Οι Αδελφοί Κοσμογράφοι Grimm, του Δημήτρη Μαραντίδη

By  |  0 Comments

Κι ενώ κάθονταν όλοι γύρω από το τραπέζι, ένας καλεσμένος πρότεινε να πει καθένας μια ιστορία. Τότε ο γαμπρός είπε στη νύφη: «Έλα γλυκιά μου, δεν ξέρεις καμία ιστορία; Διηγήσου μας κάτι, όπως οι άλλοι». Εκείνη είπε: «Εντάξει λοιπόν θα σας διηγηθώ ένα όνειρο».

 

«Τhe Robber Bridegroom», από τη συλλογή των Brother Grimm

Ανήμερα Χριστουγέννων έκανα μεγάλη προσπάθεια να συνθέσω ένα άρθρο.  Η ευτυχισμένη ατμόσφαιρα, οι απλές στερεότυπες χειρονομίες, που μας βοηθούν να βγαίνουμε από τον εαυτό μας και να ασχολούμαστε με τη ζωή, τον κόσμο και τους άλλους δεν μου έδινε πολλά περιθώρια να σκεφτώ τη λογοτεχνία. Τέτοιες στιγμές ανακαλύπτεις πόσο λίγο χώρο πιάνει η λογοτεχνία μέσα σου ή τουλάχιστον πόσο δύσκολο είναι να  επαναφέρεις τα λογοτεχνικά θέματα όποτε το θελήσεις.  Ένα καλό κρασί και μια καλή παρέα είναι ικανή να εξοβελίσει όλη αυτή τη δραστηριότητα, αφήνει τα βιβλία στη βιβλιοθήκη να στέκονται ολομόναχα σαν ανύπαντρες νύμφες.  Κι όμως τα Χριστούγεννα ξεκινά να μεγαλώνει το φως της ημέρας και είναι από μόνα τους ελκυστικά ώστε να μιλήσεις για την λογοτεχνία. Βουκολικά κι ασυναγώνιστα σε μυστήριο τα Χριστούγεννα γενούν από μόνα τους ιστορίες, τρέφουν την διάθεση εκείνη γύρω από την φωτιά όπου άνθρωποι ξεκινούσαν ανά καιρούς αφηγήσεις  πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων. Οι αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων με φορέα τον ίδιο τον εαυτό μας επαναεφεύρονται  μέσα από την προσωπική μας εμπειρία και συναισθηματισμό και θα έλεγε κανείς πως δεν είναι απόλυτα αληθινές. Οι δε φανταστικές μοιάζουν με τα παραμύθια, είναι ιστορίες κατασκευασμένες  που βρίθουν εμπειρίες και αληθινά στοιχεία. Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα. Τα Χριστούγεννα οι  αφηγήσεις παραμυθιών του παππού και της γιαγιάς έπαιρναν το δικό τους χώρο μέσα μας δικαιώνοντας μια γενιά που με μυστικιστικό σχεδόν τρόπο τις διατηρούσε μεταδίδοντας τες προφορικά. Οι ιστορίες αυτές κάπου, κάπως, κάποτε άρχισαν να συλλέγονται σαν τα δάκρυα της Τίνκερμπελ στη Χώρα του Ποτέ και ήταν ικανές να γιατρέψουν κάθε πληγή.

Οι ιστορίες των αδελφών Grimm είναι τέτοιες αφηγήσεις που οι αδερφοί συνέλεξαν από ένα πλήθος ευρωπαϊκών ιστοριών που η προφορική παράδοση είχε διατηρήσει μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού.  Οι αδερφοί Grimm γεννήθηκαν στη Γερμανία στα τέλη του 17 αιώνα. Οι Γερμανοί παραμυθάδες όργωσαν στην κυριολεξία την Ευρώπη και τροποποίησαν λαϊκούς μύθους από διάφορες παραδόσεις, τους έδωσαν λογοτεχνική μορφή και τους προσάρμοσαν για παιδιά.  Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν γνωστά παραμύθια όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι, Χάνσελ και Γκρέτελ, Η Ωραία Κοιμωμένη, Σταχτοπούτα κι άλλα πολλά. Πίστευαν πως τα παραμύθια είχαν κοινή ρίζα και μετακινούνταν μαζί με τα ινδοευρωπαϊκά φύλα (ινδοευρωπαϊκή ή μονογενετική θεωρία), κάτι που περιέγραφαν στην εισαγωγή του έργου τους. Τα έργα των Grimm είναι θα έλεγε κανείς «σκοτεινά». Κατά πόσο όλες αυτές οι ιστορίες, λαϊκές αφηγήσεις ενηλίκων που μετεξελίχθηκαν σε παραμύθια για παιδιά, εμπεριέχουν στους κόλπους τους καθημερινές εικόνες είναι κοινώς παραδεκτό. Η βία, η κακότητα,η εξουσία, η δικαίωση, η λύτρωση είναι πράγματα που δεν ανήκουν στον κόσμο των παιδιών. Τα παραμύθια αυτά αν και τροποποιημένα διατηρήθηκαν από έναν κόσμο εξολοκλήρου ενηλίκων μέσα από την προσπάθεια τους να αφηγηθούν αυτές τις ιστορίες στα παιδιά. Θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος έναν κόσμο που θέλει να αφηγηθεί παραμύθια, άλλοτε λαϊκές φανταστικές ιστορίες, τώρα πια ολοκληρωμένα λογοτεχνικά έργα στον  ίδιο του τον εαυτό. Η προσπάθεια τα ανθρώπινα όντα να εξιστορούν ιστορίες στον ίδιο τους τον εαυτό ή να χρησιμοποιούν κάποιον άλλον ως αποδέκτη για να αφουγκραστούν οι ίδιοι την ιστορία τους, να την επινοήσουν και να την  ενσωματώσουν είναι παμπάλαια. Άραγε οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας αφηγούνταν ιστορίες για όλους εμάς τα εγγόνια τους ή γιατί ήθελαν να επικοινωνήσουν εκείνες στον ίδιο τους τον εαυτό; Προφανώς συμβαίνει το πρώτο αλλά όχι χωρίς το δεύτερο.

Οι συγγραφείς εξομολογούνται πως φαντασιώνονται πολλές φορές το κοινό τους. Πολλές φορές δεν είναι  κάποιο κοινό αλλά ένας και μόνο μεμονωμένος αναγνώστης, το είδος εκείνο του αναγνώστη που θα ήθελαν να είχαν. Είναι ηλίου φαεινότερο πως κανένας συγγραφέας δεν γράφει για τον εαυτό του κι ακόμα κι αν ο εαυτός του γίνεται το κοινό του δεν πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο. Το χέρι που γράφει δεν μπορεί να είναι παράλληλα και αναγνώστης έτσι λοιπόν ο συγγραφέας μεταμορφώνεται σε ένα είδος Τζέκυλ και Χάιντ την ίδια στιγμή που δημιουργεί. Ο συγγραφέας  δεν σημαίνει πως είναι και ο ίδιος που διαβάζει ή  τουλάχιστον εκείνος που θα ήθελε να διαβάσει όλα αυτά που γράφει ως συγγραφέας. Η διπλή προσωπικότητα αυτή θα έλεγε κανείς πως μπορεί να φαντάζει ως διπολική διαταραχή σε κάποιον που διαβάζει το κείμενο αυτό, αλλά η αλήθεια είναι πως κανένας δεν έχει πραγματικά ανάγκη να διαβάσει αυτά που θα έγραφε ο ίδιος του ο εαυτός έτσι όπως τον ξέρει. Ο συγγραφέας γίνεται το κοινό του αλλά σε καμία περίπτωση ένα κοινό ως ο ίδιος. Το τρίπτυχο αυτό στην ουσία διανέμεται σε: εαυτός, συγγραφέας, κοινό. Κι αν για την ερώτηση «Ποιος δημιουργεί το έργο τελικά;» το δίλημμα φαίνεται απροσπέλαστο ανάμεσα στο εγώ ως προσωπικότητα και τον συγγραφέα ως φορέα του «εγώ»  γίνεται πολύ  χειρότερο με την ερώτηση «Όταν ο συγγραφέας γίνεται το κοινό του τότε παραμένει συγγραφέας;»

Οι αφηγητές είτε λαϊκών παραμυθιών είτε γενικότερα ιστοριών είναι οι ίδιοι το κοινό τους-δέκτες αποδεχόμενοι και το ρόλο του κοινού. Η ίδια η ιστορία κρατάει από μόνη της τη θέση του διαμεσολαβητή. Όταν τελειώνει ένα βιβλίο κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποιος πραγματικά είπε τι και σε ποιον απευθυνόταν, το μόνο χειροπιαστό πράγμα είναι το έργο. Είναι μια σχέση «Κανείς προς Κανένα» ή αλλιώς « Όλοι με Όλους» , όσο δυσκολονόητο κι αν φαίνεται αυτό. Είναι ένα αιώνιο τρίγωνο, γιατί στη λογοτεχνία δεν υπάρχει δυισμός, είναι παιχνίδι για πολλούς ή όλους. Ο συγγραφέας του ημερολογίου Δόκτωρας Γκλας, από το ομώνυμο σουηδικό μυθιστόρημα του «Hjamar Soderberg» γράφει για παράδειγμα: 

«Tώρα κάθομαι στο ανοιχτό παράθυρο μου, γράφοντας – για ποιόν; Όχι για κάποιον φίλο ή για την ερωμένη. Σπανίως και για μένα τον ίδιο, ακόμη. Δεν διαβάζω σήμερα αυτό που έγραψα χθες, ούτε και θα διαβάσω τούτο δω αύριο.

Γράφω έτσι απλά όπως κινείται το χέρι μου, με τις σκέψεις μου να έχουν τη δική τους ροή. Γράφω για να σκοτώσω μια ώρα αγρύπνιας.»

Ο φανταστικός συγγραφέας που δεν γράφει για κανένα είναι σπάνιο είδος. Ακόμα και ο Δόκτωρας Γκλας που γράφει μυθιστορηματικά ημερολόγια θέλει να έχει στο μυαλό του κάποιον αναγνώστη.

Είναι αλήθεια πως η προφορική παράδοση που αποζητούσε κάποιο κοινό θα διαμορφωνόταν αργά η γρήγορα σε λογοτεχνία. Κι αυτό δεν έγινε μόνο για την καταγραφή των παραμυθιών και για να διασωθεί η πολιτισμική κληρονομιά των λαών. Αυτό συνέβη γιατί ο ίδιος ο Ερμής δεν είναι  μόνο ο  Θεός της επικοινωνίας και της μεταβίβασης, του γραπτού λόγου, της ανάγνωσης, της άμεσης και έμμεσης επικοινωνίας αλλά εκφράζει και τους απατηλούς δρόμους που κάποιες φορές ακολουθεί ο νους, τη δυνατότητα  των πολλών ρόλων , φύλακας των εισόδων και των εξόδων. Έτσι λοιπόν μπορεί να κατανοήσει καλύτερα κάποιος τους αδερφούς Grimm, ίσως στην προσπάθεια τους να επαναδιατυπώσουν όλα αυτά τα ευρωπαϊκά σκοτεινά παραμύθια επαναδιατύπωναν έναν παγκόσμιο αναγνώστη, έναν πολίτη του κόσμου που διάβαζε κάτω από τα χαρακτηριστικά των παραμυθιών τους. Γράφοντας τα παραμύθια έγιναν οι πρώτοι κοσμογράφοι του μελλοντικού αναγνώστη τους. Το κατά πόσο πέτυχαν το σκοπό τους φαίνεται στο αποτέλεσμα. Τα παραμύθια των γερμανών αδελφών Grimm μας ενώνουν όλους στον κόσμο κάτω από την λογοτεχνική τους αγκαλιά.

12,902 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Όταν τα βλέφαρα γίνονται αυλαίες, της Έλενας Μαρούτσου

Κοίταζα τις προάλλες την κόρη μου να παίρνει ένα πλαστικό ζωάκι και να το βάζει να φιλάει ένα άλλο. Τα...

Close