Διαβάζοντας με δύο καρέ το δευτερόλεπτο, του Βασίλη Καγιά

By  |  0 Comments

Κάθε εναρκτήρια ανάγνωση ενός βιβλίου, από το πρώτο κεφάλαιο κι ίσως ειδικά σε αυτό, ωθεί τον αναγνώστη σε μια προσπάθεια να προεξοφλήσει τη συνέχεια της αφήγησης. Από αυτήν την άποψη, η ανάγνωση είναι η δημιουργία, αρχικά, και η διάψευση, έπειτα, διαδοχικών προσδοκιών.

Εκτός από τις φορές που δεν είναι. Υπάρχουν βιβλία που μεταθέτουν διαρκώς αυτό το αίσθημα, το σύνολο δηλαδή των αφηγηματικών ενδείξεων που ωθούν τον αναγνώστη σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, προς την επόμενη σελίδα. Το βιβλίο τελειώνει, κι αυτή η σελίδα δε φτάνει ποτέ –τα στοιχεία πλοκής θα είναι ή πολύ λίγα ή πολύ αντιφατικά μεταξύ τους για να επιχειρηθεί οποιαδήποτε επιμέρους σύνδεση. Ο αναγνώστης μένει μετέωρος ανάμεσα σε σύγχυση και αμηχανία με μια κυρίαρχη εσωτερική παρόρμηση: η ανάγνωση πρέπει να επαναληφθεί. Σε αυτήν την κατηγορία βιβλίων ανήκει η πρόσφατη νουβέλα του Ντον Ντελίλλο, το Σημείο Ωμέγα.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη: στο πρώτο, που αποτελείται από το εναρκτήριο και το επιτελικό κεφάλαιο, και εξελίσσεται, πριν και μετά την κύρια ιστορία, σε δύο διαδοχικές μέρες, η αφήγηση επικεντρώνεται σ’ έναν ανώνυμο άνδρα,  που παρακολουθεί το 24 Ώρες Ψυχώ, την πειραματική ταινία του Douglas Gordon όπου το πρωτότυπο φιλμ του Χίτσκοκ έχει επιβραδυνθεί στα δύο καρέ το δευτερόλεπτο διαρκώντας έτσι 24 ώρες. Ο Ντελίλλο εστιάζει στις αντιδράσεις του άντρα στα ερεθίσματα που δέχεται τόσο από την οθόνη όσο και από το περιβάλλον –αυστηρά εντός της αίθουσας. Με την πάροδο του χρόνου οι αισθήσεις του οξύνονται και οι αφορμές για διάσπαση της προσοχής μετατρέπονται σε αφορμές για στοχασμό –μία από τις χαρακτηριστικότερες φράσεις του βιβλίου, και υπάρχουν αρκετές, είναι:  «Όσο λιγότερα υπήρχαν για να δει, τόσο εντονότερα κοιτούσε· κι όσο εντονότερα κοιτούσε, τόσο περισσότερα έβλεπε».

Η απαραίτητη προϋπόθεση για την παρακολούθηση της πειραματικής ταινίας, ο απόλυτος βαθμός συγκέντρωσης, απαιτεί μοναχικότητα. Η ανθρώπινη φύση, όμως, τείνει να αναζητά διαρκώς συντροφιά, ειδικά τις στιγμές που ο χρόνος δείχνει να έχει παγώσει, ακόμα κι αν είναι η θέα αγνώστων που, με τη δική τους παρουσία, θα επιβεβαιώσουν και το ορθό της αντίστοιχης δικής μας. Ο θεατής παρατηρεί δύο άνδρες να μπαίνουν και υποθέτει, όχι απαραίτητα λανθασμένα, ότι είναι ακαδημαϊκοί –και, ως εκ τούτου, θα παρακολουθήσουν την ταινία με τη δέουσα υπομονή και προσοχή. Όταν, μετά από λίγο, αποχωρούν από την αίθουσα, δείχνει να απογοητεύεται, απογοήτευση που κρύβεται πίσω από τη λεπτή ειρωνεία του Ντελίλλο:

«Έπειτα έφυγαν, έτσι απλά, άρχισαν να κινούνται προς την πόρτα. Δεν ήξερε πως να το πάρει. Το πήρε προσωπικά. Η πόρτα άνοιξε, πρώτα για τον άντρα με το μπαστούνι, μετά για το βοηθό του. Περπάτησαν προς τα έξω. Τι, βαρέθηκαν; Πέρασαν το φρουρό κι έφυγαν. Έπρεπε να σκέφτονται με λέξεις. Αυτό ήταν το πρόβλημά τους. Τί, αεροπλάνο να προλάβουν; Νόμιζαν πως ήταν σοβαροί, αλλά δεν ήταν. Κι αν δεν είσαι σοβαρός, δεν ανήκεις εδώ.»

Όσο περνάνε τα λεπτά, ο άντρας καταφέρνει να συγκεντρωθεί περισσότερο. Στιγμή τη στιγμή, κοιτώντας για ολόκληρα λεπτά κάθε φορά την ίδια εικόνα και νιώθοντας το χρόνο να παραμένει στάσιμος, αρχίζουν να ανακύπτουν ερωτήματα, έμμεσα ή άμεσα. Τι χάνει ο άνθρωπος αφοσιωμένος στο συμβατικό τρόπο πρόσληψης του κόσμου; Και τι κερδίζει, αν υπάρχει κάτι, με τη μέγιστη δυνατή συγκέντρωση; Με ποιον τρόπο η μνήμη περασμένων γεγονότων επηρεάζει την πρόσληψη των επόμενων; Και με ποιον τρόπο η πρόσληψη των επόμενων τη μνήμη των προηγούμενων; Πως η αντίληψη του χρόνου μεταβάλει τη θέση μας στον κόσμο; Ο ρυθμός της ταινίας, ο τρόπος που οι σκηνές διαιρούνται στις εικόνες που τις αποτελούν, μοιάζει να σπρώχνει το θεατή προς μια αναμέτρηση που ο σύγχρονος άνθρωπος συστηματικά αποφεύγει: αυτήν με τον εαυτό του.

Η ανάγκη για συντροφικότητα, ο τρόπος που ο άνθρωπος μοιράζεται την εμπειρία, επανέρχεται στο αφηγηματικό προσκήνιο. «Περίμενε για κάποια γυναίκα, μόνη της, κάποια που ίσως της μιλούσε, εδώ, στον τοίχο, ψιθυριστά, λίγες λέξεις φυσικά, ή, αργότερα, κάπου αλλού, ανταλλάζοντας ιδέες και εντυπώσεις, τι είδαν και πως ένιωσαν γι’ αυτό».  Και μια γυναίκα, πράγματι, εμφανίζεται, αλλά, παρά τη σκέψη που’ χει αφιερώσει στο θέμα, όταν η συζήτηση ξεκινά, πιάνεται προ εκπλήξεως:

«Ήταν η γυναίκα στ’ αριστερά του, στεκόταν κοντύτερα τώρα, και του μιλούσε. Αυτό τον μπέρδεψε. Η ερώτηση τον έκανε να κοιτάξει εντονότερα στην οθόνη. Προσπάθησε ν’ απορροφήσει αυτό που του είπε. Προσπάθησε να συνηθίσει το γεγονός ότι κάποιος στεκόταν δίπλα του. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ πριν, όχι εδώ. Και προσπάθησε να προσαρμοστεί σε κάτι άλλο που δεν είχε ξανασυμβεί, που ήταν από εκείνα τα πράγματα που υποτίθεται ότι δε θα συνέβαιναν ποτέ. Κάποιος να του μιλήσει. Αυτή η γυναίκα στεκόταν δίπλα του και με κάποιον τρόπο άλλαζε κάθε κανόνα διαχωρισμού. Κοίταξε την οθόνη, προσπαθώντας να σκεφτεί τι θα απαντήσει. Είχε καλό λεξιλόγιο, εκτός όταν απ’ όταν μιλούσε με κάποιον.»

Δεν πρόκειται, βέβαια, για τη συνήθη αντρική αμηχανία προ μιας καινούριας γνωριμίας, τουλάχιστον όχι μόνο για αυτήν. Ο Ντελίλλο, αφού στο πρώτο από τα δύο αυτά κεφάλαια ανέπτυξε τους τρόπους που μπορεί ο άνθρωπος να ωφεληθεί από την από την εις βάθος ενδοσκόπηση, δείχνει την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος: η καταβύθιση σε ανεξερεύνητα, βάθη της αντίληψης συνεπάγεται πάντα τη θυσία ενός κομματιού κοινωνικότητας, κάτι που δηλώνεται στον τρόπο που κλείνει το βιβλίο: η γυναίκα φεύγει από την αίθουσα, ο άνδρας παγώνει, αναρωτιέται αν έχασε την ευκαιρία, δραστηριοποιείται, την ακολουθεί και την προλαβαίνει. Είναι, όμως, ήδη πολύ αργά. Παίρνει τον αριθμό της, αλλά είναι φανερό, από τη ροή της αφήγησης, ότι δε θα την ξαναδεί. «Αν τον ξαναέβλεπε στο δρόμο σε μία από ώρα από τώρα, πιθανότατα δε θα ήξερε ποιος είναι ή που τον συνάντησε», γράφει ο Ντελίλλο. Εκείνη γυρνάει την πλάτη της κι απομακρύνεται ενώ εκείνος επιστρέφει στο μουσείο και την πειραματική προβολή.

Τα δύο αυτά κεφάλαια αποτελούν το θεωρητικό όχημα, το πρισματικό φακό μέσω του οποίου οφείλει κανείς να ερμηνεύσει την ιστορία που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους – οι δυο αφηγήσεις τέμνονται, με παραπάνω απο έναν τρόπους, σε περισσότερα από τα προφανή σημεία, και, όταν η εισαγωγή ολοκληρώνεται, αυτό έχει ήδη συμβεί: οι δύο άνδρες που ο ανώνυμος θεατής συνάντησε στην προβολή είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές της ιστορίας που ακολουθεί. Ο Έλστερ, που μόλις έχει αποσυρθεί από το επικοινωνιακό επιτελείο που συγκροτήθηκε για τον πόλεμο στο Ιράκ, και ο Φίνλευ, κινηματογραφιστής που θέλει να κάνει μια ταινία στην οποία ο πρώτος θα μιλάς για αυτήν του την εμπειρία.  Αποσύρονται στο σπίτι του Έλστερ για να το συζητήσουν, στην έρημο. Ο Ντελίλλο αφιερώνει μεγάλο μέρος της δόμησης των δύο χαρακτήρων και των μεταξύ τους συζητήσεων στην ιδέα του χρόνου και την πρόσληψή του: ο Έλστερ φεύγει από την πόλη προσπαθώντας να μεταβάλλει τον τρόπο που προσλαμβάνει το χρόνο και ο Φίνλευ, που αρχικά βιαζόταν να κάνει την ταινία, μοιάζει να «παγιδεύεται» εκεί όπου «Ο χρόνος επιβραδύνεται. Ο χρόνος γίνεται τυφλός».

Η ιστορία εξελίσσεται όταν στους δύο άνδρες προστίθεται η κόρη του Έλστερ, η Τζέσικα. Πηγαίνει εκεί μετά από παρότρυνση, ή πίεση, της μητέρας της, πρώην γυναίκα του Έλστερ, που θεωρεί ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστεί η έντονη πίεση ενός άντρα ο οποίος, με μια σειρά ανώνυμων τηλεφωνημάτων, έχει καταφέρει να την τρομάξει. Η Τζέσικα ελάχιστα αναπτύσσεται σα χαρακτήρας, μένει μετέωρη ανάμεσα στις ναρκισιστικές προβολές του πατέρα της και τις σεξουαλικές φαντασιώσεις του Φίνλει. Μέχρι που εξαφανίζεται.

Από εκείνο το σημείο ο Έλστερ κλείνει σα χαρακτήρας: ο απόλυτος, δεσποτικός και εγωιστής ακαδημαϊκός δίνει τη θέση του σ’ έναν τρομαγμένο και υποχωρητικό πατέρα, όπως, πιθανότατα, θα συνέβαινε και στην πραγματικότητα. Τα στοιχεία που δίνει ο Ντελίλλο για την εξαφάνιση θυμίζουν τις σκηνές του 24 Ώρες Ψυχώ, όλα πολύ ανεξάρτητα μεταξύ τους για να σχηματίσουν μια υπόθεση, και οι κατευθύνσεις διαρκούν τόσο μέχρι να τις ανατρέψει. Η Τζέσικα θα μπορούσε να έχει φύγει οικειοθελώς, αλλά μάλλον απίθανο να το επιχείρησε δίχως να έχει πάρει το πορτοφόλι της. Θα μπορούσε να είναι θύμα ληστείας, ή άλλης εγκληματικής ενέργειας, να έχει απηχθεί από το Ντένις, το όνομα του επίμονου άνδρα, αλλά τίποτα δε φαίνεται να το υποδηλώνει –μέχρι που ένα μαχαίρι βρίσκεται στην έρημο, για να συνδεθεί η υπόθεση με το Χίτσκοκ, η ωμή βία ως πιθανότητα είναι πάντα παρούσα. Ακόμα κι αυτό, όμως, θα μπορούσε να είναι ένα ξεχασμένο εργαλείο κάποιου πεζοπόρου.

Όταν ο Φίνλει και ο Έλστερ αποφασίζουν τελικά να γυρίσουν στη Νέα Υόρκη, αμίλητοι καθ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, προσπαθώντας να καταλάβουν τι έχει συμβεί και πως νιώθουν για τη διαφαινόμενη τραγωδία, χτυπά το κινητό του πρώτο. Η οθόνη της συσκευής εμφανίζει απόκρυψη αριθμού, ό,τι έβλεπε στο τηλέφωνό της και η μητέρα της Τζέσικα. Ο Φίνλει απαντά απλά για να εισπράξει σιωπή, ό,τι άκουγε και η μητέρα της Τζέσικα. Είναι ο Ντένις; Ή, απλούστερα, κάποιος που επιστρέφει μια ξεχασμένη κλήση του Φίνλευ; Το τηλεφώνημα θυμίζει το τέλος του διηγήματος του Ναμπόκοφ Σημάδια και Σύμβολα.

Η ερωτηματική διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει πολλά κομμάτια του βιβλίου είναι ο μόνος τρόπος για να αποδοθεί η υπαινικτικότητα που διαπερνά κάθε του σελίδα. Μιλώντας για αυτό ο Ντελίλλο δήλωσε: «[Γράφοντας το] δεν ένιωθα πως δημιουργώ, αλλά πως ανακαλύπτω». Μετά την πρώτη ανάγνωση, το ίδιο νιώθει και ο αναγνώστης.

*Η πρόσβαση μου ήταν περιορισμένη στην πρωτότυπη, αγγλόφωνη έκδοση. Όλα τα αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν είναι σε δική μου, πρόχειρη μετάφραση.

 

b184134

 

 

 

 

 

 

 

 

Σημείο Ωμέγα, Ντον ΝτεΛίλλο, μετάφραση: Ελένη Γιαννακάκη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2012

358,510 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Προδημοσίευση: «Δυο φορές ‘Ανοιξη» του Μάνου Κοντολέων, εκδόσεις Πατάκη

Προδημοσίευση αποσπάσματος   Τα παιδιά τα είχε παραδώσει στη συνοδό του σχολικού. Κι αμέσως μετά βιάστηκε  να κλειστεί μέσα στο...

Close