Άξια επιστροφή; Μια κριτική για το Δόκτωρ ύπνος του Στίβεν Κινγκ, από τον Δημήτρη Μαμαλούκα

By  |  0 Comments

Εισαγωγικά ζητήματα

Ο Κινγκ κεντάει στις πρώτες σελίδες με τα εισαγωγικά κομμάτια του, αυτές τις μικρές δόσεις που μας βάζει στην ιστορία και παράλληλα κάνει τη σύνδεση με τη Λάμψη. Πολύ συχνά αυτά τα κεφάλαια είναι τόσο μεστά και περιεκτικά και τόσο δουλεμένα, που η ανάγνωσή τους είναι απολαυστική.

 

Η Λάμψη

Πριν ανοίξω το βιβλίο είχα ένα κρυφό πόθο: να συνεχίζεται η Λάμψη ναι, εντάξει. Αλλά και να στέκεται το βιβλίο δίπλα στη Λάμψη. Προσοχή, να μη γίνεται σύγκριση, διότι δεν μπορείς να συγκρίνεις το αριστούργημα, αλλά να είναι ένα βιβλίο αντάξιο να μπει δίπλα στη Λάμψη στη βιβλιοθήκη σου. Θα ήθελα το Δόκτωρ Ύπνος να τραβάει ενέργεια από τη Λάμψη, αλλά να μην την εκμεταλλεύεται, να μην την αντιγράφει, να μην πατάει στα βήματά της στο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή του βουνού, αλλά να χαράσσει ένα διπλανό μονοπάτι, ίσως πιο δύσβατο, πιο απότομο, λιγότερο ελκυστικό, αλλά ν’ ανεβαίνει κι αυτό στο βουνό, προς την κορυφή που δεν είναι άλλη από την απόλαυση του αναγνώστη και τον τίτλο του «πολύ παραπάνω από ένα καλό βιβλίο».

Σ’ αυτόν τον τομέα ο συγγραφέας τα κατάφερε. Ο Κινγκ στο Δόκτωρ Ύπνος συνδέθηκε με τη Λάμψη όσο έπρεπε, ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο ώστε να κατηγορηθεί ότι χρησιμοποίησε ακριβώς την αειθαλή της λάμψη. Η  σύνδεση γίνεται αβίαστα, νομίζω εύπεπτα για τον αναγνώστη που την έχει διαβάσει παλαιότερα (για μένα δεν ισχύει αφού την έχω διαβάσει εφτά φορές σε τρεις διαφορετικές γλώσσες), όσο για εκείνον που δεν την έχει διαβάσει ακόμα, δεν είμαι σίγουρος τι εικόνα θα αποκομίσει αφού δυσκολεύομαι να φανταστώ κάποιον να ενδιαφέρεται για το Δόκτωρ Ύπνος και να του λείπει αναγνωστικά η Λάμψη.

Σχεδόν όλοι οι ήρωες της μεγάλης επιτυχίας του Κινγκ δίνουν το παρών, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, δε λείπουν όμως ούτε οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ή κάποια κομβικά σημεία της υπόθεσης τα οποία χρησιμοποιούνται στην πλοκή της υπόθεσης του Δόκτωρ Ύπνου, όπως: τι ακριβώς ήθελαν τα φαντάσματα του Ξενοδοχείου Θέα; Ήθελαν τον Τζακ Τόρενς; (μπορείς να μην κάνεις τη σύνδεση με την ταινία και να μη φέρεις μπροστά σου τον Τζακ Νίκολσον;) Ή μήπως ήθελαν το γιο του, τον Ντάνι, και, καλύτερα, τη δύναμη που έκρυβε μέσα του ο Ντάνι; Τη λάμψη του δηλαδή.

Φλας μπακ στο παλιό βιβλίο: ο Τζακ Τόρενς στη συνέντευξη εργασίας προσπαθώντας να πάρει τη δουλειά για το Ξενοδοχείο Θέα σκέφτεται στη δεύτερη πρόταση του βιβλίου: Υπεροπτικό καθίκι, (όπως μετέφρασε το Officius little prick η φίλη Γιάννα Αναστασοπούλου). Την ίδια κουβέντα λέει κι ο γιός του πολλά χρόνια αργότερα, (που τώρα δεν ονομάζεται Ντάνι αλλά απλώς Νταν) στο καινούργιο βιβλίο, όταν προσπαθεί κι ο ίδιος να βρει μια δουλειά και να απαγκιστρωθεί από τα νύχια του τέρατος που λέγεται αλκοολισμός. Κι αυτό είναι ένα βασικό θέμα του βιβλίου.

 

Αλκοολισμός

Είναι γνωστό το ότι ο ίδιος ο Κινγκ είχε προβλήματα με το αλκοόλ, αλλά και με άλλες ουσίες όταν ήταν πολύ νέος, κι ότι σώθηκε χάρη στη βοήθεια της γυναίκας του, της Ταμπίθας. Από τότε ο αλκοολισμός «παίζει» συχνά στα έργα του. (Υπάρχει μια αριστουργηματική σκηνή στους Νυχτερίτες με τον κεντρικό ήρωα, τον –αλκοολικό φυσικά- James Eric Gardener που δείχνει ακριβώς τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του οινοπνεύματος στην κοινωνική ζωή: μια απλή διαφωνία σε μια συζήτηση που ο αλκοολικός δεν μπορεί να διαχειριστεί και σιγά σιγά ξεφεύγει εντελώς, γίνεται ρεζίλι και καταστρέφει τη βραδιά).

Φυσικά κι ο βασικός πρωταγωνιστής της Λάμψης, ο Τζακ, είναι αλκοολικός. Δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στο μπουκάλι, μνημειώδεις πια οι σκηνές στο άδειο μπαρ του Θέα που ξαφνικά γεμίζει κόσμο κι ο Λόιντ, ο μπάρμαν, ανακοινώνει στον Τζακ ότι γι’ εκείνον ισχύει απεριόριστη πίστωση, δηλαδή απεριόριστο μπέρμπον.

Οι σκηνές από τη ζωή του αλκοολικού, όταν τις περιγράφει ο Κινγκ, είναι από τις πιο τρομακτικές σκηνές όλων των έργων του. Διότι ο αναγνώστης ξέρει ότι εδώ ο συγγραφέας δε μιλάει για τέρατα που θα βγουν κάτω από το κρεβάτι σου, αλλά για καθημερινό εφιάλτη χιλιάδων ανθρώπων. Μια σκηνή στη Λάμψη που φέρνει ρίγη είναι όταν ο Τζακ κι ο πλούσιος φίλος του τρέχουν με την Τζάγκουαρ του δεύτερου, μεθυσμένοι, μέσα στη νύχτα, και χτυπούν ένα παιδικό ποδήλατο που είναι ακίνητο στη μέση του δρόμου. Γεμάτοι τρόμο κατεβαίνουν και ψάχνουν να βρουν το παιδί που χτύπησαν, μα δεν το βρίσκουν πουθενά. (Κι αυτός είναι ο «πάτος» του φίλου του Τζακ, η στιγμή που κόβει το αλκοόλ για πάντα).

Στο Δόκτωρ Ύπνος, ο Νταν, ενήλικος πια, είναι επίσης αλκοολικός. Εγώ προσωπικά φανταζόμουν εντελώς διαφορετικό τον Ντάνι, (να τρέμει μόνο και μόνο στην εικόνα μιας μποτίλιας μπέρμπον), αλλά ποιος είμαι εγώ για να πάω κόντρα στο Μεγάλο Δάσκαλο; Απ’ την άλλη ο Νταν έχει μια γερή δικαιολογία, οι εφιάλτες που τον ακολουθούν μετά από το Ξενοδοχείο Θέα μπορούν να φύγουν μόνο όταν μεθύσει εντελώς. Ας σημειωθεί ότι οι εφιάλτες του Νταν δεν είναι ο μπαμπάς του που προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά τα φαντάσματα του ξενοδοχείου και των φυτών-αγαλμάτων του κήπου που τον κυνηγούσαν, και τον κυνηγούν ακόμα, ένα βασικό, κομβικό και μεταφυσικό στοιχείο (αμφότερων των βιβλίων) που ο Στάνλει Κιούμπρικ παρέλειψε κι αποτέλεσε τη μεγάλη, αξεπέραστη ακόμα και τώρα, διαφωνία του Κινγκ για την κινηματογραφική μεταφορά της Λάμψης.

Στο χαρακτήρα του ενήλικου Νταν ο Κινγκ σκάβει τόσο βαθιά στην ψυχοσύνθεση του αλκοολικού με σελίδες που μπορούν να σταθούν δίπλα σε κλασικά μυθιστορήματα τους είδους όπως το Χαμένο Σαββατοκύριακο ή το Κάτω απ’ το Ηφαίστειο. Εδώ δίνεται με τρομερή αληθοφάνεια το αδιέξοδο του άρρωστου ατόμου, ο μονόδρομος προς την μπουκάλα σε κάθε δυσκολία ή ακόμα και μετά το πρωινό ξύπνημα. Ακολουθεί ο «πάτος». Το περιστατικό που οδηγεί τους περισσότερους να ζητήσουν βοήθεια. Και στον Νταν είναι μια απλή σκηνή, ένα πρωινό ξύπνημα. Κι έπειτα η θητεία στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Η μακρά θεραπεία, οι σεάνς με ατέλειωτες κούπες καφέ, οι εξομολογήσεις, η βοήθεια, οι μέρες, έπειτα οι μήνες και τέλος τα χρόνια που κατάφερες να μείνεις καθαρός. Μα τίποτα δεν έχει τελειώσει. Το θηρίο, ο κίνδυνος καιροφυλακτεί διαρκώς. Ένα μπαρ δίπλα στον αυτοκινητόδρομο με την ελκυστική ταμπέλα που αναβοσβήνει ή μια πρόσκληση για μπίρα από κάποιον που δεν ξέρει. Ο θόρυβος που κάνει η μπίρα όταν κυλάει στο ποτήρι.

Βάζει όλη την τέχνη του εδώ ο Κινγκ, όπως τη βάζει και στον πόνο των σπασμένων οστών, άλλη προσωπική του εμπειρία, όταν μια ηλικιωμένη ηρωίδα, η προγιαγιά της Άμπρα, βασανίζεται λίγο πριν το τέλος της.

 

Το κοριτσάκι με τις ιδιαίτερες δυνάμεις

Είναι η Άμπρα, το παιδί που έχει υπερφυσικές δυνάμεις και θυμίζει λίγο το κοριτσάκι στο Firestarter (δεν ξέρω αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) που μπορούσε να βάλει φωτιές (κυριολεκτικά) σε όποιον ήθελε μόνο με το νου της. Η Άμπρα κατέχει περισσότερες δυνάμεις από όσες είχε ο μικρός Ντάνι, διαθέτει δηλαδή μεγαλύτερη λάμψη. Κι αυτή τη λάμψη κάποιοι τη θέλουν πολύ. Είναι ο Αληθινός Δεσμός.

 

Ο Αληθινός Δεσμός

Ή αλλιώς οι Αληθινοί. Ή αλλιώς οι κακοί του βιβλίου. Η ιδέα και η σύλληψη αυτής της ομάδας ανθρώπων (ή σχεδόν) αποδεικνύει ότι η φαντασία του μαέστρου είναι ένα αστείρευτο πηγάδι. Κυριολεκτικά. Αυτό μου έδωσε μεγάλη χαρά κι ικανοποίηση αφού όποιος έχει μελετήσει όλα τα έργα του Κινγκ ξέρει ότι ο συγγραφέας έχει γράψει για όλα τα θέματα, για όλους τους εφιάλτες, για όλα τα κακά, σχεδόν για όλα τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν και οριοθετούν τη ζωή μας, υλική και πνευματική. Κι όμως, εδώ ο Κινγκ δεν καταφεύγει στις εύκολες λύσεις, όπως «το κακό μπήκε μέσα του», ή «ο ψυχασθενής δολοφόνος», αλλά εφευρίσκει κάτι απ’ την αρχή, αυθεντικό, πρωτότυπο, τουλάχιστον για το Κινγκικό σύμπαν.

Ένα τέτοιο εύρημα είχαμε να δούμε νομίζω από το Θόλο στον οποίο βέβαια αν εξαιρέσεις το θέμα του πρωτότυπου «αποκλεισμού» μετά ακολουθούμε την ίδια συνταγή της μικρής κοινότητας ανθρώπων, θέμα που  ο Κινγκ παίζει στα δάχτυλα, όπως έχουμε δει στη Μεγάλη Καταιγίδα (νομίζω αμετάφραστο στην Ελλάδα, έχει γυριστεί και μίνι τηλεοπτική σειρά) ή στο Κοράκι ακόμα και στα Χρήσιμα Αντικείμενα.

Τι είναι λοιπόν οι Αληθινοί; Τίποτα άλλο από ένα κομβόι κάμπερ, στα ελληνικά έχουμε τον όρο αυτοκινούμενα τροχόσπιτα που αν μη τι άλλο δείχνει και γλωσσικά το μήκος αυτών των οχημάτων. Στις Η.Π.Α. είναι αρκετά διαδεδομένο, ομάδες κυρίως ηλικιωμένων ατόμων, να γυρίζουν τη χώρα με τα κάμπερ τους ξεχειμωνιάζοντας ή περνώντας το καλοκαίρι τους σε διάφορα πάρκινγκ ή κάμπινγκ. Ο Κινγκ τους περιγράφει υπέροχα: κοιλαράδες οι περισσότεροι, ντυμένοι με φανταχτερά σορτσάκια και μπλούζες που αναγράφουν γελοία σλόγκαν, ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι, σχετικά αφελείς, κάπως φαντασμένοι, μα περισσότερο απ’ όλα: αργοί. Αργοί σαν χελώνες, τόσο στους σταθμούς ανεφοδιασμού, στις τουαλέτες και στα διάφορα φαστ φουντ όσο και στο δρόμο. Το προσπέρασμα ενός τέτοιου κομβόι μπορεί να αποβεί εφιάλτης σε κάποιο δρόμο δύο λωρίδων. (Ο Κινγκ εδώ θυμίζει το Ντεσπεράσιον, στην αρχή του οποίου ο ήρωας συγγραφέας διασχίζει τη χώρα με τη Χάρλει του, πράγμα που έκανε κι ο ίδιος ο Κινγκ σε μια κρίση των -ήντα του).

Εκεί λοιπόν που όλοι βλέπουμε αυτούς τους ηλικιωμένους περιπλανώμενους «καμπεράδες» και τους θεωρούμε υπεράνω υποψίας, ο συγγραφέας Κινγκ βλέπει μια ομάδα δολοφόνων, απαγωγέων μικρών παιδιών, προικισμένους με μεταφυσικές δυνάμεις, πολύ ιδιαίτερους, οι οποίοι θέλουν να πιάσουν τη μικρή Άμπρα. Δε λέω περισσότερα για να μη μαρτυρήσω την εξέλιξη.

 

Conclusione

Ή στα ελληνικά, συμπέρασμα: εδώ ερχόμαστε σ’ ένα δράμα για τους φαν του Κινγκ και για μένα προσωπικά. Γράφοντας αυτή την κριτική και διαβάζοντας παράλληλα το βιβλίο, μέχρι που βρισκόμουν πριν τη σελίδα 450 περίπου, ήμουν ενθουσιασμένος. Μιλούσα για μεγάλη και άξια επιστροφή του Στίβεν Κινγκ στα άκρως επιτυχημένα βιβλία του, αυτά για τα οποία τον θαυμάσαμε και τον αγαπήσαμε. Οι τελευταίες 120 σελίδες δε με απογοήτευσαν ακριβώς, αλλά μου έδωσαν την εντύπωση του γρήγορου τέλους, σαν να βιαζόταν ο συγγραφέας να τελειώσει το μυθιστόρημα. Τον Κινγκ τον έχω κατηγορήσει πολλές φορές για πολυλογία, ποτέ όμως για βιασύνη. Και το δεύτερο μειονέκτημα του β΄ μέρους, να το ονομάσω έτσι, είναι η υπερβολική χρησιμοποίηση του μεταφυσικού στοιχείου. Για να μη μαρτυρήσω κάτι απ’ την υπόθεση δε θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες, αλλά όσοι διάβασαν το βιβλίο με καταλαβαίνουν. Επίσης βρήκα ότι ο Κινγκ δεν εκμεταλλεύεται αρκετά τον Αληθινό Δεσμό, δεν παίρνει όλο το χυμό απ’ αυτό το νέο υλικό που δημιούργησε. Κι αυτό για μένα είναι το χειρότερο. Ο Αληθινός Δεσμός ενώ στην αρχή παρουσιάζεται παντοδύναμος στη συνέχεια «πέφτει» πολύ εύκολα, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση. Το βιβλίο, για τα μέτρα του Κινγκ κι έτσι όπως το έστησε και το ανέπτυξε, έπρεπε να έχει το μέγεθος του Θόλου. Τουλάχιστον. Ανισότητα λοιπόν. Σπάνιο σε βιβλίο του Κινγκ, αλλά να που συνέβη.

Για το «α΄ μέρος»  όλα τα στοιχεία που έκαναν τον Κινγκ γνωστό είναι εδώ. Καμιά στραβοτιμονιά, καμιά επέμβαση εκ των οικείων του (ο νοών νοείτο), μπορεί κάποιοι να πουν παλιά συνταγή, σύμφωνοι, αλλά σίγουρα φρέσκια γεύση, φρέσκα υλικά, εγγυημένη απόλαυση.

Αναγνωστική απόλαυση από το στοιχείο του φόβου και της έντασης (κάποιοι φοβήθηκαν στην Κριστίν, εδώ τι θα ’πρεπε να κάνουν;), για την τύχη της μικρής Άμπρα που μου θύμισε την αγωνία για την τύχη του δύστυχου Πολ Σέλντον στο Μίζερι. Θαυμασμός για τους απόλυτα αληθοφανείς διαλόγους, με την εναλλαγή των συναισθημάτων των ηρώων. Πώς από μια πρόταση στην άλλη, συχνά με μόνο μία λέξη, ή ένα επίθετο, αλλάζει τη συναισθηματική κατάσταση των ηρώων και το δίνει στον αναγνώστη να το καταλάβει περισσότερο από απλόχερα: σ’ αυτό ο Κινγκ ήταν και είναι μοναδικός.

Η πλοκή. Μοιάζει εύκολο αλλά δεν είναι. Για τον Κινγκ όμως είναι. Είναι δοσμένο μοναδικά το πώς από τα αρχικά θραύσματα, γεμάτα αγωνία, μην το ξεχνάμε, περνάει στην εξιστόρηση του κάθε ήρωα, της κάθε πλευράς, δίνοντας κάθε φορά κι από ένα κομμάτι για να προχωρήσει η υπόθεση και να συμπληρώνεται σιγά σιγά σαν μεγάλο παζλ, ενώ ταυτόχρονα δίνει πληροφορίες για τη Λάμψη, για να βοηθήσει εκείνους που δεν την ξέρουν ή να την ξαναθυμίσει σε μας που την ξέρουμε και να μας κλείσει το μάτι επαναλαμβάνοντας ίδιες ακριβώς ατάκες, (όπως το «υπεροπτικό καθίκι»), που είχε πει ο Τζακ Τόρενς ενώ τώρα τις λέει ο Νταν.

Πάντα για το α΄μέρος έχουμε ένα Στίβεν Κινγκ από τα παλιά, τόσο που μου μπαίνουν ιδέες μήπως ο μαέστρος είχε γράψει (το μισό) Δόκτωρ Ύπνος αμέσως μετά τη Λάμψη και το είχε τόσα χρόνια κρυμμένο σε κάποια τραπεζική θυρίδα όπως έκανε με τα βιβλία του Ρίτσαρντ Μπάκμαν ή όπως έβαλε τον ήρωα του Mike Noonan στο Σάκος με κόκαλα να κάνει. Για να ’χει καβάτζα όταν και αν τελείωνε η έμπνευσή του.

Ώριμος, απόλυτα κατανοητός και απολαυστικός Κινγκ, σαν Talisker 20 ετών ή Bowmore Cask Strength που πίστευα ότι δε θα ξαναδιαβάσω.

Για το β΄ μέρος ξανατονίζω ότι διέκρινα ένα βιαστικό τέλος με τα μεταφυσικά παιχνίδια να φτάνουν στην υπερβολή, ας πω και ένα δυο σπόιλερ: με τον αναγνώστη να θέλει να δει την Άμπρα να πρωταγωνιστεί στην κρίσιμη μάχη, να πρωταγωνιστεί η ίδια κι όχι δι’ αντιπροσώπου, (πόσες και πόσες φορές ο Κινγκ δεν έριξε παιδιά στη μάχη; Στο Μαύρο Πύργο θυσίασε το παιδί ήρωα), με ένα σούπερ χάπι έντ (καμία απώλεια για τους καλούς) και με τους κακούς όχι μόνο να μην μπορούν να σταυρώσουν νίκη, αλλά αντιθέτως να πάσχουν ξαφνικά από μια αρρώστια και να είναι όλοι ετοιμοθάνατοι. Όχι, αυτό το βιβλίο είχε «βάθος» που για κάποιο λόγο δεν γράφτηκε. Τολμηρή σκέψη: ο Κινγκ δε γράφει τίποτα στην τύχη: ό,τι σημάδι μας δίνει στις πρώτες σελίδες θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια. Ο Αληθινός Δεσμός έχει τέτοια σημάδια (πχ τα σκυλιά) που δόθηκαν αλλά ποτέ δε χρησιμοποιήθηκαν. Μήπως να περιμένουμε ένα επόμενο βιβλίο; Με μερικά μέλη που απλώς έφυγαν (όταν τα πράγματα σοβάρεψαν) και δε μάθαμε τίποτα για την τύχη τους; Όλα είναι πιθανά.

Συνολικά ο Δόκτωρ Ύπνος θα μπορούσε να είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του μαέστρου ξεπερνώντας πολλά προηγούμενα, ειδικά των τελευταίων ετών. Θα μπορούσε να σταθεί με αξιοπρέπεια δίπλα στην αριστουργηματική Λάμψη, όπως μια σημερινή Ferrari στέκεται με αξιοπρέπεια δίπλα σε μια 250 Testarossa του ’57 ή σε μια 250 GTO του ’62. Αλλά με το προβληματικό β΄ μέρος του δεν ξέρω αν το κατάφερε.

 

Μπορώ να διαβάσω το Δόκτωρ Ύπνος χωρίς να έχω διαβάσει τη Λάμψη;

Ναι, μπορείτε. Όπως μπορείτε να φάτε το γλυκό πριν το γεύμα. Να δείτε ανάποδα ένα βιντεάκι με στριπτίζ της Μόνικα. Να δείτε τη LaFerrari να καίει τα λάστιχά της στην πίστα πριν θαυμάσετε κάθε εξωτερική κι εσωτερική λεπτομέρεια. Όλα αυτά μπορείτε να τα κάνετε, απλώς το ιδανικό θα ήταν να διαβάσετε πρώτα τη Λάμψη. Πάρ’ τε το σαν τα προκαταρκτικά. Πολύ συχνά είναι πιο γλυκά κι απ’ την ίδια την πράξη, τόσο που γίνονται απαραίτητα.

 

Τυπογραφική μορφή του βιβλίου

Τα ’χουμε πει σε προηγούμενες κριτικές, τίποτα δεν άλλαξε στη μορφή των βιβλίων της Bell. Ευτυχώς η τιμή είναι άριστη, 8 ευρώ αν αγοράσετε το βιβλίο από βιβλιοπωλείο που θα σας κάνει το 10% της έκπτωσης, 8,80 αν το πάρετε από περίπτερο. Κάποτε οι «ποιοτικοί» εκδοτικοί οίκοι δικαιολογούσαν τις ακριβές τιμές τους πίσω από το καλό χαρτί που χρησιμοποιούσαν, εν αντιθέσει με το ευτελές των βιβλίων βίπερ (Βι-βλίων Περ-ιπτέρων). Τώρα που χρησιμοποιούν το ίδιο;

Τι εννοώ «τα ’χουμε πει»: λείπει μια λευκή σελίδα μόλις ανοίγεις το βιβλίο να γράψεις με άνεση το όνομά σου ή μια αφιέρωση. Η  πρώτη και η δεύτερη σελίδα καταλαμβάνονται από «κρίσεις» των μεγαλύτερων εφημερίδων του πλανήτη για το βιβλίο. Ήθελα να ’ξερα: τις διαβάζει ποτέ κανείς;  Έχουν καμιά σημασία; Ειδικά όταν πρόκειται για βιβλίο του Κινγκ; Είναι (για όλα τα βιβλία) πάντα αποθεωτικές σε σημείο που αναρωτιέσαι αν κάνουν μεταξύ τους διαγωνισμό για την πιο τρανταχτή ατάκα.

Λείπουν επίσης τα περιεχόμενα, τα οποία λείπουν κι απ’ την ξένη πρωτότυπη έκδοση, εδώ δε φταίει η Bell, άλλο κινγκικό στοιχείο που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, ίσως για να μη μαρτυρήσει με τους τίτλους κάποια συνέχεια/εξέλιξη, να μη θεωρηθεί μικρό σπόιλερ; Εγώ πάντως τρώγομαι να τα γράψω ο ίδιος, να τα τυπώσω και να τα προσθέσω στο βιβλίο μου.

Το εξώφυλλο: αν βάλεις το βιβλίο στην τσέπη του μπουφάν φεύγει το μαύρο χρώμα απ’ τη ράχη, ασπρίζει… Τι γίνεται; Μεταφυσική επέμβαση της Άμπρα;

Όμως απ’ την άλλη η μετάφραση είναι μια χαρά, λάθη δε βρήκα κι ας μην έκανα αντιπαραβολή με το αγγλικό, (περιμένω τη φτηνή paperback έκδοση). Αντιαισθητικό είναι που δεν μπαίνουν σχεδόν καθόλου αγγλικοί χαρακτήρες και βλέπουμε κάτι του στυλ Σάιμον εντ Γκαρφάνκελ, ενώ και η επιμέλεια/διόρθωση είναι άριστη, ορθογραφικά λάθη σε Bell, το ξανατονίζω, δε βρίσκω, όπως σε σοβαρούς, υπεράνω κάθε υποψίας, οίκους.

 

stiven king

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Stephen King Δόκτωρ ύπνος, εκδόσεις Bell, Αθήνα 2014, σελ. 576, τιμή 8,80 ευρώ.

6,292 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Νέα αμερικανικά εκδοτικά ήθη

Πάνε εκείνες οι εποχές που όταν ένας Αμερικανός, αφού είχε τελειώσει τη δακτυλογράφηση ενός βιβλίου του, πήγαινε στο χαρτοπωλείο, αγόραζε...

Close