ΦΑΚΕΛΟΣ: Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό: Η Εύα Σίλερ για την ελληνική λογοτεχνία στην Πολωνία

By  |  0 Comments

Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της εξωστρέφειας ή εσωστρέφειας της Ελληνικής λογοτεχνίας, το Literature.gr εγκαινιάζει μια σειρά από συνεντεύξεις με μεταφραστές. Σκοπός μας είναι να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει ακριβώς στο εξωτερικό σε σχέση με την ελληνική λογοτεχνία, πόσο γνωστή και αποδεκτή είναι από τους ξένους αναγνώστες, σε ποια εμπόδια προσκρούει η διάδοσή της. Ακόμα, επιδιώκουμε, μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις και τη συσσωρευμένη εμπειρία των μεταφραστών, να ανιχνεύσουμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, τις ιδιαιτερότητες της μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας και γενικά τον ρόλο του μεταφραστή.

Επιμέλεια: Αιμίλιος Σολωμού

Η Ewa Szyler επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1973 στα πλαίσια μιας φοιτητικής εκδρομής. Στη διάρκεια του ταξιδιού αποφάσισε να μάθει ελληνικά για να κατανοεί τους στίχους των ελληνικών τραγουδιών. Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Έκτοτε μετέφρασε πολλά ελληνικά βιβλία στα πολωνικά. Μπήκε κατευθείαν στα βαθιά, άρχισε με την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Στη συνέντευξή της χαρτογραφεί τη θέση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στην Πολωνία. Εξηγεί πως μετά τον Β’ Παγκόσμιο και μέχρι το 2004 μεταφράστηκαν 70 βιβλία από τα ελληνικά στα πολωνικά. Το 2004 εκδόθηκε μόλις ένα βιβλίο νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Πολωνία (το 2003 τρία βιβλία, το 2002 ένα,  το 2001 δύο και το 2000 δύο) έναντι 1600 από τα αγγλικά, 240 από τα γαλλικά και 116 από τα γερμανικά. Το 80% των μεταφράσεων των κλασικών έργων γίνονται από τα γαλλικά ή τα αγγλικά και όχι απευθείας  από τα ελληνικά. Αντιλαμβάνεται κανείς το κενό που υπάρχει στις μεταφράσεις ελληνικών βιβλίων στην Πολωνία και την άγνοια των Πολωνών αναγνωστών για την ελληνική λογοτεχνία. Παρόλα αυτά, στην Πολωνία υπάρχει ένας πυρήνας Πολωνών που λατρεύουν την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό. Στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας υπάρχει έδρα νεοελληνικών σπουδών και οι υπεύθυνοι εργάζονται με ζήλο και προσπαθούν να αναδείξουν την ελληνική γλώσσα, τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό. Εδώ και αρκετά χρόνια λειτουργεί στην πολωνική πρωτεύουσα ο Σύλλογος Φίλων της Ελλάδας. Τo 2013 έκανε την εμφάνισή του ένας νέος δυναμικός εκδοτικός οίκος, ο Ksiazkowe Klimaty  που ειδικεύεται στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.  Xάρη στον ζήλο των νεαρών εκδοτών του, του Tomasz Zarod και της Kama Buchalska, ήδη έχουν εκδοθεί 13 βιβλία και έπονται και άλλα. Στο facebook μια κλειστή ομάδα που ονομάζεται Grecomania και αριθμεί περί τα τρεις χιλιάδες μέλη έχουν πραγματική λατρεία και μανία για την Ελλάδα. Καθημερινά δημοσιεύουν φωτογραφίες από τις διακοπές τους π.χ. στα ελληνικά νησιά, μοιράζονται ελληνικά τραγούδια, ελληνικές συνταγές και βιβλία.

Η Ewa Szyler εκφράζει το παράπονο των μεταφραστών της ελληνικής λογοτεχνίας, γιατί η δουλειά τους δεν υποστηρίζεται από το επίσημο ελληνικό κράτος. Μάς μιλά  γενικότερα για την ανυπαρξία πολιτικής από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας για την εξαγωγή της ελληνικής λογοτεχνίας, τις δυσκολίες που συνάντησε όλα αυτά τα χρόνια, τις τάσεις αναγνωστικής συμπεριφοράς στην Πολωνία, τη μετάφραση και τον ρόλο του μεταφραστή. Τέλος, μάς εκμυστηρεύεται την εμπειρία της για τη μετάφραση του βιβλίου του Κ. Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» και μοιράζεται μαζί μας -της είμαστε ευγνώμονες- δύο αποσπάσματα από την επιστολή του συγγραφέα που έφτασε κοντά της μια μέρα μετά τη δολοφονία του.

Ewa Szyler

Κάτω από ποιες συνθήκες αποφασίσατε να μάθετε ελληνικά και να ασχοληθείτε με την Ελληνική;

Όταν για πρώτη φορά, το 1973, ήρθα με μια οργανωμένη, φοιτητική εκδρομή στην Ελλάδα, γοητεύτηκα απίστευτα με τη χώρα σας.  Δεν επισκεφθήκαμε απλώς όμορφα μέρη, την Αθήνα, τους Δελφούς, την Πελοπόννησο, τα νησιά Μύκονο και Δήλο, αλλά βρεθήκαμε σε έναν κόσμο τελείως διαφορετικό από την γκρίζα σοσιαλιστική πατρίδα μας. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός, ότι σε κάθε τουαλέτα υπήρχε χαρτί υγείας – το προϊόν που ήταν σε έλλειψη τότε στην Πολωνία! και το ότι οι δρόμοι και τα εστιατόρια έσφυζαν από ζωή μετά τις δέκα το βράδυ αντίθετα με τη Βαρσοβία. Όσο αστεία και αν φαίνονται όλα αυτά τώρα, η πρώτη επίσκεψή μου σε μια δυτική χώρα διέθετε και τέτοια πλευρά. Σοβαρολογώντας όμως, αποφάσισα να μάθω τα ελληνικά, για να καταλάβω τους στίχους των ελληνικών τραγουδιών. Η παρούσα παντού ελληνική μουσική με συγκινούσε, με τράβαγε, με ζάλιζε. Μόλις αργότερα ανακάλυψα πως άκουγα τα ρεμπέτικα, τον Μπιθικώτση, τον Θεοδωράκη, την υπέροχη φωνή της Φαραντούρη…  Στην Πολωνία δεν υπήρχε κάποιος οργανωμένος τρόπος να σπουδάσω τα νέα ελληνικά, έπρεπε λοιπόν να τα μάθω μόνη μου.

 

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα πολωνικά;

Μερικά χρόνια αργότερα είδα στο σπίτι μιας φίλης μου Ελληνίδας την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τοποθετημένη στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι της. Μου είπε ότι διαβάζει ενίοτε αυτό το βιβλίο κομμάτι κομμάτι. Το άνοιξα, μου φάνηκε απλό, καταλάβαινα δηλαδή πολλές λέξεις, το αγόρασα και αποφάσισα να κάνω μια άσκηση – να το μεταφράσω στα πολωνικά. Πολύ γρήγορα πείστηκα ότι το κείμενο δεν είναι καθόλου εύκολο. Ρίχτηκα να διαβάσω για τον ίδιο τον Καζαντζάκη και για τη φιλοσοφία που τον επηρέασε, τα έργα του Νίτσε και του Μπεργκσόν. Ήθελε πολλή δουλειά η «Ασκητική». Εκδόθηκε στα πολωνικά μετά από χρόνια, το 1993. Εν τω μεταξύ, παρακολούθησα δυο φορές τα μαθήματα της νέας ελληνικής για αλλοδαπούς στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και μετέφρασα το βιβλίο για παιδιά της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία με τίτλο  «Τι νέα κύριε γάτε;», «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή και διηγήματα του Πέτρου Χάρη. Συνοψίζοντας, μπορώ να πω ότι άρχισα να μεταφράζω από τα νέα ελληνικά τυχαίως, ότι η νεανική μου ελληνική περιπέτεια και κάποιες επόμενες συμπτώσεις επηρέασαν την επαγγελματική μου ζωή.

 

 

Είναι γνωστή η ελληνική λογοτεχνία στη χώρα σας; Υπάρχει ενδιαφέρον, προοπτική για νέες μεταφράσεις; 

” Η Ελλάδα, δυστυχώς, δείχνει την αλαζονεία «του λίκνου του πολιτισμού» και δεν καταβάλλει αρκετές προσπάθειες για να πείσει τους ξένους ότι σήμερα είναι κάτι παραπάνω από την αρχαιότητα και δημοφιλής τουριστικός προορισμός.”

Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι το 2004 εκδόθηκαν στα πολωνικά περίπου 70 νεοελληνικά λογοτεχνικά έργα. Το 2004 ανάμεσα στο σύνολο των 2480 λογοτεχνικών μεταφράσεων που βρέθηκαν στην πολωνική αγορά, υπήρχαν 1600 βιβλία μεταφρασμένα από τα αγγλικά, 247 από τα γαλλικά, 116 από τα γερμανικά και 79 από τα ισπανικά. Αναλογίες είναι παρόμοιες και τώρα. Βλέπουμε, λοιπόν, πόσο μεγάλη είναι η διαφορά ανάμεσα και στις πιο διαδεδομένες γλώσσες και πόσο οι αγγλικοί τίτλοι υπερέχουν σε σχέση με τους τρεις υπόλοιπους. Τον ίδιο χρόνο, δηλαδή το 2004, βγήκε ένα βιβλίο μεταφρασμένο από τα ελληνικά. Το 2003 – τρία βιβλία, το 2002 – ένα, το 2001 – δυο βιβλία, το 2000 – δυο βιβλία.  Στον Πολωνό αναγνώστη έχει δοθεί η ευκαιρία να διαμορφώσει μια αντίληψη για την ελληνική λογοτεχνία.

Όσον αφορά στην πεζογραφία, ογδόντα τοις εκατό των βιβλίων που εκδόθηκαν τα παλιότερα χρόνια μεταφράστηκαν από ξένες γλώσσες. Από τα γαλλικά ή τα αγγλικά μεταφράστηκαν π.χ. σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού και δυο βιβλία του Σαμαράκη, «Το λάθος» και «Σήμα κινδύνου». Μετά το 2000 οι εκδότες ενδιαφερόταν για ελληνικά μπεστ-σέλερ, όπως «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» της Μάιρας Παπαθανασοπούλου, που είχε μεγάλη επιτυχία και πουλήθηκε σε παραπάνω από 30 χιλιάδες αντίτυπα, «Επικίνδυνες μαγειρικές» του Ανδρέα Στάικου, το «Μν» του Μίμη Ανδρουλάκη ή «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ» του Απόστολου Δοξιάδη.

Η κατάσταση άλλαξε το 2013, όταν εμφανίστηκε στην πολωνική αγορά ο εκδότης http://www.ksiazkoweklimaty.pl/ksiazka, προσωπικά γοητευμένος με την Ελλάδα, χάρη στον οποίο σε δυο τρεις περιπτώσεις με την υποστήριξη του Πολωνικού Υπουργείου Πολιτισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης– μέσα σε τρία χρόνια παρουσιάστηκαν στον Πολωνό αναγνώστη δεκατρείς τίτλοι ελληνικής πεζογραφίας συγγραφέων όπως ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Νίκος Δήμου, η Λένα Παπά, ο Γιάννης Καλπούζος, ο Αλέξης Πανσέληνος, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, η Λένα Κιτσοπούλου. Θέλω να πιστεύω, λοιπόν, ότι υπάρχει προοπτική για νέες μεταφράσεις.

Το ενδιαφέρον είναι μεγάλο –και λεπτό– θέμα. Για να προκληθεί το ενδιαφέρον χρειάζεται μιαν υποστήριξη από έξω, οι «μικρές» λογοτεχνίες πρέπει να προβάλλονται. Η Ελλάδα, δυστυχώς, δείχνει την αλαζονεία «του λίκνου του πολιτισμού» και δεν καταβάλλει αρκετές προσπάθειες για να πείσει τους ξένους ότι σήμερα είναι κάτι παραπάνω από την αρχαιότητα και δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Κατανοεί κανείς ότι η κρίση περιορίζει τα οικονομικά μέσα, αλλά και πριν από την κρίση, η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Μια ομάδα, όχι μεγάλη βέβαια, Πολωνών, δεσμευμένων με κάποιο τρόπο με την Ελλάδα, ακαδημαϊκοί, μεταφραστές, μέλη του Συλλόγου των Φίλων της Ελλάδας, παίρνουν πάνω τους την προσπάθεια για την πρόκληση του ενδιαφέροντος για τη χώρα σας στην Πολωνία. Χωρίς καμία υποστήριξη και χωρίς καν απλή, φυσική ευγνωμοσύνη. Το πολωνικό, φιλελληνικό περιβάλλον δεν εισπράττει κανένα κίνητρο για τις αξιόλογες, όπως μου φαίνεται, προσπάθειές του. Εγώ προσωπικά ζηλεύω τους φίλους μου μεταφραστές και μεταφράστριες ξένων λογοτεχνιών, όταν οι ενέργειές τους εκτιμούνται – με διάφορους τρόπους – από τις άλλες χώρες.

 

 

Είναι σημαντικό να γνωρίσουν σήμερα οι Πολωνοί αναγνώστες την ελληνική λογοτεχνία; Γιατί;

Είναι σημαντικό να γνωρίσουν οι Πολωνοί τον κόσμο γύρω τους, άρα και την Ελλάδα. Είναι σημαντικό να αντλούν από την πείρα άλλων λαών και πολιτισμών. Πρέπει, νομίζω, να παρατηρούμε προσεχτικά  πώς οι Έλληνες αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της κρίσης, ή λ.χ. το πρόβλημα των προσφύγων. Η λογοτεχνία είναι καλή πηγή γνώσεων, καλύτερη από δημοσιογραφικό υλικό, πιο βαθιά, καθώς αναφέρεται συχνά στο παρελθόν, στις  ιστορικές ρίζες, δείχνει το «φόντο».

 

Βασιζόμενη στην πείρα σας, τι είναι αυτό που θα μπορούσε να «αγγίξει» τους Πολωνούς αναγνώστες ενός ελληνικού βιβλίου; 

Ο τρόπος ζωής και σκέψης, η καθημερινότητα, ίσως και η ανάλυση του τι μας διαμορφώνει ως έθνος, ως λαό, ως κοινωνία. Τους Έλληνες και τους Πολωνούς τους συνδέουν, πιστεύω, πολλά στοιχεία. Η ιστορία μας, η μοίρα μας, η ψυχή των δυο λαών μας έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά. Όταν πριν από χρόνια, τη δεκαετία του ’80,  πρότεινα στον εκδότη τα διηγήματα του Πέτρου Χάρη «Η μεγάλη νύχτα» και αποσπάσματα από το μυθιστόρημά του «Μέρες οργής», ήθελα να παρουσιάσω στον Πολωνό αναγνώστη μια εικόνα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής και των μετέπειτα πολιτικών ταραχών στην Ελλάδα που του ήταν τελείως άγνωστη, και να δείξω ταυτόχρονα την ομοιότητα της εποχής εκείνης  για έναν μέσο πολίτη των δυο χωρών μας.     

 

Αγαπούν γενικά τη λογοτεχνία οι Πολωνοί;

Σύμφωνα με την έκθεση της Εθνικής Βιβλιοθήκης το 2016 μόνο το 37% των Πολωνών έχουν διαβάσει τουλάχιστον ένα βιβλίο, άρα 63% των ερωτηθέντων δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα βιβλίο! Και μόνο 10% έχουν διαβάσει εφτά ή περισσότερα βιβλία. Το αποτέλεσμα αυτό είναι παρόμοιο με εκείνα των προηγούμενων ετών. Η σημαντική μείωση παρατηρήθηκε στην περίοδο 2004-2008.  Πριν από το 2004 το ποσοστό των αναγνωστών κυμάνθηκε γύρω στο 55%, ενώ μετά το 2008 γύρω στο 40%. Παράλληλα, μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό των εντατικών αναγνωστών – που διάβαζαν εφτά και περισσότερα βιβλία κατά τη διάρκεια ενός έτους – από περίπου 22% σε περίπου 10-11%. Διάφοροι πολιτιστικοί φορείς λαμβάνουν μέτρα για την ανάπτυξη της ανάγνωσης, αλλά, προφανώς σε έναν πολιτισμό που κυριαρχείται από εικόνες, ο νους μας όλο και πιο δύσκολα ανταποκρίνεται σε ένα εκτενέστερο κείμενο. Ωστόσο, μπορείτε ακόμα να δείτε πολλούς ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία σε μέσα μαζικής μεταφοράς και υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο δίκτυο δημόσιων βιβλιοθηκών, οι οποίες λειτουργούν με επιτυχία. 


Έχοντας υπόψη ότι ο μεταφραστής (της ελληνικής λογοτεχνίας) δεν περιορίζεται μόνο στη μετάφραση του βιβλίου, ποιες δυσκολίες/προβλήματα αντιμετωπίζει από την επιλογή του βιβλίου μέχρι την έκδοση και την κυκλοφορία του;

Το πιο σύνηθες είναι ο μεταφραστής να παίρνει απλά μια εντολή από τον εκδότη. Η λογοτεχνική μετάφραση δεν πληρώνεται στην Πολωνία καλά. Ένας μεταφραστής πρέπει να έχει συνήθως και μια άλλη πηγή εισοδημάτων, επομένως δεν του αρκεί ο χρόνος για βαθύτερη έρευνα της ελληνικής αγοράς. Ωστόσο, η έρευνα αυτή γίνεται «αυτόματα» και καμιά φορά ο μεταφραστής προσπαθεί να πείσει τον εκδότη για κάποιο έργο. Το πρώτο εμπόδιο είναι ότι ο εκδότης δε γνωρίζει τη γλώσσα, και δεν μπορεί να το κρίνει. Εάν εμπιστεύεται τον προτείνοντα ή δώσει βάση στις κριτικές, τις οποίες είχε αναθέσει, τότε θεωρεί το βιβλίο ενδιαφέρον και αρχίζει να ψάχνει για χρηματική υποστήριξη, που στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό είναι  συνήθως άκαρπο. 

 

Ewa Szyler 

 

Τι θα προτείνατε εσείς για να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση;

”Μας λείπει σήμερα στην Πολωνία μια ευρύτερη λογοτεχνική κριτική και διαφήμιση. Το βιβλίο βγαίνει και σχεδόν αμέσως ξεχνιέται. Η ζωή του είναι πολύ στενή. Τα γεγονότα, οι εκδηλώσεις που σχετίζονται με κάποιον συγκεκριμένο τίτλο είναι ελάχιστα. Στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στον Τύπο, τα βιβλία και οι συζητήσεις για τη λογοτεχνία σχεδόν απουσιάζουν.”

Ξέρουμε όλοι ότι σε περιόδους οικονομικής κρίσης ο πολιτισμός είναι ο τελευταίος τομέας στον οποίο διατίθενται τα λεφτά.  Ο πολιτισμός δεν θεωρείται προϊόν πρώτης ανάγκης. Ξέρουμε όλοι ότι τέτοιος τρόπος σκέψης είναι λανθασμένος, ότι η παραμέληση του πολιτισμού θα έχει συνέπειες αναπόφευκτα στο μέλλον, ωστόσο, για άγνωστους λόγους, και παρά το γεγονός ότι οι διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη, δεν μπορούμε να βρούμε ικανοποιητική λύση σε αυτό πρόβλημα. Χρειάζεται, ίσως, περισσότερη καλή θέληση και κάποια προσπάθεια από την πλευρά και των δυο κρατών μας. Σίγουρα χρειαζόμαστε περισσότερους ιδιώτες χορηγούς.

Εξάλλου, μας λείπει σήμερα στην Πολωνία μια ευρύτερη λογοτεχνική κριτική και διαφήμιση. Το βιβλίο βγαίνει και σχεδόν αμέσως ξεχνιέται. Η ζωή του είναι πολύ στενή. Τα γεγονότα, οι εκδηλώσεις που σχετίζονται με κάποιον συγκεκριμένο τίτλο είναι ελάχιστα. Στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στον Τύπο, τα βιβλία και οι συζητήσεις για τη λογοτεχνία σχεδόν απουσιάζουν. Το κοινό που έχει την ευκαιρία να μάθει για ένα καινούργιο βιβλίο είναι περιορισμένο. Θα ήταν καλό να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση. 

   

Από την άλλη, αληθεύει ότι η μάστιγα της κρίσης που έχει πλήξει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αποτελεί ενδιαφέρον θέμα για τους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού;

Κατά τη γνώμη μου η εικόνα της ελληνικής κρίσης δεν είναι στην Πολωνία ούτε σωστή, ούτε πλήρης. Κυριαρχεί μάλλον μια πεποίθηση για ένα ανίκανο κράτος με τεμπέληδες πολίτες. Το περιβάλλον των φιλελλήνων που ξέρει περισσότερα και καταλαβαίνει καλύτερα πώς είναι τα πράγματα, προσπαθεί να αλλάξει αυτήν την κατάσταση, αλλά η δημιουργία ή η αλλαγή μιας εικόνας είναι διαδικασία που απαιτεί χρόνο, συνεχή προσπάθεια και υπομονή. Η λογοτεχνία, βέβαια, θα μπορούσε να βοηθήσει. Όμως, η απάντηση στην ερώτησή σας πρέπει μάλλον να είναι: όχι. Εκδοτικοί οίκοι στην Πολωνία δεν ενδιαφέρονται – εκτός από  τον αναφερόμενο πιο πάνω εκδότη – για τη σύγχρονη Ελλάδα και κατόπιν τούτου για την  κρίση που την πλήττει.  

 

Ποιες ιδιαιτερότητες υπάρχουν όσον αφορά στη μετάφραση από τα ελληνικά στα πολωνικά;

Όσον αφορά την ίδια τη γλώσσα θα έλεγα ότι, αν εξαιρέσουμε τον διαφορετικό χειρισμό του χρόνου, τα ελληνικά και τα πολωνικά έχουν αρκετά κοινά χαρακτηρίστηκα, π.χ. σχετικά ελεύθερο συντακτικό. Η ελληνική γλώσσα είναι, όμως, πιο πλούσια και όταν πρόκειται για το λεξιλόγιο και τη γλωσσική ποικιλία, το ιδίωμα. Δεν υπάρχει, δυστυχώς, ένα πλήρες, ενημερωμένο νεοελληνο-πολωνικό λεξικό. Προσωπικά πολλές φορές προσπαθώ να βρω μια λύση μέσω τρίτης γλώσσας, αγγλικής ή ρωσικής.

Όσον αφορά στο ίδιο το κείμενο, τα ελληνικά βιβλία είναι συνήθως αρκετά στενά δεμένα με την τοπική πραγματικότητα, αναφέρονται στην παράδοση, την ιστορία ή απλά κάποιες συνήθειες. Ο μεταφραστής πρέπει πρώτα να αποκρυπτογραφήσει το περιεχόμενο και μετά να ψάξει για έναν τρόπο εξήγησης αυτών των στοιχείων στον αναγνώστη. Από όλα αυτά, όμως, αποτελείται η γοητεία της δουλειάς του, η γοητεία του συνεχούς γλωσσικού παιχνιδιού, εξερεύνησης της έννοιας, του χρώματος των λέξεων και των φράσεων, της πρόθεσης του συγγραφέα, η γοητεία του να ψάχνεις τα καλύτερα συνώνυμα. Πολλές φορές ο μεταφραστής προσφεύγει σε πολωνικά κείμενα – τα οποία, όπως πιστεύει, μπορούν να αποτελέσουν καλή πηγή ιδιώματος ή λεξιλογίου – και σε ελληνικά κείμενα για να εξετάσει πώς χρησιμοποιείται, πώς λειτουργεί στη γλώσσα μια συγκεκριμένη λέξη ή φράση ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Το διαδίχτυο βοηθάει σημαντικά, αλλά σε σύγκριση με τις αγγλικές, λόγου χάρη, ιστοσελίδες, οι ελληνικές είναι ακόμα μάλλον φτωχές. Η εξεύρεση ενός εξειδικευμένου όρου μπορεί να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη.            

 

 

Ο μεταφραστής είναι ο ίδιος δημιουργός κατά τη μετάφραση ή διαμεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη;

Και τα δυο. Οπωσδήποτε είναι ο ίδιος δημιουργός, επειδή από αυτόν και μόνο εξαρτάται η διατύπωση,  η επιλογή της κάθε λέξης και του στιλ, αυτός αποφασίζει για τη μορφή του νέου κειμένου. Επιπλέον το νέο κείμενο δεν γεννιέται από το τίποτε, αλλά πρέπει να αντιστοιχεί με το υπάρχον έργο. Μη έχοντας πλήρη δημιουργική ελευθερία, ο μεταφραστής γίνεται δημιουργός «στον κύβο», αφού είναι υποχρεωμένος να εφεύρει μια πατέντα πώς να πει αυτό ή εκείνο, περιορισμένος από ιδέες κάποιου άλλου!

Ο μεταφραστής είναι και διαμεσολαβητής και μάλιστα αναλαμβάνει μεγάλη ευθύνη. Πρέπει όχι μόνο να σέβεται τις επιλογές και τις αποφάσεις του συγγραφέα και να επεξεργάζεται πιστά το κείμενό του, αλλά και χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του για την τάδε χώρα, την ιστορία της, το έθιμά της, τη νοοτροπία των κατοίκων της, προσπαθεί να δείξει στον αναγνώστη τις δεύτερες κρυμμένες έννοιες, τις γεύσεις και αποχρώσεις, το εκλεπτυσμένο χιούμορ κ.λπ.

 

Ποια θεωρείτε εσείς καλή μετάφραση και ποιο θα μπορούσε να είναι το εγχειρίδιο του καλού μεταφραστή;

Καλή μετάφραση είναι αυτή που, πρώτον, αντικατοπτρίζει το πρωτότυπο, αποδίδει τα χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του συγγραφέα, και, δεύτερον, διαβάζεται καλά. Ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει την εντύπωση ότι διαβάζει έργο γραμμένο αρχικά στη δική του γλώσσα. Θεμελιώδες λάθος αρχάριων μεταφραστών είναι η σπαστική προσκόλληση στο πρωτότυπο, που, κατά συνέπεια, τον δυσκολεύει να δει πόσο αφύσικα τεχνητά φαίνονται οι προτάσεις στη μητρική του γλώσσα. Αυθόρμητα ποτέ δεν θα έλεγε, και ειδικότερα, δεν θα έγραφε με τέτοιον τρόπο! Η μετάφραση, όπως κάθε άλλη επιδεξιότητα, κάθε τέχνη,  βελτιώνεται με την πείρα. Πρέπει να ζήσουμε αρκετά διλήμματα, να τα νιώσουμε στο πετσί μας, να παλεύουμε αρκετές φορές με τον εαυτό μας, προσπαθώντας να βρούμε την καλύτερη λέξη, μέχρι να αποχτήσουμε μια «ελαφρότητα» αποφάσεων και επιλογών. Με λίγα λόγια, πιστεύω, ότι ένας καλός μεταφραστής πρέπει πρώτα να καταλάβει «τι ήθελε να μας πει ο συγγραφέας» και μετά να το εκφράσει στη γλώσσα του με τρόπο όσο το δυνατόν πιο ακριβή, αποφεύγοντας ταυτόχρονα ξένα «δάνεια». Για να μπορέσει να το κάνει, πρέπει να τελειοποιεί αδιάκοπα τη δική του γλώσσα από την άποψη της γλωσσικής ορθότητας και διεύρυνσης του λεξιλογίου, να εξασκεί τα μέσα εκφράσεώς του, διαβάζοντας μοντέρνα και παλιά, κλασική, λογοτεχνία. Πρέπει, δηλαδή, να τελειοποιεί τα εργαλεία του. Και τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό: πρέπει να ζητάει, να εκτιμά και να χαρεί τη βοήθεια ενός καλού επιμελητή, ο οποίος θα παρατηρήσει αδεξιότητες, αστοχίες, θα διορθώσει – και θα εξηγήσει! – τα λάθη. Ένας καλός επιμελητής είναι αληθινός θησαυρός για κάθε μεταφραστή, ή γενικά για κάθε εργάτη της πένας, όσο έμπειρος κι αν είναι. 

 

 

Ποια σημαντική εμπειρία που ζήσατε όλα αυτά τα χρόνια, μεταφράζοντας ελληνική λογοτεχνία, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας; (ενδεχομένως άγνωστα περιστατικά, η σχέση-επικοινωνία με τον συγγραφέα κ.λπ.)

” Μετέφραζα το «Τρίτο στεφάνι» και έψαχνα κάποιες λεπτομέρειες. Μεταξύ άλλων, θυμάμαι, μου έλειπαν περισσότερες πληροφορίες, ανάμεσα σε άλλα, για κάποια κυρία Σπανούδη αναφερόμενη στο βιβλίο. Δεν υπήρχε τότε το διαδίκτυο, δεν μπορούσα να τη βρω σε καμία εγκυκλοπαίδεια. Του έστειλα, λοιπόν, του Ταχτσή ένα γράμμα με ερωτήσεις. Λίγο μετά έμαθα για τον τραγικό θάνατό του. Και σχεδόν την επόμενη μέρα έλαβα την απάντηση του! ”

Ζωηρά διατηρούνται στη μνήμη μου δυο γεγονότα. Ένα απογοητευτικό και ένα συγκινητικό.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ετοίμασα μια ανθολογία διηγημάτων για μετάφραση στα πολωνικά. Μια πολύ προσωπική μου επιλογή – γνωστοί και αξιόλογοι νεώτεροι συγγραφείς, κείμενα που, όπως νόμιζα, ήταν καλά από λογοτεχνική άποψη, αλλά και έλεγαν κάτι ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Βάσει διμερούς συμφωνίας για τις πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Πολωνίας και Ελλάδας, υπήρχε η δυνατότητα να βγει ένα ελληνικό βιβλίο στην Πολωνία και ένα πολωνικό βιβλίο στην Ελλάδα με χρηματική βοήθεια των Υπουργείων Πολιτισμού. Βρήκα έναν πολύ καλό εκδότη στην Πολωνία και έναν πολύ καλό εκδότη στην Ελλάδα. Και οι δύο ζήτησαν μόνο την κάλυψη του κόστους της μετάφρασης. Το ελληνικό Υπουργείο απέρριψε την ιδέα, επειδή θεώρησε πως η ανθολογία δεν ήταν «αντιπροσωπευτική». Το χτύπημα ήταν τόσο ισχυρό που για χρόνια δεν είχα όρεξη για καμία πρωτοβουλία και δράση.     

Το δεύτερο γεγονός έχει να κάνει με τον Κώστα Ταχτσή. Μετέφραζα το «Τρίτο στεφάνι» και έψαχνα κάποιες λεπτομέρειες. Μεταξύ άλλων, θυμάμαι, μου έλειπαν περισσότερες πληροφορίες, ανάμεσα σε άλλα, για κάποια κυρία Σπανούδη αναφερόμενη στο βιβλίο. Δεν υπήρχε τότε το διαδίκτυο, δεν μπορούσα να τη βρω σε καμία εγκυκλοπαίδεια. Του έστειλα, λοιπόν, του Ταχτσή ένα γράμμα με ερωτήσεις. Λίγο μετά έμαθα για τον τραγικό θάνατό του. Και σχεδόν την επόμενη μέρα έλαβα την απάντηση του! Τη διάβαζα με δάκρυα στα μάτια. Τον θρηνούσα αληθινά. Λατρεύω τα έργα του. Το «Τρίτο στεφάνι» το θεωρώ ως το καλύτερο ίσως ελληνικό μυθιστόρημα του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για το ξένο κοινό χάρη στην ανεπανάληπτη ατμόσφαιρά του, στα τάχα παρεμπιπτόντως αναφερόμενα ιστορικά γεγονότα, στην παρουσίαση της ελληνικής καθημερινότητας και μάλιστα στη συναρπαστική πλοκή καθώς και στο πυκνό, καταπληκτικό ύφος. Είναι ένα έργο-πρόκληση και για τον μεταφραστή και για τον αναγνώστη. Θέλω να προσθέσω με χαρά, ότι η μετάφραση του βιβλίου έγινε το θέμα μάστερ διατριβής στο Πανεπιστήμιο Βαρσοβίας, σχετικά με την πολιτιστική πτυχή στις λογοτεχνικές μεταφράσεις από τα ελληνικά στα πολωνικά.

” Το «Τρίτο στεφάνι»  του Κώστα Ταχτσή, το θεωρώ ως το καλύτερο ίσως ελληνικό μυθιστόρημα του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για το ξένο κοινό χάρη στην ανεπανάληπτη ατμόσφαιρά του, στα τάχα παρεμπιπτόντως αναφερόμενα ιστορικά γεγονότα, στην παρουσίαση της ελληνικής καθημερινότητας και μάλιστα στη συναρπαστική πλοκή καθώς και στο πυκνό, καταπληκτικό ύφος. Είναι ένα έργο-πρόκληση και για τον μεταφραστή και για τον αναγνώστη. Θέλω να προσθέσω με χαρά, ότι η μετάφραση του βιβλίου έγινε το θέμα μάστερ διατριβής στο Πανεπιστήμιο Βαρσοβίας, σχετικά με την πολιτιστική πτυχή στις λογοτεχνικές μεταφράσεις από τα ελληνικά στα πολωνικά.”

Έχω μεταφράσει περισσότερα από τριάντα λογοτεχνικά έργα. Τα μισά από αυτά ήταν βιβλία των Ελλήνων συγγραφέων. Δεν θα υπερβάλλω λέγοντας ότι η εργασία πάνω σε αυτά τα βιβλία ήταν ειδικά  ευχάριστη. Ίσως επειδή με ενδιαφέρει τόσο πολύ η Ελλάδα, ίσως επειδή την αγαπώ… 

 

 

 

 

 Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στην κα. Εύα Σίλερ 

 

 

 

Ewa Szyler

 

Η Ewa T. Szyler  είναι δημοσιογράφος, αρθρογράφος και μεταφράστρια αγγλικής και νεοελληνικής πεζογραφίας στα πολωνικά. Έχει μεταφράσει πάνω από τριάντα βιβλία, συμπεριλαμβανόμενων δεκαπέντε έργων Ελλήνων λογοτεχνών και περισσότερες από διακόσιες ταινίες ντοκιμαντέρ. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο και Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Παρακολούθησε προγράμματα της νεοελληνικής γλώσσας για αλλοδαπούς στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Αλέξανδρου Ωνάση. Δημοσίευε λογοτεχνικές κριτικές και κείμενα για τη σημερινή Ελλάδα σε περιοδικά και εφημερίδες της Πολωνίας. Συνεργάστηκε με την Πολωνική Κρατική Ραδιοφωνία για μερικούς μήνες, ως ανταποκρίτριά της στην Αθήνα.  Εργάστηκε στις Πρεσβείες της Ελλάδος και της Κύπρου στη Βαρσοβία. 

Την περίοδο 1992 – 2004 διατέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου των Φίλων της Ελλάδας στη Βαρσοβία.

Είναι ιδρυτικό μέλος της Πολωνικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών και από το 2015 μέλος της Αρχής της Εταιρείας.

 

 

ΦΑΚΕΛΟΣ: Η Ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό [2017- 2018]

 

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο της ΛΕΪΛΑ ΣΛΙΜΑΝΙ « ΓΛΥΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ»

Οι τυχεροί είναι: Παναγιώτα Μπελούση  , Μαρία  Τσαρούχα , και Αφροδιτη Ελβανιδου  . Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν. Το Literature.gr σε συνεργασία με...

Close