Έρωτας με φόντο τους Αγανακτισμένους, Ζούμε τις τελευταίες μας μέρες, Θανάσης Χειμωνάς

By  |  1 Comment

Έρωτας με φόντο τους Αγανακτισμένους

Τα τε­λευ­ταία δυο χρό­νια γρά­φο­νται διη­γή­μα­τα για την κρί­ση, αρ­χι­κά α­πό ε­πι­λο­γή του συγ­γρα­φέα, στη συ­νέ­χεια προ­στέ­θη­καν τα κα­τά πα­ραγ­γε­λία. Συ­χνά η κρί­ση μνη­μο­νεύε­ται και σε διη­γή­μα­τα με δια­φο­ρε­τι­κή θε­μα­το­λο­γία, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι έ­χει ή­δη κα­τα­λή­ξει κά­τι σαν χρο­νι­κός προσ­διο­ρι­σμός. Μέ­χρι πρό­τι­νος, πά­ντως, μυ­θι­στό­ρη­μα δεν εί­χε εμ­φα­νι­στεί. Πρό­σφα­τα, ω­στό­σο, εκ­δό­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα με φό­ντο την κρί­ση. Που ση­μαί­νει ό­τι λαμ­βά­νουν χώ­ρα ε­δώ και τώ­ρα, ή, έ­στω, μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία. Εξα­κο­λου­θούν, ό­μως, να ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε κά­ποιο δια­φο­ρε­τι­κό θέ­μα, το ο­ποίο πα­ρα­μέ­νει στο φά­σμα των θε­μα­τι­κών προ­τι­μή­σεων της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Συ­χνή ε­πι­λο­γή εί­ναι οι πα­ρελ­θο­ντι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, με προ­τί­μη­ση στις δε­κα­ε­τίες ’40 και ’50 και λι­γό­τε­ρο, την ε­πτα­ε­τία της Δι­κτα­το­ρίας. Φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει η ά­πο­ψη ό­τι δια της α­ντι­πα­ρα­θέ­σεως του τό­τε με το τώ­ρα φω­τί­ζε­ται δια­φο­ρε­τι­κά το τό­τε. Για­τί οι συγ­γρα­φείς, πα­ρό­λο που ε­κεί­νο το τό­τε δεν το έ­ζη­σαν, κό­πτο­νται για την α­λή­θειά του. Οι νέες γε­νιές συγ­γρα­φέων θέ­τουν με­τ’ ε­πι­τά­σεως το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο, σή­με­ρα, μας α­φο­ρά αυ­τό το τραυ­μα­τι­κό για τη χώ­ρα πα­ρελ­θόν. Ενώ, ό­σοι σώ­ζουν ε­μπει­ρίες α­πό πρώ­το χέ­ρι ή ως γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά, έ­χουν κα­τα­πια­στεί με την α­να­μόρ­φω­σή του, ώ­στε να συμ­φω­νεί με το θεω­ρού­με­νο σή­με­ρα ως ορ­θό.

Το πώς βλέ­πουν το τώ­ρα μέ­νει προ­σώ­ρας ζη­τού­με­νο. Σύμ­φω­να με δη­λώ­σεις τους στον Τύ­πο, συ­μπά­σχουν με τους πει­να­λέ­ους, τους ο­ποίους συ­να­ντούν κα­τά τις βρα­δι­νές ε­ξό­δους τους χω­μέ­νους στους κά­δους α­πορ­ριμ­μά­των. Ωστό­σο, το­νί­ζουν ό­τι, γε­νι­κό­τε­ρα, α­ντι­λαμ­βά­νο­νται την κρί­ση ως ευ­και­ρία καλ­λι­τε­χνι­κής δη­μιουρ­γίας. Όσο για τις εκ­δη­λώ­σεις του πλή­θους, αυ­τές φαί­νε­ται να τις πα­ρα­κο­λου­θούν σαν θέ­α­μα, ό­πως, άλ­λω­στε, και έ­να κομ­μά­τι, ό­χι ευ­κα­τα­φρό­νη­της έ­κτα­σης, των πο­λι­τών. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό, α­κρι­βώς, το τε­λευ­ταίο ση­μείο, θί­γει το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θα­νά­ση Χει­μω­νά.

Ιστο­ρία έ­ρω­τος

Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση σε σχέ­ση με τα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που έ­χουν φό­ντο την κρί­ση, σε αυ­τό του Χει­μω­νά, το κυ­ρίως θέ­μα, α­ντί για τον Εμφύ­λιο, τους οι­κο­νο­μι­κούς με­τα­νά­στες και τα πα­ρε­πό­με­νά τους,  εί­ναι μια ι­στο­ρία τρε­λού έ­ρω­τα και με τις δυο ση­μα­σίες της λέ­ξης τρε­λός, τό­σο αυ­τή της πα­ρα­φο­ράς ό­σο και της α­πε­ρι­σκε­ψίας. Ένας έ­ρω­τας μο­νό­πλευ­ρος και τε­λι­κά, α­νεκ­πλή­ρω­τος, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι έ­ρω­τες, γε­νι­κώς και ό­χι μό­νο στη λο­γο­τε­χνία, κα­τα­πώς το ει­δι­κεύει ο συγ­γρα­φέ­ας στις συ­νε­ντεύ­ξεις του. Πρό­κει­ται για το έ­βδο­μο βι­βλίο του Χει­μω­νά, που συ­μπλη­ρώ­νει δε­κα­πε­ντα­ε­τία συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, πα­ρα­μέ­νο­ντας α­μι­γής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και πι­στός στη θε­μα­τι­κή του πε­ριο­χή. Με τη δη­μο­σίευ­ση μιας ε­ρω­τι­κής ι­στο­ρίας σε ε­φη­με­ρί­δα έ­κα­νε το ντε­μπού­το του και με το πλέ­ξι­μο ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών συ­νε­χί­ζει. Το εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο των ι­στο­ριών του εί­ναι οι ε­κά­στο­τε ε­ρω­τευ­μέ­νοι, α­φού οι ε­μπλε­κό­με­νοι σε αυ­τήν εί­ναι ε­κεί­νοι που ρυθ­μί­ζουν τις δια­κυ­μάν­σεις της, τις κα­τα­στά­σεις τα­ρα­χής και πα­θών α­πό τις ο­ποίες περ­νά­ει, κα­θώς και τον χα­ρα­κτή­ρα της κα­τά­λη­ξής της.
Οι ή­ρωες του Χει­μω­νά κα­λύ­πτουν ό­λη τη γκά­μα αυ­τού που συ­νή­θως α­πο­κα­λού­με άν­θρω­πο α­στα­θούς, κά­πο­τε και τα­ραγ­μέ­νου, ψυ­χι­σμού. Εί­ναι α­να­σφα­λείς, συ­μπλεγ­μα­τι­κοί, κα­τα­θλι­πτι­κοί, πά­σχουν α­πό φο­βίες, έ­χουν κρί­σεις πα­νι­κού. Γι’ αυ­τούς ο έ­ρω­τας έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης. Σε α­ντί­θε­ση με ό,τι α­πο­κα­λού­με υ­γιή έ­ρω­τα, αν υ­πο­θέ­σου­με πως κά­τι τέ­τοιο υ­πάρ­χει, οι εκ­φάν­σεις του δι­κού τους έ­ρω­τα βρί­σκο­νται σε ά­με­ση συ­νάρ­τη­ση με τον πε­ρί­γυ­ρο, τον στε­νό αλ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πει­σέρ­χε­ται και παί­ζει υ­πο­γείως κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο η ση­με­ρι­νή κρί­ση. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα δεν α­πο­τε­λεί μό­νο το σκη­νι­κό κά­ποιων συμ­βά­ντων και θέ­μα των πα­ρε­πό­με­νων πε­ρι­στα­σια­κών στι­χο­μυ­θιών, αλ­λά φαί­νε­ται να λει­τουρ­γεί σαν α­πορ­ρυθ­μι­στι­κός πα­ρά­γων. Εδώ, δεν πρό­κει­ται για την οι­κο­νο­μι­κή ή την πο­λι­τι­κή κρί­ση. Αυ­τές οι πλευ­ρές της ου­δό­λως α­φο­ρούν τους πρω­τα­γω­νι­στές της ι­στο­ρίας. Ανα­φέ­ρο­νται μό­νο σε ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές και ε­κεί, α­πό τρί­τα πρό­σω­πα, α­κρι­βώς, για να φα­νεί πό­σο τους α­φή­νουν α­διά­φο­ρους.
Εκεί­νο που τους α­πο­διορ­γα­νώ­νει, ω­θώ­ντας τους σε σπα­σμω­δι­κές α­ντι­δρά­σεις, εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα της έ­ντα­σης, που ε­πι­κρα­τού­σε το 2011, στο ο­ποίο το­πο­θε­τεί­ται η υ­πό­θε­ση. Τό­τε που υ­πήρ­χαν  α­κό­μη Αγα­να­κτι­σμέ­νοι, οι ο­ποίοι ε­ξέ­φρα­ζαν την ορ­γή τους δη­μο­σίως, δια­δη­λώ­νο­ντας. Πολ­λοί εί­ναι αυ­τοί που δη­λώ­νουν ό­τι δεν τους εν­δια­φέ­ρει η πο­λι­τι­κή. Κυ­ρίως, γυ­ναί­κες, ό­πως η Κα­τε­ρί­να του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εκεί­να τα γε­γο­νό­τα, ό­μως, στο κέ­ντρο της Αθή­νας, πα­ρέ­συ­ραν στη δί­νη τους αρ­κε­τούς και α­πό αυ­τούς. Όπως, άλ­λω­στε, και τα πα­λαιό­τε­ρα του 2008, αλ­λά και οι ε­πε­τεια­κές πο­ρείες του Πο­λυ­τε­χνείου. Σε ό­λες αυ­τές τις εκ­δη­λώ­σεις υ­πάρ­χει το στοι­χείο του θεά­μα­τος, που α­πο­δει­κνύε­ται α­κα­τα­μά­χη­το. Κυ­ρίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, χά­ρις στα ΜΜΕ, που τις πα­ρου­σιά­ζουν σαν να δια­φη­μί­ζουν ται­νία σα­σπέ­νς, η ο­ποία εν­δέ­χε­ται να ε­ξε­λιχ­θεί σε θρί­λε­ρ, με διά­ση­μους πλέ­ον πρω­τα­γω­νι­στές τους γνω­στούς-ά­γνω­στους. Οπό­τε και ο α­διά­φο­ρος, που δεν χά­νει ού­τε έ­να ε­πει­σό­διο α­πό το α­με­ρι­κα­νι­κό «LOST», α­φή­νει την πο­λυ­θρό­να του και πε­τά­γε­ται να δει, εκ του σύ­νεγ­γυς, το ελ­λη­νι­κό σί­ριαλ στην Πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος. Αν, μά­λι­στα, κα­τοι­κεί στο Κο­λω­νά­κι, ό­πως οι δυο φί­λες και συ­γκά­τοι­κοι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η Κα­τε­ρί­να και η Κλέ­λια, πά­ει με τα πό­δια. Κι αυ­τές για το χα­βα­λέ πά­νε και ό­χι για­τί τις πεί­θει το λο­γί­δριο ε­νός πρώην ε­ρα­στή της Κα­τε­ρί­νας, που εμ­φα­νί­ζε­ται αιφ­νι­δίως, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας με πά­θος ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να μεί­νει α­μέ­το­χος. Ως “λυ­ρι­κό ξέ­σπα­σμα” ε­κλαμ­βά­νουν τη δρα­μα­τι­κή του ε­πί­κλη­ση: “Το χρω­στά­με στα παι­διά μας, ρε γα­μώ­το!”

Απ’ την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας

Η Κα­τε­ρί­να πλη­σιά­ζει τα τριά­ντα. Δού­λευε ως δα­σκά­λα γαλ­λι­κών, αλ­λά, στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, εί­ναι ά­νερ­γη, χω­ρίς αυ­τό να την στε­νο­χω­ρεί. Γε­νι­κώς, “προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το τι θα κά­νει στη ζωή της”. Συγ­γε­νείς πρώ­του βαθ­μού δεν έ­χει ε­κτός α­πό τη μη­τέ­ρα της που δια­τη­ρεί μα­γα­ζί στην Ελασ­σό­να και δεν της “πο­λυ­μι­λά”. Ένας, μάλ­λον ο τε­λευ­ταίος, δε­σμός της έ­χει δια­λυ­θεί πριν τρία χρό­νια. Η α­φή­γη­ση α­φή­νει να εν­νο­η­θεί κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Στις πα­ραι­νέ­σεις της φί­λης της να μην δε­σμευ­τεί με κά­ποιον, που δεν τον έ­χει δο­κι­μά­σει στο κρε­βά­τι, α­πα­ντά ό­τι “σεξ έ­χει κά­νει αρ­κε­τό στη ζωή της”. Αυ­τό που νιώ­θει για τον Παύ­λο, τον ά­ντρα που ήρ­θε ου­ρα­νο­κα­τέ­βα­τος και έ­γι­νε το κέ­ντρο του κό­σμου, “εί­ναι σε έ­να α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο”.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η φί­λη της Κλέ­λια πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν μια προσ­γειω­μέ­νη κο­πέ­λα. Ο ρό­λος της στο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι βο­η­θη­τι­κός, προς α­νά­δει­ξη της ευαί­σθη­της ψυ­χο­σύν­θε­σης της συ­γκα­τοί­κου της, που εί­ναι το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο. Εδώ, πρό­κει­ται για μια κλα­σι­κή πε­ρί­πτω­ση του έ­ρω­τα ως εμ­μο­νή. Όσο ο άλ­λος α­δια­φο­ρεί, τό­σο η ε­ρω­τευ­μέ­νη ε­πι­μέ­νει. Ού­τε η α­πόρ­ρι­ψη την κά­μπτει. Ο Παύ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μοιά­ζει με κι­νού­με­νη άμ­μο, δεν α­πο­κα­λύ­πτει κα­νέ­να στοι­χείο ταυ­τό­τη­τας, συ­νε­χώς ε­ξα­φα­νί­ζε­ται, πα­ρου­σιά­ζει α­πό­το­μες αλ­λα­γές διά­θε­σης. Ακρι­βώς, ό­λα ε­κεί­να, που με­γα­λώ­νουν την ε­πι­θυ­μία μιας ε­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Από την πλευ­ρά της, συμ­βάλ­λει η πα­ντε­λής έλ­λει­ψη εν­δια­φε­ρό­ντων, α­πα­σχό­λη­σης, φί­λων, που κά­νει τη σκέ­ψη της να στρέ­φε­ται συ­νε­χώς γύ­ρω α­πό ε­κεί­νον.  Κα­τά τον παπ­πού Φρόυ­ντ, πρό­κει­ται για μα­ζο­χι­στι­κό πει­θα­να­γκα­σμό, που δη­μιουρ­γεί στους άλ­λους την ε­ντύ­πω­ση της πα­ρά­νοιας.
Ο Χει­μω­νάς πε­ρι­γρά­φει αυ­τήν τη σχέ­ση α­πό την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας, δη­μιουρ­γώ­ντας α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου γύ­ρω α­πό τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του Παύ­λου. Η λύ­ση, που δί­νει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, εί­ναι ι­κα­νο­ποιη­τι­κή για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα που δεν φι­λο­δο­ξεί πλο­κή α­στυ­νο­μι­κού τύ­που. Το βα­σι­κό εί­ναι η α­πο­κά­λυ­ψη, ό­τι ο Παύ­λος “κα­τά­γε­ται α­πό έ­να α­πό τα πιο α­ρι­στο­κρα­τι­κά σό­για της Αθή­νας”, με ε­πι­χει­ρή­σεις στο Λον­δί­νο. Δη­λα­δή, πρό­κει­ται για έ­ναν τύ­πο, που α­νή­κει σε ε­κεί­νο το μι­κρό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, που δεν το αγ­γί­ζει η κρί­ση. Ίσως, μό­νο, να το βυ­θί­ζει βα­θύ­τε­ρα στις “σκο­τει­νές” δο­σο­λη­ψίες του. Η μυ­θο­πλα­σία φρο­ντί­ζει να δι­καιο­λο­γή­σει την αμφίθυμη διάθεσή του με το σοκ ε­νός θα­να­τη­φό­ρου τραυ­μα­τι­σμού.
Τα πρό­σω­πα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­πο­βαί­νουν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά, α­κρι­βώς για­τί εί­ναι ε­γκλω­βι­σμέ­να στον μι­κρό­κο­σμό τους. Την Κα­τε­ρί­να δεν την εν­δια­φέ­ρουν οι πο­ρείες, οι φα­σα­ρίες, τα ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, ού­τε ο πι­θα­νός νε­κρός δια­δη­λω­τής. Μό­νο ο Παύ­λος. Πριν χά­σει τε­λείως τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό έ­λεγ­χο, α­πο­πει­ρά­ται να δια­φύ­γει. Ακο­λου­θεί τον πρώην της για μό­νι­μη ε­γκα­τά­στα­ση στο Πα­ρί­σι. Αλλά η α­νία και η έλ­λει­ψη κά­ποιου αι­σθη­μα­τι­κού α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού την φέρ­νουν πί­σω. Το ε­ρώ­τη­μα που θέ­τει πλα­γίως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χει­μω­νά εί­ναι μή­πως χα­ρα­κτή­ρες, ό­πως αυ­τοί που σκια­γρα­φεί, α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας και της ε­πο­χής μας, το ί­διο ε­πι­τυ­χη­μέ­νοι με τους πα­λαιό­τε­ρους ή­ρωές του.
Επι­ση­μάν­θη­κε ως α­δυ­να­μία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το ό,τι πα­ρου­σιά­ζει την Ελλά­δα της κρί­σης να μην αγ­γί­ζει κα­νέ­ναν α­πό τους πρω­τα­γω­νι­στές. Μή­πως, ό­μως, αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι το σύ­μπτω­μα μιας με­ρί­δας του συλ­λο­γι­κού σώ­μα­τος; Στα γε­γο­νό­τα, ό­ταν γί­νε­ται “σκο­τω­μός, μπά­τσοι, κου­κου­λο­φό­ροι, δα­κρυ­γό­να”, οι πρω­τα­γω­νι­στές δεν τρέ­χουν αλ­λό­φρο­νες, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν. Σύμ­φω­να με το μυ­θι­στό­ρη­μα, πά­νε για να χα­ζέ­ψουν και με­τά την “κά­νου­ν”. Ο κα­θέ­νας προς τα ό­που μπο­ρεί. Άλλος για το Πα­ρί­σι, άλ­λος για το γε­νέ­θλιο τό­πο κι άλ­λος, το συ­νη­θέ­στε­ρο, στην α­να­παυ­τι­κή πο­λυ­θρό­να της τη­λεό­ρα­σης.

Της Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου  Πηγή:  Η εποχή 

1,864 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Γεώργιος Ξενάκης

    November 1, 2013 at 11:26 am

    Τέλος εποχής, έκπτωση συναισθημάτων, ονείρων κι ονειρώξεων, φύλων τε και φίλων, φαντάσματα, εφιάλτες, έλξη του κενού. Οι κοινωνικοί αγώνες σχεδόν σε ρόλο ντεκόρ. Διαλέχτε και πάρτε… Εκείνο το καταφύγιο του Παύλου, υπερυψωμένο “πολυβολείο”, δεν σας θυμίζει κάτι;

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο Μάνος Κοντολέων απαντά στο Ερωτηματολόγιο του L

Περιγράψτε μας την εικόνα του εφηβικού δωματίου σας και βάλτε μας και το σχετικό soundtrack Ένα μονό κρεβάτι – ντιβάνι...

Close