Οι φόβοι του Ιάσονα, του Παντελή Κυραμαργιού

By  |  0 Comments

Ο Ιάσονας γεννήθηκε σε ένα χωριό της Βορειοδυτικής Ελλάδας.

Το όνομα του δεν αποτελεί κληρονομιά από τους παππούδες του. Οφείλεται στην πεποίθηση των γονιών του ότι ο γιος τους θα μοιάσει στον μυθικό ήρωα αν του δώσουν, ως κίνητρο, το ίδιο βαπτιστικό.

Ο πατέρας του τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας έλειπε από το σπίτι. Δούλευε κάμποσες ώρες κι άλλες τόσες σπαταλούσε στα καφενεία με τις παρέες του. Η μπύρα ήταν η μεγαλύτερη του απόλαυση. Η μητέρα του, από την άλλη, ήταν πάντα στην πλινθόκτιστη μονοκατοικία τους και φρόντιζε να την διατηρεί καθαρή και νοικοκυρεμένη. Δεν παρέλειπε ποτέ να μαγειρέψει, να πλύνει τα ρούχα τους ή να σιδερώσει. Η γκρίνια ήταν η μεγαλύτερη της απόλαυση.

Ήταν και οι δυο τους ιδιαίτερα αυστηροί με τον Ιάσονα και εξαιρετικά απαιτητικοί. Όποτε οι βαθμοί του στον έλεγχο δεν ήταν τέλειοι, τον έβαζαν τιμωρία και του απαγόρευαν το παιχνίδι με τα άλλα παιδιά για βδομάδες. Τα Σαββατοκύριακα τον έστελναν να βοηθά τον τσαγκάρη του χωριού, τον κύριο Νεκτάριο, για να γίνει από νωρίς εργατικός και να βγάζει και ένα χαρτζιλίκι.

Βέβαια, μόλις γυρνούσε στο σπίτι ο μικρός τα Κυριακάτικα απογεύματα, πτώμα από την κούραση, για να στρωθεί στο διάβασμα, εκείνοι άδειαζαν τις τσέπες του γιατί πίστευαν πως είναι πολύ επικίνδυνο ένας νεαρός να κυκλοφορεί με δικά του λεφτά. Έστω κι αν ήταν λίγα μόνο κέρματα.

Η επιβράβευση ήταν κάτι άγνωστο για τον Ιάσονα. Ή τουλάχιστον αυτή δεν ερχόταν ποτέ από το σπίτι του. Γιατί και η μαμά του και ο μπαμπάς του θεωρούσαν ότι ο έπαινος είναι ικανός μόνο να κακομάθει το αγόρι τους .
Κι όμως ήταν ένα πολύ αξιόλογο και ευαίσθητο παιδί που οι δάσκαλοι του και όσοι άλλοι τον γνώριζαν ήταν βέβαιοι ότι έχει πολλές δυνατότητες αν και φοβόταν να τις επιδείξει και να τις καλλιεργήσει.

Ο τσαγκάρης τον αγαπούσε σαν γιο του, παρότι είχε άλλους τρεις δικούς του. Τον μάθαινε κρυφά κιθάρα, όταν δεν μαζευόταν πολλή δουλειά τα μεσημέρια του Σαββάτου και συμφώνησαν να του δίνει μερικές δεκάρες παραπάνω χωρίς να το μάθουν οι γονείς του. Έτσι κάποια στιγμή θα συγκέντρωνε όσα χρειαζόταν για να πάρει μια δική του κιθάρα ή ότι άλλο επιθυμούσε. Ίσως και να γραφόταν στο ωδείο, κρυφό του όνειρο, αφού οι γονείς του ούτε να ακούσουν κάτι τέτοιο δεν ήθελαν∙ όπως του είχαν εξηγήσει, θα έχανε πολύτιμο χρόνο για κάτι άχρηστο. Όλα αυτά αν φυσικά του το επέτρεπαν οι ενοχές και το άγχος που γεννούσε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η χαραυγή ξημέρωνε κάποια Δευτέρα και ο μικρός έκλεινε τα δεκαεφτά. Ήταν τα γενέθλιά του.
«Χρόνια πολλά αγόρι μου», του είπε με βαριά φωνή ο πατέρας του, χτυπώντας τον στον ώμο. «Να τα εκατοστήσεις», συμπλήρωσε η μάνα του με ένα κουρασμένο μειδίαμα στα χείλη.
Ο Ιάσονας ξεκίνησε για το σχολείο. Ήταν μία ιδιαίτερη μέρα και σκέφτηκε να πάει από άλλο δρόμο. Από εκείνον που περνούσε μέσα από τη χώρα. Δεν ήταν η πιο σύντομη διαδρομή οπότε άνοιξε μερικούς πόντους τη δρασκελιά του για να μην αργήσει στην προσευχή.

Περνώντας μέσα από τα πολυσύχναστα δρομάκια του κέντρου, διέκρινε με τις άκρες των ματιών του μερικούς συγχωριανούς του οι οποίοι είχαν σχηματίσει ένα πηγαδάκι και σπρώχνονταν με γυρισμένη πλάτη για να μπορέσουν να δουν κάτι. Θα πρέπει να είναι κάτι σημαντικό, σκέφτηκε. Μικροκαμωμένος όπως ήταν, χώθηκε ανάμεσα τους και έφτασε μπροστά-μπροστά, για να ικανοποιήσει την περιέργεια του.

Ήταν μια μαυροφορεμένη εύσωμη γυναίκα με τσεμπέρι στα μαλλιά και πολλά χρυσά δόντια. Έριχνε τα χαρτιά και μάντευε το παρελθόν ή προέβλεπε το μέλλον, ενώ ο περίγυρος της την έραινε με χαρτονομίσματα. Φαινόταν αρκετά εντυπωσιακό το τελετουργικό της τσιγγάνας στα εφηβικά μάτια του Ιάσονα, αλλά ψεύτικο. Πάνω που έκανε να στρέψει το κορμί του για να συνεχίσει το περπάτημα οι κόγχες του έγιναν μαγνήτες για την μάντισσα. Και το βλέμμα της ήταν τώρα ο αντίθετος πόλος. Δέος κατέκλισε και τους δυο. Σαν μια αόρατη αλυσίδα της μοίρας να ένωσε τις ψυχές τους. Εκείνη σηκώθηκε από το τελάρο όπου ήταν καθισμένη, πλησίασε τον μικρό και του ψιθύρισε με τραχιά φωνή:
«Στο νησί των θεών το μεγάλο δέντρο γνωρίζει τον τρόπο. Κράτα την καρδιά σου ανοιχτή για όσα δε χωρούν στο μυαλό. Βάλε στο σακίδιο σου την υπομονή όλου του κόσμου και μη βιαστείς να την ξοδέψεις. Τα κύματα σβήνουν τις πληγές».
Η φωνή της έμοιαζε με ηφαίστειο και οι λέξεις της με λάβα που χύθηκε ξαφνικά στις φλέβες του ανυποψίαστου πιτσιρικά∙ τρόμαξε∙ τινάχτηκε σαν να τον τσίμπησε μέλισσα και άρχισε να τρέχει παρασύροντας περαστικούς και πάγκους μικροπωλητών στο διάβα του. Αργότερα στο σχολείο, σε όλο το μάθημα, τα λόγια της τσιγγάνας στροβιλίζονταν στο κεφάλι του. Όταν και το τελευταίο κουδούνι ακούστηκε, έτρεξε βιαστικά στο μοναδικό του φίλο, τον κύριο Νεκτάριο.
«Τι είναι το νησί των θεών», τον ρώτησε λαχανιασμένος, αφού του εξήγησε τι είχε συμβεί. «Κάπου το έχω ακούσει…», αποκρίθηκε ο τσαγκάρης και πρόσθεσε: «Είναι όμως τόπος σπιλωμένος και λίγοι γνωρίζουν που βρίσκεται. Ίσως βρεις κάτι στη δημοτική βιβλιοθήκη. Μείνε όμως μακριά!»

Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο Ιάσονας κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη κι αμέσως μόλις έφτασε πήρε να ανοίγει όλα σχεδόν τα βιβλία και τα ντοσιέ με τα αρχεία από τις παλιές τοπικές εφημερίδες. Οι εκδόσεις έδειχναν αρχαίες, τα εξώφυλλα κάλυπτε σαν πέπλο μυστηρίου η σκόνη και τα γράμματα κάπου-κάπου ήταν ξεθωριασμένα από την τριβή και δυσανάγνωστα. Κι όμως σ’ ένα φάκελο, σφραγισμένο με χοντρή χαρτοταινία, ανακάλυψε ένα χάρτη και κάποιες πληροφορίες γι’ αυτό το όχι και τόσο μακρινό αλλά άγνωστο στον πολύ κόσμο νησί.

Μία ατόλλη όπου, όπως λέει ο μύθος, κατοικούσαν πριν από χιλιάδες χρόνια οι θεότητες που είχαν εξοριστεί από τον Όλυμπο και όπου λιμνάζει ακόμα η αρνητική ενέργεια της αμαρτίας και του κακού.

Ο μικρός δίπλωσε τον χάρτη και τον έβαλε στην τσέπη του∙ τον έκλεψε. Φοβόταν διαρκώς για πολύ απλά και καθημερινά πράγματα, πόσο μάλλον για αυτό το ριψοκίνδυνο εγχείρημα που σχεδίαζε δειλά στο μυαλό του: την επίσκεψη του σε αυτό το μυστικό και αινιγματικό μέρος.

Κι όμως, κατέβηκε στην παραλία, έριξε στο ταραγμένο νερό το πρώτο βαρκάκι που βρήκε αναποδογυρισμένο στην άμμο και αναχώρησε για το άγνωστο. Ο μπάτης, σύμμαχος του, σίγησε αμέσως μόλις τα κουπιά έσχισαν την επιφάνεια της θάλασσας και εκείνη ημέρεψε. Ευτυχώς γιατί την έτρεμε τη θαλασσοταραχή. Που και που φανταζόταν πως ηγείται της δικής του αργοναυτικής εκστρατείας και φούσκωνε τον θώρακά του, παίρνοντας θαρραλέες εισπνοές. Σκάμπαζε λίγο από ναυσιπλοΐα και προσανατολισμό χάρη σε κάτι βιβλία του Ιουλίου Βερν που διάβαζε τα απογεύματα που έμενε κλειδωμένος στο δωμάτιο του.

Σε λιγότερο από δύο ώρες είδε μπροστά του το νησί περικυκλωμένο από θυσάνους κατάλευκου ατμού. Λες και τα νερά κόχλαζαν γύρω από μία τεράστια χύτρα όπου οι δαίμονες μαγείρευαν συμφορές.

Κοκκάλωσε στιγμιαία αλλά, προτού προλάβει ο νους του να πλέξει τρομαχτικά σενάρια, πήδηξε έξω, διέσχισε την ακτή και περιηγήθηκε στο δάσος, ψάχνοντας για το μεγάλο δέντρο. Στάθηκε κάτω από τον ψηλότερο φοίνικα που είχε δει στη ζωή του. Όμως δεν ένιωσε την παραμικρή συγκίνηση. Ακολούθησε το ένστικτό του κι έπεσε πάνω σε μια γέρικη βελανιδιά.
Αυτό ήταν! Σίγουρα αυτό! Το μεγαλύτερο σε ηλικία δέντρο του νησιού χωρίς αμφιβολία. Το παρατηρούσε σπιθαμή προς σπιθαμή μήπως ανιχνεύσει κάποιο σημάδι. Τότε, παρά την άπνοια, τα κλαδιά της βελανιδιάς λικνίστηκαν ρυθμικά. Το φως του ήλιου έφερε το πρώτο ρήγμα στη συμπαγή μέχρι τότε σκιά που άπλωνε η πυκνή φυλλωσιά. Κι όπως οι λεπτές δέσμες φλόγιζαν το έδαφος σχημάτιζαν γράμματα στο χώμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ιάσονα. Φαίνονταν πεντακάθαρα! το “Η”, το “Α”, το “Μ”…

Τα ταχτοποίησε στο τετράδιο του μυαλού του και συναρμολόγησε τις προτάσεις που μια άγνωστη δύναμη τού είχε μόλις συλλαβίσει: «Η άμμος του χρόνου βαθιά πορφυρή. Αν γράψεις επάνω κι η λέξη πνιγεί, η έννοια θα ‘χει για σένα χαθεί». Τι νόημα να βγαίνει; σκέφτηκε. Τι να σημαίνουν όλα αυτά; Είχε δει και ένα εκτυφλωτικό, χρυσαφί ερωτηματικό να διαγράφεται από τις λεπτές ηλιακές τουλίπες αλλά δεν το αξιολόγησε.
«Ήταν οφθαλμαπάτη», μονολόγησε. Άλλωστε δεν κολλούσε ένα ερωτηματικό μετά την τελεία. Κι αν όντως υπήρχε κάποια υπονοούμενη ερώτηση πίσω από αυτό το σιβυλλικό κείμενο αυτή θα ήταν μία και μοναδική: «Μπορείς;» “Ναι, μπορώ!, φώναξε αποφασιστικά και χωρίς δισταγμό! «Μπορώ να αποκρυπτογραφήσω το μήνυμα και μπορώ να καταφέρω τα πάντα!»

Και η κρυμμένη ιδιοφυία του δικαιολόγησε και επιβεβαίωσε τη σιγουριά του την επόμενη κιόλας στιγμή. Συνέδεσε τους χρησμούς της τσιγγάνας και του ήλιου και έλυσε τον γρίφο που δύσκολα θα έλυνε οποιοσδήποτε άλλος. Κατάλαβε ότι κάπου στο νησί υπάρχει μια κόκκινη αμμουδιά. Όποια λέξη κι αν χαράξεις πάνω της θα χαθεί μια για πάντα μόλις τη σκεπάσει το κύμα. Αν, για παράδειγμα, γράψεις «αγάπη» δεν θα τη βρίσκεις πουθενά από τη στιγμή που η γαλανή θάλασσα θα σαρώσει τη γραφή.

Επέτρεψε για μια ακόμη φορά στη διαίσθηση του να τον καθοδηγήσει και μέσα από δύσβατα μονοπάτια και κακοτράχαλους βράχους έφτασε σε μια μαγική χάλκινη παραλία. Νόμιζε κανείς ότι η ακρογιαλιά είχε ροδίσει από τις σκουριασμένες έννοιες που είχαν ναυαγήσει στην πορεία των χρόνων.

Άρπαξε ένα βότσαλο και ένα κομμάτι ξύλο και στρώθηκε στη δουλειά. Σκάλισε στην άμμο κάθε του άγχος. Από την πρώτο μέχρι την τελευταία του φοβία. Την αποτυχία, την απόρριψη, την έκφραση, τον θάνατο… Έτσι μόλις ο αέρας δυνάμωνε και φουρτούνιαζε το πέλαγος οι γραφές θα εξαφανίζονταν και εκείνος απαλλαγμένος από όλα αυτά θα γύριζε στο χωριό και θα εκπλήρωνε με τόλμη και αποφασιστικότητα τις προσδοκίες των δικών του. Θα γινόταν ήρωας.

Μόλις τσουγκράνισε και το τελευταίο κομμάτι πορφυρής γης ανέβηκε σ’ ένα λόφο που υψωνόταν ακριβώς πίσω του. Χάζεψε τους χαραγμένους φόβους που σε λίγο θα τους κατάπινε η παλίρροια. Χαμογέλασε δικαιωμένος. Ύστερα έκατσε κάτω από ένα πεύκο και παρατηρούσε το Ιόνιο πέλαγος. Η ματιά του ξεχείλιζε από ανάγκη και προσμονή για θύελλα και τρικυμία.

Η ώρα περνούσε και το σούρουπο χτύπησε την πόρτα του ουρανού. Πίσω του ακολουθούσε η νύχτα. Το αγέρι κοιμόταν του καλού καιρού. «Δεν πειράζει, κι αύριο μέρα είναι», συλλογίστηκε. Κι ήρθε το ξημέρωμα. Τίποτα ακόμα. Κι ύστερα ξανά νύχτα. Και μετά το επόμενο πρωί, η επόμενη νύχτα και πάει λέγοντας… Το στιβαρό χέρι του πεπρωμένου αναποδογύριζε αμείλικτα και με διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό την κλεψύδρα του εικοσιτετράωρου.

Ο Ιάσονας ήταν θεατής σε μια παράσταση χωρίς πλοκή, χωρίς εξέλιξη, χωρίς ρόλους και χωρίς τέλος. Η ελπίδα ολοένα συρρικνωνόταν μέσα του αλλά δεν έσβηνε. Επιβίωνε άσκοπα όπως και ο ίδιος. Τα στοιχεία της φύσης σε κώμα. Προσδοκία, αναμονή, βραδύτητα, γήρανση.

Πέρασαν εβδομήντα ολόκληρα χρόνια! Το απέραντο γαλάζιο έμοιαζε με λίμνη. Που και που η επιδερμίδα της αλμυρής ανατρίχιαζε από το χαμηλό πέταγμα των γλάρων αλλά μέχρι εκεί. Ο γέρος πια Ιάσονας έμεινε μακριά από τους ανθρώπους και τον πολιτισμό, περιμένοντας να χαθούν οι φόβοι του. Το σώμα του δεν θα άντεχε για πολύ. Το ένιωθε. Η καρδιά του χτυπούσε με δυσκολία σαν κακοκουρδισμένο ρολόι. Έσκυψε στη θάλασσα να πλύνει το πρόσωπό του και αντίκρυσε στο καθρέφτισμα του πάντα στάσιμου νερού μία μορφή τελείως ξένη. Τα ορμητικά ποτάμια της νιότης ήταν πια αποξηραμένες χαράδρες στο μέτωπο, στα μάγουλα και γύρω από τα μάτια του. Το λευκό χρώμα της αγνής παιδικής ψυχής του χρωμάτιζε πια τις μακριές τζίβες στα μαλλιά και στα γένια του.

Τι φρίκη! Πως χαράμισε έτσι τα νιάτα, την εποχή της ωριμότητας και τα γηρατειά του. Επέλεξε την αναμονή και καταδίκασε σε θάνατο τον ίδιο του τον εαυτό. Έναν θάνατο αργό και βασανιστικό. Σκέφτηκε πάλι την τσιγγάνα και το δέντρο. Ο δεκαεπτάχρονος Ιάσονας είχε κάνει ένα σοβαρό λάθος. Ένα λάθος που του στέρησε ολόκληρη τη ζωή του. Όλα αυτά που πέρασε μέχρι να φτάσει στην άμμο του χρόνου ήταν μια δοκιμασία που αποδείκνυε περίτρανα ότι είναι ικανός να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο και να μεγαλουργήσει με το μυαλό του. Είχε σταθεί ατρόμητος μπροστά στα κύματα και στις σκοτεινές δυνάμεις και μεγαλοφυής απέναντι στα ασύνδετα νοήματα και τα αινίγματα. Ήταν λαμπρός νέος και η περιπέτεια του αυτή ήταν η σφραγίδα της σπουδαιότητας του. Κι εκείνο το ερωτηματικό το είχε ερμηνεύσει τόσο λαθεμένα. Σήμαινε «χρειάζεται;» και όχι «μπορείς;» όπως νόμιζε τότε. Έπρεπε να το είχε καταλάβει και να απαντήσει: «Όχι! Δεν χρειάζεται! Γιατί ξέρω ποιος είμαι. Έμαθα να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες, να προσαρμόζομαι, να τολμώ. Οι άνθρωποι είμαστε οι φόβοι μας. Κι εγώ γνωρίζω τους δικούς μου, τους κοιτάζω κατάματα και προχωρώ. Ξέρω ποιος είμαι!»

Τώρα ήταν πλέον αργά. Πολύ αργά. Τίποτα δεν είχε πια σημασία. Μόλις τα δάκρυα του έσταξαν στη θάλασσα εκείνη ταράχτηκε. Άρχισε να αγριεύει. Έδειξε ότι ήταν ζωντανή για πρώτη φορά ύστερα από επτά ατέλειωτες δεκαετίες. Στην παραλία εμφανίστηκε ένας άντρας. Έδειχνε πολύ δυνατός, κρατώντας ψηλά με τα χέρια τεντωμένα μια ξύλινη βάρκα και κατευθυνόταν προς την ακροθαλασσιά.

Παράξενο! Τόσα χρόνια ο γέρος πια Ιάσονας δεν είχε συναντήσει κανέναν, ούτε είχε δει ποτέ τα νερά θυμωμένα. Ο νεοφερμένος άνδρας κατέβασε την βάρκα του χάμω, παρατήρησε τον καιρό που φαινόταν να χαλάει και μουρμούρισε: «Δεν θα βγω στα ανοιχτά μες στην αντάρα. Έρχεται κοσμοχαλασιά. Πως θα τα καταφέρω μόνος μου με αυτό το καρυδότσουφλο; Θα περιμένω να έρθει μπουνάτσα».
Ο Ιάσονας τότε του μίλησε. Θα σε βοηθήσω εγώ. Θα έρθω μαζί σου να κρατήσω τα μπόσικα. Δε με τρομάζει εμένα η φύση. Τίποτα δε με τρομάζει».
Αν με ρωτάς τη γνώμη μου θαρρώ πως ο ογδονταεπτάχρονος πια Ιάσονας δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Ήταν πια πολύ αδύναμος. Ήθελε να πνιγεί. Κι αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία.
Μπήκαν και οι δύο στη βάρκα και έπλευσαν στα ανοιχτά. Η μάχη ξεκίνησε. Παλεύοντας με τα υδάτινα μαστίγια ο Ιάσονας ρώτησε τον άγνωστο άντρα: «Πού πας; δε μου είπες»
«Εκεί που ονειρεύεσαι του απάντησε».
Σάστισε για λίγο και εξέφρασε ακόμα μία απορία: «Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο χρόνος», απάντησε ο άντρας κι ένα τεράστιο κύμα όρμησε ξαφνικά και τούς ρούφηξε στο βυθό.
Λίγο προτού τελειώσει το οξυγόνο στους πνεύμονες του ο Ιάσονας πετάχτηκε από το νερό κι άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε γύρω του. Ήταν δεκαεπτά χρονών. Είχε γενέθλια. Οι γονείς του φώναξαν ενθουσιασμένοι με μια φωνή «Χρόνια πολλά!» Τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν στοργικά…

 

 

Pantelis_Kiramargios

 

Ο Παντελής Κυραμαργιός γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1983 στην Αθήνα. Από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική. Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών και από το 2008 εργάζεται ως οδοντίατρος στον Πειραιά. Από το 2009 είναι μέλος του μουσικού συγκροτήματος Mέλισσες. Παράλληλα γράφει τραγούδια για άλλους καλλιτέχνες. Το 2002 το ποίημά του «Ο άλλος» συμπεριλήφθηκε στην έκδοση «Οι αυριανοί –Ανθολογία νεαρών ποιημάτων», εκδόσεις Ροές, μετά τη διάκρισή του σε σχετικό διαγωνισμό. Από τις εκδόσεις Έναστρον κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο «Το παραμύθι της λήθης».

 

49,856 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
 Σκιαγραφώντας τους Μανδαρίνους της Σιμόν Ντε Μποβουάρ, του Δημήτρη Μαραντίδη

Διαβάζοντας  τους Μανδαρίνους της Σιμόν Ντε Μποβουάρ είναι δύσκολο να μην καταλάβεις σε ποια υπαρκτά πρόσωπα αναφέρεται η γαλλίδα συγγραφέας....

Close