«Είμαι λογοτεχνικά ακατάτακτος» Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο Literature.gr

By  |  0 Comments

Η βόλτα στον Εθνικό κήπο με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, ο οποίος μας έκανε την τιμή να φωτογραφηθεί και να απαντήσει στις ερωτήσεις μας για το Literature.gr, ήταν απολαυστική.

Καθηγητής ανθρωπολογίας, μεταφραστής, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και κινηματογράφου, με δεκαεννέα βιβλία στο ενεργητικό του και εξήντα τρεις μεταφράσεις, λογοτεχνικές και επιστημονικές, από οκτώ γλώσσες, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ συνεχίζει να εμπλουτίζει ως ακαταπόνητος στοχαστής και δημιουργός την εκλεκτή παρακαταθήκη του.

Η συγγραφική του οξυδέρκεια, την οποία αναδεικνύει ο στιβαρός, αυστηρός, νευρώδης και προπαντός ακριβέστατος λόγος του, είναι φανερή σε κάθε δείγμα γραφής του, είτε λογοτεχνικό είτε δοκιμιακό, αλλά ακόμα και στις απαντήσεις μιας συνέντευξης, όπως η προκείμενη. Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είναι αναμφίλεκτα μια πολυσχιδής προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων, που μπορούμε από τώρα να την δούμε σαν σημείο αναφοράς του αναγνώστη-μελετητή του μέλλοντος.

Οι εξόχως συγκροτημένες κρίσεις του για τη λογοτεχνία, απόρροια πολύχρονου, διαρκούς προβληματισμού, τον έχουν φέρει συχνά σε σύγκρουση με αναγνωρισμένους συγγραφείς αλλά και με κριτικούς. Ενδεχομένως οι εντάσεις που διεγείρουν τα γραπτά του να εκπηγάζουν από την επίφοβη, τολμηρή συναρμογή των δύο μειζόνων, αντίπαλων ιδιοτήτων του, αυτές του λογοτέχνη και του κριτικού λογοτεχνίας, αλλά μάλλον θα ήταν καλύτερο να αποφύγουμε την οιαδήποτε μονοσήμαντη απόφανση και αντ’ αυτής να επικαλεστούμε τον αφορισμό του Σαρτρ: «Δεν συμπίπτει κανείς με τον εαυτό του χωρίς μεσολάβηση».  

Στο σημερινό πλαίσιο της ελευθερίας του internet, όπου ο καθένας μπορεί εύκολα να δημοσιεύσει την κριτική του άποψη για ένα βιβλίο, αναρωτιέται κανείς αν οι πιο σοβαρές και αξιόλογες φωνές μπορούν να επιβληθούν στο εφήμερο και να αρθρώσουν έναν καίριο λόγο με τον τρόπο που το κατορθώνει επί δεκαετίες ο Κούρτοβικ. Γι’ αυτό έχει για μας σημασία να ακούσουμε τον λόγο του σε έναν χώρο ψηφιακό, αποτρεπτικό συνήθως του νηφάλιου στοχασμού.  

«Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είναι πολύτιμος» είπε πρόσφατα ένας από τους πολύ αξιόλογους Έλληνες συγγραφείς μας. Αληθεύει.

 Λίνα Πανταλέων, Ντίνα Σαρακηνού, 10 Μαρτίου 2018

 

 

Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφραστής, ανθρωπολόγος, αρθρογράφος. Ποια ιδιότητά σας θεωρείτε ότι σας προσδιορίζει καλύτερα και πόσο μεγάλο άλμα χρειάζεται να κάνει ένας διανοητής για να μπορέσει να ισορροπήσει ανάμεσά τους;

Θα μεταμφιέσω την αμηχανία μου για την ερώτηση σε χαριτολόγημα και θα πω ότι είμαι ένας Καζανόβας των γραμμάτων: πολυγαμικός, αλλά δοσμένος με πάθος στον κάθε έρωτά του. Ίσως αυτό το σταθερό, αλλά «πολυσυλλεκτικό» πάθος είναι που μου δίνει την ενέργεια για το άλμα για το οποίο μιλήσατε. Χωρίς αστεϊσμούς τώρα, παίρνω κάθε δουλειά μου πολύ στα σοβαρά, πολύ περισσότερο απ’ όσο τον εαυτό μου. Αυτό έχει βέβαια και δυσάρεστες πλευρές.

 

Πιστεύετε ότι τα μυθιστορήματά σας απευθύνονται στο λεγόμενο ευρύ κοινό;

Πιστεύω ότι τα μυθιστορήματά μου αφορούν το ευρύ κοινό, αλλά είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν πάντοτε αυτό που τους αφορά ή πόσο τους αφορά. Από την άλλη, το ευρύ κοινό είναι μια έννοια ρευστή. Αν μιλάμε για το κοινό που αγαπάει πραγματικά τη λογοτεχνία, στην Ελλάδα αποτελείται από καμιά δεκαριά χιλιάδες αναγνώστες και αυτό το κοινό με παρακολουθεί σταθερά εδώ και χρόνια. Αν μιλάμε για το κοινό που διαβάζει μόνο ένα ορισμένο είδος μυθιστορημάτων ή καθοδηγείται από τη μόδα, δεν έχω ελπίδες να συναντηθώ μαζί του.

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β&Μ Θεοχαράκη / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

  

Λέγεται ότι το έργο των συγγραφέων κυριαρχείται από εμμονές. Ποιες διακρίνετε στα δικά σας βιβλία;

Ο πιο ακατάλληλος για ν’ απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Τέλος πάντων, με τον καιρό διακρίνω πράγματι κάποιες εμμονές στο έργο μου. Μια από αυτές είναι η ένταση που γεννιέται από τη συνάντηση ανθρώπων διαφορετικής κουλτούρας. Μια άλλη, ίσως η κυρίαρχη, είναι το θέμα της ταυτότητας, τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής, σ’ έναν κόσμο που έχει χάσει σχεδόν όλες τις σταθερές του – κοινωνικές, πολιτισμικές, ιστορικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές, ηθικές.

 

Είναι ένα στερεότυπο ζήτημα που προκύπτει συχνά στον αναστοχασμό της συγγραφής. Τι την τροφοδοτεί, το έλλειμμα ή το πλεόνασμα ζωής;

Το έλλειμμα. Οι άνθρωποι που αισθάνονται πλήρεις δεν χρειάζονται τη    λογοτεχνία για να εκφραστούν. Και όταν το επιχειρούν, το αποτέλεσμα μπορεί καμιά φορά να είναι κομψό ή διασκεδαστικό, αλλά σχεδόν πάντοτε είναι ρηχό και μυρίζει αυταρέσκεια.

 

Τα βιβλία σας ακουμπούν σε κάποιο αυτοβιογραφικό υπόβαθρο; Και κατά πόσο επιχειρείτε να το αποκρύψετε μες στη μυθοπλασία;

Δεν νομίζω πως υπάρχει συγγραφέας που τα βιβλία του δεν ακουμπούν σ’ ένα αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, αν εξαιρέσουμε τους έφηβους με συγγραφικές φιλοδοξίες οι οποίοι αντιγράφουν τα πρότυπά τους. Όσο για την απόκρυψη που ρωτάτε, εγώ προτιμώ να μιλάω για μεταβολισμό του αυτοβιογραφικού υλικού. Δεν προσπαθώ ν’ αποκρύψω κάτι.

Δημοσθένης Κούρτοβικ/ Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

 

Τι φοβάστε σε σχέση με τη γραφή σας;

Την επανάληψη. Τόσο στη θεματική όσο και στην τεχνική των βιβλίων μου. Αγωνίζομαι ν’ αποφύγω τις παγίδες της συνήθειας και αυτός είναι ένας λόγος που δεν δημοσιεύω συχνά μυθιστόρημα. Ειδικά για την τεχνική, αναζητώ κάθε φορά νέα εκφραστικά μέσα, έχοντας πάντως επίγνωση ότι με τα χρόνια αυτό γίνεται ολοένα δυσκολότερο. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι ανολοκλήρωτος ως συγγραφέας, ακόμη και ανασφαλής.

 

Ποιο από τα βιβλία σας θα δωρίζατε σε έναν αναγνώστη που δεν γνωρίζει το έργο σας και γιατί;

Θα δώριζα το Τετέλεσται, γιατί ως συνδυασμός φωτογραφίας, Ιστορίας, σπονδυλωτού δοκιμίου και αφήγησης μπορεί να τραβήξει ανθρώπους με διαφορετικά ενδιαφέροντα. Θα δώριζα τη Νοσταλγία των δράκων, γιατί είναι ένα «χορταστικό» μυθιστόρημα, ακόμη και γι’ αναγνώστες που δεν πολυνοιάζονται για βαθύτερα νοήματα. Και ακόμη τη συλλογή διηγημάτων Λαχανόρυζο του Σταυρού, γιατί, όπως έχουν παρατηρήσει μερικοί, τα κείμενά της συνθέτουν ένα είδος αυτοπροσωπογραφίας μου και γιατί, ακριβώς, είναι διηγήματα, οπότε μπορεί κανείς να διαλέξει να διαβάσει το ένα ή το άλλο για να «πάρει μυρωδιά» και να μη συνεχίσει με τα υπόλοιπα, αν δεν τον ερεθίσει το δείγμα.

 

Όταν γράφετε μυθοπλασία νιώθετε απελευθερωμένος από τις δεσμεύσεις της κριτικογραφίας; Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή την ελευθερία και αυτές τις δεσμεύσεις; 

Ποτέ δεν αισθάνθηκα δεσμευμένος από την κριτικογραφία, γιατί οι κριτικές μου δεν ήταν κριτικές με την τρέχουσα έννοια, δεν περιορίζονταν από το εκάστοτε βιβλίο, αλλά προσπαθούσαν μέσα από αυτό να δουν πιο πέρα, ν’ αγγίξουν ευρύτερα ζητήματα, που είχαν να κάνουν με τη φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας και τη σχέση της με τον κόσμο. Τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ως κριτικό ήταν τα ίδια που με απασχολούσαν και ως συγγραφέα. 

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ζάππειον Μέγαρο / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

 

Έχετε διακριθεί για το θάρρος της γνώμης σας, όταν ασκείτε βιβλιοκριτική. Πόσο βαρύ είναι το τίμημα για την ειλικρίνεια αυτή στην πάροδο των χρόνων;

Αν σκεφτεί κανείς ότι επιβίωσα στον λογοτεχνικό χώρο, τόσο ως κριτικός όσο και ως συγγραφέας, δεν πλήρωσα και κανένα βαρύ τίμημα. Υπήρξε βέβαια και υπάρχει μια σχετική κοινωνική περιθωριοποίησή μου από το σινάφι, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν είμαι πολύ κοινωνικός άνθρωπος, άσε που στον συγκεκριμένο χώρο οι συναναστροφές σπάνια είναι ενδιαφέρουσες και ακόμη πιο σπάνια άδολες. Το μόνο που με στενοχωρεί πραγματικά είναι ότι, αν και αναγνωρίζομαι ως πολύ καλός κι εμπνευστικός δάσκαλος, δεν μου προσφέρεται η ευκαιρία να διδάξω σε κάποιο σεμινάριο από τα τόσα που διοργανώνουν τα διάφορα εκπαιδευτικά και πολιτισμικά ιδρύματα.

 

Ποια η θέση της κριτικής στη λογοτεχνία σήμερα; Διαθέτει τη δυναμική να γίνει αντιληπτή ή ακόμα και να επηρεάσει το αναγνωστικό κοινό με τις υποδείξεις της; Σας αφορά αν οι ίδιοι οι συγγραφείς τη συμμερίζονται;

Στην Ελλάδα η κριτική είναι σήμερα υποταγμένη στο μάρκετινγκ, στους μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων των εκδοτών, των συγγραφέων και των διευθυντών των καλλιτεχνικών σελίδων στις εφημερίδες. Το αποτέλεσμα είναι μια γενικευμένη αρνησικρισία, μια συναινετική, γλυκερή μονοφωνία, που είναι και υποκριτική, γιατί κατ’ ιδίαν λέγονται τελείως διαφορετικά πράγματα απ’ ό, τι δημοσίως. Το αναγνωστικό κοινό το έχει καταλάβει, γι’ αυτό κι έχει γυρίσει την πλάτη του στην κριτική.

 

Πιστεύετε πως υπάρχει ασυμβίβαστο στη διττή ιδιότητα του συγγραφέα και κριτικού; Άραγε η μία ιδιότητα δεν κινδυνεύει να ζημιωθεί από την άλλη;

 Σ’ αυτό ας απαντήσει το λογοτεχνικό έργο μου. Η δική μου απάντηση θα ήταν εκ των πραγμάτων προκατειλημμένη. 

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

  

Αισθάνεστε περισσότερο δικαιωμένος από το λογοτεχνικό σινάφι ως πεζογράφος ή ως κριτικός λογοτεχνίας;

Μόνο σε βάθος χρόνου μπορείς να δικαιωθείς, ακόμη και τότε όχι με βεβαιότητα τελεσίδικα. Για την ώρα, θα μπορούσα να θεωρήσω τον εαυτό μου δικαιωμένο ως κριτικό, επειδή εκτός από αναγνώστες ξέρω ότι έχω επηρεάσει και πολλούς νεότερους συγγραφείς, και δικαιωμένο ως συγγραφέα, επειδή αναγνωρίστηκα από σοβαρούς κριτικούς στην Ελλάδα (με αρκετή καθυστέρηση, πράγμα που αντί να με πικραίνει μ’ ευχαριστεί διπλά) και στο εξωτερικό.

 

Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία έχει θέση και πιθανότητες επιτυχίας στον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό χώρο;

Γνωρίζω μόνο δύο περιπτώσεις περιφερειακών λογοτεχνιών που είχαν διεθνή επιτυχία, παροδικά ή διαρκέστερα. Η μία είναι η λατινοαμερικανική λογοτεχνία, η άλλη το σύγχρονο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Για την ελληνική λογοτεχνία δεν υπάρχει τέτοια προοπτική. Μεμονωμένοι συγγραφείς μας μπορεί να σημειώσουν περιστασιακά μια κάποια επιτυχία στο εξωτερικό, είτε παίζοντας το χαρτί του εξωτισμού είτε εκμεταλλευόμενοι το θέμα της Κρίσης, που και αυτό αντιμετωπίζεται έξω με όρους τουριστικού αξιοθέατου κι έχει εξάλλου αρχίσει να φεύγει από την επικαιρότητα. Αλλά γενικά η Ελλάδα δεν θεωρείται σήμερα ούτε αρκετά εξωτική ούτε αρκετά μοντέρνα ώστε να ενδιαφέρει η λογοτεχνία της.     

 

Τι χρειάζεται να κομίσει στην ελληνική λογοτεχνία ένας νέος συγγραφέας για να της δώσει μια ελπιδοφόρα ώθηση;

Τι άλλο από τη φρέσκια ματιά του νέου ανθρώπου πάνω στον κόσμο που τον περιβάλλει. Αυτό όμως ίσως είναι πια ουτοπικό, γιατί οι νέοι άνθρωποι σήμερα δεν κοιτάζουν τον κόσμο, κοιτάζουν μόνο το smartphone τους.

 

Υπάρχει στις μέρες μας στρατευμένη λογοτεχνία; Και αν ναι, τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στον σημερινό αναγνώστη;

Η στρατευμένη λογοτεχνία όπως την εννοούσαμε άλλοτε, δηλαδή η ταγμένη σε μια ορισμένη πολιτική ιδεολογία, δεν υπάρχει πια. Κι ευτυχώς. Υπάρχει όμως, έπειτα από δεκαετίες αναχωρητισμού κι εσωστρέφειας, μια επιστροφή της λογοτεχνίας στην πραγματικότητα και τις καινούργιες προκλήσεις της, τώρα όχι στο όνομα μιας ιδεολογίας αλλά ενός γενικότερου αιτήματος για δικαιοσύνη και ανθρώπινη κατανόηση. Το αναγνωστικό κοινό το επικροτεί αυτό, έστω και αν συχνά ευνοεί βιβλία με μια εύκολη προσέγγιση σε τέτοια ζητήματα.

 

Θεωρείτε πως οι Έλληνες συγγραφείς αγαπούν τη λογοτεχνία ή πιστεύετε πως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η λογοτεχνία στη χώρα μας είναι το γεγονός ότι εκείνοι που διεκδικούν την ιδιότητα του λογοτέχνη συχνά δεν διαβάζουν;

Δεν είναι ακριβώς ότι οι συγγραφείς μας δεν διαβάζουν. Απ’ όσο μπορώ να κρίνω διαβάζουν αρκετά, αλλά μόνο λογοτεχνία, ιδίως αυτή που έρχεται απ’ έξω με τρανταχτά διαπιστευτήρια, για να «κλέψουν» ιδέες και τεχνικές. Το πρόβλημα είναι μάλλον ότι οι περισσότεροι συγγραφείς μας έχουν περιορισμένη καλλιέργεια και καθρεφτίζεται σ’ αυτούς η τραγική κατάσταση της παιδείας στη χώρα μας. Όπως επίσης η καταστροφική επίδραση των σόσιαλ μίντια στην ποιότητα της γλώσσας των νεότερων.

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

 

Είναι γνωστό ότι αγαπάτε τον κινηματογράφο. Σε ποιο βαθμό ο κινηματογράφος έχει καθορίσει τους υπόγειους κυματισμούς της δικής σας γραφής;

Σε μεγάλο βαθμό. Έχει κάνει τη γραφή μου γρήγορη και σφιχτή, με κλίση σε φευγαλέες, αλλά δηλωτικές εικόνες και με προσοχή στη σημασία του cut για τον ρυθμό και την οικονομία της αφήγησης.

 

Μιλάτε πολλές γλώσσες και έχετε ταξιδέψει πολύ. Κατά πόσο η επαφή σας με τους πολιτισμούς άλλων λαών καθόρισε τη σκέψη σας και ενδεχομένως τις αναγνωστικές σας αναφορές;

Πάντοτε μ’ ενδιέφεραν πιο πολύ οι μικρότερες χώρες, οι μικρότερες γλώσσες, οι μικρότερες εθνικές λογοτεχνίες. Έψαχνα εκεί για  ευαισθησίες, για τρόπους αίσθησης του κόσμου, για ιστορικά και πολιτισμικά υποστρώματα που διαφοροποιούνταν από το κυρίαρχο υπόδειγμα της δυτικής λογοτεχνίας και φώτιζαν από κάπως διαφορετική σκοπιά την ανθρώπινη συνθήκη, χωρίς όμως ν’ ανήκουν σ’ έναν εξωτικό πολιτισμό. Με άλλα λόγια, μ’ ενδιέφεραν οι περιφερειακές λογοτεχνίες της Ευρώπης και πιθανώς έχω δεχτεί κάποιες επιρροές από συγγραφείς τους, σχετικά άγνωστους στην Ελλάδα. 

 

Ποιο βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας θεωρείτε υπερεκτιμημένο;

Τον Οδυσσέα του Τζόυς. Είναι ένα πολύ έξυπνο βιβλίο, αλλά η εξυπνάδα του είναι εγκεφαλική και υπηρετεί ένα περιεχόμενο που, σε τελικό λογαριασμό, έχει μάλλον λίγη ουσία σε σχέση με τον όγκο του. Ο Τζόυς έχει γράψει πολύ καλύτερα βιβλία, τους Δουβλινέζους, το Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. 

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ζάππειον Μέγαρο / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

 

Ο Ελύτης σε όλο του το έργο στρέφεται προς το φως για να ανακαλύψει τον λόγο της εξέγερσης ενάντια σε ό,τι δεν μπόρεσε να αποδεχτεί η συνείδησή του και να αποκαταστήσει εντός του την ηθική τάξη των πραγμάτων που καθορίζει την απαραίτητη διαύγεια. Ο σύγχρονος λογοτέχνης πού νομίζετε ότι πρέπει να στραφεί;

Δεν αναγνωρίζω στον εαυτό μου το δικαίωμα να κάνει τέτοιου είδους υποδείξεις. Μπορώ να μιλήσω μόνο για τη δική μου αναζήτηση και να πω ότι προσβλέπω σε μια ισορροπία (δεν λέω αρμονία) ανάμεσα στο λογικό και το άλογο ή υπερλογικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχής.

 

Θεωρείτε ότι η γενιά σας θα αφήσει έντονο λογοτεχνικό στίγμα;

Είμαι λογοτεχνικά ακατάτακτος και νομίζω πως αυτό είναι εύκολο να το αντιληφθεί κάποιος διαβάζοντας τα βιβλία μου. Επομένως δεν μπορώ να μιλήσω για «τη γενιά μου». Μου φαίνεται άλλωστε πως οι περισσότεροι έλληνες πεζογράφοι που είναι λίγο πολύ κοντά στην ηλικία μου, γεννημένοι ας πούμε ανάμεσα στο 1943 και το 1955, έχουν πολύ αποκλίνοντες προσανατολισμούς και δεν συγκροτούν γενιά με τη λογοτεχνική έννοια, αντίθετα ίσως με τους λίγο προγενέστερους ή μεταγενέστερους. Εξαίρεση αποτελεί μια υποομάδα που δείχνει εμμονή στις μνήμες του Εμφυλίου.

 

Αν δεχθούμε ότι φαντασιώνεστε τον ιδανικό αναγνώστη, πώς φαντάζεστε τον αναγνώστη του μέλλοντος που θα σας έχει σημείο αναφοράς;

Ειλικρινά, είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι. Και αν δείτε πώς πορεύτηκα και πορεύομαι στον χώρο των γραμμάτων, θα διαπιστώσετε ότι φροντίζω ελάχιστα έως καθόλου για την υστεροφημία μου. Πιστεύω, είναι αλήθεια, ότι ένα κομμάτι του έργου μου είναι μπροστά από την εποχή μου και από το διανοητικό κλίμα της, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αλλά δεν μπορώ να πω πόσο μπροστά και φυσικά μπορεί η πεποίθησή μου αυτή να είναι λάθος.

 

Μπορεί άραγε η λογοτεχνία να επέμβει δραστικά σε μια κοινωνία που αλλάζει ραγδαία; Είναι τελικά μια επαναστατική, ακραιφνώς πολιτική, πράξη;

Κανένα μυθιστόρημα και κανένα ποίημα δεν άλλαξε τον κόσμο, δεν γκρέμισε μια κυβέρνηση, δεν πυροδότησε μια επανάσταση. Ούτε μόνο του ούτε μαζί με άλλα. Αυτό που μπορεί να κάνει η λογοτεχνία, στην πιο δυναμική εκδοχή της, είναι να προετοιμάζει τις συνειδήσεις για επερχόμενες αλλαγές. Και στην πιο μετριόφρονα εκδοχή,  ν’ απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο για τα δεινά της ζωής, δίνοντάς του το σχήμα ενός συγκινητικού μύθου.

 

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β&Μ Θεοχαράκη / Φωτογραφία Βάσω Μαραγκουδάκη

 

 

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του ΘΟΔΩΡΗ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ»

Οι τυχεροί είναι: Κωνσταντίνος Σκλιβάνος  , Πάτση Δήμητρα   και  Χριστιάνα Μακρή. Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν. Το Literature.gr σε συνεργασία...

Close