Φθινόπωρο των Αθηνών, του Γιάννη Αντιόχου  

By  |  0 Comments

Το έχω πει κι άλλοτε, είναι αυτή η θηριώδης μούσα που επανέρχεται σαν ένα σαλιάρικο τέρας του μυαλού και με τιμωρεί. Τιμωρεί τον ποιητή που πιστεύει πως ζει τη δική του ζωή και με αυτή ως εφαλτήριο δημιουργεί το όποιο ποιητικό του σύμπαν.

Το έχω πει κι άλλοτε, το έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα, μα ίσως ο Μάνος Χατζιδάκις να το διατύπωσε τόσο καθαρά που δεν χωρά αμφιβολία, δηλαδή πως η Τέχνη πιστοποιεί την αναπηρία μας κι ο καλλιτέχνης – αυτός που πραγματοποιεί την Τέχνη – συνθέτει ένα ύποπτο είδος πολίτου.

Είναι κι αυτή η ζωή που νομίζει ο ποιητής πως είναι η δική του, είναι κι αυτή η εποχή που έχουν μισοσβήσει στην Αθήνα οι φωτεινές επιγραφές, μειώθηκε το φως από τις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων και το δημόσιο φως προσπαθεί να εξοικονομήσει τους πόρους των πολιτών, κι έτσι προβάλλει αυτός ο νυχτερινός ουρανός της Αθήνας, καθώς απλώνεται πάνω από τα ανοίγματα του δώματός μου, ανατολικά του Υμηττού, δυτικά της Πάρνηθας και βόρεια της Πεντέλης, φτιάχνοντας τον ουρανό της πόλης μου πίσω εις το έτος 1963.

Μιλώ για τον ουρανό των Αθηνών, αυτόν που κατέγραψε από το σπίτι της Γλυφάδας, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, στο «Πολλές φορές την νύκτα»: «Είναι την νύκτα ελεύθεροι οι δρόμοι. Των Αθηνών ο ουρανός, ο πάντα ανέφελος, ολοένα φαίνεται να μεγαλώνει, να ψηλώνει. Θαρρείς πως πληθαίνουν τ’ άστρα και οι μακρινοί αστερισμοί μοιάζουν με τηλαυγή διαμάντια σε μαυροκύανο βελούδο καρφωμένα. Είναι η σιγή παράξενη – σαν μια βαθειά σκηνή, ή σαν γιγάντειον ηχείον, απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος και όλες της νύκτας οι φωνές γίνονται πιο δυνατές, πιο καθαρές μέσα από αυτό το βάθος, και μοιάζουνε με αστραπές, που στο γοργό το διάβα των φωτίζουν τόσο πολύ και τόσο συνταρακτικά, που όσο διάρκεια και αν έχουν, αποτυπώνονται ανεξίτηλα μεσ’ στις ψυχές και όταν ακόμη, μόλις ξεσπάσουν, σβήνουν». (Οκτάνα, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, 1980).

Κι είναι που περπατώ ως αποτριχωμένος πίθηκος στο στενό μου τζην παντελόνι, κάπως αποξηραμένος από τον χθεσινό βοριά που σβάρνιζε το πλατύ μέτωπο του Σαρωνικού κόλπου, μα δεν απόσωνε να κυματίσει τη θάλασσά μου. Κι όσο κι αν το φως της πόλης λιγοστεύει, τόσο αυτά τα τηλαυγή ουράνια διαμάντια φωτίζουν τη σιωπή που έμαθα να κρατώ χρόνια τώρα.

Δεν διαλέγομαι πια ευχαρίστως και με κανέναν. Με επιλέγει η μονωδία, μια ακατάσχετη εσωτερική δέηση, η προσευχή σε ελάχιστα φωτισμένα μέρη, η μυρωδιά του καπνού και τα αλκοολούχα πνεύματα.   Α! και τα σώματα των ανθρώπων, αυτά που στα γυμνά τους μέλη, μπορεί να διακρίνει κανείς ένα ελάχιστο νερό σαν φως να κυλάει φωτίζοντας σαν άσπιλη φωτιά, μια φωτιά που μπορεί να βάλει σε κίνδυνο ολόκληρο το σύμπαν μόλις ξεσπάσει.

Δεν μου λείπει πια σχεδόν τίποτα. Ξετύλιξα το κουβάρι της αθανασίας μου, χάνοντας τον μίτο της, τη νύχτα που φύσαγε φθινόπωρο στα τείχη της πόλης κι έτσι ανεμίζοντας σαν ασημένια χορδή ξανάγινε κουβάρι συλλέγοντας στα αγκίστρια του, τόσα σώματα,  όσα ποτέ επιθύμησε το σύμπαν μου.

Από τότε κάθομαι άλλοτε ευθυτενής κι άλλοτε σκυφτός από την κούραση σε ένα καλογυαλισμένο μπαρ σιωπηλός.

Μου φτάνουν όλα όσα μου ψιθυρίζετε, άλλοτε βιαστικά μέσα στο αυτί κι άλλοτε όσα παραμιλάτε χαμηλόφωνα μεταξύ σας, παρατηρώντας τη νιότη σας μέσα από τα οδοντικά σας σύμφωνα που χτυπούν σαν οστέινα πλήκτρα στο πιάνο του στόματός σας.

Ως ο πλέον ύποπτος πολίτης αυτής της πόλης και εντελώς αποκαμωμένος περιμένω τις Εκπνοές μου.

Εμπιστευτείτε με!

 

———–

O Γιάννης Αντιόχου είναι ποιητής, μεταφραστής

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο τελευταίος έρωτας της Μαρίας Πολυδούρη, του Σωτήρη Τριβιζά

Τον Νοέμβριο του 1928 η Μαρία Πολυδούρη γνωρίζεται, μέσω του κοινού τους φίλου Κώστα Παπαδάκη, με τον Κερκυραίο ποιητή Γιάννη...

Close