Ελληνικό βιβλίο: εκτοπισμένο στον τόπο του, άφαντο στον κόσμο; του Παναγιώτη Κάπου

By  |  1 Comment

Με αφορμή την πρόσφατη 12η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και την αβέβαιη συνέχιση του θεσμού, την κατάσταση που έχει περιέλθει ο εκδοτικός κλάδος του βιβλίου στη χώρα μας, την ανύπαρκτη πολιτική ιδίως για τις σχολικές βιβλιοθήκες και τις συνεχείς αναταράξεις στο εκπαιδευτικό σύστημα που αναπόφευκτα επηρεάζουν την αναγνωστική κουλτούρα αναλογίζομαι πως μάλλον είναι «φυσιολογικό» μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα με τόσο σημαντικό γραπτό πολιτισμό να έχει εξοβελίσει το βιβλίο, να έχει αποτύχει στην καλλιέργεια αναγνωστικής κουλτούρας και να έχει απαξιώσει τη γνώση και την έρευνα.

Από την άλλη πλευρά, ενώ φαίνονται μάλλον ελπιδοφόρες οι προθέσεις των φορέων που αυτή τη στιγμή έχουν την αρμοδιότητα για την πολιτιστική πολιτική στον χώρο του βιβλίου να διορθώσουν πολιτικές που οδήγησαν στη σαφή απορρύθμιση του χώρου κυοφορούνται αλλαγές αύξησης του ΦΠΑ για το βιβλίο που, ενδεχομένως, θα δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στον κλάδο. Οι παθογένειες, όμως, του βιβλίου στη χώρα μας είναι διαχρονικές και δεν σχετίζονται αποκλειστικά με την οικονομική κρίση.

Ζούμε σε μια χώρα που στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς τα παιδιά καίνε ή σκίζουν τα βιβλία τους. Ζούμε σε μια χώρα που οι σχολικές βιβλιοθήκες είναι ανύπαρκτες ενώ οι δημόσιες και δημοτικές σε πολλές περιπτώσεις υπολειτουργούν. Ζούμε σε μια χώρα που το εκπαιδευτικό σύστημα του ενός βιβλίου κάνει ό,τι μπορεί για να δημιουργήσει πολίτες που αντί να θεωρούν το βιβλίο ως μέσο απελευθέρωσης του νου, το ταυτίζουν με την καταπίεση, την παπαγαλία και τις στείρες γνώσεις ενώ αν ρωτήσει κάποιος τους μαθητές για την ελληνική λογοτεχνία θα είναι ευχαριστημένος αν ακούσει έστω δυο τρία ονόματα όπως: Καβάφης, Ελύτης, Παπαδιαμάντης. Για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία ούτε λόγος. Όμως, βιβλία πολλαπλών αποχρώσεων του γκρι είναι πασίγνωστα και το χειρότερο πολυδιαβασμένα. Ζούμε σε μια χώρα που η συνεπής εκδοτική πολιτική και η συστηματική καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας είναι έννοιες που εμπίπτουν στη σφαίρα της φαντασίας. Ζούμε σε μια χώρα που οι εκδότες είναι κατακερματισμένοι σε διάφορους φορείς, διαθέτουμε δύο βάσεις δεδομένων για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή, τα κάθε λογής παζάρια έχουν εξαπλωθεί ως ιώσεις, η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης υλοποιείται τα τελευταία χρόνια την ύστατη ώρα σαν από θαύμα, τα πολυπληθή βραβεία βιβλίων για μια τόσο μικρή αγορά είναι γεμάτα σκιές και οι «ομάδες ενδιαφερομένων» (Μ.Μ.Ε, κριτικοί, επαγγελματίες κ.λπ.) αρκετές φορές περιχαρακώνονται σε διάφορες υπο-ομάδες χάνοντας το «όλον» επιτείνοντας την υπάρχουσα εσωστρέφεια του χώρου. Τέλος, ζούμε σε μια χώρα που τα περισσότερα βιβλιοπωλεία ασφυκτιούν σε μια παραμορφωμένη αγορά ενώ η λογική του «fast food – best seller» είναι αυτή που κυριαρχεί συντριπτικά εις βάρος του πιο απαιτητικού βιβλίου δίνοντας, όμως, τις αναγκαίες ανάσες βιωσιμότητας σε βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς οίκους.

Είναι γεγονός πως η υστέρηση του ελληνικού εκδοτικού κλάδου σε σχέση με άλλες χώρες όχι απαραίτητα μεγαλύτερες ή σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση από τη δική μας οφείλεται σε μια ποικιλία παραγόντων που θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής: α) εγγενείς αδυναμίες (ελληνική γλώσσα – περιορισμένη αγορά) και κυρίως β) χρόνιες αδυναμίες: έλλειψη εθνικής εκδοτικής πολιτικής (βιβλίο και ανάγνωση), ρευστό οικονομικό, θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον (Ενιαία Τιμή Βιβλίου, φορολογικό σύστημα κ.λπ.), κατακερματισμός του εκδοτικού χώρου, επιφυλακτικότητα στις νέες τεχνολογίες και στην ψηφιακή μετάβαση, εσωστρέφεια – υποεκπροσώπηση στο διεθνές εκδοτικό οικοσύστημα, χαμηλή διείσδυση στις ξένες εκδοτικές αγορές, εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά φιλαναγνωσίας και στρεβλά μοντέλα εκδοτικής ανάπτυξης.

book_ekthesi_2015

Φωτογραφία / Παναγιώτης Κάπος

Φυσικά, η διαπίστωση μιας κατάστασης δεν αρκεί. Αυτά τα γνωρίζουν οι περισσότεροι. Το ζήτημα είναι η πράξη, πως δηλαδή το ελληνικό εκδοτικό οικοσύστημα θα μπορέσει να βγει από το τέλμα και να ξεκινήσει μια νέα εποχή όπου η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, οι συνέργειες, η εξωστρέφεια, η πολυφωνία, η σε βάθος εκδοτική πολιτική και εντέλει η διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού θα αποτελούν μια απτή πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, απαιτείται η αλλαγή παραδείγματος. Η οικονομική δυσπραγία οπωσδήποτε δυσκολεύει τα πράγματα αλλά θεωρώ πως το πρώτο που χρειάζεται είναι η αλλαγή κουλτούρας και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα[1].

Ενδεικτικό της κατάστασης του χώρου είναι ο τρόπος που διεξάγεται η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης ιδίως τα τελευταία χρόνια αποτελώντας τον καθρέφτη μιας στρεβλής εκδοτικής πραγματικότητας.

Μία Έκθεση που θέλει να λέγεται Διεθνής με πόρους που συνεχώς μειώνονται, σχεδιάζεται στο παρά πέντε  και διεξάγεται αξιοπρεπώς λόγω της τεχνογνωσίας και της προσπάθειας μιας χούφτας ανθρώπων. Είχα αναφερθεί σε παλαιότερό μου άρθρο με τον τίτλο «Το μετέωρο βήμα μιας Έκθεσης»[2] για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των στόχων της Έκθεσης. Δυστυχώς, θεωρώ ότι ο τίτλος παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος καθώς η προστιθέμενη αξία για τους εκδότες, τους συγγραφείς και τους αναγνώστες αποτελεί ζητούμενο. Οπωσδήποτε γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα αλλά μάλλον χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια ετήσια διεκπεραίωση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από μια πρόσφατη –αδημοσίευτη– έρευνα που διεξήχθη στην περσινή ΔΕΒΘ. Η Έκθεση πρέπει να αναβαθμιστεί, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και να διευρυνθεί αποκτώντας έναν πραγματικό διεθνή χαρακτήρα.

Στο πλαίσιο της 11ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης διεξήχθη το διήμερο 10 και 11 Μαΐου 2014 μια διπλή έρευνα, η οποία αφορούσε τους εκδότες που συμμετείχαν στην Έκθεση αλλά και το κοινό-επισκέπτες της. Η έρευνα διεξήχθη από τον υποφαινόμενο με την αρωγή του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού – ΔΕΒΘ. Το ερωτηματολόγιο έρευνας των εκδοτών είχε χωριστεί σε τέσσερις θεματικές ενότητες: α) Προφίλ εκδοτών, β) ΔΕΒΘ και πολιτιστική πολιτική για το βιβλίο, γ) Εκδοτική παραγωγή και δ) Επικοινωνία και Ηλεκτρονικό εμπόριο. Στη συνέχεια, παρατίθενται μερικά ενδεικτικά αποτελέσματα.

Στη θεματική ενότητα των ερωτήσεων που αφορούσαν τη ΔΕΒΘ και ζητήματα πολιτιστικής πολιτικής για το βιβλίο η πλειοψηφία των εκδοτών (86%) δήλωσε πως δεν είναι η πρώτη φορά που συμμετέχει στην Έκθεση. Μάλιστα, από το σύνολο αυτών των συμμετεχόντων το 69,8% έχει πάνω από τέσσερις συμμετοχές ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του συνολικού δείγματος επιθυμεί τη συνέχιση και την περαιτέρω ανάπτυξη της ΔΕΒΘ σε ποσοστό 98,6%. Σε σχετική ερώτηση για το πόσο ευχαριστημένοι είναι οι εκδότες με τον διεθνή χαρακτήρα της Έκθεσης το 34,2% δήλωσε «αρκετά» ενώ ακολουθεί το 30,1% που δήλωσε «λίγο» και το 15,1% που δεν είναι «καθόλου» ευχαριστημένο.

ekthesh_cover_2015

Φωτογραφία / Παναγιώτης Κάπος

Στα ερωτήματα που σχετίζονταν με την πολιτική του βιβλίου στην Ελλάδα η έρευνα κατέδειξε πως «πάρα πολύ σημαντική» για τους εκδότες είναι η επαναφορά του Νόμου 2557/1997 για την ενιαία τιμή του βιβλίου σε ποσοστό 56,2% ενώ με το ίδιο ποσοστό θεωρούν «πάρα πολύ σημαντική» την ύπαρξη ενός εθνικού φορέα αποκλειστικά για το βιβλίο και την ανάγνωση. Επίσης, «πάρα πολύ σημαντικό» είναι το φιλικό φορολογικό περιβάλλον για το 53,4% των εκδοτών όπως και η ενίσχυση-εκσυγχρονισμός των βιβλιοθηκών με το ίδιο ποσοστό (53,4%).

Το παρήγορο είναι πως αναδύονται συνεχώς υγιείς και τολμηρές προσπάθειες από διάφορους οργανισμούς και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο του βιβλίου και της ανάγνωσης. Από φορείς που καλλιεργούν τη φιλαναγνωσία από τις πρώτες παιδικές ηλικίες όπως είναι ο Σύλλογος «Διαβάζοντας Μεγαλώνω», ο οποίος με μια καινοτόμα και ολιστική οπτική για τα ελληνικά δεδομένα προσπαθεί να κινητοποιήσει παιδιάτρους, βρεφονηπιοκόμους, εκπαιδευτικούς, βιβλιοθηκονόμους και γονείς, ώστε να εργαστούν όλοι από κοινού για την προώθηση της ανάγνωσης στα παιδιά και να δημιουργήσουν ένα έθνος αναγνωστών μέχρι τα ανεξάρτητα μικρά βιβλιοπωλεία που σε πείσμα των καιρών άνθισαν κυρίως στην Αθήνα, τους νεοσύστατους εκδοτικούς οίκους με φρέσκιες εκδοτικές προτάσεις και το διαδικτυακό κύμα νέων συγγραφέων που αποδεικνύουν ότι το καινούργιο είναι εδώ.      

Το ελληνικό εκδοτικό οικοσύστημα του βιβλίου βρίσκεται σε μια κατάσταση αναμονής προσπαθώντας να επιβιώσει, να βρει στέρεο βηματισμό και νέες στρατηγικές. Απαιτείται αλλαγή πλεύσης και ένα διαφορετικό μοντέλο για τον 21ο αιώνα που θα μπορούσε να αποτυπωθεί στο τρίπτυχο: εξωστρέφεια, συνέργειες, ενδυνάμωση. Έτσι, με πρωτεργάτες τους εκδότες, τους φορείς πολιτισμού, τις βιβλιοθήκες, τα πανεπιστήμια και τα βιβλιοπωλεία είναι δυνατόν με τόλμη και θέληση ο κλάδος να υπερβεί τις δυσκολίες, να υιοθετήσει νέες στρατηγικές και μέσα από συγκεκριμένες και συντονισμένες δράσεις να μεταμορφώσει την υπάρχουσα ζοφερή κατάσταση. Η καθιέρωση ενός ετήσιου συνεδρίου για την αποτίμηση του κλάδου, για την υλοποίηση δράσεων φιλαναγνωσίας και εκδοτικής έρευνας, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας που θα εστιάζει στην ψηφιακή εκδοτική ατζέντα και την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών από αντίστοιχους φορείς του εξωτερικού ίσως θα ήταν η απαρχή ενός συστηματικού, γόνιμου και ειλικρινούς διαλόγου, μια ευκαιρία αμοιβαίας επωφέλειας. Μια ισχυρή εκδοτική αλυσίδα ενδυναμώνει το σύνολο των συντελεστών και αυξάνει τη δεξαμενή αναγνωστών κάτι που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους.

Κοντολογίς, οι ενδιαφερόμενοι χρειάζεται να πάρουν την τύχη στα χέρια τους και να αλλάξουν τη μοίρα του ελληνικού βιβλίου. Η πολιτεία, τέλος, πρέπει να δώσει με τη σειρά της το σάλπισμα της αλλαγής παραδείγματος που τόσο ανάγκη έχει ο χώρος. Αλήθεια, πόσο επίκαιρα ηχούν τα λόγια του Ουγκό[3], όταν έλεγε πως η τότε οικονομική κρίση ξεπερνιέται όχι κόβοντας τα κονδύλια για την κουλτούρα αλλά διπλασιάζοντάς τα!   

           […] θα έπρεπε να πολλαπλασιάσουμε τα σχολεία, τις καθέδρες, τις βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα βιβλιοπωλεία. Θα έπρεπε να πολλαπλασιάσουμε τους τόπους μελέτης για τα μικρά παιδιά, τους τόπους ανάγνωσης για τους μεγάλους, όλες τις οργανώσεις, όλους τους θεσμούς στους οποίους οι άνθρωποι προβληματίζονται, μορφώνονται, συγκεντρώνονται, μαθαίνουν κάτι, όπου γίνονται καλύτεροι. με μια λέξη, θα έπρεπε να αφήσουμε να μπει παντού το φως στο πνεύμα του λαού. διότι είναι λόγω του σκότους που χανόμαστε.

 

Με άλλα λόγια, απαιτείται ένα όραμα και συστηματικές δράσεις που θα δώσουν τέλος σε μια παγιωμένη κατάσταση που θέλει το ελληνικό βιβλίο εκτοπισμένο στον τόπο του και άφαντο στον κόσμο.

[1] https://www.literature.gr/peperasmeni-glossa-xeperasmeni-logotechnia-i-to-zavo-to-riziko-mas-tou-panagioti-kapou/

[2] https://www.literature.gr/to-meteoro-vima-mias-ekthesis-tou-panagioti-kapou/

[3] Nuccio Ordine (2014), «Η Χρησιμότητα του Άχρηστου», εκδόσεις Άγρα, Αθήνα (Απόσπασμα από τον Β. Ουγκό)

ekthesi_2015

Φωτογραφία/ Παναγιώτης Κάπος

25,734 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Pingback: Ελληνικ...

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το Literature.gr προτείνει: «Χάρτινη μνήμη» της Έμα Χίλι

Η Μοντ, ηλικιωμένη μητέρα και γιαγιά, χάνει σταδιακά τη μνήμη της και την επαφή της με το παρόν. Παρ’ όλα...

Close