Εκουατόρια: η έννοια μιας ουτοπίας, γράφει η Τζέμη Τασάκου [Εκουατόρια, Μιχάλης Μοδινός]

By  |  0 Comments

Εκουατόρια: η έννοια μιας ουτοπίας

 ή

                 «Ουκ αν εμβαίεις δις εις τον αυτόν  ποταμόν»

 

Ουτοπία του Τόμας Μουρ, Ελντοράντο του Βολταίρου, Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέηκον, «Ήλιοι» του Καμπανέλλα, κάποιοι πολίτες του Πλάτωνος, ένα νησί του Αντισθένη του κυνικού… Τα παραπάνω ίσως είναι μερικά απ’ τα υλικά, (τις «φερτές ύλες»)  που κύλησαν σε παραποτάμους νευρώνων του Μιχάλη Μοδινού όταν αποφάσισε να γράψει (για) την  Εκουατόρια:  ένα κρατίδιο γεννημένο στη μέση του πουθενά, κάπου στα βάθη του Σουδάν – στην κόψη του φαντασιακού και της ιστορίας. Ή άλλως: ένα μυθιστόρημα του οποίου το «κάστρο», το «οχυρό» ορθώθηκε σε αμμώδες έδαφος διαχρονίας και αλληγορίας.

” Η έννοια της Ανθρώπινης Περιπέτειας είναι κυρίαρχη σε όλα τα λογοτεχνικά έργα του Μιχάλη Μοδινού,  είτε  εκτυλίσσεται επάνω στις δοκούς μιας Σχεδίας –η οποία έχει αποκοπεί από το ναυάγιο μιας φρεγάδας  της μεταναπολεόντειας αποικιοκρατικής Γαλλίας-, είτε στα βάθη της Μοντάνα, της Άγριας Δύσης (ημών), είτε σε εσχατιές Επιστροφής της μνήμης σε ανεξόφλητα στοιχήματα νεανικής ηλικία, είτε ακόμη εκτυλίσσεται σε Εθνική της Ελλάδας οδό όπως στην δυστοπική Στυμφαλία του.”

Ας δούμε τον μύθο: Μια φορά κι έναν καιρό, στην  νήσο Ζανζιβάρη – κράμα πολιτισμού και πρωτογονισμού, κέντρο του αραβικού δουλεμπορίου- ένας Ευρωπαίος  (για την ακρίβεια Αλεξανδρινός) ονόματι Μιχαήλ (Μάικλ) Μοδινός, γεννηθείς το 1826, εύπορος ιδιοκτήτης βαμβακοφυτειών  και με τον καιρό φυτειών γαρύφαλλου-  πίνει φοινικόκρασο και  πλήττει (βλ. Ennui του  Baudelaire και των ομοίων του).  Ετούτος ο Αλεξανδρινός είχε υπάρξει «μάρτυρας» στη γέννηση/ίδρυση, το άνθισμα και το γκρέμισμα της Εκουατόρια, εκείνης  της μικρής Ουτοπίας που ανέτειλε σε όχθες μεγάλων λιμνών, κάπου στις πηγές του Νείλου:   Άλμπερτ, Βικτώρια (ή Αχερουσία αν το θελήσουμε). Η μνήμη βέβαια γυρεύει τα τομάρια της – γιατί κρυώνει. Ο Μάικλ Μοδινός τη μνήμη αποφασίζει να γλυκάνει ή να ξορκίσει με την αφήγηση. Τον παροτρύνει η μακρινή του εξαδέλφη Πηνελόπη που έζησε κάποτε στην Αλεξάνδρεια…  (Η αναφορά στην Πηνελόπη Δέλτα δεν απαντάται πρώτη φορά σε κείμενο του Μοδινού: ας θυμηθούμε τον σκύλο Μάγκα στην βραβευμένη  Επιστροφή   αλλά και την ερώτηση του γιου του ήρωα στο  Τελευταία έξοδος Στυμφαλία : «Ζει πατέρα, η κυρία Δέλτα;»). «Γράψε» του λέει λοιπόν η Πηνελόπη. «Ξεκίνα από προσωπογραφίες, τοπιογραφίες κι όπου σε βγάλει ο …Ποταμός».  Και κάπως έτσι ο Μάικλ Μοδινός πιάνει μελάνι και …ριζόχαρτο.

«Ουκ αν εμβαίεις δις στον ίδιο ποταμό»

Την περιλάλητη ετούτη Ηρακλείτεια ρήση –που τόσο έχει τανυσθεί, εις τους αιώνες- την ανταμώνουμε στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Την συλλογιέται ο αφηγητής Μάικλ Μοδινός και συμπληρώνει:  «ετούτο οι εξερευνητές το γνωρίζουν, εντούτοις πάντα επιστρέφουν…». Έγκλειστος  εκεί στο γραφείο του, στη Ζανζιβάρη, -μ’ έναν δενδροβάτραχο θρονιασμένο πλάι στο μελανοδοχείο-, ο Μάικλ Μοδινός σκέφτεται πως η ίδρυση της Εκουατόρια δεν θα είχε υπάρξει «αν δεν είχε προηγηθεί το δράμα της ανεύρεσης των πηγών του Νείλου (…)- του μεγαλύτερου ίσως γεωγραφικού μυστηρίου της ιστορίας…»

Ίσως ακόμη να αναρωτιέται: Γιατί να γυρεύουμε πηγές και μάλιστα τις πηγές ενός θεού Ποταμού; Και ίσως να  απαντά:  Γιατί είμαστε άνθρωποι. Erectus. Κι από τότε που ανακαλύψαμε το βάδισμα στα δύο άκρα, μας θέλγει  η περιπέτεια.  Ή όπως το θέτει ο συγγραφέας: «Η ροπή του ανθρώπου προς την περιπέτεια είναι ακατανίκητη, η αποστροφή προς την επαναληπτικότητα και την συνεπαγόμενη ανία άλλο τόσο. Αφ’ ότου κατεβήκαμε από τα δένδρα, όπως πολύ ωραία μας εξηγεί ο κύριος Τσαρλς Ντάργουι,ν και σταθήκαμε όρθιοι στα δύο μας άκρα (…), ειδικά δε αφ’ ότου ο πολιτισμός ελαχιστοποίησε τους φυσικούς κινδύνους (…) αναζητούμε το ρίγος της ανασφάλειας σε στενοσόκακα και παράνομους έρωτες, στην ανοιχτή σαβάνα με τα μεγάλα ζώα και τις άγριες φυλές ή στην επίλυση μυστηρίων όπως η αναζήτηση των πηγών του Νείλου».

Η έννοια της Ανθρώπινης Περιπέτειας είναι κυρίαρχη σε όλα τα λογοτεχνικά έργα του Μιχάλη Μοδινού,  είτε  εκτυλίσσεται επάνω στις δοκούς μιας Σχεδίας –η οποία έχει αποκοπεί από το ναυάγιο μιας φρεγάδας  της μεταναπολεόντειας αποικιοκρατικής Γαλλίας-, είτε στα βάθη της Μοντάνα, της Άγριας Δύσης (ημών), είτε σε εσχατιές Επιστροφής της μνήμης σε ανεξόφλητα στοιχήματα νεανικής ηλικία, είτε ακόμη εκτυλίσσεται σε Εθνική της Ελλάδας οδό όπως στην δυστοπική Στυμφαλία του.  Στο μυθιστόρημα ετούτο η περιπέτεια απλώνει τα πλοκάμια της στην καρδιά ή στο κέντρο βάρους της Μαύρης Ηπείρου,  στα ανάντη  του θεού Ποταμού: του Λευκού Νείλου. Θα έλεγε κανείς πως ο συγγραφέας δεν έχει εξοφλήσει ολότελα τους λογαριασμούς του με το προγενέστερο  έργο του Ο Μεγάλος Αμπάι, και θέλει να φτάσει νοτιότερα…,τουτέστιν στην καρδιά του σκότους.

Φυγάδες θεόθεν κι αλήτες.

Σ’ ετούτο το κάθετο ταξίδι προς το Nότο, ο αφηγητής Μάικλ τους παλιούς του φίλους καλεί … Στοίβες γύρω του, -εκεί στο γραφείο του στη Ζανζιβάρη-, οι μαρτυρίες των εξερευνητών:  o Τζέημς Μπρους και ο Στρατής Ταταράκης, οι κ.κ. Τζων Σπηκ και Τζέημς Γκραντ, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, ο Σάμουελ Μπαίηκερ, ο Δρ Λιβινγκστόουν (I presume?)…Κι από κοντά: Τα κομμένα σανδάλια στρατιωτών λεγεώνων του Καμβύση ή του Νέρωνος. Από κοντά: Η μοναχική περπατησιά Ηροδότου τε και Πτολεμαίου…Κι από κοντά: Τα κομμένα σανδάλια στρατιωτών λεγεώνων του  Γουσταύου Φλωμπέρ ημών εις τους αιώνες… Κι από κοντά: Ένα σιδερένιο σανδάλι σε ρύγχος της Αίτνας.

Πού ακριβώς κατοικούν οι nobles sauvages μας;  Και ο Ηomo ludens;

Ερώτημα: Μήπως οι ευγενείς μας άγριοι κατοικούν στα ακρώρεια των μελανοδοχείων μας, εκεί όπου κουλουριάζεται και συστρέφεται το πιο ακριβό κομμάτι της ψυχής μας,  το θρεφόμενο από τη μέλαινα χολή μας;                                            

Παρά την όποια στυφότητα της μέλαινας χολής του,  ο παιγνιδίζων άνθρωπος (Ηomo ludens)   Μοδινός παίζει σαν τη γάτα, στο μυθιστόρημα τούτο, με τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσω του συνονόματου ήρωα-αφηγητή σαρκάζει και  κρίνει τον πάλαι ποτέ ακτιβισμό, μα και την συγγραφική του ιδιότητα. Διασκεδάζει σαν τη γάτα που προσπαθεί να πιάσει την ουρά της… Ανόμως  ο Μάικλ είναι μια περσόνα του Μοδινού ενώ η σύζυγος του Μάικλ, Έβελυν είναι το alter (;) ego του αφηγητή: αισθαντική μα και φλεγματική, έχει στο προσκέφαλό της άλλοτε τις Χίλιες και μια νύχτες, κι άλλοτε την Κυρία Μποβαρύ ή την… «Κυρία» Σαλαμπώ…Ας μην γυρέψουμε πάντως για τους χαρακτήρες του Μάικλ και της Έβελυν ερείσματα στον ρεαλισμό – θα ήταν άδικο: όποιος φλερτάρει επικινδύνως με τις τάσεις επανάληψης της Ιστορίας λίγο ενδιαφέρεται για την ηθογραφία.

Τυρβώδεις αντανακλάσεις.

Άδικο  μάλλον θα ήταν και να αποπειραθούμε να δώσουμε σε λίγες  παραγράφους  πινελιές για τις εικόνες ενός μυθιστορήματος πολλών σελίδων. Να περιγράψουμε τι;  Τις σκιές των μπαομπάμπ; Τα μαγκρόβια δάση; Χαλαζιακά νερά υφάλων; Ακακίες και μιμόζες; Σπαραγμένους κροκοδείλους;   Το θρόισμα απ’ τα γυμνά πέλματα πάνω σε εκτάσεις ελεφαντόχορτου; Το βλέμμα του Ανθρώπου εμπρός στα βουνά του Φεγγαριού; Αβυσσυνές χορεύτριες; Σομαλές σκλάβες;  Μαχαίρια και βλέμματα;  Τους φωσφορικούς αφρούς της  προπέλας ατμόπλοιων που διαβαίνουν ανάντη του θεού Ποταμού;

Να μιλήσουμε μήπως για ήρωες, για πρωταγωνιστές; Για τον Εμίν Πασά ή άλλως Έντουαρντ Σνίτσερ, τον Πρώσο αυτό γιατρό και φυσιοδίφη, τον πλάνητα των Βαλκανίων, που με τον τόμο του Λινναίου υπό μάλης, διάβηκε λειμώνες του Μαυροβουνίου, βαλτώδη νερά και απόκρημνες ακτές της Αδριατικής, σαγηνεύτηκε από την πολιτισμικότητα, από τα κράματα ευρωπαϊκού πολιτισμού, μεταφυσικής και πρωτογονισμού, για να καταλήξει στα έλη του Σουντ, να καταγράφει πτήσεις από σμήνη χαλκόκοτων, επιμένοντας, (ποιητικά) να ατενίζει πίσω απ’ το θραυσμένο του ματογυάλι το όραμα μιας κοινωνίας υβριδικής, μιας κοινωνίας ισότητας, -απαλλαγμένης από φύλλα συκής κι υποκρισίας-, με «μικρούς, διαπερατούς πυρήνες αυτάρκειας και όσμωσης».  Να μιλήσουμε για τον στρατηγό Γκόρντον, τον ήρωα, τον πολεμιστή,  τον ασκητή  κυβερνήτη της Εκουατόρια, εκείνον που αντιμετώπισε τον Μαχντί και την Τζιχάντ; Να σταθούμε στο παραληρηματικό λόγο των τελευταίων ημερών του Γκόρντον – λόγο αποκύημα του ταραγμένου νου του;  Ή μήπως να τον ζωγραφίσουμε με λευκό σαρίκι να διαβαίνει αγέρωχος εκτάσεις αχανείς, καβάλα σε μια καμήλα χωλή – που μήπως την έλεγαν  Ροσινάντε;

” Κείμενο με παραμέτρους πολιτικές, (καθώς συχνά τίθεται το ζήτημα του τεμαχισμού της Αφρικής από τις Μεγάλες δυνάμεις, της διείσδυσης  Λεοπόλδων τε και Θαλασσοκράτειρων  στη Μαύρη Ήπειρο, διείσδυση, η οποία «είχε εν πολλοίς ως σημαία της την πάταξη του δουλεμπορίου») με ενίοτε τραγικά επίκαιρες στιγμές (που αφορούν σε πολέμους «ιερούς» -είτε η «ιερότητά» τους πηγάζει από το Κοράνι, είτε από τη Βίβλο-) η Εκουατόρια είναι πρωτίστως ένα μυθιστόρημα φιλοσοφικό, έργο που μιλά μάλλον για τους Κορύβαντες εκείνους που κατοικούν στα καλύτερα φαράγγια της ψυχής μας.” 

Μήπως ν’ αναφερθούμε στον Χέρνυ Μόρτον Στάνλεϋ, το νόθο τέκνο της Αμερικής, εκείνον που είχε τραύματα παιδικά βγαλμένα από  σελίδες του Ντίκενς, που πολέμησε στον Εμφύλιο, πότε με τους Βόρειους και πότε με τους Νότιους, που πυροβολούσε στο ψαχνό οτιδήποτε μαύρο κινιόταν (είχε πρόβλημα μόνο τη νύχτα), τον άνδρα που φλεγόταν από  πάθος για την αρχαιοελληνική  λέξη/έννοια  κύδος, εκείνον που έσωσε τον Δρ Λιβινγκστόουν (μάλλον) παρά τη θέλησή του, εκείνον που, βαδίζοντας χέρι  χέρι παρέα με δουλεμπόρους,  αποφάσισε να «σώσει» τους κατοίκους της Εκουατόρια από την Εδέμ τους, (σίγουρα) παρά τη θέλησή τους; Ή μήπως να καλπάσουμε παρέα με το ηδονοθηρικό ζεύγος Μπαίηκερ; (Τους «Μπαίηκερ του Νείλου»).  Ετούτα ας τα απολαύσει (γουλιά, γουλιά)  ο αναγνώστης.  Εμείς ας αλιεύσουμε απλώς κάποια σπαράγματα (αναδιατυπώνοντάς τα χάριν οικονομίας) από τους ελάχιστους διαλόγους που κοσμούν την πληθωρική αφήγηση.

Ρωτά ένας φύλαρχος τον εξερευνητή Τζέημς Γκράντ:

«Κι όταν τη βρεις ετούτη τη λίμνη, τι θα τι κάνεις;»

Ρωτά ο Μάικλ Μοδινός τον Εμίν Πασά:

«Για ερωτικά ένστικτα μιλάμε ή για επεξεργασμένες (απ’ τον πολιτισμό) συνειδητές επιλογές;»

Λέει ο Εμίν Πασάς στον στρατηγό Γκόρντον:

«Παντελής η απουσία περιγραφών χλωρίδας και πανίδας, γενικότερα  φύσης στη Βίβλο  – αν εξαιρέσουμε ίσως την Γένεση. Λες και το ιερό τούτο βιβλίο να στήθηκε σαν ένα θέατρο ποινών των ανθρώπινων πράξεων  – μόνο και μόνο για να περιγράψει την έξοδο του ανθρώπου από την Εδέμ.»

Λέει ο Εμίν Πασάς στον Μάικλ Μοδινό:

«Ας μην υποτιμούμε την σκέψη των Αγρίων. Αντιλαμβάνονται το Όλον  ατελώς όπως κι εμείς. «Όλον» αποτελεί η περιχαρακωμένη από την όρασή τους πραγματικότητα: η αχανής σαβάνα».

Σκέφτεται ο Μάικλ Μοδινός:

«Όσο καθαρότερα βλέπω τον κόσμο των ιδεών –όσο δηλαδή οι εικόνες απομακρύνονται- κατανοώ ότι ναι μεν υπήρξα ένας ρομαντικός αλλά όχι και αιθεροβάμων. Ήξερα από την αρχή ότι οι ουτοπίες καταρρέουν κάποια στιγμή – ότι δεν είναι παντοτινές. Ότι απλώς μας βοηθούν να συνεχίζουμε. (…) Όχι, δεν ήθελα την τελειότητα – αυτή θα με σκότωνε. Θεωρούσα την ακινησία του Παραδείσου χειρότερη από τα μαρτύρια της Κόλασης. Δεν πίστεψα ποτέ στο απόλυτο Καλό ούτε στο τέλος της Ιστορίας.  Δεν πίστεψα στον σχεδιασμό – οι κοινωνίες δεν είναι πόλεις.  Πίστεψα όμως στη νίκη του Καλού επί του Κακού, στην κυριαρχία του μέσα στον ισολογισμό και την σοφή ισορροπία της φύσης.  Λίγο παραπάνω Καλό από Κακό  κάνει τον κόσμο να γυρίζει –τη ζωή να νικά τον θάνατο».

Κείμενο με παραμέτρους πολιτικές, (καθώς συχνά τίθεται το ζήτημα του τεμαχισμού της Αφρικής από τις Μεγάλες δυνάμεις, της διείσδυσης  Λεοπόλδων τε και Θαλασσοκράτειρων  στη Μαύρη Ήπειρο, διείσδυση, η οποία «είχε εν πολλοίς ως σημαία της την πάταξη του δουλεμπορίου») με ενίοτε τραγικά επίκαιρες στιγμές (που αφορούν σε πολέμους «ιερούς» -είτε η «ιερότητά» τους πηγάζει από το Κοράνι, είτε από τη Βίβλο-) η Εκουατόρια είναι πρωτίστως ένα μυθιστόρημα φιλοσοφικό, έργο που μιλά μάλλον για τους Κορύβαντες εκείνους που κατοικούν στα καλύτερα φαράγγια της ψυχής μας.  Κείμενο που μιλά για τα όνειρα των ονείρων μας που συνιστούν μια πραγματικότητα – όπως ακριβώς δυο αρνήσεις συνιστούν μια κατάφαση. Κείμενο που ισχυρίζεται πως «η απτή πραγματικότητα των φαινομένων δεν έχει ένα και μόνο αίτιο (μία και μοναδική πηγή) αλλά υπάρχει γύρω της μια λεπτοϋφασμένη ιστορία που καλό είναι να τη δούμε μέσα στην πολυπλοκότητά της».

Ακόμη: Η Εκουατόρια είναι το μυθιστόρημα, ο μύθος, το παραμύθι  εκείνων που πολύ βαδίσανε για να πούνε εν τέλει: veni, vidi,  vinci. Το παραμύθι εκείνων των αγρίων που κατοικούν στους ευγενείς νευρώνες του Δυτικού μας Εγκεφάλου, νευρώνες  που πολύ οργώθηκαν από τον ορθό μας λόγο. Τέλος, ίσως, είναι η μαρτυρία  εκείνων που «σωθήκανε», παρά τη θέλησή τους.

Τι απέγινε εν τέλει ο Μάικλ Μοδινός, ο αφηγητής  αυτού του χρονικού; Μα έμεινε στην  έρημο των θλιμμένων τροπικών.

Μιχάλης Μοδινός, Εκουατόρια, σελ. 400 Καστανιώτης 2016

 

 

Η Τζέμη Τασάκου είναι συγγραφέας  μυθιστορημάτων για ενηλίκους και σειρών βιβλίων για παιδιά. Αποφοίτησε από το Πάντειο και αποσύρθηκε στη Ναυπακτία. Το μυθιστόρημά της Η Ερωμένη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

                                                                                      

4,454 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
O Jo Nesbo έρχεται στην Ελλάδα [ 17 OKT 2017 19:00 Κεντρική Σκηνή της Στέγης ]

      O περιπετειώδης, αντισυμβατικός νορβηγός συγγραφέας, έρχεται στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση,  για να γιορτάσει με τους έλληνες Nesbomaniacs...

Close