώτη φορά συνταράζεται από την επιβλητικότητα του ρήματος. Στην ερώτησή της συγκατανεύει με μια ξέπνοη κατάφαση, που έμελλε να αλλάξει άρδην την πίστη αμφοτέρων.

Αν η Κλημεντίνη απεκδύθηκε το ράσο της την ίδια στιγμή που το μάγουλό της αναπαύθηκε στο δεξί πέτο του παλιού σακακιού του, ο συγγραφέας φιλώντας την όχι μόνο διέλυσε «τα πλατωνικά μάγια», αλλά βρήκε επίσης τη δύναμη να σχετικοποιήσει την αξία της αντικειμενικότητας και να επιτρέψει στην υποκειμενικότητα της Κλημεντίνης να παρεισδύσει στα γραπτά του. Κατά μία έννοια, και οπωσδήποτε κατά τραγική ειρωνεία, το κείμενό του τέθηκε υπό την επιμέλεια ενός εκκλησιαστικού βλέμματος. Η εικονοκλαστική διάθεση με την οποία η Κλημεντίνη έκανε χρήση του κόκκινου στυλό της, διήγειρε κάποια λογοτεχνικά ανακλαστικά, αλλά η ερωτική του επιθυμία κατίσχυε πλέον των συγγραφικών προσδοκιών.

Η ερωτική ολβιότητα του συγγραφέα απογειώνεται όταν βρίσκεται μαζί με τις πιο αγαπημένες σε εκείνον γυναίκες του βιβλίου, τη Λένι και την Κλημεντίνη, στο σπίτι της πρώτης. Η αμηχανία που του προκαλούσε το να βλέπει μπροστά του με σάρκα και οστά το ανέγγιχτο αντικείμενο του πόθου του, δεν συγκρινόταν με το, σχεδόν μεταφυσικό, σάστισμα της Κλημεντίνης, η οποία μάλλον ένιωσε την απαρνημένη της πίστη να αναρριπίζεται σφόδρα εντός της. Μες στη συγκίνησή της στη θέα τής τόσο ένσαρκης Λένι απέβαλε κάθε ίχνος της ακαδημαϊκής της οίησης και συνειδητοποίησε, με θεόληπτη μεταμέλεια, πως αν και γνώριζε περί της Λένι, δεν πίστευε τίποτε σχετικά. «Ναι, υπάρχει, κι ωστόσο δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει», λέει στον συγγραφέα, κάνοντάς τον να δυσφορήσει με το πείσμα του σκεπτικισμού της.

Μολονότι ο συγγραφέας σημειώνει από τις πρώτες κιόλας σελίδες ότι η Λένι, «αν και προορισμένη να δίνει πολλή χαρά, δεν ήταν κορίτσι της χαράς», προχωρώντας την έρευνά του δυσκολεύεται να καταλάβει «τι είδους κοπέλα είναι αυτή», που, εν μέσω πολέμου, γυρνάει με το σικ αμάξι της στην εξοχή, πηγαίνει «για χορό όταν οι άλλοι πεθαίνουν ηρωικά», πηγαίνει «σινεμά ενώ πέφτουν βόμβες», πηγαίνει στο γραφείο του πατέρα της, όπου υψώνεται ένα βουνό από φρεσκοτυπωμένο χρήμα, παίζει πιάνο, διαβάζει ιρλανδέζικα παραμύθια στην άρρωστη μητέρα της, επισκέπτεται μια ετοιμοθάνατη καλόγρια, «και ενώ όλο και περισσότεροι άνθρωποι σκοτώνονται, εκείνη συνεχίζει να πηγαίνει σινεμά και να βλέπει ταινίες».

Η ψυχοσύνθεση της Λένι την περίοδο του πολέμου γίνεται ακόμα πιο δυσεξιχνίαστη για τον συγγραφέα εξαιτίας της απροκάλυπτης ευθυμίας των Γκρούιτεν τα χρόνια 1942-1943. Η Μάργια φαν Ντορν χαρακτηρίζει τη ζωή τους εκείνο το διάστημα ως την πλέον πολυτελή, παρατηρώντας πως απολάμβαναν «ανεύθυνα» οτιδήποτε μπορούσε να αγοραστεί στη μαύρη αγορά της Ευρώπης. Η χαρά της Λένι, πάντως, δεν φαίνεται να υποχώρησε ούτε όταν έπιασε δουλειά στο φυτώριο του Πέλτσερ, όπου εκτός από τον ίδιο υπήρχαν και μερικοί ακόμα ναζί.

Ο Βάλτερ Πέλτσερ είναι το σημαντικότερο πρόσωπο του μυθιστορήματος στο μέτρο που στην έξοχη προσωπογραφία του η ενοχή διαθλάται σε πολλές γκρίζες έως υπόλευκες ακτίνες. Η εγκληματική του υπόσταση είναι δεδομένη, αλλά ο οξύτατος σαρκασμός του Μπελ που φτάνει στον εξονειδισμό, καθιστά την κακία του προσεγγίσιμη και σε καμία περίπτωση απόκοσμη ή εωσφορική. Όπως πολλές φορές θα επαναλάβει ο Πέλτσερ, δεν είναι κανένα τέρας. Είναι ένας ελεεινός, φαύλος άνθρωπος, που ενσυνείδητα έκανε τερατώδη πράγματα. Επιβίωσε με τον χειρότερο τρόπο, εις βάρος των άλλων. Κάθε ευκαιρία απολογίας, που επιτήδεια του προσφέρει ο Μπελ, επιδεινώνει το πορτρέτο του, χωρίς ωστόσο να το σμικρύνει σε καρικατούρα. Όσο γελοίος και αν γίνεται ο Πέλτσερ, το βάθος της αχρειότητάς του παραμένει πάντοτε διακριτό, εγείροντας δυσάρεστα ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση.

Δεν είναι καθόλου αθώα η υπενθύμιση που ο Μπελ υποβάλλει στον συγγραφέα και αυτός με τη σειρά του στον αναγνώστη. «Για μια ακόμα φορά καλούνται οι αναγνώστες να θυμηθούν: ο Πέλτσερ δεν δείχνει σε καμία περίπτωση σκοτεινός τύπος, πονηρός ή αμφιβόλου ηθικής». Ένας φίλος του μάλιστα, ο Γκρουντς, υποστηρίζει «πως θα ήταν προσβολή και για τους ναζί να αποκαλέσεις ναζί τον Βάλτερ».

Το βιογραφικό του Βάλτερ Πέλτσερ θα μπορούσε να ιδωθεί σαν τεκμήριο της απερίγραπτης αλλοφροσύνης της Ιστορίας. Καμία συνέπεια και καμία συνοχή δεν ορίζουν αυτό τον τόσο γερά αρπαγμένο από τη ζωή, σε βαθμό στραγγαλισμού των υπολοίπων, βίο. Πρώιμος κομμουνιστής, όταν ακόμα δεν ήξερε ούτε καν τι σήμαινε η λέξη, αργότερα επιχειρηματίας στα μέτωπα του Α΄ Παγκοσμίου, όπου συνέλεγε χρυσά δόντια και δολάρια από τα στόματα και τις τσέπες των πτωμάτων, λίγο μετά μποξέρ και νταβατζής, έπειτα κανονικός κομμουνιστής, μετέπειτα επικεφαλής των Ταγμάτων Εφόδου και συλλέκτης φτηνών εβραϊκών ακινήτων και, τέλος, ιδιοκτήτης φυτωρίου, αν και με την κηπουρική δεν ασχολήθηκε ποτέ γιατί «τα χέρια λερώνονται πολύ μ’ αυτή τη δουλειά».

Σύμφωνα με τον Γκρουντς, ακόμα και όταν το 1934 έγινε επικεφαλής σε ένα ειδικό τάγμα εφόδου, έμεινε μακριά «από όλες τις βρωμιές κι απ’ όλες τις βαρβαρότητες επίσης». Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, βέβαια, χρειάστηκε να φερθεί «λιγάκι άγρια». Κανείς, πάντως, δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει ότι έκανε βαρβαρότητες, «μόνο πως είχε πάντα τον νου του να βρίσκει ακίνητα». Τη Νύχτα των Κρυστάλλων ήταν απών.  

Στο φυτώριο ο Πέλτσερ αφοσιώνεται σε μια λεπταίσθητη ενασχόληση, είναι υπεύθυνος για την κατασκευή στεφανιών, απαραίτητων σε μια εποχή με τόσους νεκρούς, εκ των οποίων πολλοί επιφανείς, απαραίτητων επίσης «για την ψυχολογική διεξαγωγή του πολέμου». Ο συγγραφέας, αποφεύγοντας συνετά να κρίνει την ικανότητα του κράτους «ως διοργανωτή κηδειών», αποφαίνεται πως ήταν αποδεδειγμένο, «τόσο ιστορικά όσο και επιστημονικά», «ότι γίνονταν πάρα πολλές κηδείες, ότι υπήρχε ζήτηση για στεφάνια, δημοσίως και ιδιωτικώς, και ότι ο Πέλτσερ είχε καταφέρει να εξασφαλίσει στην επιχείρησή του το καθεστώς της “αναγκαίας” για την πολεμική προσπάθεια».

Ειρήσθω εν παρόδω, κάμποσες σελίδες αργότερα ο συγγραφέας, έχοντας διαπιστώσει δυσάρεστες παρατυπίες στις ταφές, εξαιτίας των οποίων τεθλιμμένοι θρηνούσαν λάθος μνήματα, ενώ τα λουλούδια τους κείτονταν πάνω σε ξένες σποδούς, εγκαταλείπει την αποστασιοποίησή του για να καταθέσει ένα ανησυχητικό, οπωσδήποτε παράξενο, συμπέρασμα: «ήταν σαφές ότι η γερμανική γραφειοκρατία του θανάτου είχε αποτύχει εντελώς».

Σε ακραίες πολιτικές συνθήκες, τονίζει ο συγγραφέας, ούτε η κατασκευή στεφανιών είναι ακίνδυνη υπόθεση. Ιδίως όταν μεταξύ των υπαλλήλων είναι και μια κοπέλα που αγνοεί τις εβραϊκές, ή μάλλον τις γερμανικές, έγνοιες. Μια φορά, η Λένι, που είχε αδυναμία στις γεωμετρικές φόρμες, «έπιασε κι έφτιαξε ως διά μαγείας με μαργαρίτες ένα άστρο του Δαβίδ», απειλώντας σοβαρά την ευζωία του Πέλτσερ. Όπως προσθέτει ο τελευταίος: «Και πολύ αμφιβάλλω αν έχει καταλάβει έως και σήμερα γιατί ταράχτηκα τόσο που θύμωσα τρομερά μαζί της».

Αποδεικνύοντας την κλίση της Ιστορίας στις φάρσες, η Λένι ήταν εκείνη που τελικά έσωσε τον Πέλτσερ, ξεπλένοντάς τον μεταπολεμικά από δυσάρεστες φήμες, ενδεχομένως επειδή θεωρούσε πως πρώτα την είχε σώσει εκείνος. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νευραλγικό ζήτημα που θίγει ο Μπελ: Σε τόσο κρίσιμες συγκυρίες ποιος είχε τη δυνατότητα να σώσει τον άλλο; Μήπως το, συχνά υψηλότατο, αντίτιμο της σωτηρίας αναιρούσε την ευεργεσία; Μήπως η δοσοληψία καθεαυτή έφερνε στο ίδιο ακριβώς σημείο αθώους και φταίχτες; Είναι δυνατόν μια πράξη ωφέλιμη να μην είναι και ηθική; Άραγε το εν δυνάμει, ή θέσει, θύμα σώζεται από έναν εν δυνάμει, ή θέσει, θύτη;

Ιδιαίτερο βάρος έχει η ομολογία της Χαιλτόνε, η οποία, όπως και η Λένι, έδωσε εντέλει συγχωροχάρτι στον Πέλτσερ. «Κι αν με ρωτήσετε αν το έχω μετανιώσει, δεν θα σας πω ούτε ναι ούτε όχι ούτε ίσως, παρά μόνο το εξής: όποτε σκέφτομαι πως τον είχαμε στο χέρι, αναγουλιάζω – το καταλαβαίνετε;»

Η αποστροφή της για αυτή την, εν πολλοίς εκβιασμένη, αθώωση έγκειται στο γεγονός ότι ο Πέλτσερ είχε αξιώσει τη σωτηρία του στη βάση της συνενοχής τους. Η Χαιλτόνε δεν βρισκόταν στο φυτώριο παρόλο που ο Πέλτσερ ήταν ναζί, αλλά επειδή ακριβώς ήταν. Στην πλαστή της ταυτότητα ήταν θαμμένη η Έλλι Μαρξ από το Ζααρλουίς, που δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει στη Γερμανία του ’33 χωρίς πιστοποιητικό αρίας φυλής και έτσι χρειάστηκε να πεθάνει στο Παρίσι. Η άρια πλέον Χαιλτόνε, η οποία σημειωτέον βρισκόταν επί είκοσι χρόνια υπό διωγμό, όχι μόνο φυλετικό αλλά και πολιτικό (Ρηνανή αυτονομίστρια, γαρ), διάλεξε το φυτώριο του Πέλτσερ «[…] γιατί θεώρησα πως το ασφαλέστερο για μένα θα ήταν να δουλεύω σ’ έναν ναζί, κι ακόμα ασφαλέστερο σ’ έναν διεφθαρμένο, εγκληματία ναζί».  

Στο τέλος του πολέμου τόσο η Λένι όσο και η Χαιλτόνε κατέθεσαν υπέρ του Πέλτσερ στο δικαστήριο, ξεπλένοντάς τον κανονικά. Η Χαιλτόνε, πάντως, δεν φαίνεται να αναγουλιάζει όταν αναφέρει στον συγγραφέα πως η κατάθεσή της ερχόταν μεν κόντρα στη συνείδησή της, αλλά και στο επαγγελματικό της συμφέρον. Διότι, η μεταπολεμική της τύχη ήταν τραγικά ειρωνική, έγινε κάτι παραπάνω από Πέλτσερ, έγινε ιδιοκτήτρια αλυσίδας φυτωρίων.

Από τα πιο συνταρακτικά στιγμιότυπα του βιβλίου είναι εκείνο, όπου η χήρα ενός πολιτικού εξιστορεί στον συγγραφέα πώς ο Πέλτσερ τους είχε βοηθήσει να διαφύγουν. Η επισήμανση της γυναίκας αυτής απηχεί τον προεξάρχοντα στο μυθιστόρημα προβληματισμό του Μπελ: «Μας έσωσε τη ζωή – ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει να ξεχνάτε πόσο υψηλή ή πόσο χαμηλή θέση έπρεπε να έχει κανείς εκείνο τον καιρό για να σώσει τη ζωή ενός άλλου. Αυτή η πτυχή όσον αφορά τις χάρες πάντα λησμονείται: αργότερα ο Γκαίρινγκ ισχυρίστηκε πως είχε σώσει τη ζωή μερικών Εβραίων, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ποιοι μπορούσαν να σώσουν ζωές και τι είδους συνθήκες δικτατορίας είναι εκείνες που επιτρέπουν να εξαρτάται μια ανθρώπινη ζωή από χάρες».

Και καταλήγει: «Πράγματι, του χρωστάμε τη ζωή μας – είναι όμως επίσης αλήθεια ότι κρατούσε και τη ζωή μας στα χέρια του».

Ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι συμμερίζεται εκθύμως τον θυμό της σωσμένης γυναίκας με την απάντηση που δίνει (νοερώς) στο υψηλά ιστάμενο πρόσωπο (σωτήρα τού Μπόρις), όταν ερωτάται αν είχε ποτέ δοκιμάσει να βγάλει κάποιον από ναζιστικό στρατόπεδο για Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Ενοχλημένος από την «απόχρωση μομφής» στην ερώτηση, ο συγγραφέας σκέφτεται πως πράγματι δεν είχε επιχειρήσει ποτέ κάτι παρόμοιο, «[…] ούτε και βρέθηκε ποτέ σε τέτοια θέση ώστε να μπορεί να δοκιμάσει να βγάλει οποιονδήποτε από οπουδήποτε· είχε κάμποσες ευκαιρίες να μην αιχμαλωτίσει άλλους κατ’ αρχήν, να τους αφήσει να ξεφύγουν, τις οποίες και εκμεταλλεύτηκε».

Η Κλημεντίνη μιλώντας στον συγγραφέα για τις συνθήκες σωτηρίας της Ραχήλ, βέβαιη πως εκείνος μπορούσε να κατανοήσει «τη διαλεκτική των κινήτρων», του λέει: «[…] δεν χρειάζεται καν να σας εξηγήσω ότι όταν κάποιος επιθυμεί να σώσει έναν άνθρωπο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι λίγο-πολύ αναγκασμένος να κρύψει τον άνθρωπο αυτόν σε συνθήκες στρατοπέδου συγκέντρωσης».

Ο Πέλτσερ βασανίστηκε από μια άγνωρη σε εκείνον εσωτερική σύγκρουση το 1944, όταν αποφάσισε να σώσει τις ζωές της Λένι και του Μπόρις. Υποψιαζόταν πως ήδη τους προστάτευαν ανώτερες δυνάμεις απέναντι στις οποίες ήταν ανυπεράσπιστος (ιδίως τον Σοβιετικό άνδρα, που έχαιρε της προστασίας ενός υψηλά ιστάμενου προσώπου, και δη καθ’ όλα γερμανικού), αλλά ταυτόχρονα διαισθανόταν πως το τέλος του πολέμου πλησίαζε και συνεπώς θα χρειαζόταν άμεσα μια καλή μαρτυρία. Έτσι, το 1944 ο Πέλτσερ «βρέθηκε για πρώτη φορά αιφνιδίως μακριά από την πλήρη αίσθηση αυτοπεποίθησης του Είναι και τώρα εισέρχεται με μια κάποια αγωνία σε άγνωστες περιοχές». Η Χαιλτόνε αναφέρει σχετικά: «Από ψυχαναλυτική άποψη ήταν ενδιαφέρον να παρατηρείς αυτό που συνέβαινε στον Βάλτερ Πέλτσερ».

Σε αυτή τη φάση της αγωνίας αρχίζει το μανιώδες αναχάραγμα της επωδού «Δεν είμαι κανένα τέρας» ή «Νομίζεις πως είμαι κανένα τέρας;», φράσεις που ο Πέλτσερ ψαλμωδούσε σε αμφισβητίες και μη. Σίγουρα ο συγγραφέας δεν ανήκει στους πρώτους, καθώς ακούει συμπονετικά, σχεδόν, τις βεβαιώσεις του περί της ανθρωπιάς και της γενναιοδωρίας του, που τον ενθάρρυναν να παραμερίσει το συμφέρον του και να διασφαλίσει την ευτυχία δύο νέων ανθρώπων. Παράλληλα, φρόντισε να παραιτηθεί, γραπτώς και ενυπόγραφα, τόσο από το Κόμμα όσο και από τα Τάγματα Εφόδου, δηλώνοντας «ένας αξιοπρεπής Γερμανός που εξαπατήθηκε και παραπλανήθηκε».

Ο Γκρουντς, φοβούμενος πιθανόν ότι ο συγγραφέας θα υπερτιμούσε τις θυσίες του Πέλτσερ, προλαβαίνει εγκαίρως την παρανόηση τονίζοντας: «Για να μην παρεξηγούμαστε, πάντως, μη φανταστείτε πως ο Βαλτερούκος ανακάλυψε ξάφνου μέσα του εκείνο το ξένο σώμα που πολλοί άνθρωποι ονομάζουν συνείδηση, ή πως ξάφνου, τρέμοντας από φόβο ή περιέργεια, άρχισε να προσεγγίζει εκείνη την έως και σήμερα εξωτική γι’ αυτόν λέξη ή ήπειρο που καμιά φορά ονομάζουμε ηθική. Όχι. Όχι».

Ωστόσο, προτού διαπλεύσει σώος και αβλαβής το 1945, ο Πέλτσερ ήταν εντόνως απασχολημένος με τα περιθώρια κερδοσκοπίας από τις κηδείες, καθώς και με τις διόλου κερδοφόρες, για τον ίδιο, ερωτοτροπίες του Μπόρις και της Λένι. Εκείνος τη μυεί στην ποίηση και εκείνη στο τραγούδι. Ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται πως είναι παράδοξο, όχι όμως και αθέμιτο, να μην είναι Γερμανός «ο βασικός άρρην πρωταγωνιστής» στην ιστορία της Λένι, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό. «Εκείνη είναι που δεν ήθελε κανέναν Γερμανό ήρωα για ήρωα». Βέβαια, ο βασικός άρρην πρωταγωνιστής στην ιστορία της Λένι είναι όντως Γερμανός, όχι όμως ο Πέλτσερ, ο οποίος «σαφώς διαθέτει τέτοιο βεληνεκές ώστε θα μπορούσε ακόμα και να επισκιάσει τον Μπόρις στον ρόλο του βασικού άρρενος πρωταγωνιστή», αλλά ο συγγραφέας και μόνο.

Η Λένι, λοιπόν, που από το 1939 περίμενε διακαώς έναν άντρα να την αγαπήσει και εκείνη να του δοθεί άνευ όρων, όπως είχε δοθεί στα ρείκια, βρήκε επιτέλους το 1943 τον Μπόρις, απέναντι στον οποίο ακόμα και ο συγγραφέας διάκειται ευμενώς, καίτοι επίδοξος αντίζηλος. Εκείνη την εποχή η ομορφιά της Λένι άγγιξε ένα δοξαστικό απόγειο και κάλλιστα θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο τής «ιδανικής Γερμανίδας κοπέλας στην πόλη» ή σε οποιαδήποτε άλλη «πολιτικο-γεωγραφικο-ιστορική υποδιαίρεση περιλαμβάνεται σ’ αυτό που ονομαζόταν Γερμανικό Ράιχ».

Ο συγγραφέας δεν δυσκολεύεται να παραδεχτεί πως ο Μπόρις ήταν επαρκούς μορφώσεως και «παρόλο που η εκπαίδευσή του δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να συγκριθεί με κάτι τόσο ανεκτίμητο όσο ένα απολυτήριο από το γερμανικό Λύκειο, ας πούμε ότι, αντικειμενικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν σαν κάτι αντίστοιχο». Δεδομένου δε ότι είχε διαβάσει στα γερμανικά Χαίλντερλιν, Χέγκελ και Τρακλ, «ακόμα και αναγνώστες με πνευματικές απαιτήσεις θα μπορούσαν ενδεχομένως να παραδεχτούν ότι δεν ήταν και πολύ κατώτερος της Λένι και ότι, τουλάχιστον ως εραστής, και της άξιζε και την άξιζε».

Ανταλλάσσοντας στα κρυφά δείγματα της γερμανικής ποιητικής και μουσικής κληρονομιάς εν είδει ερωτικών εξομολογήσεων, η Λένι και ο Μπόρις λαχταρούσαν (όχι από) τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που υπέθαλπαν τα αγκαλιάσματά τους στο όμορο του φυτωρίου νεκροταφείο, λίκνο ηδονικό, καίτοι δυσοίωνο. Ο Οκτώβριος του 1944, με εννέα μεγάλες πρωινές αεροπορικές επιδρομές, υπήρξε για τη Λένι ο «μήνας του θεσπέσιου ροζάριου». «Το χρωστάω στη Ραχήλ και στην Παναγία αυτό· καμιά τους δεν ξέχασε πόσο τις αγαπώ».

Όταν έπεφταν οι βόμβες της Βρετανικής Αεροπορίας, οι δύο εραστές κατέφευγαν σε ένα ιδιωτικό παρεκκλήσι και ξάπλωναν πάνω στα ρείκια που είχε απλώσει η Λένι πίσω από το ιερό του οικογενειακού τάφου, τιμώντας έτσι, φυτολογικά ας πούμε, το παρθενικό της ερωτικό λίγωμα. Επισκεπτόμενος μεταπολεμικά το παρεκκλήσι, ο συγγραφέας βρήκε πίσω από τον βωμό «σκόνη φυτικής προέλευσης, που ακόμα διατηρούσε μια κόκκινο-μοβ απόχρωση και μπορούσε κάλλιστα να προέρχεται από ρείκι σε αποσύνθεση».

Όμως δεν ήταν μόνο η Λένι χαρούμενη που έφτιαχνε στεφάνια τραγουδώντας και ζούσε μια ερωτική εμπειρία «πολύ πιο υπέροχη από εκείνη την ιστορία με τα ρείκια», αλλά και ο Μπόρις, αφενός επειδή η Λένι ήταν τόσο πρόθυμη ερωτικά (είχε έναν «ευθύ, προλεταριακό, σχεδόν μεγαλοφυή αισθησιασμό») αφετέρου δε επειδή ο ίδιος είχε αποδειχθεί ευνοούμενος της μοίρας χάρη στο υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, που είχε επωμιστεί το επισφαλές πεπρωμένο του. Όμως υπήρχε και ένας ακόμη λόγος. Εκεί, στο φυτώριο του Πέλτσερ, όπου «καταγινόταν όλη μέρα με αγκυλωτούς σταυρούς και αετούς», ανακάλυψε κάτι απρόσμενα ευφραντικό στην άχαρη εργασία του. «Έχει κάτι το ανακουφιστικό όχι μόνο να υποψιάζεσαι και να ξέρεις αλλά να βλέπεις κιόλας ότι ακόμα και τα μέλη των Ταγμάτων Εφόδου είναι θνητά – και όσο για τις σβάστικες και τους αετούς, έχω πλήρη επίγνωση της ιστορικής μου κατάστασης».

Μετά από όλα αυτά τα ειδυλλιακά παραξενεύει η ανάγκη του συγγραφέα να διευκρινίσει πως θα ήταν εσφαλμένο να πιστέψει κανείς «ότι ο Μπόρις και η Λένι περνούσαν τη ζωή τους σε μια μόνιμη κατάσταση μελαγχολίας». Ενδεχομένως έχει στον νου του όσα ο ίδιος επισήμανε νωρίτερα σχετικά με τις συνθήκες σε ένα νεκροταφείο εν μέσω πολέμου, ότι, δηλαδή, σε τέτοιες περιστάσεις υπάρχουν πάντα πολλά δάκρυα, πολύ κλάμα και πολύς πόνος και κανείς δεν γίνεται να μείνει «ακλόνητος στην αυτοπεποίθηση του Είναι του». «Η αξιοπρεπής θλίψη δεν ήταν σε καμία περίπτωση πάντα και τόσο αξιοπρεπής· στο νεκροταφείο δραστηριοποιούνταν κάθε μέρα εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες επιπεφυκότες, τα εγκεφαλικά στελέχη έβγαιναν εκτός ελέγχου, καθώς πολλοί παριστάμενοι ένιωθαν ασφαλώς ότι οι υπέρτατες αξίες της ζωής τους επηρεάζονταν».

Ο συγγραφέας, μη θέλοντας να στερήσει τη Λένι από την, επιβεβλημένη σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα, ενσυναίσθηση, είχε φροντίσει να δείξει πως και εκείνη πριν τον Μπόρις ήταν ευεπίφορη στο κλάμα, τα δάκρυα και τον πόνο, αν και διστάζει να τα αποδώσει σε ξεκάθαρα αίτια. «Όπως και να ’χει, ο υποκειμενικός Π. της Λένι θα πρέπει να υπήρξε σφοδρότατος».

Από τα διατρέξαντα στο φυτώριο μείζονος σημασίας είναι η εξέγερση της Λένι, εξέγερση τόσο πολιτική όσο και ερωτική, συνοψισμένη στην πρωτοβουλία της να προσφέρει ένα φλιτζάνι καφέ στον νεοαφιχθέντα Ρώσο αιχμάλωτο. Ο συγγραφέας, ως οφείλει, διερευνά επισταμένως το επεισόδιο, αν και η μεροληψία υπέρ της Λένι δεν μπορεί να αποκλειστεί. Βασικό ρόλο στη σκηνή κατέχει ο κατά τα άλλα δευτεραγωνιστής Κρεμπ, ένας αγριοφασίστας ή, αλλιώς, ένας αρχιηλίθιος, που ξεκρέμασε από τον γάντζο στον τοίχο το τεχνητό του πόδι και με αυτό πέταξε το φλιτζάνι από το χέρι του Ρώσου. Την ίδια στιγμή ο Πέλτσερ έφτυσε στο πάτωμα, ενώ η Λένι ξέπλενε το φλιτζάνι («με επιμελή προκλητικότητα») για να το γεμίσει κατόπιν με καφέ και να το ξαναπροσφέρει στον ίδιο, αποσβολωμένο πλέον, αποδέκτη. Τα δεδομένα που καλείται να εκτιμήσει ο συγγραφέας είναι αναμφίβολα εξόχως ευαίσθητα. Καταρχάς, πώς θα μπορούσαν να πιστοποιηθούν οι ισχυρισμοί του Πέλτσερ ότι η φτυσιά του (που κατέληξε πιο κοντά στον Κρεμπ παρά στη Λένι) είχε «έννοια ειρωνική» και ότι «το φτύσιμο λειτούργησε ως ιστορική υπογράμμιση», από τη στιγμή που ο ίδιος, ο συγγραφέας, ήξερε ήδη ότι ακόμα και τότε που ο Πέλτσερ έφτυνε αίμα από την αγωνία, είχε την προνοητικότητα να το φτύσει «έξι μήνες πιο νωρίς από ό,τι έπρεπε», προτού οι περιστάσεις γίνουν ιδιαίτερα αιματηρές για εκείνον;

Από το άλλο μέρος, ο συγγραφέας (και εδώ διαφαίνονται τα εποπτικά του όρια) δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η Λένι είχε συνείδηση της πολιτικής διάστασης της πράξης της. Μπορούσε εκείνη, που «δεν έμπαινε καν στον κόπο να κάνει τον διαχωρισμό ανάμεσα σε Εβραίους και μη Εβραίους», να καταλάβει τι σήμαινε να δίνει τέλη του ’43 «μια αφελής Γερμανίδα κοπέλα» ένα φλιτζάνι καφέ σε έναν Ρώσο αιχμάλωτο πολέμου; Μπορούσε να καταλάβει πως έτσι τον «τοποθέτησε σε ένα βάθρο εξαιρετικά ορατό και επικίνδυνο», ή, σύμφωνα με τη διατύπωση του Γκρουντς, πως «δημιούργησε γύρω της μια πελώρια ζώνη πυρός προτού καν υπάρξει οτιδήποτε να πυροβολήσουν»;

Η μόνη εξήγηση που επιλέγει ο Γκρουντς για το «περιστατικό του καφέ» είναι η «καθαρή, αθώα ανθρωπιά» της Λένι, χάρη στη γενναία πράξη της οποίας «ο Μπόρις έγινε άνθρωπος, ανακηρύχθηκε άνθρωπος, τελεία και παύλα – παρ’ όλα τα κακά που ακολούθησαν».

Επειδή, όμως, ο συγγραφέας δεν έχει καμία αμφιβολία πως «αυτή ήταν η αποφασιστική μάχη της Λένι», πολύ πιο σημαντική και ανεξάρτητη από όλα τα άλλα στοιχεία που ερμήνευαν την ύπαρξή της (ρομαντισμός, μυστικισμός, αισθησιασμός, υλισμός, κρετινισμός) θέλησε να ερευνήσει περαιτέρω «το περιστατικό του καφέ» ζητώντας λεπτομέρειες από τα δραματικά πρόσωπα της σκηνής που ήταν ακόμα εν ζωή, πλην της Λένι, η οποία δεν είχε κρίνει το περιστατικό αρκετά άξιο λόγου ώστε να το συζητήσει με κάποιον. Πέρα από τον τρόμο των παριστάμενων, που ηλέκτριζε τη νεκρική σιγή, που είχε εκλύσει η χειρονομία της, υπήρχε φυσικά και οργή. Η ομόφρων τού Κρεμπ Βανφτ σχολιάζοντας τη σιωπή της σκηνής υποστηρίζει μια ηθική στάση απαράβατη για κάθε υπεύθυνο άτομο: «Το θέμα είναι ότι κανονικά δεν έπρεπε να είχαμε μείνει σιωπηλοί, είχαμε υποχρέωση να μη μείνουμε σιωπηλοί».

Η σαφώς μετριοπαθέστερη Χαιλτόνε θαύμασε την «ανθρωπιά και ζεστασιά» της πράξης της Λένι, αν και πάλι δεν ήταν σίγουρη πως η κοπέλα ήξερε τι έκανε. Από τους εργαζόμενους στον Πέλτσερ η Χαιλτόνε ήταν, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής, η πιο τρομαγμένη, και προφανώς απέφευγε να δίνει δικαιώματα σε έναν ναζί, κυρίως με το να μην του δείχνει ότι φοβάται. Βλέποντας, λοιπόν, τη Λένι να προστατεύει από την ταπείνωση έναν Σοβιετικό για να την επιφέρει σε έναν Γερμανό ανάπηρο, μάλλον πρώτα θα αισθάνθηκε σύγκρυο και μετά θαυμασμό. Ενδεχομένως ο αντίκτυπος αυτής της πολυσήμαντης χειρονομίας είναι που διαμόρφωσε την κατοπινή της άποψη για τη Λένι: «Είναι περίεργο –πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβω τι ήταν αυτό που έκανε τη Λένι τόσο ξεχωριστή, σχεδόν αδιαπέραστη- ήταν προλετάρια, ναι, το εννοώ, η σχέση της με το χρήμα, τον χρόνο και τα σχετικά – προλετάρια· θα μπορούσε να είχε προχωρήσει στη ζωή, αλλά δεν ήθελε να πάει πουθενά».

Ο συγγραφέας συνεκτιμώντας τις πληροφορίες, με απώτερο στόχο πάντα τη συνειδησιακή αποκατάσταση της Λένι, καταλήγει, «αντικειμενικά και υποκειμενικά», στο συμπέρασμα ότι η εξέγερσή της επρόκειτο «για κάτι σχετικό, που μόνο στο πλαίσιο της ύπαρξης της Λένι και της ιστορικής συγκυρίας πρέπει να εξεταστεί». Και επειδή θέλει «να αποφευχθεί πάση θυσία η εντύπωση ότι κατά την περίοδο τέλη 1943 με αρχές 1944, εν μέσω πολέμου, επικρατούσε οποιουδήποτε είδους ρωσοφιλία ή σοβιετική ευφορία στη βιοτεχνία στεφανιών του Πέλτσερ», θεωρεί ότι η φυσικότητα της χειρονομίας της Λένι πρέπει να συναρτηθεί περισσότερο με όρους προσωπικούς παρά ιστορικούς. Έτσι, παλινδρομώντας μεταξύ τεκμηρίων και σοφιστειών, ο συγγραφέας καταφέρνει να καταστήσει την αναγέννηση της Λένι μέσα από την ιδιόχειρη νεκρική σιγή διαδικασία όχι ολοκληρωθείσα, αλλά διαρκή. «Εν ολίγοις: η Λένι ποτέ δεν ήξερε τι έκανε μέχρι που το έκανε».

Άξονας της μυθοπλασίας, που διατρυπά λίγο-πολύ κάθε χαρακτήρα, είναι ο ανυποχώρητος αντιμιλιταρισμός του Μπελ. Παρακάτω θα δούμε πως ακόμα και η ειρήνη, που επιβλήθηκε στη Γερμανία το 1945, περιγράφεται ως ακραία εμπόλεμη συγκυρία. Όπως συμβαίνει με όλους σχεδόν τους συλλογισμούς, που διατυπώνονται στις σελίδες, η περιφρόνηση για τη στρατιωτική προσπάθεια προβάλλεται αντεστραμμένη, σαν εξύμνηση. Το στρατιωτικό ιδιόλεκτο, το οποίο απομιμούνται διάφορα έγγραφα που αναδιφά ο συγγραφέας, συνδράμει την κρυπτικότητα της ειρωνείας, αν και δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα κρυμμένη. Εν προκειμένω το στόχαστρο της ειρωνείας απομακρύνεται από τη Λένι για να σημαδεύσει τους τρεις άντρες που αγάπησε πριν τον Μπόρις. Πρόκειται για τους Χάινριχ Γκρούιτεν, Έρχαρντ Σβάιγκερτ και Αλόις Πφάιφερ, αδελφό, εξάδελφο και σύζυγό της, αντιστοίχως. Και οι τρεις πολέμησαν και σκοτώθηκαν. Μολονότι το ιδανικότερο θύμα για τον δεξιοτεχνικό σαρκασμό του Μπελ είναι ο Αλόις, ο αδελφός της Λένι ξεχωρίζει λόγω του θανάτου του, που θα ήταν συγκινητικός, αν δεν ήταν τόσο μάταιος.

Ο Χάινριχ Γκρούιτεν υπήρξε «ένας νέος με πραγματικά καλή μόρφωση», η ποιητική φυσιογνωμία του οποίου θα μπορούσε να αποδοθεί σαν «μείγμα νεαρού Γκαίτε και νεαρού Βίνκελμαν με κάτι από Νοβάλις», και το μόνο που έλεγε για εκείνον η Λένι, πάντα ακατάδεχτη με τις λέξεις, ήταν πως «είναι τόσο γλυκός, τόσο τρομερά γλυκός και καλός». Αυτός ο νέος, που ο πατέρας του ήθελε πάση θυσία να τον κρατήσει μακριά από τα έργα του πολέμου, κατατάχθηκε στον στρατό ορμώμενος από μια επιθυμία ακατανόητη, όχι όμως και ανέφικτη δεδομένων των συνθηκών. Διά στόματος του ιδίου: «Χώμα, χώμα και χώμα θέλω κι εγώ να γίνω, χώμα και τίποτ’ άλλο».

Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση της τελεσίδικης σταδιοδρομίας του τον έστειλαν ως πολυβολητή σε τεθωρακισμένο να κατακτήσει τη Δανία για λογαριασμό του Ράιχ και κάπου εκεί σκοτώθηκε, όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά στο απόσπασμα με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, που επέτεινε την εξωφρενικότητα της μοίρας που προέκρινε για τον εαυτό του. Στημένος στον τοίχο ξεστόμισε μια επιθυμία παρεμφερή με το χώμα, που και αυτή θα εκπληρωνόταν μετά θάνατον: «Σκατά στη Γερμανία».

«Τι παρανοϊκή, παρανοϊκή σπατάλη». Η Μάργκρετ Σλαίμερ, επιστήθια φίλη της Λένι, που το 1940 πέρασε μια νύχτα έρωτα με τον αδελφό της (και πολλές περισσότερες με άλλους), φέρει τη μνήμη του σαν «ένα λουλούδι που ακόμα ανθίζει στην καρδιά της». Παραδόξως ο σπαραγμός της ακούγεται περισσότερο πολιτικός παρά ερωτικός: «Αχ. Ακόμα ανθίζει μέσα μου, ακόμα ανθίζει – και εβδομήντα να είχε φτάσει και ογδόντα χρονών, εγώ ακόμα θα τον αγαπούσα τρυφερά, και τι τον τάισαν τελικά; Δυτικό κόσμο. Με ολόκληρο τον δυτικό κόσμο στο στομάχι πέθανε –τον Γολγοθά, την Ακρόπολη, το Καπιτώλιο (ελαφρά παρανοϊκό γέλιο)- και τον Ιππέα της Βαμβέργης από πάνω. Για κάτι τέτοιες μπούρδες έζησε ένας τέτοιος υπέροχος νέος. Για κάτι τέτοιες μπούρδες».

Παρά τη διακηρυγμένη του αντικειμενικότητα, ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει με την ίδια ευμένεια τα δύο αδέλφια. Αν η Λένι διαφεύγει χάρη στο προστατευτικό του βλέμμα κάθε υπόνοια σφάλματος, η εικονολατρική αντίληψη για τον αδελφό της προσκρούει στην καχυποψία του. Προκειμένου δε να την αναιρέσει, αμβλύνοντας με πειστήρια τον διαφαινόμενο ιδεαλισμό στην προσωπογραφία του Χάινριχ, επιστρατεύει τις μαρτυρίες δύο ιησουιτών μοναχών. Διαψεύδοντας τις προσδοκίες του, οι δύο γέροντες συνέβαλαν στην περαιτέρω εξιδανίκευση του νεκρού με παρατηρήσεις όπως «Τόσο Γερμανός, τόσο Γερμανός και τόσο ευγενής», «Τόσο ευγενής, τόσο ευγενής και τόσο Γερμανός», και με αποφάνσεις όπως «Για ένα μόνο πράγμα σαφώς δεν ήταν κατάλληλος, ή παραήταν καλός: για οποιονδήποτε στρατό», «Σίγουρα όχι στρατιώτης. Αυτό, όχι». Και τελικά: «αυτό έγινε», «αυτό τον κάνανε».

Ωστόσο, ο συγγραφέας βρίσκει μερικές σελίδες γραμμένες διά χειρός του ίδιου του Χάινριχ, που εν μέρει δικαιολογούν τη δυσπιστία του για τις πολυθρύλητες αρετές τού νεκρού στα είκοσί του χρόνια στρατιώτη. Στα χαρτιά αυτά ο Χάινριχ κατέγραφε, με προσεγμένο γραφικό χαρακτήρα «που θα του άξιζε κάποιο καλύτερο θέμα», κανόνες θεμελιώδεις για την επίτευξη του στρατιωτικού σκοπού, αποσπώντας από τον συγγραφέα έναν αμφιλεγόμενο, μάλλον υποθερμικό, έπαινο: «Ο συγγρ. δεν διαθέτει καμία απόδειξη για το ποιητικό ταλέντο του Χ., με εξαίρεση τα κείμενα που παρατέθηκαν και που μπορούν ενδεχομένως να θεωρηθούν πρώιμα δείγματα “συγκεκριμένης ποίησης”».

Ανεπιφύλακτος, αντιθέτως, είναι ο ενθουσιασμός του για την ποιητική δεινότητα του Έρχαρντ Σβάιγκερτ, στους στίχους του οποίου αναγνώριζε σπάνια εκφραστική δύναμη. Με θέρμη, επίσης, παραδέχεται πως ακόμα και αν η Λένι δεν είχε γνωρίσει τον Γκέοργκ Τρακλ μέσω του Μπόρις, θα τον γνώριζε αναμφίβολα μέσω του Έρχαρντ, ο οποίος ήταν τόσο συνεσταλμένος, που πήγε και σκοτώθηκε προτού την κάνει δική του. Ο υπερβάλλων ρομαντισμός του δεν εξέβαλε μόνο στην ποίηση, αλλά και στη Δανία, όπου μαζί με τον εξάδελφό του Χάινριχ έκαναν κάτι πολύ γερμανικό, πολύ συμβολικό ή πολύ μάταιο, που τους έστειλε στο απόσπασμα. Όπως το θέτει η Μάργκρετ, το ραντεβού της Λένι με τον Έρχαρντ «έμεινε μια ουτοπία ακυρωμένη από τη στρατιωτική ιστορία».

«Τον είχε αγαπήσει, με τρυφερότητα και πάθος, κι αν μέχρι τότε δεν είχε συμβεί τίποτα, θα συνέβαινε στην επόμενη άδειά του – αυτό σας το εγγυώμαι. Αλλά ξέρετε δα πώς τελείωσαν όλα, στη Δανία, στη μάντρα ενός νεκροταφείου».

Ως βιβλιοκριτικός ο συγγραφέας αποδεικνύεται αυστηρότερος με τον Αλόις, ίσως επειδή τα «λογοτεχνικά» του κατάλοιπα φαίνονταν εξαρχής αδύναμα να αντικρούσουν ακόμα και καλοπροαίρετους σχολαστικισμούς. Στην περίπτωσή του οι έπαινοι αποκλείονται, αλλά τουλάχιστον οι επικρίσεις υποβόσκουν, καίτοι εντόνως. Στα γραπτά τού Αλόις το παροξυσμικό στρατιωτικό φρόνημα σαρώνει κάθε ίχνος ποίησης. Ο διαφαινόμενος λυρισμός είναι περισσότερο ζήτημα ζήλου παρά γραφής. Ο συγγραφέας, φανερώνοντας μια αναιμική διάθεση επιείκειας απέναντι σε αυτό τον νεκρό, προτιμά να αποσιωπήσει τις ποιητικές του δοκιμές και να επικεντρωθεί στα δείγματα πρόζας, τα οποία, μολονότι παρατίθενται, δεν σχολιάζονται, γιατί ο συγγραφέας δηλώνει «μάλλον προκατειλημμένος όσον αφορά τη συγγραφή πρόζας».

Τόσο τα χαρίσματα του Αλόις όσο και οι λαμπρότατες σταδιοδρομίες που σχεδιάζονταν για λογαριασμό του, δεν ελέγχονται απλώς από τη δυσπιστία του συγγραφέα, αλλά απορρίπτονται συλλήβδην. Ο συγγραφέας είναι βέβαιος πως τίποτα στην ύπαρξή του δεν τον προόριζε για κάποιο μεγαλείο, οποιουδήποτε είδους. Μόνο για ένα πράγμα νιώθει την ανάγκη να τον υπερασπιστεί, για τα μαύρα, σχεδόν μελανά μαλλιά του, εξαιτίας των οποίων η οικογένεια Πφάιφερ είχε υποστεί μια «παρανοϊκή μουρμούρα», «στο πλαίσιο άκρως χυδαίων ρατσιστικών θεωριών». Μετά από μια περίπλοκη συλλογιστική, γενεαλογική όσο και γεωγραφική, ο συγγραφέας αποφασίζει πως η ασφαλέστερη λύση είναι η «οπτική του κουρέα» και σύμφωνα με αυτήν «τα μαλλιά του Α. ήταν αναμφισβήτητα όμορφα: πυκνά, σκούρα, σπαστά». Και προσθέτει για τους πλέον φιλύποπτους: «Αν πρέπει οπωσδήποτε να τον τοποθετήσουμε σε κάποια φυλετική κατηγορία, η μόνη περιγραφή που του αξίζει είναι αποτυχημένος Τεύτων».

Για την ετυμηγορία αυτής της καθολικής, υπαρξιακής καταδίκης δεν χρειάζονται στον συγγραφέα τεκμήρια περισσότερα του ενός: «Το πού κατέληξε τελικώς μετά από ορισμένες ανεπιτυχείς σταδιοδρομίες, ο αναγνώστης το γνωρίζει ήδη: στον στρατό».

Θέλοντας, όμως, και πάλι να παραμείνει αλώβητη η Λένι από τη μετριότητα του εφήμερου συζύγου της, δικαιολογεί, κάπως αδέξια, την επιλογή της υποστηρίζοντας ότι «[…] όσον αφορά τη Λένι επρόκειτο όχι για ηθικής αλλά μάλλον για υπαρξιακής φύσεως ατόπημα».

Σε συνάρτηση με τις τρεις αυτές παταγώδεις αποτυχίες στο πεδίο των μαχών, που παρωδούν τον γερμανικό μιλιταρισμό, αξίζει να αναφερθεί η ιδιότυπη οπτική του Γκρουντς σχετικά με τη στρατιωτική αγωγή. Για εκείνον η γερμανική ιστορία είχε τελειώσει το 1914, τότε που σήμανε «το τέλος κάθε σοσιαλισμού στη Γερμανία». Έτσι, όταν αναγκάστηκε να καταταχθεί, προσπάθησε να γίνει, «από θυμό και οργή και θλίψη», επιλοχίας, μόνο και μόνο για να κάνει τη ζωή μαύρη σε μεραρχίες ολόκληρες, που ξαπόστελνε σωρηδόν στο μέτωπο. «Τα μισούσα τα στραβάδια, τους νεοσύλλεκτους, με την καλή τους ανατροφή, τη δουλικότητα, μαλάκες με όλες τις έννοιες της λέξης». Ο Γκρουντς πέρασε τον πόλεμο κουβαλώντας στο πορτοφόλι του μια φωτογραφία της Ρόζα Λούξεμπουργκ «σαν εικονίτσα αγίου», μέχρι που «τελικά ξέφτισε σαν εικονίτσα αγίου επίσης».

Δηλωτική της ανελέητης επιθετικότητας του σαρκασμού, που ισοδυναμεί με την πιο απερίφραστη περιφρόνηση, είναι η παράθεση στρατιωτικών εγγράφων στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος, όπου πλέον έχει επέλθει η ειρήνη. Οι διακόσιες περίπου σελίδες, που εξεικονίζουν τη μεταπολεμική Γερμανία μέσα από τις βιοτικές συνθήκες των κεντρικών προσώπων, είναι οι τραγικότερες του βιβλίου. Οι ψευδαισθήσεις έχουν χαθεί και όλοι υποχρεώνονται να συνεχίσουν τις ζωές τους σε ένα τοπίο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ρημαγμένο, έχοντας κιόλας να αντιμετρηθούν με τις πικρές, οδυνηρότατες συνέπειες της επιβίωσής τους, η οποία παρέμενε επαπειλούμενη. Το 1945 ο πόλεμος καλά κρατεί, ενώ οι επιζήσαντες καλούνται να διαχειριστούν μια περίτρομη ελευθερία. Δεν ήξεραν τι να την κάνουν την ελευθερία τους και αυτό «ήταν πολύ σκατένιο συναίσθημα». Ο καθένας προσπαθούσε να βρει τρόπο να ξεφορτωθεί «αυτή την εν προκειμένω εξαιρετικά άκαιρη και επικίνδυνη ελευθερία», ενώ οι ομοβροντίες των συμμαχικών δυνάμεων, που αντηχούσαν «λίγο σαν αληθινή ελευθερία», προμήνυαν μια απειλητική απελευθέρωση.

«Τι να την κάνουμε την ελευθερία, πού να πάμε όντας ελεύθεροι;» Πώς και πού να επιβιώσουν όλοι εκείνοι οι λιποτάκτες, οι κρυμμένοι, οι απελευθερωμένοι, οι πλαστογραφημένοι, οι εγκληματίες πολέμου, οι δωσίλογοι, οι προοριζόμενοι για θανάτωση; «Πού να πάνε οι ναζί, πού να πάνε οι αιχμάλωτοι πολέμου, πού να πάνε οι στρατιώτες, πού να πάνε οι σκλάβοι;»

Τη «ρευστοποίηση», ευφημισμός των εκτελέσεων, του ανθρώπινου πλεονάσματος (τώρα δεν ήταν μόνο οι Ρώσοι και οι Εβραίοι «και τα λοιπά» προς «ρευστοποίηση» ή «εκκαθάριση», αλλά και «σημαντικός αριθμός Γερμανών»), αναγκαία προκειμένου ο εχθρός να μη βρίσκει παρά ερείπια, ανέλαβαν νεοεμφανιζόμενοι εκτελεστές, εκ των οποίων άλλοι ανήκαν μέχρι πρότινος στους μη εκτελεστές και άλλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους με υπέρμετρο ζήλο. Την κατηγοριοποίηση των εκτελεστών δυσχέραινε το γεγονός πως «υπήρχαν ακόμα και υπηρεσίες των SS που αποκήρυτταν τη φήμη τους ως εκτελεστών».

Όλοι βρίσκονταν σε κίνδυνο καθώς αγνοούσαν απέναντι σε ποιον ήταν τώρα υπόλογοι και από ποιον έπρεπε να κρύβονται. Κάθε μεταμφίεση και κάθε μεταστροφή απειλούνταν από κάποιον ανύποπτο εχθρό, που καραδοκούσε να αποδώσει δικαιοσύνη. Εξαιρετικής σημασίας η επισήμανση του Μπελ διά στόματος της Λόττε: «Η “ρευστοποίηση” και η “εκκαθάριση” ανατέθηκε σε αξιότιμα άτομα και θεσμούς που […] προσδοκούσαν να φτάσουν με σχετικά καθαρά τα χέρια σε εκείνη τη φάση που θα περιγραφόταν εσφαλμένα ως “ειρήνη” αλλά ορθά ως “τέλος του πολέμου”».

Από το άλλο μέρος, «οι προς εκτέλεση, οι εκτελεστέοι» δημιουργούσαν δυσεπίλυτα προβλήματα στον στρατό και στα SS –ασφυκτιούσαν ήδη υπό το καθεστώς της «αντι-αριοποίησης»- καθώς συχνά έφταναν στα στρατόπεδα ημιθανείς, «και δεν είναι καθόλου μα καθόλου σωστό, άνθρωποι προοριζόμενοι για εκτέλεση να παραδίδονται ως πτώματα». Ο συγγραφέας προβαίνει σε μια παραδοχή, που θα πρέπει να αναγνωριστεί ως υπέρβαση, αν αναλογιστούμε την επιφυλακτική έως αυστηρή εκ μέρους του αντιμετώπιση των τριών προαναφερθέντων νεκρών στρατιωτών: «Έχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατάκτηση ηπείρων ή και κόσμων δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, ότι είχαν κι εκείνοι οι άνθρωποι τα προβλήματά τους και ότι προσπαθούσαν να τα λύνουν με γερμανική επιμέλεια και να τα καταγράφουν με γερμανική σχολαστικότητα».

Αποδεικνύοντας ακόμη μία φορά την πλημμελή του αντικειμενικότητα, ο συγγραφέας, την ώρα που οι γερμανικές αρχές ασχολούνταν πρακτικά με τον καθαρισμό των στρατοπέδων και θεωρητικά με τη δεοντολογία της θανάτωσης, τοποθετεί τη Λένι του στον πιο ασφαλή χώρο, κάτω από τη γη. Ο πάλαι ποτέ κομμουνιστής Πέλτσερ, συνενώνοντας τις υπόγειες κρύπτες οικογενειακών τάφων, έφτιαξε έναν «μικρό σοβιετικό παράδεισο», όπου ο ίδιος, η Λένι, ο Μπόρις, η Μάργκρετ, η Λόττε και οι δύο γιοι της, περίμεναν, από τις 20 Φεβρουαρίου ώς τις 7 Μαρτίου του 1945, να φύγουν επιτέλους «όλοι οι ηλίθιοι Γερμανοί». Πέρα από τον Πέλτσερ, σε αυτό τον σοβιετικό παράδεισο των μνημάτων ακραιφνής κομμουνίστρια ήταν η Λόττε, η οποία, σύμφωνα με τον πεθερό της, τον Χόυζερ τον πρεσβύτερο, θα πρέπει να πίστεψε, κάπου τον Μάρτιο, πως ξέσπασε ο σοσιαλισμός και έσπευσε να πάρει μέρος στο πλιάτσικο σε μια αποθήκη «του ένδοξου γερμανικού στρατού» και ευτυχώς, λέει ο Χόυζερ, που «αυτό το μπλέξιμο μεταξύ σοσιαλισμού και δημοκρατίας δεν κράτησε πολύ».

Ο Πέλτσερ έχει διαφορετική γνώμη για το πλιάτσικο. Κουρνιασμένοι και αγκαλιασμένοι κάτω από το χώμα, που ρημαζόταν από τους καταιγιστικούς βομβαρδισμούς, συνειδητοποίησαν όλοι πως δεν είχε καμία σημασία πια αν ήσουν ναζί ή κομμουνιστής, τα μόνα που μετρούσαν ήταν η ζωή και ο θάνατος, και έτσι μόλις τελείωσαν οι αεροπορικές επιδρομές «[…] αμέσως τρέξαμε έξω […] να επωφεληθούμε μαζί –μαζί, λέω- από όσα δικαιούμασταν από τον γερμανικό στρατό […]». 

Ο Χόυζερ, ο οποίος ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα ανεκτικός με τα κομμουνιστικά κηρύγματα της Λόττε, πιστεύει ότι εκείνη, ακόμα και ως «απογοητευμένη ψευδο-σοσιαλίστρια», όφειλε να αναγνωρίσει πως του χρωστούσε τη ζωή της, γιατί: «Μια νύξη μόνο να κάναμε, μία μόνο, για όλα αυτά που έλεγε για τον πόλεμο και τους σκοπούς του πολέμου, αρκούσε η λεξούλα “σκατά”, και θα βρισκόταν χωμένη μέσα σ’ αυτά μέχρι τα μπούνια, φυλακή ή σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ή ακόμα και να κρέμεται από κανένα ικρίωμα […]».

Μπορεί πράγματι η Λόττε να μην υπήρξε ποτέ της φασίστρια, αλλά ο Χόυζερ ήξερε πως «το να μην υπήρξες ποτέ φασίστας καθόλου δεν αρκεί».

Ίσως η πιο σπαρακτικά αντιπολεμική σκηνή του βιβλίου είναι η περιγραφή του λαιλαπώδους βομβαρδισμού του Βερολίνου. Και εδώ το άτομο αναλαμβάνει να διατρανώσει το όλον. Καμία ειρωνεία, το παραμικρό υπομειδίαμα. Μόνο η έντρομη, ανοχύρωτη ύπαρξη, που πολιορκείται από το θάνατο. Υπό αυτό τον οριακό τρόμο το άτομο απεκδύεται κάθε ενοχή και κάθε αθωότητα, δεν είναι πια παρά ένα παλλόμενο ένστικτο, όλο από σάρκα. Ο φόβος, η πείνα, η δίψα αντενδείκνυνται στον ορθολογισμό. Η ενσυναίσθηση έπεται του ανθρώπου.

Ο Μπογκακόφ, συγκρατούμενος του Μπόρις στο στρατόπεδο αιχμαλώτων και αρειμάνιος καπνιστής, κρύβει την τρεμάμενη ελευθερία του στο κελάρι ενός κατεστραμμένου σπιτιού, όπου προσεύχεται υπό την εφιαλτική εμβοή των βομβών, όχι από τρόμο ή ευλάβεια, αλλά επειδή απλώς θέλει να καπνίσει. Είχε βρει μέσα στα ερείπια ένα προσευχητάρι και πριν στρίψει τα τσιγάρα του διάβαζε τη σελίδα, που λίγο μετά θα γινόταν στάχτη. Και καθώς κάπνιζε τις προσευχές, αισθάνθηκε ερωτευμένος με την πόλη, που ισοπεδωνόταν, με τη σκόνη, που σήκωνε ο χαμός της, με τα καμπαναριά, που κατέρρεαν και με τις γυναίκες, που θα έστεργαν να τον ζεστάνουν τους κρύους, παγερούς χειμώνες, που σίγουρα θα έρχονταν. 

Η Ίλζε Κρέμερ, από τις πιο απαλές, μαλακές φυσιογνωμίες του μυθιστορήματος, απελπιστικά εύθρυπτη, κρυμμένη στο κελάρι μιας ζυθοποιίας, που έτρεμε συθέμελα από τους επάλληλους βομβαρδισμούς, βρέθηκε να κάνει έρωτα με έναν άγνωστο νεαρό και το μόνο που θυμόταν από εκείνες τις ώρες ήταν η σκόνη στο στόμα του. Και αυτή η χωμάτινη γεύση από το σμίξιμό τους δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη της. Είχε επιζήσει με τα δόντια της να τρίζουν από τη σκόνη. Όχι όμως για πολύ. Στην πεντακοσιοστή σελίδα τη βρίσκουμε νεκρή από υπερβολική δόση υπνωτικών και ο ολίγιστος επίλογος της ζωής της ήταν το ρήμα «θέλω» σε διάφορες μορφές, κυρίως σε άρνηση. Ποτέ δεν ήθελε άλλο. Ήδη από το 1939.

Έναν θάνατο από υπερβάλλουσα ευαισθησία είχε και Μάργκρετ Σλαίμερ, η οποία πέρασε τον μεταπολεμικό χρόνο του μυθιστορήματος πάνω σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι. Πέθανε από κοκκίνισμα. Εκείνη που όλη της τη ζωή την κυβερνούσε η συμπόνια, μια συμπόνια ηρωική, που, όπως χωρίς δισταγμό παραδέχεται ο συγγραφέας, υπερέβαινε κάθε έκφανση του ηρωισμού της Λένι (μόλις τρεις ή τέσσερις φορές κοκκίνισε), και την οποία η Μάργκρετ πρόσφερε σε οποιονδήποτε την αποζητούσε, δεν άντεξε τη βεβήλωση της σαρκικής μετάληψης, του άστρου της καρδιάς της. Οι μοναχές-νοσοκόμες έκαναν τυραννικές τις τελευταίες της ημέρες, εμφυσώντας της έναν ιερό τρόμο για ανδρικά ονόματα, άλλα εντελώς προτεσταντικά και άλλα εντελώς καθολικά, που κατά πάσα πιθανότητα είχε κάποτε περιθάλψει. «Από τη στιγμή που βρέθηκαν σ’ αυτό το μονοπάτι της βαναυσότητας, και αγανακτώντας κατά βάθος με μια ευαισθησία που αρνούνταν να αναγνωρίσουν στην κυρία Σλαίμερ, ενέτειναν τα βασανιστήριά τους σε βαθμό βλασφημίας […]».

Από ένα σημείο και πέρα, η ιδιάζουσα ευαισθησία της Μάργκρετ, ήδη αρκετά εξημμένη, δεν χρειαζόταν να ερεθιστεί από κάποιον άσεμνο νυγμό για να γεμίσει το σώμα της αιματώματα και πορφύρα. «[…] και επειδή το κοκκίνισμα της κυρίας Σλαίμερ είχε εξελιχθεί σε πλήρη νεύρωση, τη βραδιά λίγο πριν πεθάνει κοκκίνισε ακόμα και όταν οι μοναχές στο παρεκκλήσι έψαλαν τη λιτανεία των Αγίων».

Μέχρι οι Αμερικανοί να διαχωρίσουν και να ταξινομήσουν τους ναζί και τους μη ναζί, κάτι πολύ λιγότερο εύκολο από όσο είχαν πιστέψει, η Λένι γέννησε τον γιο της, τον Λεβ, ο Μπόρις σκοτώθηκε και ο Πέλτσερ περιέπεσε σε βαθύτατη μελαγχολία. Μπορεί ο συγγραφέας να είχε αγανακτήσει, όπως ξέρουμε, με την ανεπάρκεια των λεξικών ως προς το ανθρώπινο θυμικό, παρ’ όλα αυτά σημείωσε ως κρίσιμη την πρόταση του λεξικού για το ρήμα «υποφέρω»: «Το άτομο υ. σε βαθμό ευθέως ανάλογο της ποιότητας ζωής του και της ευαισθησίας του».

Η παραπάνω ερμηνεία καθιστά αναπότρεπτα ανερμήνευτη τη μεταπολεμική μελαγχολία του Πέλτσερ. Είχε επιζήσει πολύ επικίνδυνων για την ευτυχία και τη μακαριότητά του καταστάσεων και είχε αποκομίσει από τις νόμιμες και ημιπαράνομες κηδείες σεβαστά κέρδη για να στήσει αργότερα μια επιχείρηση, υπέρ το δέον αρμόζουσα στο πολυσχιδές του δαιμόνιο, με την επωνυμία «Αποδόμηση Α.Ε.». Οι ισοπεδωμένες γερμανικές πόλεις ήταν εγκατεσπαρμένες με σιδερόβεργες, ατσαλοδοκούς και διάφορα μέταλλα, που σκούριαζαν εν ειρήνη, πολεμικών πλοίων, τανκς, αεροπλάνων, ενώ γενικά «όλη η Ευρώπη ήταν τίγκα στο ατσάλι». Σε «μια εποχή που τις υψικαμίνους τις διαλύανε», εκείνος στοίβαζε σιδερικά στα οικόπεδά του και για μία ακόμα φορά το επενδυτικό του αισθητήριο αποδείχθηκε προσοδοφόρο. Επομένως, γιατί τόση θλίψη;

Οι επισκέψεις του συγγραφέα στη βίλα του Πέλτσερ δεν απέφεραν σαφή διάγνωση παρά μόνο ένα ανεπαίσθητο, υπόρρητο αίσθημα ανικανοποίητου, που οφειλόταν εν μέρει στην ανδρική του αποτυχία με τη Λένι. Περισσότερο, όμως, φαίνεται ότι τον έθλιβε η αποτυχία της κατάκτησης κάτι ακόμα πολυτιμότερου, της ευγνωμοσύνης των άλλων. Στο κάτω κάτω δεν ήταν κανένα τέρας, μολονότι ολοένα λιγόστευαν, λόγω θνητότητας, όσοι θα ήταν πρόθυμοι να το πιστοποιήσουν. Και αν τα χέρια του είχαν κάνει σε πεθαμένους και ζωντανούς πράγματα επιλήψιμα νομικώς, όχι απαραιτήτως και ηθικώς, είχαν επίσης βαφτίσει τον Λεβ, εκεί στον σοβιετικό παράδεισο των μνημάτων. Διότι, ο Μπόρις «[…] ήξερε αυτό που ήμουν, και επέμενε να το βαφτίσω εγώ το αγοράκι. Εγώ. Με τούτα εδώ τα χέρια, ναι […]».

Με δάκρυα στα μάτια λέει στον συγγραφέα πως εκεί κάτω, στις κρύπτες των μαυσωλείων, ο Μπόρις, ένας Σοβιετικός, του είχε μάθει να προσεύχεται ξανά και, το σημαντικότερο, του είχε διδάξει «πως τα περί υπανθρώπων κι όλα αυτά είναι μαλακίες». «Να ’ταν άραγε ειλικρινή τα δάκρυα του Πέλτσερ;», αναρωτιέται ο ακροατής του καταστρέφοντας τη φόρτιση της στιγμής.

Ο συγγραφέας, παρόλο που αποφεύγει να αποτιμήσει ηθικά τα δάκρυα του Πέλτσερ, μάλλον θεωρεί ανήθικο να παραληφθεί η εκροή τους. «Τα δάκρυα του Πέλτσερ έρρεαν τώρα με τόση ταχύτητα, που θα ήταν έγκλημα να αμφισβητηθεί η υλική γνησιότητά τους, ενώ είναι πέραν των δυνατοτήτων του συγγρ. οποιαδήποτε κρίση σχετικά με τη συναισθηματική τους ειλικρίνεια».

Ωστόσο, σε άλλη επίσκεψή του στη βίλα φάνηκε πιο δεκτικός στη συγκίνηση του οικοδεσπότη του, ιδίως όταν τον άκουσε να κάνει χρήση του ρήματος «υποφέρω», ομολογώντας πως, έστω όψιμα, συνειδητοποίησε πως έχει ψυχή «και πως η ψυχή αυτή υποφέρει». «Στην παρατήρηση ότι ο Πέλτσερ υπήρξε συγκινητικός δεν πρέπει να αναγνωστεί ούτε ίχνος ειρωνείας», ξεκαθαρίζει ο συγγραφέας.

Δυσεξήγητη θλίψη βασανίζει μεταπολεμικά και το υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, μολονότι και αυτό υποδέχεται τον συγγραφέα σε ένα οικιακό περιβάλλον εξευγενισμένου πλούτου. «[…] πάνω από το πρόσωπο του ανθρώπου αυτού, ακόμα και πάνω από τον Πικάσο, τον Σαγκάλ, τον Γουόρχολ και τον Ράουσενμπεργκ, πάνω από τον Βαλντμύλερ, τον Πέχσταϊν και τον Πούρμαν – πάνω απ’ όλα αυτά συνολικά, μια κάποια –εδώ ο συγγρ. κάνει το μεγάλο άλμα- θλίψη».

Τι στενοχωρούσε αυτό τον επιφανή εργάτη του Ράιχ; Προφανώς, η αγνωμοσύνη των ευεργετηθέντων. Σε καμία περίπτωση του Μπόρις, τον οποίο είχε γλιτώσει από τα χειρότερα ναζιστικά στρατόπεδα αιχμαλώτων, μεταφέροντάς τον σε κάποιο με ανεκτά επίπεδα θνησιμότητας, φροντίζοντας ταυτόχρονα να τον εισαγάγει στη γερμανική πολιτισμική κληρονομιά. Οι νεκροί, ως είθισται, παραμένουν ασυγκίνητοι μπροστά στη θλίψη των άλλων. Βέβαια, αν ο Μπόρις είχε καταφέρει να μείνει ζωντανός στο ορυχείο που τον στείλανε οι Αμερικανοί, θα βοηθούσε ιδιαίτερα, ως ένσαρκη μαρτυρία αυτοθυσίας, τον ευεργέτη του στη δίκη της Νυρεμβέργης. Ο εν λόγω ευεργέτης, πάντως, δεν καταλόγιζε στον εαυτό του την αποτυχία της πλήρους, τρόπον τινά, σωτηρίας του Μπόρις, αλλά στις συμμαχικές δυνάμεις, όχι τόσο επειδή τον συνέλαβαν, όσο επειδή συνέλαβαν τον ίδιο. «Το φταίξιμο των Δυτικών συμμάχων έγκειται στο ότι με συνέλαβαν και με κράτησαν επτά χρόνια, κλειδαμπαρωμένο, δηλαδή, έστω κι αν οι αμπάρες δεν έκλειναν και τόσο καλά και ούτε τα κλειδιά δεν γυρνούσαν πάντα στην κλειδαριά».

Εκείνο που κυρίως πλήγωνε τον υψηλά ιστάμενο κύριο ήταν η αχαριστία της Λένι, η οποία δεν φαινόταν διατεθειμένη να αντιληφθεί την «πολιτισμική επιρροή» του στον πατέρα του παιδιού της και αρνούνταν πεισματικά να του επιτρέψει να γίνει «κάτι σαν αναβαθμισμένος πνευματικός πατέρας» του Λεβ, από τη στιγμή δε που κανείς δεν μπορούσε να ισχυριστεί για τον δικό της πατέρα ότι «στον πόλεμο ήταν αθώος και άμωμος σαν αγέννητο μωρό». Ενδεχομένως με την παρατήρηση αυτή ο εν λόγω κύριος επιχειρούσε να δώσει μια εξήγηση για τις μετέπειτα παραβατικές ροπές του Λεβ, τις οποίες, λαμβάνοντας υπόψη του τη δική του ευαίσθητη θέση, διστάζει να χαρακτηρίσει εγκληματικές. «Δεν θα πω εγκληματίας, γιατί ποτέ δεν καταδέχομαι να υιοθετήσω οποιαδήποτε νομική έννοια αβασάνιστα».

Αν ο Λεβ ήταν εγκληματίας, τότε ο ίδιος μετατρεπόταν αυτομάτως σε κάτι πολύ χειρότερο, έστω και σε αυστηρά νομικό πλαίσιο, παρόλο που δυσκολευόταν να δει τι το εγκληματικό είχε το να είναι κανείς ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους, να παλεύει να αντεπεξέλθει στις πολυσύνθετες -διοικητικές, οργανωτικές, στεγαστικές- επιταγές του Ράιχ και να ενδιαφέρεται παράλληλα, διατρέχοντας άμεσο κίνδυνο, για τη σωστή σίτιση των Ρώσων αιχμαλώτων, που έφταναν στα εργοστάσια από τα στρατόπεδα υπερβολικά εξαθλιωμένοι για να δουλέψουν. Γιατί ο ίδιος ποτέ δεν συμμερίστηκε την άποψη ότι η εργασία στη βιομηχανία πυρομαχικών έπρεπε να ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη.

Η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου μετεξελίσσεται σε απολογία, πολύ πιο εμφατικά από ό,τι όλες οι άλλες που παρατίθενται, αν και ο συγγραφέας τον επισκέπτεται χωρίς να κομίζει κανενός είδους κατηγορητήριο. Αντιθέτως, στη δεύτερη επίσκεψή του τού προσφέρει φωτοτυπημένη την πρώτη έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, δώρο που ο οικοδεσπότης παραλαμβάνει με «χαμόγελο ικανοποίησης», χωρίς ωστόσο να συγκρατήσει στη συνέχεια μια «απροκάλυπτη επιθετικότητα». Η αμηχανία του συγγραφέα απέναντι στην αγρίως αμυντική στάση του συνομιλητή του γίνεται δυσφορία, όταν προκύπτουν τα αναπόφευκτα δάκρυα. Δεν μπορεί να καταλάβει τι τους είχε πιάσει όλους και ολοφύρονταν, «[…] τη στιγμή που η Λένι επέτρεπε στα μάτια της ακριβώς τόση υγρασία όση ήταν απαραίτητη ώστε να είναι ανοιχτά και καθάρια».

Όσο και αν ο συγγραφέας αρνείται να το πιστέψει, τα δάκρυα, το κλάμα και ο πόνος του περίλυπου κυρίου εκπήγαζαν από τη σκαιότητα της Ιστορίας στο πρόσωπό του. Διότι, ήταν ένας άνθρωπος που του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει κάτι για κάποιον άλλο και το έπραξε. Παρενέβη στο πεπρωμένο του Μπόρις «με δυναμισμό και συνέπεια και σε βαθμό αυτοθυσίας».

«Θέλω να καταλήξω στο εξής: δεν υπήρχε κανένας λόγος να με αποπέμψουν με τόση έπαρση και να αποδεχτούν με τόση βεβαιότητα την ετυμηγορία ενός δικαστηρίου που σήμερα όλοι μιλάνε για το πόσο αμφισβητήσιμο ήταν. Όχι, πραγματικά δεν εισέπραξα κανένα ευχαριστώ από εκείνη την ιστορία».

Ωστόσο, παρά την ψυχική του αναστάτωση το υψηλά ιστάμενο πρόσωπο θέτει έναν προβληματισμό, που κεντρίζει τις παραπαίουσες ανάμεσα στην αρετή και την κακία ψυχές: «Στο κάτω κάτω, διχασμένοι είμαστε, έτσι δεν είναι; Η φύση μας δεν είναι διχασμένη;»

Με την ίδια επιφυλακτικότητα, που μεταφέρει τη συγκεκαλυμμένη μεταμέλεια τόσο του προαναφερθέντος κυρίου όσο και του Πέλτσερ, ο συγγραφέας αναφέρεται στο αναίμακτο μεταπολεμικό πεπρωμένο τής ναζί Βανφτ, η οποία κατάφερε να διαφύγει ανεπανόρθωτες τιμωρίες, όχι, όμως, χωρίς να υποστεί «φρικτά, τρομερά πράγματα». Ο συγγραφέας δεν στερεί από τον εαυτό του την απόλαυση μιας παρενθετικής σημείωσης: «[…] καθώς εξακολουθεί [η Βανφτ] να μη μιλά γι’ αυτά, ο συγγρ. δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει αν επρόκειτο για πράγματα αντικειμενικώς ή υποκειμενικώς φρικτά και τρομερά».

Ωστόσο, ενδεχομένως εξαιτίας των φρικτών και τρομερών που υπέστη η ίδια, η Βανφτ θεωρεί πως άλλοι δεν πλήρωσαν τα επίχειρα της ανομίας τους. Τη Λένι, λόγου χάριν, δεν θα έβλαπτε καθόλου «λίγη διαπόμπευση», γιατί «τελικά ένα πορνίδιο ήταν και τίποτ’ άλλο, μια κοκότα, μία τσούλα και μισή». «Ακούς, να πάει να τα φτιάξει με Ρώσο ενώ τα παιδιά μας πολεμούσαν στο μέτωπο και ο άντρας της είχε σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης και ο πατέρας της ήταν πρώτης γραμμής κερδοσκόπος του πολέμου […]».

Η Βανφτ, βαθύτατα προσβεβλημένη από την τυφλότητα του ιστορικού δικαστηρίου, είναι αφοριστική στην απόφανσή της: «Δεν υπάρχει ευγνωμοσύνη στον κόσμο, ούτε δικαιοσύνη υπάρχει, έτσι είναι τα πράγματα, τελεία και παύλα».

Ο Γκρουντς, πάλι, αν και φιλικά διακείμενος απέναντι στον Πέλτσερ, πιστεύει ότι την έβγαλε καθαρή υπερβολικά αβασάνιστα, «χωρίς ούτε την παραμικρή γρατζουνιά». Θα έπρεπε, σκέφτεται, να είχε μείνει λίγο παραπάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα, ενώ και «ένα εξαμηνάκι κλεισμένος σε κάποιου είδους φυλακή, σίγουρα θα του ’χε κάνει καλό». «Απλώς και μόνο ως θεραπεία, δηλαδή, λιγάκι αγωνία δεν θα του ’κανε κακό».

Η Χαιλνότε επίσης επιζεί, όπως είδαμε παραπάνω, και μάλιστα αναδεικνύεται, χάρη στη δεινότητά της στην εκλογίκευση, στο επιχειρηματικό ισοδύναμο του Πέλτσερ. Την επαγγελματική της άνοδο, ωστόσο, σκιάζουν οι μορφές τις Ίλζε και της Λένι, στις οποίες διακρίνει μια σαφή, αν και ανεκδήλωτη, μομφή εναντίον της, καθώς καμία από τις δύο δεν αποκόμισε οφέλη από το τέλος του πολέμου. Κάθε άλλο. Η μία αυτοκτόνησε, ενώ η άλλη κατέρρευσε οικονομικά. Όπως το υψηλά ιστάμενο πρόσωπο και ο Πέλτσερ, η Χαιλτόνε είναι αναγκασμένη να υπομένει την ευημερία της υπό το βάρος της ενοχοποιητικής διάθεσης των άλλων. Σε αντίθεση με την Ίλζε, εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει, να ζήσει μέχρι τέλους.

Διατρέχοντας τις μεταπολεμικές τύχες των μυθοπλαστικών προσώπων ο Μπελ διατηρεί αμετακίνητη τη στόχευσή του να καταδείξει τον απροσμάχητο, αδυσώπητο παραλογισμό της Ιστορίας. Με το τέλος του πολέμου οι ήρωές του κατατροπώνονται, πρωτίστως ηθικά. Η εμπόλεμη περίοδος των ζωών τους τούς διέσωζε από την ιλαροτραγωδία των υπάρξεών τους. Μετά δεν έχουν κανένα ελαφρυντικό. Κανένα ανάχωμα δεν εμποδίζει την ισοπέδωσή τους από τις ενέδρες, που οι ίδιοι έστησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στον εαυτό τους. Μετέωροι και αποπροσανατολισμένοι, αλέθονται μες στη ρευστότητα της μεταβατικής εποχής και μες στην περιρρέουσα αλλοφροσύνη γίνονται και οι ίδιοι αλλόφρονες.

Ακόμα και ο Μπόρις, ο οποίος ούτως ή άλλως βρισκόταν εξαρχής «εντελώς εκτός της ιστορικής λογικής» (Σοβιετικός προστατευόμενος από έναν υψηλά ιστάμενο Γερμανό) και ο οποίος πρόλαβε να σκοτωθεί νωρίς, δεν γλίτωσε ένα μάλλον φαρσικό πεπρωμένο· τον συνέλαβε μια αμερικανική περίπολος γιατί είχε πάνω του πλαστά γερμανικά χαρτιά. Άλλωστε, η δυσαρμονία του με την ιστορική λογική είχε φανεί από τη βρεφική του ηλικία. Το σχετικό επεισόδιο είναι από τα πιο σπαρταριστά του βιβλίου και δηλωτικό της θανάσιμης παραφροσύνης της Ιστορίας. Εξαιτίας μιας παρεξήγησης είχαν κάνει στον μικρό Μπόρις περιτομή, αλλά επειδή αργότερα κατάλαβε πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό πήγε και αποκατέστησε την «παρέμβαση στο πετσάκι», μέχρι που τα ράμματα έσπασαν και έτσι στο στρατόπεδο αιχμαλώτων κινδύνευε και ως Ρώσος και σαν Εβραίος. Τελικώς σκοτώθηκε σαν Γερμανός.

Μεταπολεμικά η Λένι είχε και εκείνη το μερίδιό της στον περιρρέοντα τραγέλαφο. Μετά από μια περιοδεία ανά τα στρατόπεδα της Ευρώπης σε αναζήτηση του αίφνης Γερμανού Μπόρις της, αναζήτηση την οποία διεξήγε «με γενναιότητα και πείσμα», αρκετά παράτολμα, αφού διέσχιζε τα σύνορα έχοντας γερμανικά χαρτιά, και επίσης στα τυφλά, αφού αγνοούσε πως «σ’ όλη την Ευρώπη υπήρχαν κάπου δεκαπέντε με είκοσι εκατομμύρια Γερμανοί αιχμάλωτοι πολέμου», αναδείχθηκε σε κόκκινο σύμβολο. Λόγω της γνωστοποίησης της σχέσης της με έναν Σοβιετικό απέκτησε ξαφνικά μεγάλο κύρος πολιτικά και θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει πολιτική καριέρα, αν δεν ήταν τόσο αφελής ή τόσο ακραιφνώς απολιτική. Όσον αφορά τη βραχύβια πολιτική της δράση μετά το 1945, «[…] ο συγγρ. δεν νιώθει απλώς να τον εγκαταλείπει η ικανότητά του να βλέπει αλλά ακόμα και η ικανότητά του να πιστεύει». Και ξέρουμε ήδη πόσο ασθενής, ή έστω κλονισμένη, ήταν η τελευταία του ικανότητα.

Μολονότι θα του «ήταν δυσάρεστο να δει τη Λένι σε δικαστήριο» και μάλιστα σε ένα δικαστήριο, όπου θα υποχρεωνόταν να κοινοποιήσει τις πολιτικές της απόψεις (για τον Κίζινγκερ, λόγου χάριν), περιορίζεται, κάπως ντροπιασμένος, στην επιβεβαίωση του γεγονότος: «Ναι, η Λένι “συμπορεύτηκε” με το Κομμουνιστικό Κόμμα».

Επειδή ούτε καν εκείνος δεν θα έφτανε ποτέ στο σημείο να αποδώσει στη Λένι τον χαρακτηρισμό εξέχουσα προσωπικότητα, υποψιάζεται πως η πολιτική της δράση οφειλόταν στην εσφαλμένη εντύπωση κάποιου στελέχους του ΚΚΓ, που δεν άργησε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του λάθους του. Διότι, μολονότι στο Κόμμα θεωρούσαν πως ως «χήρα γενναίου μαχητή του Κόκκινου Στρατού», η Λένι ήταν ιδανική για να εξυψωθεί «σε αγωνίστρια της αντίστασης», εκείνη το μόνο που είχε να δηλώσει δημοσίως για τον Μπόρις ήταν πως της είχε μάθει να προσεύχεται. Ειρήσθω εν παρόδω, από την παρερμηνεία των ιστορικών και εθνικών δεδομένων είχε οδηγηθεί στον κομμουνισμό και ο Πέλτσερ, όταν είδε μια ταινία φασιστικής προπαγάνδας και τα κατάλαβε όλα λάθος, νομίζοντας ότι η επανάσταση είναι «ευκαιρία για κλεψιές και λεηλασίες». Μετά από όλα αυτά, ο συγγραφέας δεν έχει καμία δυσκολία να καταλάβει «για ποιο λόγο το παγκόσμιο προλεταριακό κίνημα ήταν τόσο μάπα στη Δυτική Ευρώπη».

Η Λένι, πάντως, που δεν κοκκίνισε παρά τέσσερις φορές στη ζωή της, έγινε για ένα διάστημα κατακόκκινη, ήταν η «ξανθιά μασκότ» του νέου Κομμουνιστικού Κόμματος, και παρά τις αστικές της καταβολές κατάφερνε να δείχνει «υπέροχα προλετάρια». Υπήρχε και μια φωτογραφία, όπου εικονιζόταν στο φόντο να κραδαίνει ένα πορφυρό λάβαρο. «Ο συγγρ. πολύ θα ήθελε να επικέντρωνε όλη τη δύναμη της όρασής του πάνω στη φωτογραφία μέσα από έναν φακό που ακόμα δεν έχει ανακαλυφθεί ώστε να έσβηνε εντελώς από εκεί τη Λένι».

Σαφώς πιο επώδυνο για εκείνον είναι το άρθρο που συνοδεύει τη φωτογραφία, όπου τίθεται ένα ερώτημα, το οποίο ουδέποτε θα διανοούνταν να θέσει, ιδίως σε σχέση με τη Λένι: «[…] ίσως όμως έχει νόημα το ερώτημα αν θα ήταν σωστό να υπάγονται ορισμένες εκφάνσεις ψευδο-αφέλειας στην κατηγορία του πολιτικού εγκλήματος».

Ο συγγραφέας ελπίζει πως η Λένι δεν διάβαζε εφημερίδες, αλλά ακόμα και να διάβαζε είχε να ασχοληθεί με σοβαρότερα προβλήματα. Ο Μπελ φαιδρύνει περαιτέρω το πορτρέτο της εμπνεόμενος από τη συμπλοκή της με τις ιστορικές συγκυρίες εξωφρενικές παρεξηγήσεις. Όταν, για παράδειγμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα βγήκε εκτός νόμου, η Λένι «ξέχασε» να παραιτηθεί από μέλος του και είχε αρκετούς μπελάδες με τις κατ’ οίκον έρευνες. Υπήρχαν, από την άλλη, και οι «Γερμανοί χαφιέδες» (Γερμανοί με επικουρικά καθήκοντα αστυνόμευσης, εκ των οποίων κάποιοι μόλις που είχαν προλάβει να βγάλουν τη στολή των Ταγμάτων Εφόδου), οι οποίοι ψάχνοντας το σπίτι της βρήκαν εκείνους τους σχολικούς επαίνους και ήξεραν ότι θα ήταν δύσκολο για τη Λένι να εξηγήσει στις αμερικανικές δυνάμεις «πώς είναι δυνατό να σου δώσουν δίπλωμα ότι είσαι η πιο αυθεντική Γερμανίδα μαθήτρια του σχολείου, χωρίς ωστόσο να είσαι ναζί».

Σαν μην της έφταναν όλα αυτά, η ανακήρυξή της σε αγωνίστρια της αντίστασης γρήγορα ξεχάστηκε και η Λένι παγιώθηκε στη συνείδηση του περίγυρού της σαν «η ξανθιά πουτάνα των Σοβιετικών». Οι έγνοιες την κύκλωναν. Αγωνιούσε για τον αγαπημένο της μοναχογιό, τον Λεβ, που βρισκόταν στη φυλακή, για τις επικείμενες κατασχέσεις, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν το πιάνο της, αλλά και για την «απειλή του θαλάμου αερίων», «που κανείς δεν ξέρει αν μπορεί να πραγματοποιηθεί». Παράλληλα, την ανησυχούσαν οι «καταστάσεις της γυναικείας φύσης», τις οποίες εξακολουθούσε να βιώνει, και ακριβέστερα η ενδεχόμενη διασάλευσή τους λόγω του πρόσφατου ειδυλλίου της με έναν Τούρκο. Παρεμπιπτόντως, η επιλογή του τελευταίου της συντρόφου συνηγορεί υπέρ της πολύπτυχης υπόστασής της, αν και εξαιτίας του «κινδύνευε» με έναν ακόμα αμφιλεγόμενο χαρακτηρισμό, αυτόν της μουσουλμάνας. Ο συγγραφέας, πάντως, υποθέτει ότι η Λένι δεν θα απέρριπτε το Κοράνι, καθώς και εκεί υπάρχει «μια ειδική γωνίτσα για την Παναγία».

Είναι αξιοπαρατήρητο ότι οι συνθήκες ζωής των κεντρικών χαρακτήρων επιδεινώνονται μετά τον πόλεμο, καθώς υποχρεώνονται να αναμετρηθούν όχι μόνο με τον σαρκασμό της Ιστορίας, αλλά και με το έτι δριμύτερο μαστίγωμα του Μπελ, που διαρρηγνύει τα προσωπεία τους. Μοιάζουν σαν να έχουν μείνει γυμνοί και με ό,τι και να ντυθούν από εκεί πέρα θα δείχνουν κουρελιασμένοι. Το σακάτεμά τους είναι απόρροια των κοινωνικών κλυδωνισμών, που τους διέπλασαν, τους παραπλάνησαν και τους τσάκισαν. Με τη σειρά τους και εκείνοι πρόδωσαν την κοινωνία και το συλλογικό τους πρόσωπο μέσα σε αυτήν. Κοινωνία και άτομο αντικρίζονται επ’ άπειρον σε έναν ατέρμονα, τεταμένο αντικατοπτρισμό. Έχουν τεράστια σημασία οι λέξεις που επιβάλλονται στην τελευταία φράση του βιβλίου: «απροσδιόριστες ακόμα αντανακλάσεις» και «ζοφερά σύννεφα». Η διαπάλη ατομικότητας και συλλογικότητας συνιστά ένα προαιώνιο, οικουμενικό θρίλερ, με εκρήξεις του ζόφου όπως και της φαιδρότητας, όπου διαρκώς μετατοπίζεται η έννοια της ηθικότητας, ενόσω διακυβεύεται η αξία της ατομικής ευθύνης. Ποια ευθύνη μού αναλογεί ατομικά, όταν κοινωνικά έχω ήδη συντριβεί; Πώς να περισώσω ηθικά το πρόσωπό μου, όταν στο συλλογικό πεδίο είναι ήδη ανυπόληπτο; Σε παρόμοιους μηχανισμούς της αδράνειας εδράζεται η καθολική απαξίωση και, το χειρότερο, η παραδοχή της συνενοχής, που επιτρέπει σε αθώους και ενόχους να σφίγγουν κρυφίως τα χέρια, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί πια να ξεχωρίσει ποιανών είναι καθαρά και ποιανών βρώμικα. Το κακό με τη Λένι είναι ότι επιμένει να εμπιστεύεται την όψη της σε έναν παλιό καθρέφτη του 1894, που για κακή της τύχη επέζησε δύο παγκοσμίων πολέμων. Πρόκειται για έναν καθρέφτη που «κολακεύει φρικτά» και τον οποίο η Λένι χρησιμοποιεί «πολύ συχνά».

Όπως σημειώθηκε παραπάνω, οι επιζήσαντες του μυθιστορήματος φτάνουν ώς το τέλος υποφέροντας από μια κοινή πάθηση, τη γελοιοποίηση. Η ζωή που τους μένει να ζήσουν είναι μια τραγελαφική ζωή. Τίποτα πια δεν μπορεί να στηρίξει τις προπολεμικές τους αυταπάτες και παρ’ όλα αυτά εκείνοι πιστεύουν ότι η κοινωνική ήττα θα γίνει εφαλτήριο για ατομικούς θριάμβους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ηλικιωμένου Χόυζερ. Ένα σηψαιμικό απολειφάδι του παρελθόντος, που κατάφερε να μεταλλαχθεί από παράσιτο σε επιχειρηματία για να διαφεντέψει τη νέα εποχή. Η διαβρωτική του επενέργεια υποδεικνύεται στην αχρειότητα των δύο εγγονών του (γιων τής Λόττε), που τους έχει υπό την επιρροή του. Ο Κουρτ και ο Βέρνερ, εκπρόσωποι της νέας γενιάς, ενσαρκώνουν ένα δυσοίωνο προμήνυμα για τα μεταπολεμικά χρόνια. Θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι τέκνα της εποχής μας.

Ακόμα και ο Πέλτσερ εξοργίζεται όταν θυμάται τη συμπεριφορά των αγοριών («τη ρεαλιστική προσέγγιση», εντελώς «λάθος από άποψη αρχής») στον σοβιετικό παράδεισο των μνημάτων, που εκείνα επιδίωκαν, από τότε, να μετατρέψουν σε καπιταλιστικό. «[…] τα βρωμόπαιδα των Χόυζερ μάς σπάγανε τα νεύρα, τα θρασύτατα μικρά γουρούνια, πονηρά και αδίστακτα, το μόνο πράγμα που τα κρατούσε κάπως ήσυχα ήταν να μαθαίνουν πράγματα, και το μόνο πράγμα που τα ενδιέφερε να μάθουν ήταν το προφανές: πώς να βγάζουν λεφτά».

Παραδόπιστα και διαολεμένα, έψαχναν για θησαυρούς μέσα στους τάφους, προσβάλλοντας έτσι τον σεβασμό που ακόμα και ένας Πέλτσερ ένιωθε πως όφειλε στους νεκρούς. Και το μόνο που μπορούσε να προσθέσει για αυτά τα «κωλόπαιδα» ήταν πως αν εκείνος είχε βγάλει λεφτά από τα χρυσά δόντια των πεθαμένων, εκείνα θα «έβγαζαν λεφτά ακόμα κι από τα χρυσά δόντια των ζωντανών».

Στο τέλος του πολέμου ο Χόυζερ ήταν ιδιοκτήτης αρκετών ακινήτων, καθώς ήδη από το 1945 προνόησε να αγοράσει από ναζί, καθ’ όλα νόμιμα, κτίρια που ανήκαν σε Εβραίους. Μεταξύ άλλων αγόρασε και την πολυκατοικία, που ήταν κληρονομιά της Λένι. Συνεπώς, αφενός ήταν υπεύθυνος για την οικονομική της καταστροφή και αφετέρου ήταν σε θέση να διαπραγματευτεί τη σωτηρία της.

Η σκηνή που αποθεώνει τον Χόυζερ και τους εγγονούς του, εκτυλίσσεται σε μια αίθουσα συνεδριάσεων της εταιρείας «Χόυζερ Ε.Π.Ε.» (το αρχηγείο του εχθρού), όπου προσήλθε ο συγγραφέας («ελαφρώς αναστατωμένος», καθώς «η μικροαστική του φύση αντιμετωπίζει πάντα με δέος τους πραγματικούς εκπροσώπους της ανώτερης τάξης») για να συζητήσουν από κοινού την τύχη της Λένι.

Επουσιώδης γεωγραφική λεπτομέρεια (ή περί καθαρότητας): ο ουρανοξύστης της εταιρείας ορθωνόταν πλάι στον Ρήνο, «ακριβώς στο σημείο όπου ο ακόμα μεγαλοπρεπής ποταμός μπαίνει στη βρωμερότερη φάση του». Επουσιώδης θερμοκρασιακή λεπτομέρεια (ή περί καθαρότητας): η αίθουσα ήταν αποπνικτικά ζεστή, και μολονότι οι τρεις Χόυζερ ήταν, όπως θα περίμενε κανείς, φανατικοί του καθαρού αέρα, ο αέρας εκεί μέσα γινόταν, λόγω ζέστης και καπνού, ολοένα και λιγότερο καθαρός.

Όπως ευθύς εξαρχής δηλώνει ο Χόυζερ ο πρεσβύτερος: «[…] τώρα, μαζί με τους εγγονούς μου, κόβω όλα τα νήματα, σκίζω το ύφασμα εντελώς». Και σε αυτό το κομμάτιασμα την τιμητική τους είχαν από τη μία η Λόττε, η οποία, παρόλο που ήταν «η μητέρα αυτών των δύο ισορροπημένων, κατά τα φαινόμενα, νεαρών», είχε αποτύχει να τους αναθρέψει αρκούντως γερμανικά, «λόγω της διαρκούς χρήσης της λέξης “σκατά” σε κάθε αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο», και από την άλλη η Λένι, τα λάθη της οποίας, «πολιτικά, ηθικά, οικονομικά», καταδείκνυαν την πλήρη παρανόηση των συμπερασμάτων «στα οποία έχει καταλήξει ακόμα και η σοσιαλιστική οικονομική θεωρία». Ο «ενστικτώδης, πεισματικός, άρρητος αλλά συνεπής τρόπος» με τον οποίο αρνούνταν «οποιαδήποτε έκφανση του κινήτρου για κέρδος», την καθιστούσε αντιδραστικό στοιχείο και εν δυνάμει κοινωνική απειλή. Ελαφρύνοντας τη θέση τής Λένι, ο Χόυζερ παραδέχεται πως τουλάχιστον εκείνη «δεν δέχτηκε ποτέ να συνηγορήσει στις ατέλειωτες ερμηνείες της ιστορίας ως “σκατά” και “μαλακίες”».

Μολονότι η ανάλυση από τον Χόυζερ της ανορθολογικής οικονομικής πολιτικής της Λένι άφηνε τον συγγραφέα αδιάφορο, η όψη του Βέρνερ Χόυζερ εξήπτε την περιέργειά του, καθώς ο νεαρός άνδρας δεν έδειχνε καθόλου τέρας. Ήταν «ανοιχτόμυαλος και φιλελεύθερος στον υπέρτατο βαθμό που του υπέδειξε η εκπαίδευσή του», και εκτός από «φανατικός του καθαρού αέρα» ήταν επίσης χριστιανός, ιδιότητα που δεν τον εμπόδιζε να θεωρεί εαυτόν και έναν ανεκτικό οικονομολόγο και νομικό, εξοικειωμένο με τις συνταγματικές αρχές. Σύμφωνα με την κοσμοαντίληψή του, διόλου ανέρειστη από επιστημονικής πλευράς, καθότι επικυρωμένη, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει, από θεολογικές, φιλοσοφικές, ακόμα και μαρξιστικές θεωρίες, η επιδίωξη του κέρδους και της ιδιοκτησίας ήταν απαραγνώριστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.

Αλλά ούτε ο αδελφός τού Βέρνερ, ο Κουρτ, έμοιαζε από κοντά με «διασταύρωση ύαινας και λύκου». Ήταν συμπαθής, ήσυχος, σεμνός, προσεγμένος και είχε ευγενικά μάτια, που βεβαίωναν τον συγγραφέα για την ευαισθησία του κατόχου τους. «Υπήρξε πράγματι αυτός που μαζί με τον εκ πρώτης όψεως απείρως πιο σκληρό τριανταπεντάχρονο Βέρνερ, εκεί στον σοβιετικό παράδεισο των τάφων, έστριβαν με καινούργιο τσιγαρόχαρτο τις γόπες του Πέλτσερ, ο οποίος ακόμα δεν το έχει ξεπεράσει, και του πουλούσαν τα τσιγάρα για καινούργια;»

Ο συγγραφέας θέλοντας να δώσει στον Κουρτ την ευκαιρία να εκφράσει την ευαισθησία του, για την οποία ο ίδιος δεν αμφέβαλλε, παραθέτει ασχολίαστη την οπτική του πάνω στην περίπτωση της Λένι, που κατατείνει στην υπόδειξη της δρομολογημένης της έξωσης σαν «αναμόρφωση ή στοργική καθοδήγηση, που δυστυχώς ενείχε αναγκαστικά και κάπως σκληρά μέσα κατά την εκτέλεσή της». Ο Κουρτ Χόυζερ λέει με απαλή φωνή στον συγγραφέα: «[…] δεν πρέπει να φύγετε από δω με την εντύπωση πως, όσον αφορά τη θεία Λένι, έχει τεθεί σε κίνηση κάποιος βάρβαρος ιστορικο-κοινωνικός αυτοματισμός, κάποια αμείλικτη διαδικασία, στην οποία υποτασσόμαστε κι εμείς, που καταστρέφει κάθε παρωχημένη δομή· τα πράγματα θα ήταν σίγουρα έτσι αν επιτρέπαμε να προχωρήσει η έξωση χωρίς συνείδηση εκ μέρους μας, χωρίς σκέψη και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό. Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Κάνουμε ό,τι κάνουμε με συνείδηση και όχι ασυνείδητα, και σίγουρα όχι χωρίς ηθικό έλεγχο».

Ο ηθικός έλεγχος, που οιστρηλατεί τον Κουρτ, τον παρωθεί να «αναμορφώσει» τη Λένι στη βάση στοργικών παιδαγωγικών αρχών, οι οποίες θωρακίζουν τα θεμέλια μιας ελεύθερης, δημοκρατικής πολιτείας, που επείγεται να χτίσει και να εποικήσει. Εκείνο που τον ανησυχούσε στην περίπτωση της θείας Λένι δεν ήταν μόνο η αδιαφορία της για την αξία της ατομικής προόδου, αλλά και η απροθυμία της να κατανοήσει ότι η «οικονομική αντι-πρόοδος» συνεπάγεται «ηθική αντι-πρόοδο». Φοβόταν πως η Λένι διατηρούσε «κομμουνιστικές ψευδαισθήσεις», «καταστροφικές όχι επειδή είναι ψευδαισθήσεις αλλά ως ειδυλλιακές καταστάσεις», και πως η προσκόλλησή της σε «ειδυλλιακές ουτοπίες και ιδέες περί παραδείσων» υπονόμευε την ηθική του ατομικισμού, θεμελιακή στην ψυχοσύσταση ατόμων όπως ο Κουρτ.

Με κίνδυνο να φανεί στους δύο νεαρούς φιλελεύθερους άνδρες υπόπτως αντιδραστικός και οικονομικώς ανορθολογικός, ο συγγραφέας εγκαταλείπει την αποστασιοποίησή του και για πρώτη φορά ενδίδει σε ένα συναίσθημα, που μέχρι τότε τιθάσευε με εκπληκτική αυτοκυριαρχία, τον θυμό. Γίνεται πράγματι έξαλλος με την κακοποίηση του σακακιού του (αυτού που έφερε στο δεξί πέτο το αποτύπωμα της Κλημεντίνης) εξαιτίας μιας αδέξιας χειρονομίας του Χόυζερ του πρεσβύτερου, αλλά και με την επιμονή των τριών να τον αποζημιώσουν χρηματικά. Το στιγμιότυπο είναι αριστουργηματικό. Στην έκρηξη του συγγραφέα ο Μπελ παρενθέτει μια θυελλώδη καταφορά εναντίον του κυνισμού, που προοιωνίζονται τα χρόνια της λήθης και της ευτυχίας. Στην αναχρονιστική υπεράσπιση ενός παλιωμένου, σκισμένου σακακιού αντηχεί οξύτατη η κριτική στον αμοραλισμό, που περιβάλλεται το σχήμα του εκσυγχρονισμού και της προόδου. Η συναισθηματική σύνδεση του συγγραφέα με το σακάκι και η απαίτησή του να αποκατασταθεί στην προτέρα κατάστασή του, υποδηλώνουν την αναγκαιότητα να διασωθεί το παρελθόν σε πείσμα του παρόντος, που αγωνιά να το απαλλοτριώσει. Διότι, όσο ενοχλητικό ή άσχημο ή βρώμικο και αν είναι αυτό το παρελθόν, παραμένει χρήσιμο ακόμα και σε εκείνους που το ξεσκίζουν, το διαγράφουν ή το παραχαράσσουν, και εντέλει δεν γίνεται «[…] να πετιέται μόνο και μόνο γιατί κάποιος με χοντρό πορτοφόλι θέλει να γλιτώσει τις σκοτούρες». Αναλογιζόμενος τη φθορά του σακακιού του, που το διέστιζε ο βιωμένος χρόνος του, ο συγγραφέας σκέφτεται ότι πονούσε για «εκείνο το συγκεκριμένο ζήτημα του Δυτικού κόσμου που εξέφρασε ο Βιργίλιος με τη φράση lacrimae rerum».

Όση ευπροσηγορία και αν επέδειξε αργότερα ο συγγραφέας απέναντι στους Χόυζερ και στη μοντέρνα οικονομολογία τους, με την ολόθερμη υπεράσπιση του τραυματισμένου του σακακιού κατέστησε απροσπέλαστο το μεταξύ τους χάσμα και την αντικειμενικότητά του ηθικά ευαίσθητη. Όσο έβλεπε τους δύο Χόυζερ να φέρνουν νευρικά τα χέρια τους «προς τα εκεί που εύλογα υποθέτει κανείς πως βρίσκεται το πορτοφόλι», να παθαίνουν «κάτι σαν μεταφυσικό εκνευρισμό» ανακαλύπτοντας πως υπάρχουν κάποια πράγματα, οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν μπορούν να αποζημιωθούν με λεφτά, ενισχυόταν η βεβαιότητά του πως σε εκείνη την αίθουσα συνεδριάσεων ο μοναδικός «εκπρόσωπος της λογικής» ήταν ο ίδιος, «ο αθόρυβος, ο ευγενικός κι ωστόσο σταθερός», ο οποίος γνώριζε πως από καμία τσέπη δεν γινόταν να βγουν «[…] σακάκια, αγαπημένα σακάκια δώδεκα ετών, πιο αγαπητά στον κάτοχό τους κι από το ίδιο του το δέρμα και ακόμα πιο αναντικατάστατα, γιατί το δέρμα μπορεί να μεταμοσχευθεί, το σακάκι όμως όχι· ένα σακάκι με το οποίο είσαι δεμένος συναισθηματικά αλλά χωρίς συναισθηματισμούς, απλώς και μόνο επειδή, εν τέλει, ανήκεις κι εσύ στον Δυτικό κόσμο και τα lacrimae rerum είναι ριζωμένα μέσα σου».

Ο Λεβ, ο μικρότερος ηλικιακά χαρακτήρας, εικοσιτριάχρονος στο τέλος του μυθιστορήματος, φαίνεται να υποστασιοποιεί μια ισχνή ελπίδα για το γερμανικό μέλλον, και ενώ η προσωπογραφία του δεν εικονίζεται ολόλαμπρη, παραμένει η ευγενέστερη στο ομαδικό πορτρέτο του Χάινριχ Μπελ. Το τραγελαφικό της υπόστασής του έγκειται στην επαγγελματική του ιδιότητα. Είναι σκουπιδιάρης, βρίσκεται συνεπώς στο μεταίχμιο βρωμιάς και καθαρότητας και την ίδια στιγμή στο περιθώριο μιας κοινωνίας που επείγεται να καθαρίσει. Ο συγγραφέας νιώθοντας πως ο ψυχισμός του Λεβ παραείναι σύνθετος για να επωμιστεί ο ίδιος την αποκωδικοποίησή του, τον εμπιστεύεται στα χέρια της επιστήμης. Ο ψυχολόγος, που αναλαμβάνει να ανατάμει τα εσώψυχα του Λεβ, εστιάζει την προσοχή του στο ορμέμφυτο της πόλωσης, απόρροια της εκ γενετής κοινωνικής του διαταραχής. Στην εκτενή ψυχοδιαγνωστική αναφορά η «εγκληματικότητα» του Λεβ εξετάζεται σε συνάρτηση με τα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, που εξαρχής του απέδωσε το ευρύτερο περιβάλλον του. Νόθο «Ρωσάκι» με μητέρα μια «αγαπητικιά των Ρώσων», «παιδί καταδίκου», «το παιδί των μνημάτων», ο Λεβ δεν διέθετε κανένα εχέγγυο για να πολεμήσει τον κοινωνικό του διασυρμό. Οι γενετικές, τρόπον τινά, μειονεξίες του ενθάρρυναν τις συγκρουσιακές του τάσεις και έτσι ο Λεβ μπορούσε να υπάρχει κοινωνικά μόνο μέσω της άρνησής του να ανήκει στην κοινωνία. Εμμένοντας στη στρατηγική τής πόλωσης, κατάφερνε να παραμένει «σε μια διαρκή κατάσταση μη προσαρμογής ώστε να επιβεβαιώνει τις σταθερές της ταυτότητάς του», τις υστερήσεις της, δηλαδή.

Ωστόσο, η παραβατικότητα του Λεβ δεν αποτελούσε τη μοναδική εκδήλωση της ψυχοκοινωνικής του πάθησης. Το σύμπτωμα, που ανησυχούσε ιδιαίτερα τον ψυχολόγο, ήταν οι εκουσίως χαμηλές επιδόσεις του (ΕΧΕ) απέναντι στις κοινωνικές αιτιάσεις. Εισάγοντας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου «την έννοια των εκουσίως χαμηλών επιδόσεων», ο Μπελ κορυφώνει τη σαρδόνια αποτίμηση της επίζηλης γερμανικής ανωτερότητας, μετατρέποντας εμμέσως το σκιαγράφημα του Λεβ σε σκληρή στηλίτευση των νοσημάτων που κυοφορούσε η καινούργια εποχή. Όπως υπογραμμίζει ο ψυχολόγος: «Η ΕΧΕ αποτελεί ολοένα και συχνότερο φαινόμενο, το οποίο θα επιβαρύνει με σοβαρά προβλήματα την υψηλών επιδόσεων κοινωνία μας».

Από το άλλο μέρος, τη συμπτωματολογία του Λεβ επιδείνωναν το «σύμπλεγμα αλληλεγγύης» καθώς και η ξενοφιλία του, που δυναμίτιζαν τη θέση του στη νεοπαγή Δυτική Γερμανία. Συνεπώς, η ψυχική του κατάσταση κρινόταν επικινδύνως παθολογική, ενώ ο ψυχολόγος δεν απέκλειε το ενδεχόμενο βιολογικών-οργανικών δυσλειτουργιών, οι οποίες επέτειναν την κοινωνική του διαταραχή. Η υποβόσκουσα ειρωνεία εκβάλλει ορμητική στην ερμηνευτική προσέγγιση της επαγγελματικής κλίσης του Λεβ. Σύμφωνα με τη γνωμάτευση του ψυχολόγου η πρώιμη εμμονή του με τις σκούπες «[…] μπορεί να πει κανείς ότι επρόκειτο για έναν τρόπο να εφαρμόζει και να επιδεικνύει την καθαριότητά του –και πάλι ως μέσο πόλωσης- απέναντι σε ένα περιβάλλον που διαρκώς τον λοιδορούσε και τον σπίλωνε».

«Το γεγονός ότι η αποκομιδή απορριμμάτων αποτελεί την επιθυμία και τον στόχο του στο επαγγελματικό πεδίο αποδεικνύει ότι έχει αναζητήσει ενστικτωδώς την κατάλληλη πόλωση: ένα επάγγελμα που υπηρετεί την καθαριότητα αλλά θεωρείται βρώμικο».

Ο Μπελ υποδηλώνει την ποιότητα του Λεβ ως ατόμου στην περιφρόνησή του για το γερμανικό αξιακό σύστημα, αλλά και στο «κοινωνικό ρήγμα» ανάμεσα σε εκείνον και τα ξαδέλφια του, τον Βέρνερ και τον Κουρτ, που βάδισαν τον σωστό, τον «χριστιανικό δρόμο» και «μεγάλωσαν με τις αξίες της υπευθυνότητας και των υψηλών επιδόσεων». Οι εκουσίως χαμηλές επιδόσεις τού Λεβ απευθύνουν έναν βροντώδη καγχασμό στην κερδοσκοπική τους εγρήγορση και την οικονομολογική τους κατάρτιση.

Τον Λεβ δεν τον διεκδικεί μόνο ο υψηλά ιστάμενος κύριος, που αξίωνε να γίνει ο αναβαθμισμένος πνευματικός του πατέρας, αλλά και ο Βέρνερ Χόυζερ, ο πραγματικός του νονός, ο οποίος δεν εκλάμβανε αυτή του την ιδιότητα απλώς σαν «μια μεταφυσική, κοινωνικο-θρησκευτική θέση», αλλά πρωτίστως σαν «νομική θέση», την οποία ήταν αποφασισμένος να τιμήσει. Το γεγονός ότι εκείνος ήταν που έστειλε τον Λεβ στη φυλακή, το ενέτασσε στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που του επέβαλλε αυτή ακριβώς η νομική θέση. «[…] στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για μια χειρονομία αγάπης που σκοπό είχε να τον συνετίσει και να τον ξεπλύνει από το αμάρτημα “που σίγουρα θεωρείται το χειρότερο απ’ όλα: την αλαζονεία, την έπαρσή του”».

Ο Βέρνερ λυπάται σφόδρα που ένα ολόκληρο πλέγμα σφαλμάτων εξανάγκασε τον Λεβ να γίνει οδηγός σκουπιδιάρικου, που, όπως και να το κάνουμε, ανήκει στα κατώτερα επαγγέλματα. Μπορεί ο ίδιος να διατηρούσε, σαν δευτερεύουσα απασχόληση, γραφείο στοιχημάτων, και να καταλάβαινε πως ενδεχομένως αυτή η επιχείρηση να θεωρούνταν «μη σοβαρή δουλειά», αλλά στην ουσία δεν ήταν καν δουλειά, απλώς ένα χόμπι για να ικανοποιεί τη ροπή του στον τζόγο. Όπως και να έχει, η απόφασή του να μηνύσει τον μικρό του ξάδελφο ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τους αδιαφιλονίκητους νόμους της οικονομίας και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Άλλωστε και ο ψυχολόγος υποστήριζε πως οι εκουσίως χαμηλές επιδόσεις τού Λεβ προξενούσαν στη γερμανική οικονομία ζημία «σχεδόν ανυπολόγιστη».

Ο Λεβ, πλαστογραφώντας επιταγές και γραμμάτια για να αποκαταστήσει σχέσεις ιδιοκτησίας (ήθελε να ξαναδώσει στη Λένι την πολυκατοικία της), επιχειρεί να αποζημιώσει υλικά και ηθικά τη μητέρα του. Μόνο για εκείνη ήθελε να σημειώνει υψηλές επιδόσεις. Έχοντας, όπως και η μητέρα του, αποτύχει στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση, αποτυχία σφραγισμένη από την «ανίερη πράξη» του να καταβροχθίσει όλες τις όστιες προκειμένου να μετάσχει κατά το δυνατόν πιο σαρκικά στο μυστήριο της θείας κοινωνίας, κοινωνούσε πλέον μόνο μαζί της τρώγοντας πρωινό.

Τη Λένι δεν την έσωσαν τελικά οι Χόυζερ, ούτε η «τρόικα» των φίλων της, ούτε καν ο συγγραφέας, την έσωσαν οι σκουπιδιάρηδες, που λόγω της φυλάκισης του συναδέλφου τους εκδήλωναν τάσεις ηρωοποίησής του, ενώ επίσης συμμερίζονταν τόσο την αλληλεγγύη όσο και την ξενοφιλία του. Έτσι, η έξωση αναβλήθηκε και ο συγγραφέας είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί μαζί με την Κλημεντίνη τη Λένι στο σπίτι της και να συνειδητοποιήσει ιδίοις όμμασιν πως ένα δωμάτιο μπορεί να χωρά όλο τον κόσμο.

Αν η Λένι είναι η Γερμανία, το σπίτι της δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα μικρό, αυτόφωτο σύμπαν. Εκεί μέσα συνυπήρχαν οι δεσπόζουσες συνισταμένες της ανθρώπινης φύσης, το αίνιγμα του σώματος, τα θαύματα της διάνοιας, το αβυσσαλέο κακό, η αλυσιτελής αγωνία της θεοπτίας. Στους τοίχους διαχεόταν κερματισμένο το ανθρώπινο σώμα, τα όργανα του οποίου αποκαλύπτονταν σε μεγέθυνση, επιτείνοντας το απροσπέλαστο μυστήριο της σύστασής του. Ακόμα και τα όργανα αναπαραγωγής, που τόσος λόγος γίνεται για αυτά, φάνταζαν ερμητικά. Από την άλλη, στα ράφια της βιβλιοθήκης συγκατοικούσαν επί χρόνια ο Μπρεχτ, ο Χαίλντερλιν, ο Τρακλ, ο Κάφκα, ο Κλάιστ και ο Τολστόι. Παρεμπιπτόντως, ο συγγραφέας θα ήθελε να είχε μείνει χώρος και για τον Μπέκετ.

Αγαπημένη εικόνα βιολογικού σπαράγματος ήταν στη Λένι εκείνη με την ακριβή μεγέθυνση ενός ανθρώπινου ματιού. Η Ραχήλ τής είχε μιλήσει για τις ασύλληπτες ψηφίδες, που συνιστούσαν τον αμφιβληστροειδή, και εις μνήμην της η Λένι είχε αποδυθεί στον λεπτομερή σχεδιασμό μιας μόνο στιβάδας του αμφιβληστροειδούς, ονομάζοντας το έργο της «Τμήμα του αμφιβληστροειδούς του αριστερού ματιού της Παρθένου Μαρίας ονόματι Ραχήλ». Και, μολονότι είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είδε τη Ραχήλ, η Παρθένος την επισκεπτόταν αργά το βράδυ, χαμογελώντας της από τη σβηστή οθόνη της τηλεόρασης.

Τοποθετώντας στο επίκεντρο του διακόσμου του σπιτιού τής Λένι ένα μάτι (το κατεξοχήν εποπτικό όργανο) ο Μπελ επιτυγχάνει πολλαπλές συμβολοποιήσεις. Χάριν παιδιάς θα μπορούσαμε να πούμε ότι κλείνει το μάτι (το αριστερό) στους προλετάριους του βιβλίου. Το σημαντικότερο, ασφαλώς, είναι ότι το ημιτελές, ανέφικτο έργο της Λένι συμβολίζει τον διηνεκή, ατελέσφορο αγώνα του ανθρώπου να δει τον κόσμο και τον εαυτό του, ενώ ταυτόχρονα εγκιβωτίζει αλληγορικά τη μείζονα αντινομία της ανθρώπινης φύσης, την ικανότητά της για το καλό (Παναγία) και την ενόρμησή της προς το κακό (Ραχήλ). Αν υποθέσουμε πως η Λένι κατάφερνε κάποτε να τελειώσει την απεικόνιση του αμφιβληστροειδούς, δεν θα είχε ζωγραφίσει παρά μόνο το ένα χιλιοστό από αυτόν. Ωστόσο, ο πίνακάς της «ακτινοβολούσε μια απερίγραπτη κοσμική δύναμη και τρυφερότητα», έμοιαζε να επικαλείται «ένα απέραντο πεδίο όπου μπορούσες να βαδίσεις προς έναν ακόμα υπό διαμόρφωση ορίζοντα».

Τέλος, στο λειψό αυτό βλέμμα, που ουδέποτε θα αποκαθίστατο στην ολότητά του, συνεπώς η ορατότητά του θα παρέμενε περιορισμένη, αν όχι και πλανερή, ο Μπελ εξεικονίζει ιδιοφυώς τη μυθοπλαστική του τεχνοτροπία, τη θέαση του όλου μέσω της μικροσκοπίας.

Ο Χάινριχ Μπελ, έχοντας σαρκάσει δαιμονίως τα πρόσωπα που συνθέτουν το ομαδικό του πορτρέτο, δεν θα μπορούσε να μην επιφυλάξει στην περίοπτη μορφή του, τον συγγραφέα, μια καλά υπολογισμένη πινελιά, που θέτει υπό αμφισβήτηση τις ηθικές προφάσεις της ερευνητικής του μεθοδολογίας. Μήπως, άραγε, ο αρνητισμός του, η επίφαση της αντικειμενικότητάς του, η ανεπάρκεια της φαντασίας του, η συστηματική αποφυγή της κριτικής, η ευπροσηγορία του και ο σκανδαλώδης όσο και ύποπτος ιδεολογικός του αποχρωματισμός συγκλίνουν στην ενοχή της παθητικότητας; Όπως πολλά άλλα ερωτήματα, θα μείνει και αυτό εκκρεμές.

«Το ερώτημα αν ο συγγρ. επιδεικνύει ΕΧΕ ή ΕΑΑ (εκούσια απουσία αντίστασης) θα πρέπει να παραμείνει ανοιχτό».

Όσο για τη Λένι Γκρούιτεν Πφάιφερ, «μια γυναίκα στατική και επιβλητική σαν άγαλμα», «γήινη, υλίστρια, ανθρώπινη και επουράνια», τα μόνα που ξέρει με βεβαιότητα ο αναγνώστης για εκείνη είναι όσα πληροφορείται στην πρώτη σελίδα: Θηλυκό πρόσωπο σαράντα οκτώ ετών, Γερμανίδα, έχει πολύ πυκνά ξανθά, ελαφρώς γκριζαρισμένα, μαλλιά, μάτια που το χρώμα τους κυμαίνεται μεταξύ σκούρου μπλε και μαύρου, ύψος 1,71 και ζυγίζει 68,8 κιλά (με τα ρούχα), «δηλαδή γύρω στα 300-400 γραμμάρια κάτω από το ιδεώδες βάρος». Διαφορετικά, θα ήταν αναμφίβολα τέλεια.

polis_chainrix

 Χάινριχ Μπελ, Ομαδικό πορτρέτο με μια κυρία, Πόλις

27,945 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το Literature.gr προτείνει: «Ο κύριος Μπένετ και η κυρία Μπράουν και άλλα κείμενα για την τέχνη της γραφής» της Βιρτζίνια Γουλφ

Κυκλοφόρησε στη σειρά Φάροι Ιδεών των εκδόσεων Μίνωας μια συλλογή δοκιμίων της, με κείμενα που αφορούν την τέχνη της γραφής,...

Close