Οι εφιάλτες ενός καλού Γάλλου, της Λίνας Πανταλέων

By  |  1 Comment

«Θα μιλούσαμε για τον λαό, αυτό τον πονοκέφαλο, αλλά κάτω από τις καλύτερες συνθήκες».

Δηλαδή στο Παρίσι, όπου η δημόσια έγνοια για τους δυστυχέστερους των πολιτών, δεν αποσπά τους ευτυχέστερους από τις εκλεκτές απολαύσεις που τους προσφέρουν κάποιες γωνιές της πρωτεύουσας, ατάραχες από τη συντριβή του Παλαιού Καθεστώτος. Ο αφηγητής, ο Ερβέ Κερζενεάν, μπορεί να περνάει τις εργάσιμες μέρες του στο αστυνομικό τμήμα του 18ου διαμερίσματος, αλλά τα βράδια αποσύρεται στο διαμέρισμά του στο περίφημο 16ο, όπου σιγεί ο αχός της πολυπολιτισμικότητας. Ο Ζιλ Μαρτέν-Σωφιέ εμφυσά στον ήρωα τον κυνισμό και την «μπλαζέ σοφία» των ομολόγων του στα νουάρ μυθιστορήματα για να κατοπτεύσει ένα εύφλεκτο κοινωνικό σύνολο, ένα σύνθεμα διαφόρων εθνοτήτων, που σοβεί στις παρυφές της πόλης, απρόθυμο να συνθηκολογήσει με τους όρους ένταξής του στη γαλλική κοινωνία· όρους όχι μόνο άδικους, αλλά συχνά και ανέντιμους.

Με αφορμή την επίθεση ενός νεαρού Άραβα εναντίον μιας κοπέλας εβραϊκής καταγωγής και την απαγωγή του αδελφού της από έναν Άραβα μεγαλέμπορο ναρκωτικών, ο Μαρτέν-Σωφιέ αναταράζει τα νερά της φινετσάτης πολιτείας, που πέρα από τον Σηκουάνα τη διαρρέουν και οι εκβολές γαλαζοαίματων φλεβών, για να φέρει στην επιφάνεια τον ηφαιστειώδη μικρόκοσμο των μουσουλμάνων μεταναστών, οι οποίοι εισακούονται στο βαθμό που οι αιτιάσεις τους συμφέρουν τους διπλωματικούς ή δημαγωγικούς σκοπούς των αρχών. Ο Ερβέ δείχνει ανεπίληπτα ανεκτικός απέναντι σε αυτές τις φωνές που εφορμούν στεντόρειες στο αστυνομικό του τμήμα, αλλά σε χώρους πιο ιδιωτικούς, με καλύτερη ηχομόνωση, δεν λογοκρίνει την απαρέσκειά του για τους θερμοκέφαλους νεαρούς των προαστίων, που πιάνονται εύκολα στο δόκανο των υπερασπιστών τους, οι οποίοι τους καλοπιάνουν μόνο για να μεταμφιέσουν το αδιέξοδο ζήτημα της κοινωνικής ανισότητας σε φυλετικό πρόβλημα.

Ο Μαρτέν-Σωφιέ επιτρέπει στον ήρωα να ξεχάσει το ιδιόλεκτο της πολιτικής ορθότητας, δίνοντάς του το ελεύθερο να υιοθετήσει ένα λεξιλόγιο, οι εκφραστικές διακυμάνσεις του οποίου περιορίζονται στη συγκατάβαση, την ειρωνεία και την απαξίωση. Ο Ερβέ είναι ένας Γάλλος μεσοαστός, που απολαμβάνει τον καναπέ του σπιτιού του και τα καλά βιβλία, ο οποίος, επίσης, τρία χρόνια μετά την αυτοκτονία της συνεχίζει να πενθεί τη γυναίκα του, επωμιζόμενος εν μέρει την ευθύνη του θανάτου της. Όπως αφήνει να εννοηθεί, εκείνη δεν άντεξε να συζεί με την ενσαρκωμένη αποτυχία της γαλλικής κοινωνίας να γίνει ειρηνική. Ο Ερβέ τής αποδείκνυε καθημερινά πως ο κόσμος, ακόμα και στο Παρίσι, ήταν τρομακτικός. Και μπορούσε να γίνει πολύ πιο τρομακτικός τώρα που μερικοί «τιποτένιοι ρατσιστές της δεκάρας», αναρριπίζοντας τις υποβόσκουσες αντιπαλότητες μεταξύ των κοινοτήτων Εβραίων και Αράβων, επιδίωκαν να προσδώσουν στην υπόθεση της απαγωγής, μια υπόθεση του αστυνομικού δελτίου εντέλει, τις προεκτάσεις θρησκευτικού πολέμου. Τα πρόσωπα έχουν περισσότερα πρόσωπα από τα γεγονότα και γι’ αυτό μπορούν να τα ερμηνεύουν πολλαπλώς. Ο Ερβέ, ριψοκίνδυνος με το προσωπικό του λεξιλόγιο, τρέμει τη στιγμή που η λέξη «αντισημιτισμός» θα καθορίσει τη διαμάχη. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να ανοίξει η Μέση Ανατολή «ένα μικρό υποκατάστημα» στα λημέρια του, στο 18ο διαμέρισμα.

Ωστόσο, στα υψηλά κλιμάκια η σύνεση και η επιφυλακτικότητα του διοικητή Κερζενεάν δεν είναι διόλου χρήσιμες. Δίνοντας τον λόγο σε ετερόκλιτους θεματοφύλακες των πανανθρώπινων γαλλικών αξιών, που αδημονούν να διατρανώσουν τον ανθρωπισμό και την οργή τους, αποτιμώντας, όμως, κρυφίως την «ποιότητα» των προς υπεράσπιση θυμάτων, ο Μαρτέν-Σωφιέ αφουγκράζεται τη διγλωσσία των αντιμαχόμενων μερών, μετατρέποντας έτσι τις σελίδες του βιβλίου του σε ένα ιδανικό πεδίο διαλεκτικών επιδείξεων, όπου επίφοβες ή δολίως αποσιωπημένες αλήθειες διαχέονται σε λεκτικές τεχνουργίες, μεθοδευμένες υπεκφυγές και αμφίσημους υπαινιγμούς. Η διαλογική υφή του μυθιστορήματος, έξοχα στοιχειοθετημένη, δεν κατατείνει στην ανάδειξη ενός πολυμερούς ιδεολογικού αναπτύγματος, αλλά, αντιθέτως, στην κατατρόπωση των ιδεολογιών. Οι μυθιστορηματικοί αντίδικοι μπορεί να εμφανίζονται σαν συνήγοροι της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά όλοι, σε στενό κύκλο ασφαλώς, θα συμφωνούσαν ότι τίποτα, πέραν του χρήματος, δεν προστατεύει καλύτερα από τις άσχημες όψεις της ζωής.

Μολονότι ο Ερβέ δεν έχει χάσει τελείως την πίστη του στην πολυπολιτισμική Γαλλία, ξέρει πως «ο γρανιτένιος πυρήνας της κοινωνίας» βρίσκεται στη γειτονιά του, στις επιβλητικές λεωφόρους και συνοικίες του 16ου διαμερίσματος, εκεί όπου χτυπά η «καρδιά της πραγματικής Γαλλίας». Κτίρια «φυλετικά καθαρά», αποκαθαρμένα από κάθε σύγκρουση πολιτισμών, αγλαή μες στη «μεγαλοπρεπή λιτότητα γαλλικού τύπου, εκατό τοις εκατό μεγαλοαστική», των οποίων οι ιδιοκτήτες ύψωναν «εκατόν πενήντα χρόνια βασικού μισθού ανάμεσα σε κείνους» και οποιονδήποτε λιγότερο προνομιούχο. Εκεί όλα είναι κόσερ, ενώ οι Άραβες μετανάστες εκπροσωπούν στα μισόκλειστα μάτια των γηγενών «μια πλευρά της Γαλλίας» που θα προτιμούσαν να μην ξέρουν, ανίσχυρη, παρ’ όλα αυτά, να εκτρέψει το εκλεπτυσμένο πνεύμα τους προς έναν λαϊκίστικο ρατσισμό, αν μη τι άλλο, ακαλαίσθητο. «Αρκούνται στο να ακολουθούν μια σκληρή γραμμή ‘απαρτχάιντ’ και δεν ξεπέφτουν σε θλιβερά σχόλια. Σε ολόκληρο το Παρίσι, η άκρα Δεξιά παίρνει τα μικρότερα ποσοστά της στο 16ο διαμέρισμα».

Όσο και αν οι συγκρούσεις μεταξύ Εβραίων και Αράβων ήταν θέμα ταμπού για τις αρχές και όσο και αν ο ίδιος ο Ερβέ επέμενε πως «η Γάζα και το Τελ Αβίβ δεν είχαν καμία δουλειά σε μια συζήτηση για τη γαλλική δημόσια τάξη», ο Μαρτέν-Σωφιέ περιδιαβαίνοντας το Υπουργείο Εσωτερικών υποκλέπτει σπαράγματα λόγων, επίσημων και ανεπίσημων, που, αψηφώντας το ολισθηρό έδαφος της αντιδικίας, αναπαρήγαν προκαταλήψεις και ταξινομήσεις καθησυχαστικές για την ιεραρχία. «Προπάντων να μην ειπωθεί κάποια φράση που μπορεί να συσχετίσει τον ομιλητή με το Βισύ, αλλά να υπογραμμιστεί η αδιόρθωτη ιδιαιτερότητα των Εβραίων». Οι τελευταίοι, όπως υποστηρίζει ένας υπάλληλος του Υπουργείου, μολονότι έχουν πλήρως ενσωματωθεί, «δεν πρόκειται ποτέ να δεχτούν την αφομοίωση με τους υπόλοιπους», ενώ οι Άραβες «δεν έχουν ενσωματωθεί καλά προς το παρόν, αλλά το μόνο που ονειρεύονται είναι να αφομοιωθούν στο τοπίο». Αν οι μεν αρνούνται να δεχτούν πως έχασαν το «μονοπώλιο του κοινοτισμού», συνεπώς τη μοναδικότητά τους, οι δε, μονίμως υπερευαίσθητοι, νομίζουν πως έχουν «το μονοπώλιο της ταπείνωσης». Ως προς αυτό, ο Ερβέ συντάσσεται ευθέως με την εβραϊκή πλευρά, συμμεριζόμενος την αγωνία των Εβραίων πως, διάσπαρτοι έτσι όπως είναι ανά τον κόσμο, η κοινωνική ενσωμάτωση ενδέχεται να σημάνει τον αφανισμό τους. «Οι Εβραίοι πρέπει να παραμείνουν μοναδικοί, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται πάνω στη Γη: το Ισραήλ είναι ένα πολύ νέο και πολύ εύθραυστο κράτος για να τους κάνει να νιώθουν ασφαλείς».

Ο Μαρτέν-Σωφιέ μετριάζει την απερίφραστη εύνοια αυτής της θέσης, αναγνωρίζοντας τις δυσάρεστες απολήξεις του ιστορικού καθήκοντος της οξυδέρκειας, επισημαίνοντας πόσο ενοχλητική, ακόμα και επικίνδυνη, μπορεί να καταντήσει η υστερική, συχνά, επαγρύπνηση των Εβραίων για απειλές και διώξεις, υποχρεώνοντας έτσι τους άλλους να τους αντιμετωπίζουν «σαν να είναι νιτρογλυκερίνη». Απολαυστικός, αναμφίβολα, ακούγεται ο Άραβας απαγωγέας, όταν με άψογη γαλλική προφορά, αποσείει κάθε υπόνοια αντισημιτισμού, ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχει τίποτα εναντίον των Εβραίων, καθώς «ποτέ δεν πρόκειται να σκοτώσουν τόσους Παλαιστίνιους όσους οι Ιορδανοί και οι Λιβανέζοι». Η εβραϊκή οικογένεια του θύματος, από την άλλη, φοβάται πως βρέθηκε ακούσια στο στόχαστρο των Αράβων γειτόνων της, αλλά δεν είχε καμία διάθεση να μεταναστεύσει στο Ισραήλ· «εκεί τους βρίσκεις σε κάθε γωνιά του δρόμου». Προτιμούσε να μετοικήσει στο 16ο διαμέρισμα, όπου τα τσακισμένα όνειρά της για τη γαλλική κοινωνία θα μπορούσαν κάποτε να ανανήψουν. Όσο για τους μουσουλμάνους μετανάστες, όσοι από αυτούς συνήθιζαν να πηγαίνουν διακοπές στην Αλγερία, έσπευδαν να επιστρέψουν σε μορφές κοινωνικής οργάνωσης λιγότερο μεσαιωνικές.

Ο Μαρτέν-Σωφιέ παίζει με τη φωτιά και το διασκεδάζει. Ωστόσο, έχει επίγνωση της παρακινδυνευμένης αντιπαραβολής περιφανώς προκλητικών αποφάνσεων, που χλευάζουν την ευπρέπεια της επίσημης γλώσσας και κεντρίζουν επιτήδεια τις φιλελεύθερες συνειδήσεις. Αν αντιμετριέται τολμηρά με τον κίνδυνο να ξεχωρίσει ανάμεσα στις πολλαπλές φωνές η δική του σαν ενός απαρηγόρητου Γαλάτη, πολιορκούμενου από φασαριόζους, υπανάπτυκτους επήλυδες, είναι για να αναδείξει τη συλλογική αποτυχία της ηθικής. Αποτυχία την οποία εντοπίζει στην επικυριαρχία του ατομισμού, σε επίπεδο ιδιωτικό αλλά και δημόσιο. Οι σώφρονες λένε αυτά που πρέπει και οι άφρονες όσα απαγορεύονται να ειπωθούν, αλλά όλοι πράττουν ιδιοτελώς, προσμετρώντας τον ανθρωπισμό τους σε συνάρτηση με τις ανατιμήσεις και τις υποτιμήσεις του ευρωπαϊκού νομίσματος στον προσωπικό τους λογαριασμό ή, αλλιώς, με την ανταλλακτική αξία των λόγων και των έργων τους. Τον Μαρτέν-Σωφιέ δεν φαίνεται να παραξενεύει μια Υπουργός Εσωτερικών που διατείνεται πως «η δημόσια τάξη βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αποδεκτή αταξία και την ανυπόφορη τάξη». Η σχετικοποίηση του καλού και του κακού, διατυπωμένη σε θεσμικό πλαίσιο, αγιάζει τις εκατέρωθεν λαθροχειρίες. Καμία πολιτισμική σύγκρουση, ει μη μόνον κατ’ επίφαση, δεν μπορούσε να αναφανεί σε ένα πολιτικοκοινωνικό πεδίο, όπου ο πολιτισμός δεχόταν τα διασταυρούμενα πυρά των στυλοβατών του.

Από το σαρδόνιο βλέμμα του Μαρτέν-Σωφιέ δεν γλιτώνουν ούτε οι επιμελώς ανεπίληπτοι, όσοι διαπρέπουν στις ιδεολογικές παλινδρομήσεις, αγωνιώντας διαρκώς να ηγηθούν ετερώνυμων σταυροφοριών και αρκετά ευέλικτοι ώστε να γίνουν «με τη σειρά αριστεριστές, σοσιαλιστές κι έπειτα φιλελεύθεροι». Φυσικά δεν έλκουν ιδιαίτερα τη συμπάθειά του οι μαχητικές ακροαριστερές οργανώσεις, «οι οποίες είναι πάντοτε αγανακτισμένες, εξεγερμένες, σκανδαλισμένες, πάντοτε κατηγορούν και είναι πάντοτε έτοιμες να βάλουν χέρι στο ταμείο» ούτε, πολύ λιγότερο, οι ντίβες της «κοσμικής Αριστεράς», που περιφέρουν με σπουδαιοφάνεια τη δογματική τους αυταρέσκεια, θεωρώντας την ηθική τους «ακόρεστη σαν κανίβαλο». Πολιτικοί, παρατρεχάμενοι, δημοσιογράφοι και περιώνυμοι διανοούμενοι, αγορεύουν για την, προ πολλού αμαυρωμένη, «άσπιλη φήμη της σοσιαλιστικής ανεκτικότητας», αρνούμενοι να αποδεχτούν πως μόνο σαν ζωτική αυταπάτη ή αδιόρατο μετείκασμα μπορούσαν πια να επικαλούνται τη φωτοβόλο ορθοφροσύνη τους. Η υπόθεση Ντρέιφους, η δολοφονία του Ζωρές, ο Πεταίν, το Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο και οι αποικιοκράτες, είχαν θαμπώσει το λούστρο τους ως ανώτερων, δημοκρατικών πνευμάτων.

Ο καλός μέσος Γάλλος ήταν για τον Κερζενεάν ένας πονοκέφαλος εξίσου οχληρός με τους ανεγκέφαλους Εβραίους και Άραβες εφήβους, αλλά έμπαινε δυσκολότερα στο «μεγάλο λαϊκό καζάνι». Στο αστυνομικό τμήμα δέχεται τις τακτικές επισκέψεις μιας «σικάτης κυράτσας» (εκπληκτικό το πορτρέτο της), ευσυνείδητης μικροαστής, παραζαλισμένης από την εκτυφλωτική αίγλη της Γαλλίας, που ωρύεται για την εγκληματική δράση των μεταναστών, νιώθοντας τη γαλλική της εντιμότητα να πλήττεται από την αναποτελεσματικότητα και τους καλούς τρόπους της αστυνομίας, με συνέπεια εκείνη να μην είναι δεόντως σθεναρή απέναντι σε ακροδεξιές ρητορείες, πρόσφορες για την περίθαλψη της ευθιξίας της. Αντικρούοντάς την, οι προστάτες των αραβικών κοινοτήτων, που καιροφυλακτούν για την παραμικρή ανάφλεξη, απομυζώντας κέρδη και εξουσία από τον θυμό των θυμάτων, καταγγέλλουν τη ρατσιστική αστυνομία και τη νομενκλατούρα, που προστατεύει τα εβραϊκά λόμπι.

Ο Κερζενεάν δεν μένει αμέτοχος σε αυτή την παρισινή φρεναπάτη, που στήνει αριστοτεχνικά γύρω του ο Μαρτέν-Σωφιέ. Είναι μέρος του τοπίου, όπως και οι υπόλοιποι. Ούτε φαντασμένος Παριζιάνος ούτε κατατρεγμένος ξένος, ο Ερβέ συστήνεται ως υπερήφανος Βρετόνος, προσθέτοντας πως «οι καταγόμενοι από τη Βρετάνη είναι το αλάτι της γης». Ο πρόδηλος αυτοσαρκασμός υπονομεύει καίρια τον επιτηδευμένο εθνικισμό. Ούτως ή άλλως, αυτός ο φιλοπαίγμων Κέλτης αποδείχθηκε εξαρχής εξαιρετικά επιρρεπής στην ακαταμάχητη γοητεία της ειρωνείας, σε σημείο που το μόνο που μπορεί να του καταλογίσει κανείς είναι οι αντιφάσεις του. Ένα ευφυές ιδιοσυγκρασιακό εύρημα, που ενθαρρύνει τις πλάγιες επιθέσεις του συγγραφέα στη συμπαθητική του φιγούρα. Ο Ερβέ Κερζενεάν αποστρέφεται μια εριστική και μεμψίμοιρη αγάπη για την πατρίδα και διακωμωδεί τον παρισινό σνομπισμό, αλλά ακόμα και μια απόσταση μερικών χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα αρκεί για να τον κάνει να νοσταλγήσει την πλατεία Βαντόμ. Εργάζεται καθημερινά για την ειρήνη της πολυφυλετικής του περιφέρειας, αλλά τα Σαββατοκύριακα αφήνεται να τον νανουρίσουν μακρόπνοες φαντασιώσεις για την ίδρυση μιας παραλίμνιας, ονειρώδους πολιτείας στο νησί του, το Ιλ-ω-Μουάν. Εξαγριώνεται με το μπάχαλο που προκαλεί το «αραβικό του τσαντίρι», αλλά, δοκιμάζοντας την ανοχή των μεσοαστών, υποστηρίζει πως η πλειοψηφία των Γάλλων μουσουλμάνων δεν σκέφτεται παρά τις καταθέσεις στο βιβλιάριό της και το beaujolais nouveau. Σαγηνεύεται από τις αληθινές Παριζιάνες, που πρωτοαντίκρισαν τη ζωή στο 16ο διαμέρισμα, όπως η Ανν-Μαρί, η μοιραία γυναίκα, που ενδημεί σε κάθε νουάρ, η οποία ενσάρκωνε στα μάτια του «ένα έμφυτο ιδεώδες της κομψότητας», «ένα τέλειο και σοφιστικέ δείγμα που θα ’πρεπε να καταχωρηθεί στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά», αλλά δεν την άντεχε όταν μεταμορφωνόταν από μεγαλοαστή σε «μοναχή της νεο-Αριστεράς που προσευχόταν με το συνδικαλιστικό της κομποσκοίνι».

Τέλος, ήθελε να σώσει τον νεαρό Εβραίο, που είχε πέσει θύμα απαγωγής, όχι όμως για να αποσοβήσει μια τζιχάντ έτοιμη να ξεσπάσει, αλλά για να υφαρπάξει τα λύτρα. «Το να τηρούμε μια ορισμένη ηθική είναι ένας καλός τρόπος για να βάζουμε λίγο αλατοπίπερο στις πράξεις μας». Παραπάνω δόση δεν χρειάζεται ούτε στους ιεροκήρυκες της φιλαλληλίας. Η διάψευση του συλλογικού ονείρου της πολυπολιτισμικότητας επισφραγίζεται με την πραγμάτωση ενός ιδιωτικού ονείρου. Τελικά, ο επαναπατρισμός δεν ήταν παρά μια υπόθεση γαλλική, ή ακριβέστερα, ενός Γάλλου. Η κοινωνική αποτυχία, την οποία αποτυπώνει μαεστρικά ο Ζιλ Μαρτέν-Σωφιέ, επικυρώνεται με την επιστροφή τού Ερβέ στο Ιλ-ω-Μουάν, όπου καταπιάνεται με την ανακαίνιση του σπιτιού του, ενός πολιτισμικού μνημείου του 17ου αιώνα, απόγειου της γαλλικής εύκλειας και της απολυταρχίας.

to_parisi_en_kairo_eirinis

Gilles Martin-Chauffier, Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης, μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, , Πόλις, Αθήνα 2014, σελ. 374

 

24,691 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

1 τα σχολιά σας..

  1. Pingback: Gilles Martin Chauffier «Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης» – Λέσχη Ανάγνωσης Βριλησσίων

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο της Τέσυ Μπάιλα «ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ»

Κερδίστε 3 αντίτυπα από το βιβλίο της Τέσυ Μπάιλα «ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ»   Το Literature.gr σε συνεργασία με τις εκδόσεις Ψυχογιός,  προσφέρει στους αναγνώστες...

Close