Η ανθρώπινη προσπάθεια, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

«Ο Θεός, μέσω του Υιού του, απέθεσε τον άνθρωπο στα χέρια του κάθε ανθρώπου»

separator

Διαβάζοντας το εκπληκτικό μυθιστόρημα του François Taillandier σκεφτόμουν ένα άλλο βιβλίο, εξίσου σημαντικό, το οποίο επίσης κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις. Πρόκειται για τη συλλογή δοκιμίων του Σταύρου Ζουμπουλάκη Υπό το φως του μυθιστορήματος, που ήδη από τον τίτλο της αποκαλύπτει τη θρησκευτική διάσταση των κειμένων.

ipo-to-fos-tou-mithistorima

Ο Ζουμπουλάκης γράφει για μυθιστορήματα, που κέντρισαν τη στοχαστική του θρησκευτικότητα, αλιεύοντας από τα υπό συζήτηση έργα συλλογισμούς επί χρόνια δοκιμασμένους. Στις σκέψεις του συναιρεί με συνταρακτική βαθύνοια την χριστιανική πίστη με τη μυθοπλασία, εγείροντας αμιγώς ηθικά ερωτήματα, με μείζον την αγάπη, που συνεπάγεται την ανάληψη της ευθύνης του άλλου. Στη θεώρησή του, επιμερισμένη μεταξύ θρησκείας και λογοτεχνίας, προβάλλει ως δεσπόζον διακύβευμα η μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου και η ανταπόκρισή του στο πάθος. Αν ο πιστός προσέρχεται στον Θεό για να μιλήσει για τον πόνο του, η λογοτεχνία, από την πλευρά της, αναλαμβάνει να αναγάγει την οδύνη του ανθρώπου, αυτό το αίνιγμα, σε καθολικό πάθος. Τόσο πιστεύοντας όσο και διαβάζοντας και γράφοντας ο άνθρωπος αγωνιά να εξηγήσει την υπαρκτική του συνθήκη, τη ζωή και το θάνατό του, ένα μυστήριο τυραννικό για το πνεύμα.

Σκεφτόμουν, λοιπόν, πως το πάθος, το πνεύμα και η πίστη του Ζουμπουλάκη θα είχαν πολλά να προσφέρουν στην ανάλυση του μυθιστορήματος του Φρανσουά Ταγιαντιέ, ενός επί της ουσίας θεολογικού μυθιστορήματος, όπου η ανθρώπινη προσπάθεια αντιμετριέται με την αμαρτία, δηλαδή την αποτυχία. Ο Ταγιαντιέ αναθέτει στη μυθοπλασία να ιστορήσει την απαρχή του δυτικού πολιτισμού μέσα από τις προσπάθειες τεσσάρων εμβληματικών ιστορικών μορφών, που έδρασαν τον έκτο αιώνα μετά Χριστόν. Κοινό γνώρισμα αυτών των ιστορικών προσώπων είναι η απόφασή τους σε κάποια κρίσιμη της ζωής τους να επωμιστούν μια σωτηριολογική αποστολή, που υπερέβαινε την επίγεια διαδρομή τους. Ο Μάγνος Αυρήλιος Κασσιόδωρος της Ιταλίας θέλησε να διασώσει την ανθρώπινη γραφή και γνώση, ο επίσκοπος Λέανδρος της Ισπαλίδας (Σεβίλλη) κατάφερε να αντιληφθεί μέσα από την απώλεια της πίστης του την αναγκαιότητα της διάδοσής της, η βασίλισσα Θεολίνδα της Βαυαρίας, σε μυστική συνεργασία με τον πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Ανίκιο, αγωνίστηκε για την κατάπαυση των θρησκευτικών ερίδων και την ισχυροποίηση της Καθολικής Εκκλησίας. Εγκύπτοντας στον προσωπικό τους μόχθο και τις οικουμενικές τους προθέσεις, ο Ταγιαντιέ υποσημαίνει τον τυχαίο και συγκεχυμένο τρόπο με τον οποίο διαγράφεται «το περίγραμμα της δικής μας Ευρώπης, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας». Κινούμενα σε έναν κόσμο σκοτεινό, διασκορπισμένο, πολιορκούμενο και αβέβαιο, τα κυρίαρχα στην αφήγηση πρόσωπα επιχειρούν να νοηματοδοτήσουν την ύπαρξή τους, ενθέτοντάς την στον χρόνο, που τους επιφυλάχθηκε, αλλά και πέραν τούτου.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του έκτου αιώνα παραπαίει ανάμεσα σε μια Ρώμη αλωμένη, τρωθείσα από αλλεπάλληλες πολιορκίες, που όμως επιμένει να προβάλει την κίβδηλη αίγλη της, και σε μια Κωνσταντινούπολη αυτοκρατορική μεν αλλά αδύναμη να εδραιώσει την ενότητα των κτήσεών της. Αν το τοπίο στην Ιταλία παρουσίαζε εκτεταμένη εξαθλίωση και κοινωνική αποδιοργάνωση, η πρωτεύουσα της Ανατολής είχε χάσει το παιχνίδι και βασίλευε πλέον χάρη στη στρατιωτική της δύναμη πάνω σε έναν λαό οργισμένο και πικραμένο. «Ο Ιουστινιανός, στο μακρινό παλάτι του, ίσως να πίστευε πως είχε πετύχει την επανένωση της Αυτοκρατορίας· ωστόσο όλα έδειχναν ότι, αντιθέτως, το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να διευρύνει το ρήγμα της Αδριατικής».

Στη χαώδη ανθρωπογεωγραφία λεηλατημένοι πληθυσμοί υπόκειντο στην εξουσία εφήμερων αξιωματούχων και στη βία εναλλασσόμενων κατακτητών, ενώ οι βάρβαροι, που έστελνε η Αυτοκρατορία από την Κωνσταντινούπολη (καθότι απασχολημένη με τους Πέρσες, που αποσπούσαν εδάφη από τη Συρία και την Παλαιστίνη) για να αναχαιτίσει άλλους βαρβάρους, που διεκδικούσαν κομμάτια της επικράτειάς της στη Δύση, κατοικούσαν την καινούργια ρωμαϊκή τους πατρίδα με θυμό και ασυναρτησία, απαιτώντας την αναγνώριση του ρόλου της ύπαρξής τους, «την είσοδό τους στην ιστορία». Όλοι ζούσαν ασφυκτικά κοντά ο ένας στον άλλο, αλλά παρέμεναν οχυρωμένοι στις γλώσσες, στις παραδόσεις, στους προγόνους, στους θεούς τους, ιδίως σε αυτούς. «Ο καθένας διατηρούσε το πνεύμα της φυλής του». Από τις ρωγμές, που προκαλούσαν στο θρησκευτικό αίσθημα οι διαμάχες και οι διχασμοί της Εκκλησίας, αναφύονταν αιρέσεις, ενόσω αναζωπυρώνονταν τα ειδωλολατρικά έθιμα των εποίκων και μαζί οι εκατέρωθεν αφορισμοί και τα αναθέματα. «Πιάνονταν στα χέρια μέσα στους δρόμους γι’ αυτά τα θέματα εκεί πέρα, τραβούσαν και μαχαίρι».

«Όλη η Δύση […] άλλαζε πρόσωπο, όντας θύμα μιας αστάθειας της οποίας έπρεπε να προσπαθεί να συλλάβει τα διακυβεύματα μέσα από μια μειωμένη επικοινωνία και μια αβέβαιη διπλωματία».

Ο Ταγιαντιέ, χωρίς καθόλου να αμβλύνει την πολυπλοκότητα των κοινωνικοπολιτικών και θρησκευτικών αιτιάσεων, διαρκώς μεταβαλλόμενων στο πλαίσιο μιας υπό κατάρρευση Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εστιάζει το βλέμμα του στο ατομικό πάθος των τεσσάρων κεντρικών προσώπων, αναδεικνύοντας μέσα από αυτό την τρομερή, πολυειδή συλλογικότητα, που καλούνταν να αντιπαλέψουν. Στο επίκεντρο των προσπαθειών τους βρίσκεται η ηθική εξύψωση του ανθρώπου. Ο Κασσιόδωρος, για παράδειγμα, όταν προς το τέλος της ζωής του αποποιείται την κοσμική του υπόσταση, σύμφυτη με τα αξιώματά του, και αποσύρεται στο πατρογονικό του κτήμα στο Σκυλλάκιο (σημερινό Σκιλάτσε) για να ιδρύσει μια μοναστική κοινότητα προσευχής και μελέτης, γνωρίζει ότι το έργο, που έχει αναθέσει στον εαυτό του, δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ηθική εξέλιξη της κοινωνίας, «την επανεκπαίδευση της Δύσης», «τον επανεξοπλισμό του πνεύματος, ενόψει των ανεξιχνίαστων αιώνων που θα ακολουθούσαν». Σε αυτή την αναστατωμένη, ρημαγμένη, «βασανισμένη από το αβέβαιο μέλλον» Δύση αφιερώνει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, διαφυλάττοντας ευλαβικά τον λόγο, «σημάδι του Θεού», που χωρίς αυτό «η ανθρωπότητα θα επέστρεφε στη ζωώδη κατάσταση και στο σκοτάδι». Φέρνοντας κάτω από το θεϊκό φως τα δημιουργήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων, ο Κασσιόδωρος τους απέδιδε το νόημα που αξίωναν.

Ωστόσο, η πραγμάτωση αυτού του έργου, που προσφερόταν με ψυχική γενναιοδωρία στο μέλλον της ανθρωπότητας, προϋπέθετε την αποχώρηση από τον προσωπικό του χρόνο, «αυτό το ταπεινό προνόμιο όπου εγγράφονται οι χαρές μας, οι συμπάθειές μας, τα δράματα, τα γέλια και οι τύψεις μας». Ο Κασσιόδωρος εγκατέλειπε τη συλλογική μορφή του χρόνου, «το μεγάλο θέατρο που έβριθε από κινήσεις και κραυγές», για να απομονωθεί στον εναπομείναντα χρόνο της ζωής του, που δεν είχε πια για μέτρο του τον ρυθμό της πολιτείας, αλλά «τον χρόνο του Θεού», «ένα μέγεθος απέραντο για την ανθρώπινη συνείδηση», που εγκυμονούσε ένα μέλλον απροσδιόριστο και ανεξιχνίαστο, το οποίο όμως άξιζε να εμπιστευτεί κανείς.

Αξίζει να προσεχθεί ότι ο αναχωρητισμός του Κασσιόδωρου δεν σήμαινε απάρνηση των ανθρώπινων υποθέσεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Τόσο στην αλκή του όσο και στο γήρας εκείνο που περισσότερο αποζητούσε ήταν να ανήκει στην εποχή του, να δρέπει το μερίδιο που δικαιούνταν στη res publica και να της καταβάλει με τη σειρά του το οφειλόμενο αντίτιμο. Ποτέ δεν θέλησε την αυστηρή θρησκευτικότητα, που απέστρεφε το βλέμμα της από τα εγκόσμια, και έβλεπε με καχυποψία τον κατάφρακτο μοναστικό βίο. Θεωρούσε, λόγου χάριν, ότι ακόμα και αν οι Βενεδικτίνοι μοναχοί προσέγγιζαν όντως τον Θεό, «το πετύχαιναν περιφρονώντας τον άνθρωπο μέσα τους, και εγκαταλείποντας τους άλλους ανθρώπους, τους αδελφούς τους». Ο Μάγνος Αυρήλιος δεν φοβόταν να αφήνει τη ζωή να μεσολαβεί ανάμεσα στην ψυχή του και τον Θεό. Διότι λάτρευε τον Θεό, που είχε δώσει στον άνθρωπο την ποίηση και το γέλιο, την ομορφιά και την ευφυΐα. Δεν μπορούσε να πιστεύει μες στη σιωπή και την απουσία.

«Άραγε ο Θεός δεν τον είχε θελήσει, εκείνος, για εμάς, αυτό τον ανθρώπινο χρόνο της σάρκας και του πολέμου, της έπαρσης και των γηρατειών, αυτό τον χρόνο αγάπης για τη Δημιουργία, αυτό τον χρόνο των αινιγμάτων και των λόγων; Αυτό τον χρόνο της ατελούς ομιλίας, αυτό τον χρόνο για να ξεδιπλωθούν όλοι οι δισταγμοί και όλες οι αμφιβολίες, όλες οι αβεβαιότητες του πνεύματος και της επιθυμίας;»

Η απομόνωσή του στο Σκυλλάκιο του επέτρεπε να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της κοινότητας των ανθρώπων, στη «res publica που ιδρύθηκε εδώ, στην πατρίδα του, και η οποία, μέχρι να εκπληρωθεί το σχέδιο του Θεού, θα παρέμενε προνόμιο και ευθύνη του καθενός». Η κραταιά πίστη του στις ανύποπτες δυνατότητες του ανθρώπου τον παρωθεί να χτίσει στη γενέθλια γη μια κιβωτό της ανθρώπινης σοφίας, όπου θα υπήρχε «σύζευξη των ανθρώπινων και των θείων γραμμάτων, των επιτευγμάτων της γνώσης και της λαμπρότητας του στοχασμού». Η μέριμνά του για τη «γραφή του κόσμου» δεν αποδεχόταν αποκλεισμούς. Αγαπούσε όλες τις γραφές, επειδή ακριβώς υμνούσαν το έργο του Θεού. Στην κιβωτό του δεξιωνόταν τα ελληνικά και τα λατινικά, τον Κικέρωνα, τον Σενέκα, τον Οράτιο, τον Πλάτωνα, τον Επίκουρο, τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, τους ποιητές και τους φιλοσόφους, τους μαθηματικούς και τους γεωμέτρες, τους γιατρούς και τους αστρονόμους, όλες τις καλλιεπείς δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος και όλους όσοι σκέφτηκαν και μίλησαν για τον κόσμο με τρόπο υψηλό. Και δεν ήταν ιεροσυλία που ο άνθρωπος χρειαζόταν αυτές τις ανθρώπινες φωνές, ακόμα και «από τη στιγμή που είχε μιλήσει ο Ιησούς», γιατί σε αυτό «το υψηλό ανθρώπινο λεξιλόγιο προσαρμόστηκε η θεία Αλήθεια». Ο Ιησούς ενσαρκωθείς «πυρπολούσε τον ελληνορωμαϊκό ορθολογισμό με μια αστραπή που ερχόταν από αλλού». «Στηριγμένη στις ανθρώπινες γλώσσες και στα επιτεύγματά τους […] η θεολογία ολοκλήρωνε την Ενσάρκωση». «Η αναζήτηση της αλήθειας προϋπέθετε την αργή ανθρώπινη πορεία προς τις υψηλότερες μορφές του λεξιλογίου».

Εν ολίγοις, ο Κασσιόδωρος μεριμνούσε για τον Θεό θέτοντας υπό την προστασία του τα πιο χαρισματικά πνεύματα, που κατόρθωσαν να μετουσιώσουν σε λόγο τα επίγεια πάθη και αινίγματα και να αποσπάσουν από τον κόσμο το κάλλος.

«Τι κερδίζει κανείς φτωχαίνοντας; Μήπως ο Θεός δεν αξίζει όλη την ομορφιά που μπορεί να δημιουργήσει ο άνθρωπος, μια ομορφιά που εκείνος του έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργεί;»

Ο Μάγνος Αυρήλιος αναλαμβάνει να διαφυλάξει τη «γραφή του κόσμου», τις γνώσεις, τις τέχνες, τις επιστήμες, κείμενα ιερά, ποιητικά και φιλοσοφικά, αλλά και αυτή καθαυτήν τη «Σωστή Γραφή». Η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτιόταν και από τη γραφίδα που θα μνημείωνε την ιστορία του, συνεπώς από τον σωστό τρόπο σχεδίασης και διάκρισης των γραμμάτων, από την τοποθέτηση σημείων στίξης, από την επιλογή της κατάλληλης γραμματοσειράς, από τον διαχωρισμό των κεφαλαίων και την οργάνωση των περιεχομένων, από όλα εκείνα τα σύμβολα που καθοδηγούσαν τη μελέτη και κατανόηση ενός έργου και προσέδιδαν αρμονία «στο προχειρογραμμένο σχέδιο του κόσμου». «Σε έναν κόσμο που κανείς πια δεν ήταν βέβαιος ότι επιθυμούσε να έχει γραπτή γλώσσα, εκείνος είχε ανασυντάξει τις τελευταίες του δυνάμεις και τις είχε στρέψει σε αυτό ακριβώς: στη Σωστή Γραφή!»

Όταν ο Λέανδρος επισκέπτεται το Βιβάριο (ιχθυοτροφείο, ιχθύς, Χριστός) του Κασσιόδωρου στο Σκυλλάκιο, χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, συγκλονίζεται από τον ζήλο εκείνου του γέροντα, που έχοντας εμπλακεί ενεργά στο φοβερό πανόραμα της εποχής του, έχοντας απογοητευτεί και παραγκωνιστεί, «είχε αφιερώσει τις λίγες μέρες και το λίγο φως που του απέμενε στην απλή, την ταπεινή, τη φτωχή σύνταξη μιας πραγματείας Περί Ορθογραφίας».

Ο Λέανδρος φτάνει στο Σκυλλάκιο χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς αγάπη. Είχε απολέσει τη χάρη της συγκίνησης. Το έργο του Κασσιόδωρου κάνει ακόμα πιο οδυνηρό τον κλονισμό του Θεού μέσα του. Ήταν θεοσεβής, είχε περιβληθεί το ιερατικό σχήμα, είχε γίνει επίσκοπος της Ισπανίας, αλλά καμιά από τις φιλοδοξίες, «όχι εντός των εγκοσμίων, αλλά υπέρ του κόσμου», δεν μπορούσε να ανάψει την παραμικρή σπίθα μέσα στην καρδιά του. «Τι είναι αυτό το κενό, αυτή η σιγή, αυτή η στάχτη;» Η εκλιπούσα αγάπη. Του «έλειπε αυτό το πάθος, αυτή η λαχτάρα που καταθέτουν οι άνθρωποι στις πράξεις και τους στόχους τους».

Ο Λέανδρος, που τον συνάρπαζαν σκοτεινές φαντασιώσεις παραίτησης και παραφοράς, που επιθυμούσε να εκμηδενιστεί μέσα στην ασυνειδησία, να γίνει κομμάτια, μέχρι να αποτινάξει το βάρος της ψυχής, δεν φοβόταν να παραδεχτεί ότι «ο άνθρωπος δεν είναι σπορά των αστεριών». Αλλά ούτε τον Θεό απάλλασσε από την ευθύνη της ανθρώπινης αποτυχίας, επειδή πίστευε ότι «δημιουργεί μόνο το ανεπανόρθωτο». «Ο Θεός δεν δημιουργεί τον άνθρωπο, δημιουργεί μια έλλειψη! Μια τρύπα μέσα στην ύπαρξη! Μια δέσμη από στερήσεις! Ένα τίποτα που δεν χορταίνει να μπουκώνεται, να καταπίνει! Αυτό που αποκαλούμε ζωή!»

«Η δημιουργία είναι μια καταστροφή. Και η ύπαρξη στην οποία μας καλεί, η μοίρα του καθενός, όσο ταπεινή και αν είναι, συνίσταται στην προσπάθεια να επιδιορθωθεί η ζημιά της γέννησής μας».

Αυτό τον βαρύτερα πάσχοντα χριστιανό του μυθιστορήματος απέλπιζε η ελκτική δύναμη του κακού και ο τεράστιος, ο εξουθενωτικός μόχθος της απώθησής της. «Ένα απέραντο ψέλλισμα δυστυχίας και βίας κάλυπτε τα εγκόσμια και τα ουράνια». Παρ’ όλα αυτά, δεν ενέδιδε στον μηδενισμό, ο οποίος παρέμενε ένα κρυφό όνειρο εξέγερσης, «μια αστραπή της φαντασίας». Ως επίσκοπος βρισκόταν στην υπηρεσία του Θεού, έστω και αν δεν κατανοούσε για ποιο λάθος τιμωρούσε τα πλάσματά του, γιατί τα εγκατέλειπε στην ανθρώπινη κατάσταση ένοχα και χρεοκοπημένα, να προσδοκούν το αόρατο και να μην κατακτούν τίποτα για να παρηγορηθούν. Διέδιδε τον λόγο Του και τηρούσε τα καθήκοντα της πίστης, αλλά με την αλαζονεία του εκλεκτού που έχει ξεφύγει από την κοινή μοίρα για να ταχθεί στο πανανθρώπινο. Στην αφοσίωσή του έβρισκε «τη δικαιολογία της μνησικακίας του».

Στο Σκυλλάκιο, περιβαλλόμενος από μια κληρονομιά σκέψης, επιστήμης και τέχνης που ξεπερνούσε τη χιλιετία, ο Λέανδρος υπέμενε μια βαθιά σύγχυση, μια σπαρακτική μοναξιά και την παγωνιά της αποστεγνωμένης του καρδιάς. Καταλάβαινε ότι ο Κασσιόδωρος είχε θελήσει να μετάσχει με όλη την ψυχική και πνευματική του δύναμη «στο έργο της σωτηρίας», αλλά ένιωθε πως κάτι υπονόμευε την προσπάθειά του. Μια απουσία παρείσδυε στο Βιβάριο. Και αυτή η απουσία εκπορευόταν από τον ίδιο, που είχε πάψει να μιλάει στον Θεό από τη στιγμή που άρχισε να τον ηλεκτρίζει ο πόθος της αποστασίας, της άρνησης, της προδοσίας, της εξέγερσης, της παραίτησης, της ακηδίας, που είναι η κούραση της ψυχής. «Του γεννήθηκε ξαφνικά η σκέψη πως ο Ιησούς Χριστός είχε καταστρέψει την ανθρώπινη ιδέα για την ευτυχία». Αποκαλύπτοντας τη ματαιότητα και τις ψευδαισθήσεις της σκέψης, της πολιτικής και της ποίησης, «όλα αυτά που είχε δημιουργήσει ο άνθρωπος του ελληνολατινικού κόσμου», είχε απογυμνώσει το ανθρώπινο ον, «δείχνοντάς το βρώμικο, βάναυσο, άθλιο, καταφαγωμένο από τη διαφθορά και τον χωρίς τέλος καημό, φθαρμένο από την αμαρτία και ταγμένο στον θάνατο». Η αγωνία, η έλλειψη, η ενοχή, η αποτυχία, η πτώση, «οι σταυροί και οι κατάρες», αυτή, σκεφτόταν ο Λέανδρος, ήταν η αποκάλυψη του Ιησού. «Ήταν ο άνθρωπος κλαίγοντας και ματώνοντας μέσα σε ένα Κολοσσαίο αχρειότητας, με μοναδική του ελπίδα την ουράνια Πολιτεία, που ο αντικατοπτρισμός της απομακρυνόταν αδιάκοπα στο βάθος του ουρανού».

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σχολιάζοντας τον Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ διατυπώνει έναν φαεινό στοχασμό, που φωτίζει το μαρτύριο της δοκιμαζόμενης πίστης: «Άνθρωποι άμοιροι θρησκευτικής εμπειρίας αδυνατούν να καταλάβουν ότι η πίστη είναι ακριβώς η προϋπόθεση της εξέγερσης». Λίγο παρακάτω υπογραμμίζει: «Ο Θεός είναι πιο μεγάλος από την αμαρτία του ανθρώπου».

Μπορεί η εσωτερική εξέγερση του Λέανδρου να μην τον επιστρέφει στην πίστη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει τελεσίδικη ρήξη με τον Θεό. Ο Λέανδρος τελικά προτάσσει την καταλλαγή έναντι της αποστασίας και επιλέγει να πιστεύει, όχι για τη δική του σωτηρία, αλλά υπέρ των άλλων. Η απειλημένη του πίστη, που τον συντρίβει, τον κάνει να συνειδητοποιήσει την επιτακτικότητα της προάσπισής της. Δεν πιστεύει πια, δεν ελπίζει ούτε αγαπά. Και όμως, αποφασίζει να μην καταστρέψει στον πλησίον του αυτό που ίσως είχε νεκρωθεί μέσα του. Αν η ανθρώπινη συνθήκη ήταν μια τρύπα, έπρεπε να πληρωθεί, και η μοναδική ελπίδα πλήρωσής της ήταν ο λόγος του Χριστού, χωρίς τον οποίο «ο άνθρωπος θα παρίστανε αδέξια την ανθρωπιά». Το γεμάτο ποτήρι που έπρεπε να πιει, ο λιθόστρωτος δρόμος του μαρτυρίου που έπρεπε να διανύσει, το εκούσιο πάθος του εντέλει, ήταν η διάδοση της πίστης, που είχε χάσει.

«Αν κάποιος άνθρωπος είναι στο σκοτάδι, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καλέσει το σκοτάδι να καλύψει όλη τη Γη. Και αν ο Θεός του επιβάλει τη δοκιμασία της απουσίας του, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να διακηρύξει ότι απουσιάζει από όλες τις καρδιές».

Ο Λέανδρος συλλογιζόμενος τις αμέτρητες ψυχές, που κατοικούσαν τα βιβλία στη βιβλιοθήκη του Κασσιόδωρου, «την άυλη ψυχή που τρυπώνει στη χειροπιαστή παρουσία των λέξεων», τις ασύλληπτες πραγματικότητες των λέξεων, την ιδεατή τους διάσταση, υπερβατή περισσότερο από την καρδιά παρά από το νου, καταλήγει στην Ενσάρκωση. Εδώ έχω την ανάγκη να επικαλεστώ ξανά τη διανοητική και θρησκευτική ευαισθησία του Ζουμπουλάκη, ο οποίος σε ένα δοκίμιο του βιβλίου του διατείνεται: «Η Ενσάρκωση, που αποτελεί ήδη Πάθος του Θεού, δεν είναι μόνο έκφραση της άπειρης θεϊκής αγάπης, αλλά και το θεμέλιο για την όποια δυνατότητα ανθρώπινης αγάπης».

Φαίνεται πως ο Λέανδρος, παρά τη δυσπιστία του, δεν στερείται ολότελα αυτή τη δυνατότητα της αγάπης. Από τη στιγμή που αντίκρισε την Ενσάρκωση στον λόγο του ανθρώπου, δεν απέχει πολύ από την ενσυναίσθηση του θεήλατου εγχειρήματος του Κασσιόδωρου, είναι έτοιμος, με άλλα λόγια, να αγαπήσει αυτό τον άνθρωπο που προσπάθησε και να καταλάβει πως η προσπάθειά του, η διακήρυξη της Σωστής Γραφής, ήταν μοιρασμένη υπέρ Θεού και ανθρώπων.

«Είχε αντιτάξει στο παγκόσμιο χάος αυτή την απειροελάχιστη αλλά αμετακίνητη φροντίδα, σαν να σκεφτόταν πως ο Σατανάς καραδοκούσε πίσω από ένα γλωσσικό λάθος, προσπαθώντας να σπείρει τη σύγχυση στον αγώνα του ανθρώπινου λόγου να προσδιορίσει την αλήθεια· σαν να ήταν πεπεισμένος ότι η τύχη του κόσμου κρεμόταν από ένα ρήμα που δεν διαβάστηκε σωστά, από μια κουτσουρεμένη φράση, από μια ανακριβή μετάφραση, από μια άτοπη προσθήκη· και σαν να βασιζόταν όλη του η ζωή, στο τέλος της, σε αυτό, σαν να συνοψιζόταν ένα ολόκληρο πεπρωμένο στη λέπτυνση του καλάμου που απέθετε το μελάνι στη σελίδα, εν ονόματι μιας πεισματικής πίστης στη λέξη, στη γλώσσα –τον λόγο- που είναι το σημάδι του Θεού μέσα μας».

Ο Κασσιόδωρος δεν συγκατανεύει εκθύμως στο θέλημα του Θεού. Η αποχώρησή του από τον προσωπικό του, επίγειο χρόνο, η απόφασή του «να πεθάνει αφ’ εαυτού» για να ζήσει στο εξής στο όνομα ενός τιμαλφούς, αλλά απαγορευμένου στον ίδιο, μέλλοντος, που εμπεριείχε θαυμαστές δυνατότητες, εύκαρπες όσο και θνησιγενείς, τον αναστατώνει βίαια, τον εξοργίζει.

«Η καταβύθιση στον Θεό, σαν ένα ποτάμι που χύνεται στη θάλασσα, θα έπρεπε να προσφέρει κάποια υπόσχεση, μια ελπίδα, κάποια χαρά. Μα η ψυχή, αλίμονο, αγαπά την επίγεια φυλακή της…»

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή της λιποψυχίας, ο συγγραφέας ψιθυρίζει στον Κασσιόδωρο, που εξεγείρεται ενώπιον του θανάτου του: «Όμως πίστευες πραγματικά, Μάγνε Αυρήλιε, σ’ αυτή την αθάνατη ψυχή; Πίστευες πραγματικά;»

Όχι, δεν πίστευε. Δεν πίστευε βαθιά, ολόψυχα «σ’ αυτό τον αόρατο Θεό». Προτιμούσε «τον άρτο και τον οίνο μιας κοινωνίας στομαχικής, περισσότερο σίγουρης». Ανατρέχοντας στη λάμψη και τη φρενίτιδα των θαλερών χρόνων του παραδεχόταν ότι περισσότερο από τη σωτηρία του τον απασχολούσε η επιβίωσή του και ακόμα περισσότερο η επιβράβευση. Τα προνόμια της τάξης του συμπορεύονταν με την πρόταξη της καθολικής πίστης, που δεν ήταν για πολλούς παρά ένα μέσο αυτοπροσδιορισμού, όπως ο πλούτος και τα αξιώματα, μια κληρονομημένη παράδοση. Η αναδρομική του δυσφορία για τον πάλαι ποτέ κοσμικό και πολιτικό Μάγνο Αυρήλιο διατάρασσε τη συνείδησή του και κλόνιζε όλα όσα την είχαν διαμορφώσει, τις αξίες και τις παραδόσεις μιας εύπορης τάξης, που, επειδή «είχε την έγνοια μιας σωστής σκέψης και ζωής», είχε διακηρύξει την ακλόνητη βούληση να ζήσει σύμφωνα με την Πίστη, την Ελπίδα και τη Χάρη. Ο Μάγνος Αυρήλιος τα είχε ασπαστεί όλα, αλλά χωρίς ψυχή. Τώρα, απερίσπαστος από δημόσιες μάχες και κατακτήσεις, βίωνε μια θρησκευτική αγωνία, που ήταν την ίδια στιγμή και διανοητική ανησυχία. Αισθανόταν ότι ακόμα και αν ολοκλήρωνε την αποστολή του, θα το έκανε με την ψυχή του άδεια και χωρίς αγάπη.

Ο Μάγνος Αυρήλιος ξέρει ότι στο τέλος θα υποκύψει, θα εργαστεί για τη σωτηρία του ανθρώπινου πνεύματος, με ανιδιοτελή αφοσίωση, με πολύ μόχθο και υπομονή, χωρίς καμία ανταμοιβή, χωρίς κανένας στον κόσμο να γνωρίζει τι έκανε για τον κόσμο, όταν χάρασσε τα γράμματα μες στη σιγή της βιβλιοθήκης του. Θα πέθαινε «εν μέσω όλων αυτών», αλλά θα ήταν ένας θάνατος που ποτέ δεν θέλησε πραγματικά. «Η ζωή του θα τελείωνε εκεί κάτω, σε αυτό το τοπίο όπου είχε γεννηθεί, εκεί όλα θα έπαιρναν τέλος, μπροστά στο κατώφλι όπου ο καθένας αντιδρά και κλαίει, γιατί ποτέ δεν πίστεψε αρκετά την υπόσχεση της σωτηρίας, γιατί ποτέ δεν είχε αρκετή πίστη, γιατί το μόνο που γνώρισε ήταν ο φόβος….»

Ο Κασσιόδωρος ήξερε ότι «η αμαρτία, δηλαδή η αδυναμία και η αποτυχία, ενυπάρχει στον καθένα». Στις πιο αποκαρδιωμένες στιγμές του σκεφτόταν πως κάθε ανθρώπινο σχέδιο ήταν εκτεθειμένο στη ματαίωση. Το άτομο έμοιαζε με «παιχνίδι στα χέρια του δαίμονα». Το απρόοπτο και το τυχαίο άδραχναν τις προσπάθειες των ανθρώπων και το μόνο που τελικά έμενε από αυτές ήταν ένα αποτέλεσμα προσωρινό, ασταθές, ετερόκλιτο και ανολοκλήρωτο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήθελε ο Θεός, «που τιμωρούσε ή επιβράβευε την ανθρώπινη προσπάθεια με κινήσεις τυφλού». Από το άλλο μέρος, τον θέρμαινε η πεποίθηση πως κανένα ανθρώπινο ον δεν ήταν νομοτελειακά προορισμένο για το κακό και την καταδίκη. Η εγγενής στον άνθρωπο αμαρτία ήταν που επίτασσε τη διάπλαση του πνεύματος, πάντοτε ευεπίφορου στο λάθος, στον φόβο και την απελπισία. Ο άνθρωπος, τον οποίο προσδοκούσε ο Κασσιόδωρος, όφειλε να έχει επίγνωση της αδυναμίας του, αλλά και της μετοχής του στη θεία χάρη, να έχει επίγνωση της δύναμής του να πράττει το καλό και να γνωρίζει ότι, μολονότι οι αποτυχίες δεν καταργούν τις προσπάθειές του, «αυτό το παιχνίδι δεν κερδίζεται ποτέ». «Απέχουμε πολύ από το να είμαστε πάντα αυτό που θα θέλαμε, αυτό που θα έπρεπε να είμαστε».

Σε ένα από τα κείμενα του βιβλίου του (Μέριλιν Ρόμπινσον) ο Ζουμπουλάκης τονίζει ότι η χριστιανική διδασκαλία της Χάριτος θεμελιώνεται πάνω στο γεγονός ότι «ο άνθρωπος δεν μπορεί μοναχός του να νικήσει το κακό, την εν ημίν αμαρτία». Ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας, που στάθηκε η αφορμή του συλλογισμού του, είναι κακός, αλλά μπορεί να διατηρεί, έστω ερήμην του, την ελπίδα της ηθικής απολύτρωσης, επειδή δεν αγαπά την κακία του. Το ίδιο ακριβώς πρεσβεύει και ο Κασσιόδωρος, πως, δηλαδή, δεν είναι τα ταπεινά πάθη εκείνα που οδηγούν στην αιώνια καταδίκη, «αλλά η επιείκειά μας προς αυτά».

Προτού ενδιαφερθεί με ζέση για τις κύριες έννοιες, που μορφώνουν τη συνείδηση, τα πιστεύω, τις πράξεις και τη βούληση των ανθρώπων, ο Κασσιόδωρος είχε αναλογιστεί επίμονα την ευθραυστότητα του πνεύματος. «Ο άνθρωπος κατ’ αρχάς δεν γνωρίζει ποιος είναι. Μετά βίας γνωρίζει ότι είναι». Το θεμελιακό αντίβαρο αυτής της άγνοιας είναι η Ενσάρκωση πάνω στην οποία εδραιώνεται «η πραγματική ανθρώπινη ιστορία, η μοναδική, η ιστορία της λύτρωσης». Αυτό το θεόπεμπτο σημείο αναφοράς εγκαθίδρυε μια καινούργια τάξη του κόσμου, «θύμιζε ότι όλες οι προσπάθειες της ζωής μας, και κάθε ζωής, είχαν εφεξής αφετηρία τους την Αποκάλυψη, βρίσκοντας σε αυτό το στήριγμα το μυστικό της δυναμικής τους, που δεν θα το έβρισκαν παρά μόνο εκεί. Ο άνθρωπος που αναζητούσε τον Θεό στην προσωπική του μοίρα δεν ήταν αποδιωγμένος στην ανεξιχνίαστη νύχτα που τον περιβάλλει».

Στην ανάλυση του μυθιστορήματος του Γκράχαμ Γκρην Η Δύναμις και η Δόξα ο Ζουμπουλάκης συνοψίζει εξαιρετικά το δράμα του αμαρτωλού, διωκόμενου ιερέα, κεντρικού ήρωα του βιβλίου, λέγοντας πως είναι «ένας κυνηγημένος της Χάρης του Θεού». Πλαταίνοντας τον ισχυρισμό του κάνει λόγο για τη «vocation», «για την πιστότητα δηλαδή στην κλήση του Θεού ή, αν προτιμάτε, στον βαθύτερο υπαρκτικό προσανατολισμό του κάθε ανθρώπου». Η ανταπόκριση στην κλήση και η πίστη σε αυτήν «μεταμορφώνουν την ανθρώπινη ζωή σε vocation». Όπως υποστηρίζει ο Ζουμπουλάκης, επειδή ακριβώς ο ιερέας του μυθιστορήματος δεν θεωρεί τον εαυτό του άξιο της Χάρης του Θεού, «γίνεται το κατάλληλο δοχείο της». «Κανείς δεν πεθαίνει για τον Χριστό χωρίς τη Χάρη του».

Μια παρόμοια καταδίωξη από τη Χάρη του Θεού τυραννά στο υπό συζήτηση μυθιστόρημα τον Γρηγόριο Ανίκιο, πάπα της Ρώμης. Γερασμένος και άρρωστος, νιώθει τον κόσμο πολύ για τις δυνάμεις του, ο κόσμος έχει καταντήσει πια αδιανόητος για εκείνον, είναι ένα χάος που τον υπερβαίνει. Επιθυμία του είναι μια ήσυχη ζωή απομόνωσης, προσευχής και ανάγνωσης του Βιβλίου του Ιώβ. Δεν είναι όμως αυτή η επιθυμία του Θεού. Διότι αναγνωρίζει ότι η εκλογή του στον παπικό θρόνο δεν υπήρξε θέλημα των ανθρώπων, αλλά ήταν στην πραγματικότητα «μια απόφαση του Θεού και του Χριστού». Παρ’ όλα αυτά, αντιδρά, παλεύει να διαφύγει την κλήση, που για εκείνον δεν συνιστούσε το μοναδικό μέσο πλήρωσης της ύπαρξής του, αλλά ένα χτύπημα της μοίρας. Παραπονιέται στον Θεό. Αυτός ο ευνοούμενος του Θεού, «είχε παρακαλέσει με όλες του τις δυνάμεις τον Κύριο να απομακρύνει από αυτόν το ποτήριο τούτο, να όμως που εκείνος το έτεινε προς το μέρος του…»

Οι πόνοι του σπαραγμένου σαρκίου του δεν τον άφηναν να νιώσει ευγνωμοσύνη για το θεοδώρητο προνόμιο. Η πίστη ήταν πια για εκείνον ένα αβάσταχτο άχθος. «Η πίστη του είναι επικίνδυνη γι’ αυτόν: τον κομματιάζει, τον αποσυναρμολογεί, του σπάει τα κόκαλα, επίμονη, βασανιστική, τυραννική σαν την αρρώστια».

Εγκλωβισμένος σε ένα αποδεκατισμένο σώμα, «όπου ακόμα και η ανάσα δεν είναι πια παρά μια πηχτή πνοή, φορέας μιασμάτων», αισθάνεται πως στερείται το πιο φλογερό καθήκον μιας ύπαρξης, την ελπίδα. Όχι την περίτρομη, μοιρολατρική ελπίδα, αλλά την ελπίδα, «που περνά από τα έργα των χεριών μας, από τις λέξεις που γεννιούνται στα χείλη μας, από το κουράγιο που μας επιβάλλει η ψυχή μας, το πνεύμα μας, το σώμα μας». Η απώλεια της ελπίδας τον στιγματίζει με τη διάπραξη ενός βαρύτατου αμαρτήματος, γιατί το ον που εγκατοικούσε σε αυτό το έρημο κορμί δεν μπορούσε πλέον να αξιώσει «τη ζωή ούτε τη χάρη, που είναι ένα και το αυτό».

Σωριασμένος στις μαρμάρινες πλάκες μιας εκκλησίας, εύχεται το σώμα του να γίνει φωτιά και στάχτη, αλλά ο Θεός του αρνήθηκε τη χάρη να πεθάνει εκεί, τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον έστησε μπροστά στον άνθρωπο, στον κάθε άνθρωπο, που φέρει, ακόμα και ο χειρότερος, ένα ψήγμα του Θεού, το οποίο επιβάλλει το έλεος, «που το πραγματικό του όνομα είναι αγάπη». Η αγάπη του Θεού και η αγάπη των ανθρώπων δεν είναι διόλου πράγματα ξεχωριστά, μας θυμίζει ο Ζουμπουλάκης. Όπως πολύ όμορφα επισημαίνει, «ο χριστιανός πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπο ως απεσταλμένο του Θεού για το δικό του καλό, όποιες και αν είναι οι προθέσεις και οι επιδιώξεις του».

Αναζητώντας στον άνθρωπο την εμπιστοσύνη, που όφειλε στη βουλή του Θεού, ο Γρηγόριος ανακτά την πίστη του και επωμίζεται την ευθύνη της, δηλαδή την ευθύνη του άλλου. Και σε αυτό το σημείο η μυθιστορηματική παρουσία του μπορεί να παραβληθεί με τον ιερέα, που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκρην. Ο ιερέας εκείνος αίρεται πάνω από τις αμαρτίες του υποτασσόμενος στην ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου και αυτή η πίστη είναι που τον κατευθύνει προς τη μαρτυρική θυσία, σε «μια πορεία ταύτισης με τον κατεξοχήν Μάρτυρα, τον Χριστό». Όσο πορεύεται προς το εκούσιο πάθος, παρατηρεί ο Ζουμπουλάκης, «όσο περισσότερο πλησιάζει τον Χριστό, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει την εικόνα Του στο πρόσωπο των άλλων […]». Τη στιγμή αυτής της μείζονος για τη χριστιανική συνείδηση αναγνώρισης, καταλαβαίνει «για ποιους πέθανε ο Χριστός», συλλαμβάνει το μυστήριο της Ενσάρκωσης. Και πάλι έξοχη η σύνοψη του Ζουμπουλάκη: «Ο μάρτυρας συσταυρώνεται με τον Χριστό, μπορεί και μαρτυρεί χάρις στον Χριστό, χάρις στην ένωσή του με τον Χριστό».

Μες στη βασανισμένη του, άφευκτη φυσικά, συγκατάθεση («η ιεροσύνη είναι ανεξάλειπτη και αναφαίρετη», γράφει ο Ζουμπουλάκης) ο Γρηγόριος σκέφτεται πως η θεία Πρόνοια τον ήθελε Ιώβ, ανταλλάσσοντας για χάρη του το αχυρόστρωμα με την κοπριά του βιβλικού προγόνου με το ποντιφικό στρώμα. Ωστόσο, το Βιβλίο του Ιώβ τού προσφέρει έναν πιο γόνιμο παραλληλισμό. Στο πρόσωπο του βασανιζόμενου δίκαιου βλέπει την ίδια την Καθολική Εκκλησία, δοκιμαζόμενη από αιρέσεις, έριδες και διχασμούς. Ο τρόμος του για το χρέος που του επιβλήθηκε, ωχριά μπροστά στη σπαρασσόμενη Εκκλησία και έτσι ο Γρηγόριος Ανίκιος, καταφάσκοντας στην κλήση του Θεού, μετουσιώνει το υπόλοιπο της ζωής του σε vocation. Με ταπεινές, κοπιώδεις προσπάθειες, που θα τον εξιλεώσουν για την υστέρησή του απέναντι στο κάλεσμα του Θεού, θα αγωνιστεί ως χριστιανός ποιμένας να ενώσει τον κατακερματισμένο κόσμο της εποχής του «κάτω από το λάβαρο του Χριστού». Στο εξής σε κάθε του βήμα, σε κάθε κίνηση θα δοξολογεί τον Θεό, «αφού κάθε κίνηση και κάθε βήμα ίσως να ήταν, ίσως, μια σπίθα χάρης, δηλαδή ζωής, που του παραχωρήθηκε».

Ο Γρηγόριος Ανίκιος, ο πάπας των Ρωμαίων, θα περάσει τα τελευταία, τα πιο ουσιαστικά, χρόνια της ζωής του δίνοντας έναν περιπαθή αγώνα υπέρ πίστεως, αλληλογραφώντας εντατικά με άλλους κληρικούς σε ολόκληρη τη Δύση, «υποδεικνύοντας την ορθή πορεία της Εκκλησίας», με την ίδια θέρμη που ο Κασσιόδωρος είχε υποδείξει στο ύστατο έργο του τη Σωστή Γραφή. Αν κανείς τον έβλεπε αφοσιωμένο «με ανελέητη αποφασιστικότητα» στο μεγάλο του σχέδιο, θα πίστευε «ότι το χέρι του Θεού, κρατώντας τον σφιχτά από τον σβέρκο, τον κρατούσε όρθιο».

Η Θεολίνδα, μια νεαρή βασίλισσα από τη Βαυαρία που βρέθηκε να εξουσιάζει το βασίλειο των Λογγοβάρδων, συναινεί στην κλήση του Θεού μέσα από τα βάθη του πόνου και του φόβου της και βρίσκει τη δύναμη να υπερασπίσει τόσο τον βαρβαρικό λαό της όσο και την καθολική της πίστη. Ό,τι ήξερε για τον κόσμο, ήταν η μαρτυρία του Βιβλίου. Στις Γραφές ενυπήρχαν κρυπτογραφημένες οι απαντήσεις στις πιο δυναστευτικές της απορίες. Το Βιβλίο «είχε έρθει από μακριά, πολύ πιο μακριά από όσο έβλεπε γύρω της» και της «μιλούσε για ό,τι δεν βρίσκεται εδώ, και ίσως είναι σημαντικότερο από ό,τι βρίσκεται εδώ, και για ό,τι θα συνέβαινε».

Η Μητέρα του Θεού την καθοδηγούσε προς το ατομικό της πεπρωμένο και η Θεολίνδα, αποδεχόμενη μια συγκεχυμένη στο μυαλό της ευλογία, αποφάσισε να γίνει μια «γυναίκα-μητέρα» για τον λαό των Λογγοβάρδων, οι οποίοι στρέφονταν προς αυτήν εκλιπαρώντας το μέλλον τους, «σαν να ήταν το αστέρι που ίσως θα τους έδειχνε τον δρόμο».

Όμως ο κόσμος αποδείχθηκε μεγαλύτερος από την πίστη της. Ήταν ένας κόσμος χαώδης κάτω από έναν ασυγκίνητο ουρανό, που υπερέβαινε τη λογική, κατέκλυζε και κατέστρεφε τα πάντα, πολύ διαφορετικός από αυτόν που είχε φανταστεί διαβάζοντας το Βιβλίο. Τότε την εισάκουσε ο Γρηγόριος, που και για εκείνον ο κόσμος ήταν πολύς, και της αποκρίθηκε από μακριά, απευθυνόμενος  στον πιο ενδόμυχο εαυτό της. Αυτή η μακρινή, ασώματη φωνή τής εμφυσούσε ιδέες πρωτόγνωρες και την παρότρυνε να εξυψώσει τη ζωή της αφιερώνοντας την σε ένα έργο μεγαλύτερο από την επίγεια διάρκειά της. Μέσα από την αλληλογραφία τους αναφαινόταν ένα πνεύμα βαθιάς συνεννόησης, ένα βλέμμα αμοιβαίο, που ατένιζε ένα αδήριτο μέλλον, πέρα από τα όρια της προσωπικής τους ζωής. Και οι δύο ήταν ταγμένοι σε αυτό το μέλλον, στην επερχόμενη ανθρωπότητα. Η συνάντησή τους μέσα από τα γράμματα που αντάλλασσαν, αποκάλυπτε ένα κοινό πεπρωμένο, δύσκολο και μεγαλειώδες, ένα μυστικό σχέδιο προορισμένο για τους δυο τους. Ο «ηλικιωμένος πατρίκιος, που ταπεινώθηκε για χάρη του Χριστού και αρρώστησε για χάρη του Θεού, εντριβής περί τη θεολογία και τις εκκλησιαστικές υποθέσεις» και «η νεαρή βάρβαρη, απελπισμένη μεταξύ των κοριτσίστικων επιθυμιών της και του διπλωματικού πεπρωμένου της ως οδηγήτρια σ’ αυτό τον κόσμο της σφαγής», «κατάλαβαν ο ένας για τον άλλο τόσο καλά ότι είχαν ταχθεί από τον Θεό στην ίδια αποστολή».

Ακούγοντας αυτό τον «επίμονο, επιτακτικό ψίθυρο που ερχόταν από τη Ρώμη», η Θεολίνδα ένιωθε ότι όλα τα επιμέρους στοιχεία, που την όριζαν ως προσωπικότητα, αποκτούσαν για πρώτη φορά συνοχή, ένα ξεκάθαρο νόημα και μια αλληλουχία μεταξύ τους, «αποκαλύπτονταν εκ των υστέρων χρήσιμα και απαραίτητα, οριοθετώντας μια πορεία που έπρεπε να την ακολουθήσει».

Ωστόσο, η πίστη της Θεολίνδας, όταν κλήθηκε να αντιμετρηθεί με την κούραση και την απογοήτευση, δεν αποδείχτηκε άσειστη. Προς το τέλος της ζωής της, μιας ζωής σφραγισμένης από τις ωραίες και μεγάλες της πράξεις, από την ορμητικότητά της, την πολιτική της οξυδέρκεια, το διπλωματικό της ένστικτο, τους θρησκευτικούς της αγώνες, αναλογιζόταν ότι σε όλες τις προσπάθειες του ανθρώπου στοιχίζονται υπερβολικά πολλές ματαιωμένες ελπίδες, όλες οι μικρές του νίκες γρήγορα καταλήγουν εκτεθειμένες σε κινδύνους, στο απροσμάχητο τυχαίο, και κατατροπώνονται, κάθε έργο εντέλει το βαραίνει η ατέλεια. Ήταν ματαιοπονία τόση ξοδεμένη ενέργεια. Ένα σαρωτικό αίσθημα αποτυχίας την κυρίευε όταν αναθυμόταν πως οι «μυστικές δυνάμεις του πεπρωμένου» την είχαν φέρει αντιμέτωπη με ανύποπτες απειλές, εξουδετερώνοντας τους υπολογισμούς της, ακυρώνοντας τις προθέσεις της, σημαδεύοντας τις πράξεις της με ένα «στρεβλό αποτέλεσμα». Έμφοβη μπροστά στον τερματισμό της επίγειας διαδρομής της, αγωνιώντας για την αντοχή του ίχνους της δικής της προσπάθειας μέσα στον κόσμο, η Θεολίνδα σκεφτόταν ότι «τα ανθρώπινα όντα ζουν μόνο μερικές στιγμές κάτω από τον ουρανό». Με πίκρα επίσης ομολογούσε στον εαυτό της την ολιγωρία της απέναντι στον Θεό. «Συνειδητοποίησε πόσο μικρή θέση είχε καταλάβει στη ζωή της αυτός ο Θεός για τον οποίο γινόταν πάντα τόση συζήτηση». Αλλιώς δεν θα αντιστεκόταν με οργή και λύπη στην προοπτική της ανυπαρξίας της. Αν η πίστη της αλήθευε, θα την οδηγούσε γαλήνια σε αυτό το φοβερό κατώφλι. «Όμως ο Θεός απουσίαζε πάντα από το πνεύμα της, και τώρα που την παρότρυναν να προχωρήσει προς αυτή την παρουσία την τρομερή, τη συντριπτική, την αόρατη, εκείνη αντίκριζε μόνο ένα βάραθρο, μια οντότητα ευρύτερη από το είναι και όμοια με το σκοτάδι του τάφου».

Λίγο πριν ο προφήτης Μωάμεθ εισβάλει στην τελευταία φράση του βιβλίου για να επιβάλει την αποκλειστική λατρεία του Αλλάχ, διακηρύσσοντας «Δεν υπάρχει άλλος θεός από τον Θεό», ο Φρανσουά Ταγιαντιέ, ο μοναδικός δημιουργός της μυθιστορηματικής του πλάσης, απευθύνεται στα πλάσματα των σελίδων σαν να ήταν ο ίδιος ο τιμωρητικός και ερμητικός θεός που τα είχε βασανίσει, τόσο στην αληθινή όσο και στη λογοτεχνική τους ζωή.

«Θέλω να σας χτυπήσω ώς τα τρίσβαθα της ψυχής. Δεν φέρνω την ησυχία αλλά την ανησυχία. Δεν φέρνω την απάντηση, φέρνω την ερώτηση. Είμαι το φως και το σκοτάδι, είμαι η τροφή και η πείνα, είμαι το κρασί και η δίψα, είμαι η υπόσχεση και ο φόβος. Η δημιουργία μου δεν έχει τελειώσει. Δημιουργώ και πάλι το ον· στα βάθη τού είναι του εμφυτεύω τον σταυρό μου· εσείς όμως δεν είστε εκείνοι που θελήσατε τον σταυρό για τον Υιό του ανθρώπου; Σας αφήνω τη δυνατότητα να με αγαπήσετε ή να με αγνοήσετε, να με ακολουθήσετε ή να με προδώσετε. Σας τα εμπιστεύομαι όλα […]. Μάθετε, τέλος, αυτό που κανείς δεν σας είπε ποτέ: Παραδίδω τον άνθρωπο στα χέρια του κάθε ανθρώπου».

Χωρίς καμία αμφιβολία ο Φρανσουά Ταγιαντιέ μας παρέδωσε ένα σπουδαίο έργο. Τα αφηγηματικά πρόσωπα φέρουν κατάσαρκα τις δεινότερες αγωνίες της ύπαρξης και χάρη στην περίκομψη γραφή του Ταγιαντιέ αποδρούν από την ακαμψία του ιστορικού τους ρόλου για να αναγεννηθούν μέσω της μυθοπλασίας σε οικείες μορφές, που μας συγκινούν γιατί έζησαν σε έναν κόσμο το ίδιο χαοτικό, βίαιο, ανεξιχνίαστο και παράλογο με τον δικό μας. Πρωτίστως, όμως, συγκινούν γιατί προσπάθησαν να χαράξουν στην εποχή τους ένα ανεξάλειπτο ίχνος, χωρίς ποτέ να πάψουν να ανησυχούν για τη σημασία ή την αθανασία του. Ο Μάγνος Αυρήλιος Κασσιόδωρος, ο Λέανδρος, ο πάπας Γρηγόριος, η Θεολίνδα, όλοι αποδύονται σε έργα, που δοκιμάζουν τις αντοχές της πίστης, της ψυχής, της διάνοιάς τους, αντιπαλεύοντας ταυτόχρονα τη συντριπτική υπόνοια της ματαιότητας, αγνοώντας αν οι άνθρωποι του μέλλοντος θα ενδιαφέρονταν για τις περιπέτειές τους ή αν οι επιτεύξεις και οι αποτυχίες τους θα χάνονταν μεταξύ μύθου και ιστοριογραφίας. Η ιστορική τους δικαίωση, όπως τουλάχιστον κατακυρώνεται στο έργο του Ταγιαντιέ, οφείλεται στη σθεναρή αναμέτρησή τους με τον χρόνο, σε μια διάσταση πολύ πλατύτερη από τη διάρκεια των ωρών που τους παραχωρήθηκαν, αλλά και στη γενναιόψυχη καταβολή του αντιτίμου αυτών των ωρών υπέρ Θεού και ανθρώπων. Η ελπίδα, που εναπόθεσαν στον συλλογικό χρόνο της ανθρώπινης κοινωνίας, θα μπορούσε να ιδωθεί υπό το φως του στοχασμού του Σταύρου Ζουμπουλάκη πάνω στο θαύμα και την ουτοπία. «Το θαύμα ως ελπίδα του ανέλπιστου […] αποτελεί έκφραση της αιώνιας ψυχικής ανάγκης του ανθρώπου να μη συμφιλιωθεί ποτέ οριστικά με τους όρους της Πραγματικότητας».

Τελικά, το βιβλίο του Ταγιαντιέ είναι σπουδαίο γιατί μας λέει κάτι σπουδαίο: Κάθε ανθρώπινη προσπάθεια μπορεί να επιφέρει το απροσδόκητο.

«Μέσα στο μυστικό του Θεού, δημιουργείται ο άνθρωπος».

taillandier

François Taillandier, Η γραφή του κόσμου, Εκδόσεις Πόλις

110,028 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ»

Οι τυχεροί είναι: Βασιλική Αργυροπούλου, Μαρία Βαρδάκη  και Στέλλα Καπετανάκου.   Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι συμμετείχαν.  Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη...

Close