Ένα παραμύθι για τον πόνο, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

«Ένας εγκέφαλος πεθαίνει αν σταματήσει να συγκινείται, αν ξεχάσει το τραγούδι και τη μουσική, κάτι που όριζαν ως αμουσία και δυσμελωδία».

Ο Φρανσουά Αρντανουί, ο πάσχων ήρωας του Ερίκ Φοτορινό, σέρνει πίσω του μια δισύλλαβη συμφορά, μια νύχτα (nuit) που σφράγισε το όνομά του. Μια νύχτα που συσκότιζε τα παιδικά του χρόνια στο Μπορντώ, φυλακίζοντάς τα σε ένα γκρίζο σκηνικό, σκιασμένο από σωρείτες αναστεναγμών. Αυτό το εγγενές σκοτάδι προοιωνιζόταν άφεγγες ημέρες, όπου ο ήλιος θα αποδεικνυόταν μια διαρκώς διαψευσμένη υπόσχεση. Το φως της μέρας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτή την οικόσιτη βαρυχειμωνιά. Το αγόρι μεγάλωνε μέσα στην αξημέρωτη νύχτα των Αρντανουί με τη διακαή επιθυμία μιας ηλιόλουστης φυγής. Κρεμώντας «τα όνειρά του απ’ τους αραχνένιους ιστούς» του δωματίου του, αναζητούσε μια τροχιά προς τον ήλιο. Ωστόσο, ο δυναστικός πόθος της απόδρασης από το σκοτάδι εκπληρώθηκε στην ενήλικη ζωή του σαν νόσημα. Το σύνδρομο Κόρσακοφ από το οποίο προσβλήθηκε στα σαράντα του χρόνια, ήρθε να σβήσει τη νύχτα και μαζί τον ίδιο. Το Κόρσακοφ τον καταδίκασε σε μια καλπάζουσα λήθη, η οποία σάρωσε όλο τον στοιβαγμένο πόνο αποστερώντάς τον συνάμα από ό,τι περισσότερο αποζητούσε, μια ταυτότητα, μια οριοθετημένη ύπαρξη, ένα είδωλο οικείο, αμετάβλητο στον οποιοδήποτε καθρέφτη.

Ο Φοτορινό συναιρεί προσφυώς την παθολογία αυτής της ιδιότυπης αμνησίας, η οποία πήρε το όνομά της από έναν Ρώσο νευρολόγο που τη διέγνωσε στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον τραυματισμένο ψυχισμό του ήρωα. Η ασθένεια δανείζεται τα χαρακτηριστικά του Αλτσχάιμερ, με την ειδοποιό διαφορά πως δεν έχει εκφυλιστικές επιπτώσεις. Ο Φοτορινό επιχειρεί να προσδώσει στο σύνδρομο μυθιστορηματική χροιά συνδέοντας την ονομασία του με το ακρωτηριασμένο επίθετο ενός άλλου Ρώσου του 19ου αιώνα, εκείνο του συνθέτη Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Υπαινίσσεται εντέχνως πως στη νόσο ενυπάρχει μια σπασμένη μελωδία, μια δυσαρμονία, που όμως δεν ακυρώνει τη μουσική. Το Κόρσακοφ διαθέτει, ούτως ή άλλως, μια διάσταση καλλιτεχνική, στο μέτρο που υποκαθιστά τη μνήμη με φαντασιώδη βιώματα, προτάσσοντας το όνειρο έναντι της ζωής. Πρόκειται, βέβαια, για έναν βιρτουόζο της αποδόμησης και όχι της σύνθεσης.

Οι πολλαπλές υποδηλώσεις της μυθοπλασίας εστιάζονται στην αμφίσημη επενέργεια της λήθης, στη λυτρωτική όσο και την αυτοκαταστροφική της πτυχή. Μια μνήμη εξόχως ευσυνείδητη, σε διαρκή εγρήγορση, δημιουργεί αναπόφευκτα παραφωνίες στην καθημερινή ζωή, κάνει παράσιτα στον ρυθμό του χρόνου. Διότι η δεκτικότητά μας απέναντι στον χρόνο που μας απομένει εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά μας να αγνοούμε εν μέρει τον χρόνο που κύλησε. Η καλή μνήμη ξέρει και να ξεχνά, κατανοεί πόσο ευεργετικές είναι μερικές παραχωρήσεις στη λήθη. Η νόσος του Κόρσακοφ αποψιλώνοντας βίαια τον εγκέφαλο από τις αναμνήσεις του, πλήττει καίρια ένα ακόμη νευραλγικό όργανο, την καρδιά. Μια καρδιά που αποστραγγίζεται από ό,τι την αναπάλλει, την οδύνη και την αγάπη, δεν έχει κανένα λόγο να χτυπά, οι παλμοί της αντηχούν στο κενό. Ένα σώμα δίχως ιστορία, με τα αγγεία του αποκαθαρμένα από συγκινήσεις, μοιραία θα νεκρωθεί, η βιολογική του δομή θα απορρίπτεται από κάθε βιογραφία. Γι’ αυτό ο Φοτορινό στην προμετωπίδα του βιβλίου επισημαίνει τη θανάσιμη εξέλιξη του Κόρσακοφ.

Ο Φρανσουά Αρντανουί υποφέρει από την καθήλωσή του στα πρώτα εννιά χρόνια της ζωής του. Αυτό το ολιγόχρονο παρελθόν τον κατασπαράζει, καθώς στη συνείδησή του συνοψίζει προκαταβολικά όλο τον επερχόμενο χρόνο του. Νιώθει ότι αυτό το επίθετο χωρίς φως τού κληροδοτεί ένα ανήλιο πεπρωμένο. Έγκλειστος σε ένα αποπνικτικό οικογενειακό περιβάλλον, δηλητηριασμένο από τις αναθυμιάσεις μιας περιρρέουσας δυστυχίας, αφηνόταν στην ενόρμηση φαντασιωτικών διαφυγών. Έχοντας επωμιστεί το μερίδιό του στη δυστυχία των μεγάλων, έφτιαχνε από τα μισόλογά τους αλλόκοτες παρανοήσεις, που, αν μη τι άλλο, περιέβαλλαν με μια αχλύ μυστηρίου τον μικρόκοσμό του. Έτσι ενώ η θρησκόληπτη γιαγιά του τον κατηγορούσε ότι «τα κάνει συνεχώς μαντάρα», εκείνος έμενε με την παράξενη εντύπωση ότι «την κάνει συνεχώς μες στην αντάρα». Όταν πάλι η μητέρα του αναφερόταν με ένα πνεύμα λυρισμού στη γέννησή του, λέγοντας πως ο γιος της ήταν «παιδί του Αυγούστου», το αγόρι μεταμορφωνόταν έντρομο σε «παιδί τ’ αγνώστου». «Στα εννιά, είσαι στο έλεος των παρεξηγήσεων και χάνεσαι μες στην αντάρα».

Εκείνο που οπωσδήποτε δεν επρόκειτο για παρεξήγηση ήταν η απουσία του πατέρα. Ο Φρανσουά αδυνατεί να αντιμετωπίσει την έλλειψή του, αυτή την αδιανόητη εγκατάλειψη. Ο Φοτορινό επιδεινώνει και πάλι μέσω της επιτήδειας ονοματοθεσίας τη μοίρα του ήρωα, βαφτίζοντας τον πατέρα του, έναν Εβραίο μαροκινής καταγωγής, Μαμά. Η μυθοπλασία στριμώχνει αρκετά τον ευεπίφορο στις παρανοήσεις Φρανσουά. Η λήθη ήδη μοιάζει να του νεύει σαν Σειρήνα. Ποιος θα μπορούσε να αντέξει τόσο σαρκασμό των βιογραφικών του στοιχείων; «Είμαι Γάλλος από τη μεριά της μητέρας μου και Μαροκινός από δειλία, Εβραίος της πλάκας αφού πρόκειται για το άχρηστο μισό, εκείνο του πατέρα που δεν μετράει για τίποτα». Όσο και αν έψαχνε αυτό τον άντρα, έπεφτε πάνω σε μια γυναίκα. Ήταν «ένα μικρό αγόρι σαν από χνουδωτή πετσέτα, για να σφουγγίζει πάνω του τα δάκρυά της» η Λίνα, μια μαμά πολύ λυπημένη για να παρηγορήσει έναν απορημένο όσο και απορριμμένο γιο. Από το άλλο μέρος, ο άφαντος Μαμάς τού είχε στερήσει τη δυνατότητα να υπάρξει με το όνομα που του αναλογούσε και ο Φρανσουά μπορούσε κιόλας να καταλάβει πως ένα όνομα συνιστά το ελάχιστο εχέγγυο της ύπαρξης.

Στα μελανείμονα μάτια της Λίνας, διαρκώς πλημμυρισμένα από «τα νερά των Βερσαλλιών», ο γιος ματαίως πάσχιζε να διακρίνει κάποιος ίχνος του πατέρα του. Το βλέμμα της αντανακλούσε μόνο τις απουσίες που υπέμενε. Ο Φρανσουά όφειλε να είναι για εκείνη ο άντρας που δεν θα έφευγε, μολονότι ο ίδιος θα προτιμούσε να τη δει εκεί όπου θα ήταν ευτυχισμένη χωρίς τη δική του παρουσία. «Η Λίνα δεν είναι η μητέρα του. Είναι ένα κόσμημα, ό,τι πιο όμορφο υπάρχει, ό,τι πιο πολύτιμο, ό,τι πιο εύθραυστο. Η απόδειξη: το παιδί πρέπει να την φτιάχνει συνεχώς, όταν είναι θλιμμένη». Αλλά και η δική του θλίψη φώλιαζε πίσω από τα βλέφαρα, έχοντας αποκτήσει την υλική μορφή μικροσκοπικών κόκκων άμμου που έκαιγαν τα μάτια του. Από μικρός έμαθε να βλέπει τις επιθυμίες του να ευοδώνονται σαν πάθηση. Έχοντας τόσες φορές ονειρευτεί τις ερήμους ηλιόβολων χωρών, επόμενο ήταν τα μόρια αυτών των ονείρων να τον πονούν πίσω από τα βλέφαρα. Μόνο με τα μάτια κλειστά θα ξεγλιστρούσε από τη νύχτα των Αρντανουί. Το Κόρσακοφ του χάρισε την τύφλωση που ποθούσε. Όσο η αρρώστια έσβηνε ένα ένα τα φώτα του εγκεφάλου του, εκείνος εποικούσε την αστραποβόλα επικράτεια της ονειροφαντασίας. Οι νευρώνες του έφερναν εις πέρας μια αυτοκτονική αποστολή για να τον θεραπεύσουν από τη μελαγχολία.

Ο Φοτορινό προτείνει τη χορήγηση μυθευμάτων σαν τη μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία των μνημονικών οιδημάτων. Άλλωστε η νευρολογία, η επαγγελματική εξειδίκευση του ήρωα, δεν θα μπορούσε ποτέ να βρει μια μέθοδο ίασης για τις άδηλες συνθλίψεις της καρδιάς, για τη δηλητηρίασή της από υπερβολική δόση θλίψης. Παρ’ όλα αυτά, ο Φρανσουά ως ειδικός στις νευρολογικές παθήσεις εξονύχιζε τον ανθρώπινο εγκεφαλικό φλοιό αγωνιώντας να εντοπίσει την κοιλότητα της μνήμης, «τη μικροσκοπική αυτή ζώνη του βρεγματικού λοβού όπου λιμνάζουν επίσης τα νερά της μελαγχολίας». Κατά τρόπο οξύμωρο το Κόρσακοφ επέσπευσε την έρευνά του, αποξηραίνοντας τις λιμνώδεις εκτάσεις της μελαγχολίας στον δικό του εγκέφαλο.

Ο Φρανσουά παραδίδεται στο Κόρσακοφ, αρνούμενος να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση στο σβήσιμό του από μια συνειδητή απόφαση συνενοχής, στο βαθμό που πιστεύει ότι η νόσος έρχεται να τον λυτρώσει. «Τις κακές μου αναμνήσεις, τις τρομερές εικόνες που με στοιχειώνουν από τη μεγάλη νύχτα των Αρντανουί, του τις προσφέρω αφειδώς». Ωστόσο, σε αυτή τη γενναιοδωρία εμφωλεύει μια ιδιοτελής, άκρως ερεθιστική προσμονή. Το Κόρσακοφ ανοίγει χώρο στη φαντασία, του προσφέρει το μοναδικό προνόμιο να ονειρευτεί τον εαυτό του, να τον πλάσει στα μέτρα των βαθύτερων πόθων του. Μπορεί στα τελικά στάδια της ασθένειας να είναι πια ανίκανος να αναγνωρίσει το είδωλό του, όμως την ίδια στιγμή αυτό το είδωλο θα ορθώνεται μπροστά του όπως ακριβώς εκείνος επιθυμεί να είναι. Το «εγώ» θα αντικαθίσταται κάθε φορά από εναλλασσόμενες, ψευδεπίγραφες εκφάνσεις, όλες τόσο εφήμερες που θα αποκλείουν το ενδεχόμενο της διάψευσης. Στην περίπτωση του Φρανσουά επιβεβαιώνεται θαυμαστά η ταύτιση φαρμάκου και νόσου.

«Αυτή η νύχτα που τόσο θέλησα να τη διώξω από πάνω μου είναι εδώ, σίγουρη ότι στο τέλος θα νικήσει. Όταν θα έχει τυλίξει στο σκοτάδι τις μικρές ανοιχτόχρωμες ψηφίδες της συνείδησής μου, δεν θα έχει μείνει πλέον τίποτα. Θα έχει έρθει η ώρα που θ’ αρχίσω να λέω παραμύθια». Ο Φοτορινό τοποθετεί παιγνιωδώς την περίοδο της ασθένειας στο Παλέρμο, εισάγοντάς μας στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με τη φράση: «Τελείωσε. Η νύχτα πέφτει στο Παλέρμο». Με τις λέξεις αυτές η πραγματικότητα υποχωρεί για να αρχίσει ο πλανερός χρόνος του παιχνιδιού και της φαντασίας. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως το «Η νύχτα πέφτει στο Παλέρμο» είναι ένα πολυπρόσωπο παιχνίδι με γρίφους και εικασίες, που ξεκινά με τα μάτια κλειστά. Εδώ η παρτίδα που στήνει ο Φρανσουά δεν περιλαμβάνει θύματα και δολοφόνους, αλλά την προοπτική μιας νέας ζωής, που τη διαπλέει με το επίθετο Σινιορέλλι. Ένα επίθετο παντρεμένο τέλεια λόγω παρήχησης με το όνομα της Λίνας, η οποία πρόσφερε επιτέλους στον μικρό της άντρα έναν πατέρα και μαζί μια ιστορία, λιγότερο σαρκοβόρα από αυτή που συνάρθρωναν οι δυο τους.

Μέσω της μετάβασης από τους Αρντανουί στους Σινιορέλλι ο Φρανσουά πλησιάζει τις πιο αδήριτες προσδοκίες του. Αποκτά ένα φωτόλουστο όνομα, «ωραίο σαν πλατύ χαμόγελο, καινούργια αυγή, το πρώτο πρωινό του κόσμου», ενόσω του μεταγγίζονται μαυλιστικές, στίλβουσες εικόνες, στεφανωμένες από τον γλαυκό ουρανό της Τυνησίας. Αισθάνεται σαν να έχει υποβληθεί σε μια «μεταμόσχευση μνήμης», βιώνοντας έναν χαρούμενο θάνατο για να αναγεννηθεί στους κόλπους μιας οικογένειας με κεφαλή έναν θρυλικό πατριάρχη, τον Φόσκο Σινιορέλλι, έναν καβαλάρη της ερήμου με «την καρδιά του για πάντα ηλιοκαμένη από τους αστερισμούς του Νότου». Απομυζά τις αναμνήσεις του, καταυγάζεται από το εκτυφλωτικό φως των ιστοριών του και ενταφιάζει το παρελθόν του στη νοσταλγία αυτού του θετού προγόνου για τον κόσμο «κει-κάτω». «Μιλούσαν για ‘κει-κάτω’ όπως μιλάμε για έναν χαμένο παράδεισο, κι εγώ είχα καρφώσει το λίκνο μου πάνω στην εξορία τους». Έχοντας επιζήσει της νυχτωμένης του παιδικής ηλικίας, ο Φρανσουά γίνεται μέτοικος ενός παραμυθιού· ενός παραμυθιού το οποίο θα μπορούσε να διατρέχει σαν ορχηστρικό αερικό η «Σεχραζάντ» του Ρίμσκι-Κόρσακοφ.

Ο Φοτορινό αποδίδει με υπέροχη γραφή και πνευματώδη μυθοπλαστικά ευρήματα την τυραννία της μνήμης και την εξίσου τυραννική επιθυμία απόδρασης από τον χρόνο, που ισοδυναμεί με πρόθεση φυγής από την πραγματικότητα. Ο ήρωας του βιβλίου δεν θέλει απλώς να απαλλαγεί από το παρελθόν του. Φιλοδοξεί να γίνει ο δημιουργός της ζωής του, να εφεύρει τον εαυτό του με τα υλικά που ο ίδιος θα έχει επιλέξει. Στην ουσία αρνείται τη ζωή, οπισθοχωρώντας με αθόρυβα βήματα μακριά από τον πόνο. Πεθαίνει μέσα σε ένα όνειρο. Ακόμα και στις παιδικές του ονειροπολήσεις υπέβοσκε η επιθυμία του θανάτου.

«Αυτό που προτιμάει, είναι ο κόσμος χωρίς εκείνον. Του αρέσει, επίσης, να κλείνει τα μάτια. Γι’ αυτό τού χρειάζεται να νιώθει τους κόκκους της άμμου να κινούνται κάτω από τα βλέφαρά του». Ίσως και κατ’ όναρ να προαισθανόμαστε την οδύνη της ματαίωσης. Και καμία ματαίωση δεν τρομάζει περισσότερο από την ανανταπόδοτη αγάπη. Η γοητευτική ποιητικότητα της γλώσσας του Φοτορινό συνυφαίνεται αριστοτεχνικά με τον πυρήνα της προβληματικής του, τη διεκδίκηση της αγάπης. Είτε Αρντανουί είτε Σινιορέλλι ο Φρανσουά αποζητά να αγαπηθεί και είναι αποφασισμένος να παραπλανήσει την καρδιά του ακόμα και με ψευδαισθήσεις. Όμως καμία πλάνη δεν μπορεί να αντισταθμίσει την αδυναμία να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Ο ήρωας του Φοτορινό είναι απεγνωσμένος επειδή απέτυχε να αποσπάσει την αγάπη τού πλέον σημαντικού για εκείνον προσώπου, του δικού του, που ποτέ δεν μπόρεσε να το φέρει στο ύψος των επιθυμιών του. «Το αίμα είναι πάντοτε θέμα τύχης. Όχι όμως και η ώθηση της καρδιάς».

Ο Ερίκ Φοτορινό βυθίζει το μελαγχολικό του βλέμμα στις ωδίνες που οργώνουν βαθιά σε σπείρες τα πιο αφώτιστα μέρη της ύπαρξής μας. Τα όνειρα και τα ζωτικά μας ψεύδη επουλώνουν την απορία μας για τις σιβυλλικές εγχαράξεις του ψυχισμού μας, νανουρίζοντας τον πόνο με όλβιες αυταπάτες. Ωστόσο, όσο επίζηλα και αν φαντάζουν τα θέλγητρα της λήθης, αξίζει να θυμόμαστε ότι τη μεγαλύτερη δυστυχία την προκαλούν όλα αυτά που μας αφήνουν και όχι ό,τι εμείς δεν κατορθώνουμε να αφήσουμε πίσω μας. Ακόμα και όταν ο Φρανσουά, αδειασμένος σχεδόν από τις στενόχωρες ημέρες του, υποδέχεται σαν θεία χάρη την επέλαση της αρρώστιας, στη σκέψη εκείνων των λιγοστών γλυκών πραγμάτων που προσωρινά διέσωζε η μνήμη του, δεν αντέχει να μην εκλιπαρήσει ψιθυριστά το Κόρσακοφ: «άφησέ τα μου».

 

POST 1

Éric Fottorino, Κόρσακοφ, μτφρ. Στέργια Κάββαλου, Αθήνα, Πόλις 2013, σελ. 464

 

2,225 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Εργαστήριο Γραφής «To cut a long story short» με την Έλενα Μαρούτσου

To cut a long story short (ξεκινώντας από το διήγημα) Στην ερώτηση αν η συγγραφή διδάσκεται, η δική μου απάντηση...

Close