Ένα γέλιο όλο σκοτάδι, της Λίνας Πανταλέων

By  |  1 Comment

Κάπου, σε κάποια πόλη, ζει τη θλιβερή ζωή του ένας ανώνυμος άνθρωπος, μύχια προσδοκία του οποίου είναι να ξεφύγει από το αυτονόητο. Το αυτονόητο σώμα του, το αυτονόητο πρόσωπό του, το αυτονόητο ψυχόδραμά του.

Επειδή, όμως, αποτυγχάνει επανειλημμένα να απεγκλωβιστεί από όλα εκείνα τα αυτονόητα, που τον ορίζουν, αρχίζει να λαχταρά το κατεξοχήν, ανυπέρβλητο αυτονόητο της ζωής του, τον θάνατό του· ένα μείζον χρέος προς τον εαυτό του.

«Το σχέδιό μου είχε εκπονηθεί εδώ και χρόνια. Ήταν ζήτημα σωστής συγκυρίας να πραγματοποιήσω αυτή την ηδονική απειλή προς τον εαυτό μου. Ο θάνατός μου ήταν περισσότερο μια μακρινή υπόσχεση παρά ένα θλιβερό γεγονός […]».

Η αυτοβιογραφία του εκδιπλώνεται σαν το χρονικό μιας προαναγγελθείσης αυτοκτονίας για να μετεξελιχθεί σε έναν τραγέλαφο για τη δυστυχία της ζωής, όπου το φαιδρό και το άλογο αποδιοργανώνουν κατ’ εξακολούθηση τον αναστοχασμό της βαθύτατης θλίψης του. Προφανώς, ο τωρινός ήρωας του Δημήτρη Σωτάκη δεν περνάει καθόλου καλύτερα από τους μυθιστορηματικούς προκατόχους του. Ούτε διαθέτει περισσότερη φρενική ισορροπία. Κάθε άλλο. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «μισότρελος – θα σου έλεγα τρελός για δέσιμο, αλλά με σώζουν κάπως τα φάρμακα».

Διαλυμένος από την κατάθλιψη, απηυδισμένος από την ανία και το ανεύρετο νόημα της ύπαρξης, σέρνεται από ημέρα σε ημέρα διεκπεραιώνοντας αυτοματικά ήσσονες υποχρεώσεις, φαντασιώνοντας την όλβια ώρα του θανάτου του· η πιο ευφραντική από τις ονειροπολήσεις του. Στις πιο αισιόδοξες στιγμές του πιστεύει ότι τελικά όλα θα πάνε καλά και θα καταφέρει να αυτοκτονήσει. Με τη σκέψη αυτή γαληνεύει και νιώθει ικανός να αναλογιστεί το μέλλον χωρίς φόβο, ξέροντας ότι φέρει την υπόσχεση του τέλους του. «Ακόμα κι όταν εγκαταλείπω την κατάθλιψη, αυτή η ιστορία με την αυτοκτονία δε σταματάει να με συναρπάζει».

Ο Σωτάκης περιγελάει απροκάλυπτα την αυτοκτονική ιδεοληψία του ήρωά του, δίνοντας στην απόγνωσή του μια αλλόκοτη, κωμική διάσταση. Μολονότι τον αφηγητή συνθλίβει η οδύνη, το βάσανό του δείχνει προσποιητό και περιέργως ανάλαφρο, μοιάζει με υπόδυση της λύπης περισσότερο παρά με νοσηρό σκοτισμό του νου. Με την αιφνιδιαστική, αιρετική ματιά του, που διαστρέφει ευρηματικά τη γνώριμη όψη των πραγμάτων, ο Σωτάκης παρουσιάζει την κατάθλιψη του ήρωα σαν ψυχαναγκασμό, σαν επιτηδευμένο ακκισμό του ψυχισμού του, προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο, ελάχιστο έστω, ενδιαφέρον ημέρες απαράλλαχτες και επαναλαμβανόμενες. Διότι εκείνο που πραγματικά τον απελπίζει είναι η απερίγραπτη βαρεμάρα της ζωής του, το απόλυτο τίποτα, που με τίποτα δεν γίνεται να πληρωθεί. «Το πόσο βαρετή είναι η ζωή δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε καν με άπειρα εκκωφαντικά ουρλιαχτά».

Οι εφήμερες ευδίες των ημερών του αδυνατούν να διασκεδάσουν την εντύπωση της κενότητας. Ο μικρόκοσμός του παραείναι άδειος για να γεμίσει με μερικές χαρές, που εξαχνώνονται προτού σχεδόν τις χαρεί. Το κενό καταλαμβάνει αποκλειστικά ο εαυτός, ο οποίος αποδύεται σε μια μανιακή αυτοανάλυση, μόνο για να αναμοχλεύει τις ανεπάρκειες, τις αντιφάσεις και τις αναπηρίες του, ανίκανος να εκτροχιαστεί από την κεντρομόλο ροπή της διαρκούς αναδίπλωσης. Ακόμα και οι γλυκύτερες ανατάσεις της ψυχής, εκείνοι οι σπάνιοι αναπαλμοί της από την ευφορία, σκιάζονται από την επίγνωση της επικείμενης εκπνοής τους. Το αύριο παραμονεύει και τότε κάθε γέλιο θα κοπεί.

«Παραφυλάει το απόγευμα της Κυριακής, μας βλέπει από μακριά και τρίβει τα χέρια του».

Ο αφηγητής στην προσπάθειά του να εκλογικεύσει τον πεσιμισμό του, προτείνοντάς τον σαν το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο βγαίνει από τη ζωή, καταλήγει πως είναι «κατά συνθήκην καταθλιπτικός». «Με λίγα λόγια, η κατάθλιψή μου οφείλεται στην ισχυρή πεποίθησή μου ότι η ζωή δεν είναι τόσο συναρπαστική όσο την παρουσιάζουν – και για να προσθέσω μια προσωπική πινελιά, κατά βάθος είναι ανυπόφορη, ας το παραδεχτούμε».

Ωστόσο, στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος αυτή η μονότονη, βραδυκίνητη χρονική ροή έχει ήδη διαρραγεί, καθώς ο Μάικλ Τζάκσον αποφασίζει μια καλοκαιρινή νύχτα, που κατέπεσε στην πόλη μαινόμενη από τη βροχή και τον αέρα, αποσυντονίζοντας τις αισθήσεις και διασαλεύοντας «την αρμονία του χώρου», να επισκεφτεί το σπίτι του ήρωα και να του κάνει για μερικές μέρες παρέα. Από τη μία, ένας λυπομανής, απόμονος τύπος, «ένας γελοίος άνθρωπος», που οραματίζεται ότι ενσαρκώνει τη «φλογερή επιθυμία μιας αυτοχειρίας» και κάθε μέρα επιστρέφοντας από τη δουλειά στο σπίτι είτε χαπακώνεται και κοιμάται είτε βλέπει τηλεόραση και καταριέται τη ζωή του, και από την άλλη ένα καλόκαρδο φάντασμα διεθνούς φήμης, το οποίο έχοντας δραπετεύσει από το επέκεινα και τα δεσμά της αλλοτινής του ύπαρξης, ονειρεύεται να γίνει ποιητής. Παραδόξως, δεν θα δυσκολευτούν να βολευτούν σε ένα πλαίσιο συμβίωσης. Ο αφηγητής, προσωποποίηση της θλίψης και της μιζέριας, βρίσκει ευπρόσδεκτο το ανέλπιστο φως, που κομίζει στη ζωή του ο νεκραναστημένος Μάικλ. Ξεχνώντας την εδραία πεποίθησή του περί ολικής ματαιότητας του βίου, αφήνεται να πλανηθεί από αυτό το ξεγέλασμα του μυαλού του. Η παιδική αθωότητα και ξεγνοιασιά του παράξενου φίλου του τον ενθαρρύνουν να ανοιχτεί και αυτός με κέφι στον κόσμο. Βέβαια, δεν είχε εντελώς ξεχαστεί. «Ο χρόνος ήταν εχθρός – σίγουρα θα έτριβε τα χέρια του βλέποντάς μας να διασκεδάζουμε. Το αύριο, σαν ένα δυνατό κύμα απογοήτευσης, μας περίμενε με ανοιχτή τη μοχθηρή αγκαλιά του».

Από το άλλο μέρος, ακόμα και αν ξαναμάθαινε με ενθουσιασμό την απόλαυση της αμεριμνησίας, παρασυρμένος από τη «χαρισματική προδιάθεση για ζωή» του φίλου του, γνώριζε πως όφειλε να είναι συνεπής με την κατάθλιψή του. Δεν μπορούσε αυτός, ένας «ονειροπόλος αυτόχειρας», να περιπλανιέται περιχαρής στην πόλη συντροφιά με τον Μάικλ Τζάκσον σαν να μην τρέχει τίποτα. Γι’ αυτό από την αρχή φροντίζει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα στον φασματικό του φίλο. «Μάικλ, δεν ξέρω τι θα κάνουμε. Βγήκαμε βόλτα και περάσαμε πολύ ωραία, τι άλλο να κάνουμε; Δεν μπορούμε όλη μέρα να διασκεδάζουμε. Μην ξεχνάς ότι πάσχω από κατάθλιψη βαριάς μορφής· πρέπει να κάτσω λίγο σπίτι να ψυχοπλακωθώ».

Ο «πρωτόγνωρος οργασμός», που «δονούσε τα σπλάγχνα» του «στην ιδέα του τελικού αφανισμού», δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με την άφατη ηδονή της αυτοκτονίας αυτή καθεαυτή. Ο Σωτάκης καταπατώντας κάθε υποχρέωση αληθοφάνειας και μαζί περιφρονώντας κάθε πρόθεση δραματοποίησης, δεν διστάζει να σκοτώσει τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή του, ο οποίος μετά την αυτοκτονία του συνεχίζει απτόητος την αφήγησή του, όχι σαν ένα πνεύμα, που τα πανθ’ ορά, αλλά ως αυτός που ήταν και πριν τον θάνατό του. Απλώς βγαίνει από το φέρετρο και επιστρέφει στο σπίτι καταχαρούμενος. Από εκεί που ήταν θαμμένος στο χώμα, βρίσκεται εκτιναγμένος σε μια ουράνια ευδαιμονία. Μετά τη νεκροφάνειά του ορμάει στη ζωή σπρωγμένος από μια ιλιγγιώδη ευτυχία.

«Ήμουν πολύ χαρούμενος που βρισκόμουν και πάλι σπίτι, όλα είχαν πάει καλά, η απόπειρα είχε πετύχει, ο θάνατος και η κηδεία μου πραγματοποιήθηκαν χωρίς προβλήματα και τώρα ήμουν έτοιμος για το νέο κεφάλαιο στη ζωή μου».

Ο διάλογος που διαμείβεται ανάμεσα στον απαρηγόρητο Μάικλ και τον ήρωα, που μόλις έχει επιστρέψει από το μνήμα, είναι η αποθέωση του παραλογισμού, ένας διάτορος καγχασμός για τα μεγάλα δράματα της ύπαρξης. Ο αναστημένος αυτόχειρας προσπαθεί να κατευνάσει τη λύπη του φίλου του, επισημαίνοντας την ευτυχή έκβαση της όλης κατάστασης. «Το ξέρω… Ξέρω ότι με έχεις στην καρδιά σου. Κι εγώ το ίδιο… Ό,τι έγινε έγινε, πάει τώρα, πέρασε. Αφού σου είχα πει ότι τη σχεδίαζα καιρό αυτή την αυτοκτονία. Θα μου έμενε απωθημένο αν δεν το έκανα ποτέ».

Ο Μάικλ συγκατανεύει. «Απ’ αυτή την άποψη, δεν έχεις κι άδικο. Καλύτερα που το έκανες τώρα, να μην το σκέφτεσαι για το μέλλον».

Παρ’ όλα αυτά, η απορία του δεν βρίσκει απάντηση.

«Χρειαζόταν να πεθάνεις για να είσαι τόσο χαρούμενος;»

Ο Σωτάκης περιγράφει με σπαρταριστή αλλοφροσύνη τη συνύπαρξη αυτών των δύο αλλοπρόσαλλων τύπων, διανθίζοντάς την με ιλαροτραγικά επεισόδια, που δυναμιτίζουν την αναγνωρίσιμη διάταξη της πραγματικότητας και παραβιάζουν τις οριοθετήσεις της. Με δαιμόνια ειρωνεία παρατηρεί τις φιγούρες τους να ψηλαφούν έκπληκτες και απορημένες έναν απογοητευτικό, απομαγεμένο κόσμο, τον οποίο σαν φαντασιόπληκτα νήπια παλεύουν να φέρουν στα μέτρα τους. «Ήμασταν παιδιά, δυο ανόητες υπάρξεις γεμάτες ερωτηματικά και τρόμο για όσα συνέβαιναν γύρω μας».

Φυσικά, δεν πρόκειται για δύο υπάρξεις. Χωρίς να επιστρατεύει τη σπουδαιοφάνεια της αλληγορίας για να συμβολοποιήσει τα ανεξήγητα της μυθοπλασίας, που προκαλούν με τη «φυσικότητα» της αλλοκοτιάς τους (άλλωστε σε έναν παράλογο κόσμο ποια εξήγηση ευσταθεί;), ο Σωτάκης αφήνει μέχρι τέλους αδιάρρηκτη τη μοναξιά του ήρωα, καθώς και τη δυναστευτική πρόσδεσή του στη ζωή. Η επιθυμία θανάτου εκπηγάζει από την προσδοκία του να κηδεύσει το τωρινό του πρόσωπο, προκειμένου να αναγεννηθεί ένα άλλο. Σε κάποιο σημείο ο αφηγητής συλλογίζεται πως ο Μάικλ είχε έρθει για να τον σώσει, για να τον «λυτρώσει από τη χειρότερη εκδοχή του εαυτού» του. Αυτή η απρόσμενη παρουσία, γεννημένη από τη μοναξιά και τη θλίψη, αναστημένη μια θυελλώδη νύχτα, «απ’ αυτές όπου η ζωή μας γίνεται ένα με την πιο όμορφη και ανείπωτη ποίηση», ήταν αποκύημα της ανάγκης του για φως. Μια αποτυχημένη διαφυγή του μυαλού, ένα φαντασιοκόπημα, που πραγμάτωνε την προσμονή τού αγγίγματος και της εγγύτητας ενός άλλου σώματος. Ο ήρωας του Σωτάκη μπορεί να γίνεται απολαυστικός μες στις παρακρούσεις του αυτοκτονικού ιδεασμού του, παραμένει, ωστόσο, αποκαρδιωμένος για την αποτυχία του να αποδεσμευτεί από το σκληρό, αδιαπέραστο κέλυφος της ύπαρξής του, που τον αποξενώνει από τα πιο δυναστικά του όνειρα. «Αυτά δεν είναι αστεία για να περνάει η ώρα».

Στην κύρια αφήγηση, όπου διαδραματίζονται τα ξεκαρδιστικά ευτράπελα της ασυντόνιστης συνύπαρξης του καταθλιπτικού ήρωα με την πασίχαρη σκιά του, παρεμβάλλονται κομμάτια ασύνδετα με αυτήν, τα οποία δημιουργούν μια έντονη αντίστιξη με το σκοτεινό, μελαγχολικό τους ύφος. Στα μέρη αυτά η περιπαικτική διάθεση υποχωρεί για να ακουστούν άγνωστες αφηγηματικές φωνές (παραλλαγές του πρωτοπρόσωπου αφηγηματικού λόγου), που έρχονται να προσδώσουν με τις ζοφερές εξιστορήσεις τους δραματικό βάρος στην απελπισία του κεντρικού ήρωα, η οποία διαφορετικά θα έμενε φαιδρή και έωλη. Ξεχωρίζω τον «Πόνο των ανθρώπων», ένα κείμενο επιστολικό, όπου ο γράφων απευθυνόμενος στον παραλήπτη του, διαχέει στις λέξεις του την υπερχειλισμένη απαρέσκειά του για τη ζωή και τους ανθρώπους, χαλασμένους εξαρχής λόγω της κατασκευής τους από «φτηνά υλικά, μια στρώση από κρέας και μια λίμνη αίματος». Η επιστολή αρθρώνεται σαν παραίνεση λήθης, διότι μόνο ξεχνώντας κανείς πως η πραγματικότητα θα συντρίψει ούτως ή άλλως κάθε επιθυμία και κάθε αυταπάτη, καταφέρνει να εποικήσει «μια ουτοπική εικόνα του κόσμου, τόσο χειροπιαστή όσο ένα κλάσμα δευτερολέπτου ενός ονείρου». «Η ονειροπόληση είναι η μοναδική ελπίδα για την ανθρώπινη φύση». Μόνο ξεχνώντας τους σαρκοβόρους μηχανισμούς της πραγματικότητας, μπορεί κανείς να αντέξει τη θνησιγένεια κάθε ψευδαίσθησης. «Η λήθη είναι μια ασπίδα για να μην ορμάει ο ένας πάνω στον άλλο, για να μην κατασπαράζονται οι σάρκες μας έχοντας βουλιάξει στον εγωκεντρισμό και στη σήψη που δημιουργεί η μεγάλη επιθυμία».

Αυτός ο παράδοξος ρομαντικός κυνισμός, επιδέξια αποδοσμένος γλωσσικά, μοιάζει να πενθεί όλες εκείνες τις αναρίθμητες ανθρώπινες ζωές, τις οποίες λιανίζει μια «κυκλική παρακμιακή ακολουθία». Ο επιστολογράφος οδεύοντας στην κατακλείδα του πικρού, δηλητηριασμένου βίου του, νιώθει να τον νεκρώνει ο κορεσμός από βιωμένο χρόνο. Όλες οι σωρευμένες, ανώφελες ημέρες, που σήπονται στο κορμί και την ψυχή του, εκβάλλουν στα όξινα λόγια του. Από τη μέλαινα χολή του, όμως, δεν εκχύνονται δάκρυα. «Αυτό μάλλον οφείλεται στο ότι βαρέθηκα. Βαρέθηκα δε λες τίποτα· τι καιρό θα κάνει, ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, σηκώνομαι χαρούμενος, σηκώνομαι θλιμμένος, μου έφτιαξε η διάθεση, μου χάλασε αργότερα, αυτό το σύστημα με έχει διαλύσει, σε λίγο θα εκραγεί το κεφάλι μου από τη μονοτονία. Δεν μπορείς να φανταστείς το μέγεθος της ντροπής που φέρνει μαζί της μια τέτοια ζωή».

Σε ένα άλλο από τα εμβόλιμα στο μυθιστόρημα κείμενα («Μαθηματικά ΙΙ»), ο ηλικιωμένος αφηγητής, καθηλωμένος σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, αδημονεί για την αποδημία του. Έχει φτάσει εξουθενωμένος στο τέλος μιας ζωής, που παλινδρομούσε διαρκώς ανάμεσα σε ξεσπάσματα μεγαλομανίας και καταβυθίσεις στα ερέβη της μεμψιμοιρίας, και η μόνη ονειροπόληση, που πλέον τον αναπαύει, είναι εκείνη του θανάτου του. Περιμένει γαλήνιος και έτοιμος τη μακάρια αυτή στιγμή, υπνωτισμένος από τους «ολοένα και αραιότερους χτύπους» της καρδιάς του, ανυποψίαστος για την υποδόρια αντίσταση της ίδιας του της σάρκας, που αρνείται να παραδώσει το πνεύμα. Σκέφτεται τότε πως ίσως ο ληξιπρόθεσμος θάνατός του οφείλεται στη δολιχοδρόμηση σε κάποιους λάθος υπολογισμούς τού ήδη ξοδεμένου χρόνου του και αρχίζει τις προσθαφαιρέσεις, τους πολλαπλασιασμούς και τις διαιρέσεις των ημερών της ευτυχίας, της επιθυμίας, της ελπίδας, του έρωτα, του μίσους, της μοχθηρίας, της άρνησης και της παραίτησης, προκειμένου να συλλάβει σε ποια μαθηματική πράξη λάνθανε ο τάφος του.

«Στο τέλος, η μαθηματική μου διάνοια μεταμορφώθηκε σε μια ανόητη σχιζοφρενική εξίσωση χωρίς ειρμό και λογική, δεν έβγαινε κανένα σαφές αποτέλεσμα· κι όταν κατέληγα, τέλος πάντων, σε κάποιο αποτέλεσμα, η εξίσωση τότε γινόταν ακόμα πιο απαιτητική, με παρονομαστές που εκκρεμούσαν και ατελείς πράξεις που περίμεναν τη σειρά τους».

Στα μαθηματικά καταφεύγει και ο αφηγητής ενός άλλου ένθετου πεζού («Μαθηματικά Ι»), με αντίθετη, ωστόσο, στόχευση αυτός. Τετραγωνίζοντας τις διαδρομές της ζωής του, εγκλείοντας, με άλλα λόγια, τις κινήσεις του σε σαφή, οριοθετημένα σχήματα, ευελπιστεί να αποτρέψει τη μοιραία λοξοδρόμηση των βημάτων του, το θανάσιμο στραβοπάτημα. Διότι, σύμφωνα με τη γεωμετρική του συλλογιστική, ο θάνατος αδυνατεί να εκπορθήσει τα τετράγωνα, περίκλειστα σχήματα. Στη γεωμετρία είχε βρει τον τρόπο να συνεχίσει να περπατάει στη ζωή, παραπλανώντας τους εφιάλτες του.

«Τα τετράγωνα, όσο παραμένουν τετράγωνα, δε μας κάνουν να ιδρώνουμε, μας απαλλάσσουν από την προθανάτια αγωνία, από τη σακατεμένη σάρκα, από το ψέμα, την απάτη του πνεύματος, η αίσθηση που κερδίσαμε πια είναι αδιαμφισβήτητα μια διανοητική νίκη, υπάρχουμε πάνω στα τετράγωνά μας».

Έχει οπωσδήποτε σημασία η επιλογή του Σωτάκη να εντάξει στη μυθοπλασία αυτές τις εμβόλιμες αφηγήσεις, στο βαθμό που πλαταίνουν την ιδιοσυγκρασία του κεντρικού ήρωα, ο οποίος με την ξέφρενη παραφροσύνη του περιπαίζει την απελπισία του, καθιστώντας την ανυπόστατη και κραυγαλέα. Στα οκτώ κείμενα που παρεμβάλλονται ενδιαμέσως των έντεκα κεφαλαίων, η υπαρξιακή οδύνη ανακτά το βάρος που της αναλογεί, απαλλαγμένη από το αντίβαρο του σαρκασμού. Εδώ οι αφηγητές εκθέτουν χωρίς περιστροφές την απόγνωση και την οργή τους, σπαράζοντας από απογοήτευση, καρφώνοντας τις ζωές τους με βλέμμα πεισιθάνατο. Οι φωνές τους αντηχούν σκοτεινές και σκοτωμένες από φονικές ματαιώσεις, έχουν από καιρό ξεχάσει το γέλιο. Από το άλλο μέρος, η στυφότητα, που εκρέει από αυτούς τους μονολόγους, προετοιμάζει τη μεταστροφή του μυθιστορηματικού ήρωα, ο οποίος στις τελευταίες σελίδες, γυμνός από αυταπάτες και απαντοχές, από πόνους όσο και από πόθους, συστρέφεται στο κουκούλι του εαυτού, συρρικνωμένος σε ένα πραγματικά απελπισμένο, ανήμπορο πλάσμα –«ένα λάθος χωρίς αντοχές»-, που πνίγεται κάτω από ένα δέρμα απρόσφορο για το παραμικρό πλησίασμα, φυλακισμένο στο αβίωτο εμβαδόν του δωματίου του. «Ρουφιόμουν προς τα μέσα, υποχωρούσα· είχε ξεκινήσει η εποχή της αποχής και της απομόνωσης, επέστρεφα σε έναν οικείο κόσμο άρνησης και αυτισμού. Αυτός ήμουν».

Η φυγή του Μάικλ Τζάκσον, αιφνίδια όσο και το πρώτο χτύπημα στην πόρτα του, τον αφήνει ανοχύρωτο έναντι μιας τρομακτικής ερημίας, ενώπιον του εαυτού του. Ο Μάικλ ήταν ένα κάτοπτρο, στο οποίο αγωνιούσε να διακρίνει μια καλύτερη εκδοχή του, μια φωτεινή αντανάκλασή του. Όπως ο Μάικλ είχε επανεμφανιστεί στα εγκόσμια σαν ποιητής, μεταποιώντας τον πρότερο εαυτό του σε κάποιον άλλο, έτσι και εκείνος, «μια ανώριμη ύπαρξη στο χάος του κόσμου», πίστεψε προς στιγμήν πως μπορούσε να θανατώσει το θλιμμένο του είδωλο και να μεταμορφωθεί στο πρόσωπο, που θα ήθελε να είναι, ένα πρόσωπο δοτικό στη ζωή και στον άλλο. Ήταν μια παραίσθηση, που παρείσδυσε μια νύχτα στο μυαλό του για να τον ξεγελάσει, μεταγγίζοντάς του μια ανέφικτη ελπίδα. «Την πατήσαμε σαν πρωτάρηδες: πέσαμε στα γόνατα μιας ζωής που μας υποσχέθηκε λίγη ζάχαρη στα χείλη».

Όταν όλες οι υπεκφυγές και οι επιθυμίες τον εγκαταλείπουν, όταν όλα του τα προσωπεία διαψεύδονται και τα όνειρά του αποκοιμιούνται, ο ήρωας βρίσκεται ολομόναχος στο ημίφως του δωματίου του («γυμνός στο βολικό μου στρώμα, στο άβολό μου σώμα»), αντιμέτωπος με τον τρόμο ενός απονοηματοδοτημένου χρόνου. Την ερήμωσή του περισφίγγουν η ασυναρτησία και η ακαταληψία. Η παράνοια, «που στήνει παγίδες σε κάθε γωνιά του δρόμου», ναρκοθετώντας ακόμα και το πιο επιφυλακτικό, γεωμετρικό βάδισμα. Το μυαλό του, τόσο δεκτικό άλλοτε της φαντασμαγορίας του παραλόγου, σιγεί, βαριεστημένο πια για θαύματα. Το σώμα του αδρανεί, ανέγγιχτο από ερεθίσματα, ανίκανο ακόμα και για την ελάχιστη συμμετοχή στη ζωή. Ο εαυτός του εξατμίζεται, σβήνεται, κατασπαραγμένος από καθολική άρνηση. «Η κόπωσή μου ξεπερνούσε κάθε δυνατό όριο. Μπροστά μου δεν απλωνόταν κανένα ορατό μέλλον, υπήρχα μόνο για να πίνω καφέ και να αναπνέω καθισμένος στον καναπέ».

Σε αυτό το τελικό στάδιο δεν υπήρχε πια «ούτε πληγή ούτε φάρμακο». Καμία αγωγή δεν ενδείκνυτο για την καταστολή των συναισθημάτων. Η κατάθλιψη και όλη η «χαρμόσυνη θλίψη» χάθηκαν, κανένα τραύμα δεν τον προσδιόριζε πια και δεν τον νοηματοδοτούσε. Παραλυμένος από τη νεκρική ακινησία του πνεύματος και των αισθήσεων, ατενίζοντας έμφοβος τον απέραντο, ανόητο και άδειο χρόνο, που του απέμενε, αγκιστρωμένος σε ένα απόκοσμο «εδώ», απ’ όπου δεν διαφαινόταν καμία προοπτική μετοίκησης σε ένα ουτοπικό «αλλού», ένας ξαφνικός πόθος αναθάλλει στο μυαλό του, η ελπίδα πως κάποια μέρα θα εμφανιστεί και αυτός στην πόρτα ενός αγνώστου, πως θα φιλοξενηθεί σε μια άλλη ζωή, πως θα μετουσιωθεί, δηλαδή, στο όνειρο κάποιου άλλου. Ένα όνειρο δικαίωσης της φτενής του ύπαρξης.

Η στίλβουσα φαντασία του Δημήτρη Σωτάκη κατορθώνει εκπληκτικές μεταπηδήσεις από τον ζόφο στην παραζάλη της χαράς, από τον σαρωτικό μηδενισμό στη γενναιοδωρία του συναισθήματος, από το άλογο στο τετριμμένο, από την παραφορά του σαρκασμού στην εσωστρέφεια του στοχασμού. Ο εύτολμος δρασκελισμός της γραφής μοιάζει να εκκινεί από την επίγνωση πως κάθε τραγωδία συνορεύει με την κωμωδία και αυτή η επίγνωση γίνεται εκκολαπτήριο των πιο αλλόκοτων και των πιο απολαυστικών επινοήσεων.

 

 

thumbnail

 

 

Δημήτρης Σωτάκης, Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον, Κέδρος, 2014

 

 

 

1,062 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Pingback: Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη «Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΆΙΚΛ ΤΖΑΚΣΟΝ» | Literature.gr

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η περίπτωση Τζέικομπσον, Με αφορμή την «Αστική ζωολογία» , του Δημήτρη Στεφανάκη

Όταν κυκλοφόρησε στα Ελληνικά η «Περίπτωση Φίνκλερ»  του Χάουαρντ Τζέικομπσον,  προκάλεσε ηχηρή αμηχανία στην εγχώρια κριτική η οποία ματαίως πάσχιζε...

Close