Η οικεία καταραμένη, του Γιάννη Αντιόχου

By  |  0 Comments

Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να περιχαρακώσω με την σύντομη αυτή κριτική παρουσίαση ή καλύτερα ας την ονομάσω αισθητική προσέγγιση ή αισθητική ανάγνωση, αφού έχω δηλώσει πλειστάκις πως δεν, δεν γράφω κριτικές.

Η κριτική ανήκει στους θεωρητικούς και δυστυχώς κατάλαβα πως είμαι τόσο σώμα κι αίμα που μόνο ένστικτο, ψυχή και καρδιά μπορώ να σας παραδώσω.

Περαιτέρω αποφεύγω να παρουσιάζω οικείους ανθρώπους και η Ασημίνα Χασάνδρα μου είναι μια οικεία αλλά ανοίκεια φίλη μου, είναι ένα κορίτσι που γνωρίζω αλλά πολλές φορές έχω υποδυθεί πως δεν την γνωρίζω. Επειδή όμως αποφεύγω να συντηρώ τις οιμωγές της κλειδαρότρυπας και επειδή αποφάσισα αν και μεταιχμιακά στη ζωή μου να δηλώνω ευθαρσώς παρών στο θέλω και στο είναι μου, θα σας αποκαλύψω πως έχω υποδυθεί πως δεν τη γνωρίζω γιατί είναι αβάσταχτος ο πόνος που μεταφέρουν οι λέξεις της στο κεφάλι και στο αίμα μου.

H Ασημίνα Χασάνδρα εμφανίζεται στα γράμματα το 1997, διακρινόμενη στην ανθολογία «16 Νέοι Έλληνες Ποιητές» και έκτοτε εκδίδονται τα βιβλία της:

  • Για το μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη, Περί ποιήσεως και το εν (1997)
  • Υγράμβαρις ή των ερώτων τα μετακινέοντα (2000)
  • Το καλοκαίρι με τα όστρακα (2002)
  • Ο Θάνατος της Εξίσωσης (2006)
  • Δύσλεκτον (2006)
  • Το ευπαθές σώμα (2007)
  • Διψάς, αγάπη μου; (2007)

 

ενώ εκδίδει ένα cult ή καλύτερα avant garde λογοτεχνικό περιοδικό, το Δέλεαρ, το οποίο μέσα στη διαδρομή του φιλοξενεί εξαιρετικά κείμενα και ποιήματα σημαντικών Ελλήνων και ξένων ποιητών. Η λογική του περιοδικού είναι ακριβώς όπως και η εκδότρια του, ένα παραλογισμένο και αλαφροΐσκιωτο έντυπο που φιλοξενεί από ανέκδοτο Εμπειρίκο, μέχρι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Ελένη Σικελιανός, Νάνο Βαλαωρίτη, Ίσαρη, Αμανατίδη, Αντιόχου, Λεοντζάκο, Κορτώ, Οικονομίδου, Δήμου, Σιώτη, κ.λ.π.,  ενώ αυτή τη στιγμή το περιοδικό είναι εξαντλημένο και τα 12 τεύχη του θεωρούνται συλλεκτικά.

Κάπως έτσι επισυμβαίνει και η γνωριμία μου με την ποιήτρια που αγωνίζεται για την ποίηση, πληρώνοντας η ίδια το περιοδικό, αγωνιζόμενη να συλλέξει τα ποιήματα, να σελιδοποιήσει, να στήσει και να διανείμει στα βιβλιοπωλεία τα τεύχη του. Έτσι δημιουργείται μια σχέση η οποία με οδηγεί σήμερα στην ανάγνωση της έκδοσης αυτής.

Το βιβλίο αρχίζει με τον δηλωτικό τίτλο Not Well, μια ποιητική σύνθεση 7 χορδών η οποία πεπλοφορείται από το motto του Ελύτη, από την ποιητική του συλλογή «Εκ του πλησίον», ο οποίος παρεμπιπτόντως σαν σήμερα αναλήφθηκε στο σύμπαν του.

 

Κάθε τόσο μου στέλνουν

ένα μπουκετάκι

με μισοσπασμένες λέξεις

δυο μακρινές ξαδέλφες μου

από την εποχή της Σαπφώς.

Τη μία τη λένε Αστρινή

και την άλλη Λεμονέσσα.»

 

και περιέχουν επτά ποιήματα, ποιήματα περίκλειστα, τα οποία δυστυχώς είναι απροσπέλαστα για ανθρώπους που δεν είναι ασκημένοι στην ποίηση ή που δεν έχουν προσπαθήσει να ασκηθούν.

 

Το πώς ασκείται κανείς στην ποίηση δεν είναι μια προσωπική υπόθεση, αλλά πιότερο είναι να μπορείς να ξεδιπλώσεις την κοσμική οκτάβα στη γλώσσα σου και να αναγνωρίσεις όλες τις διέσεις που κρύβονται ανάμεσα στις νότες της δημιουργίας. Έτσι η ποίησή της Ασημίνας δεν είναι δωρική, είναι μια ιονική ποίηση, περίτεχνη και χειροκάμωτη. Πιάνεις τις λέξεις, τις χωρίζεις, πλαταγίζουν πολλές φορές τα χειλικά, τα ληκτά και τα υγρά κι όμως δεν έχεις ποτέ την αίσθηση της πλήρωσης ή της εκπλήρωσης, απλά αδειάζει το αίμα σου από τους δείκτες των δακτύλων σχηματίζοντας λίμνες στο πάτωμα.

Κι αν υποθέσει κανείς πως επιδιώκω να την ανεβάσω στα ουράνια, με την ίδια ευκολία σας μαρτυρώ πως αυτή είναι η δική μου ανάγνωση και το δικό μου αισθητήριο. Γιατί η Ασημίνα είναι σήμερα εκτός του μέτρου της κοινωνίας, είναι μια πραγματική καταραμένη και όπως όλοι οι καταραμένοι ποιητές ελλοχεύει στις σκιές των κανονικών ανθρώπων.

Πολλές φορές διαβάζοντας αυτήν την ποίηση φαντασιώνομαι πως η ποιήτρια μοιάζει με ένα άγαλμα, όχι ως προς την κατατομή και τη φυσική παρουσία, αλλά ως προς τα μάτια, μάτια ακίνητα, μάτια ραμμένα αμερικανικά, έτσι όπως γίνεται στις ταινίες τρόμου κι όλη αυτή η αίσθηση καταγράφεται ως μία μυσταγωγία.

Είναι αλήθεια πως θέλει μεγάλη τέχνη να γράψει κανείς για τον πόνο του άλλου κι αυτός ο σπαραγμός, αυτή η μεγάλη απώλεια, αυτός ο ατελεύτητος πόνος δεν είναι ο πόνος της ποιήτριας, αλλά ο πόνος του αμερικανικού στοιχειού με τα ραμμένα μάτια, ο πόνος της κοινωνίας μας, ο πόνος που μοναχοί και χωρίς τους ποιητές δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε.

Η Ασημίνα Χασάνδρα δε νομίζω πως χρειάζεται ποτέ καμιά κριτική, ποτέ καμιά αναγνώριση γιατί δυστυχώς για εκείνη κι ευτυχώς για την τέχνη είναι προορισμένη να υπάρξει πρώτα μέσα στη σκιά της φυσικής της ύπαρξης κι έπειτα στην ανάληψή της να φωτίσει… Λαμπηδόνες, σαπφικές ανιψιές, άρρητοι ποιητές, ω πόσο σέβεται αυτό το πλάσμα τους ποιητές, υποκλίνεται στα ποιήματά της στους ποιητές και τους διπλώνει μέσα σε ασημένια χαρτάκια από περιτυλίγματα καπνών, τους ονειρεύεται τους ποιητές και τους αγγέλους και τα κορίτσια.

Κι έτσι συντελείται ένα θαύμα και το κεραμιδί εξώφυλλο γίνεται σκούρο πράσινο, κι όπως σου έχει αναποδογυρίσει τον κόσμο ανακαλύπτεις πως η ποιήτρια μπορεί να γράψει και καταληπτά για τους ανθρώπους.

Την ώρα που έγραφα το κείμενο, κρυφογέλασα, όταν άρθρωνα μονολογώντας τη λέξη «καταληπτά». Κι όμως ο Αμφίβιος Μαυροπίνακας, ένα story telling όπως η ίδια υποτιτλίζει το άλλο μέρος του βιβλίου το οποίο και αφιερώνει στον έφηβο Ανδρέα Λ. Εμπειρίκο αποτελείται και πάλι από 7 πεζές φόρμες, ιστορίες θα τις πείτε, ποιήματα όπως αυτά που με ώθησαν και εμένα να γίνω ποιητής θα σας πω εγώ, αυτά τα εξαιρετικά ποιήματα από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Κανένας ποιητής που εκδίδει ένα βιβλίο δεν τακτοποιεί τα γραπτά του χωρίς να έχει ένα σχέδιο για το κρυφό του σύμπαν. Η Ασημίνα δουλεύει με τον αριθμό επτά κι εγώ όντας πάντα μεταφυσικός και ίσως και καμπαλιστής, μου επιτρέπεται να κάνω την υπόθεση πως οι επτά ποιητικές χορδές του Not well δονούμενες από τις επτά αυτές ιστορίες του Αμφίβιου Μαυροπίνακα, γεννούν τον αριθμό σαράντα εννιά (49).  Δεν θα αναλύσω τον Γιουνγκ, αλλά θα αποθεώσω τον Τεντ Χιουζ όταν στα Γράμματα Γενεθλίων απευθυνόμενος στη Σύλβια Πλαθ, την ξόρκιζε γράφοντας: […] My heart hurting my ribs/ I unlocked the/ forty-ninth door/ With a blade of grass./ You never knew/ What a skeleton key I had found/ In a single blade of grass. And I entered. […]

Ο Αμφίβιος Μαυροπίνακας έχει ως παρενθετική σελίδα ένα εξαιρετικό κείμενο, γράφει η ποιήτρια τον εξής συγκλονιστικό στίχο: -γιατί κλαις; «μαμά;» για να μπορέσει να εισέλθει με τη διήγηση που υπερτιτλίζεται «Η κούκλα που δεν μιλά». Περαιτέρω είναι ένα σκανδαλώδες κείμενο, ανατέμνει όλη την ψυχοπαθολογία της κοινωνίας μας, αναλύει τη διαφορετικότητα με έναν τόσο σοφό τρόπο. Σε εμένα λειτουργεί ως καθημαγμός, είναι τόσο σώμα η ποιήτρια ή καλύτερα είναι τόσο επικυριαρχημένο από το σώμα πνεύμα που με απαλλάσσει η ιδιωτικότητα της ανάγνωσης αυτής από όλα τα δημιουργημένα μου κλισέ, όπως γίνεται στο ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ

 

Εκείνο το πρωινό είχανε έρθει επίσκεψη δύο σχολεία από κοντινά μέρη και είχε γεμίσει το προαύλιο ψέματα. «Δεν αισθάνομαι πολύ καλά σήμερα!…» είπε η Κούκλα μας και κατευθύνθηκε στις βρύσες να πιει χρυσό νερό και να καθίσει μέσα στον Κήπο με τις νεραντζιές ήσυχα, ν’ ονειρευτεί ξανά.

Τον τελευταίο Καιρό συνήθιζε να λιγομιλάει και να παίζει μόνο με τα βλέμματα, να πετάει στα σύγνεφα και να μαθαίνει το Αλφάβητο και τους χρόνους, πράγμα πολύ δύσκολο γιατί είχε μπερδευτεί με τα Ρω και τον Έρωτα επίσης, «Σιωπές» και ακόμη επίσης είχε αφεθεί στα μαθηματικά. Η εξίσωση, η πρώτη στον Μαυροπίνακα λύθηκε σε πέντε δευτερόλεπτα. «Α, τόσο εύκολο είναι να λύνεις σύνθετα προβλήματα μ’ έναν άγνωστο. Σωστή  η Κούκλα μας «Σέρλοκ Χολμς»… Χάρηκε!».

 

Έχω αρκετά χρόνια να ελευθερωθώ μέσα από την ανάγνωση της ποίησης. Υπάρχουν μερικές σπάνιες εξαιρέσεις στους ζώντες Έλληνες ποιητές που το savoir vivre δεν μου επιτρέπει να τους ονομάσω στη σημερινή ανάγνωση – παρουσίαση, όμως η Ασημίνα Χασάνδρα επιμένω πως είναι μια ολόκληρη γενιά και κατηγορία στην ποίηση και ως τέτοιο φαινόμενο θα πρέπει να μελετηθεί.

Έτσι κι αλλιώς ίσως καταντάει γραφική η ενασχόλησή μου με ποιητές που έζησαν στη σκιά αλλά μου είναι αδύνατον να μην αναφέρω ένα απόσπασμα από την επιστολή του Φραντς Κάφκα (1904) προς τον Όσκαρ Πόλακ που έχω χρησιμοποιήσει στην ανθολόγηση των επτά αυτοχείρων Αμερικανών ποιητών του 20ου αιώνα ως motto και συγκεκριμένα: […] Τα βιβλία που χρειαζόμαστε είναι αυτά που επιδρούν απάνω μας σαν κακοτυχία, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε,  όπως υποφέρουμε για το θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο από τους εαυτούς μας, αυτά που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να είμαστε στα όρια της αυτοκτονίας ή χαμένοι σ’ ένα απόμερο δάσος για όλη την ανθρώπινη ενδιαίτηση — ένα βιβλίο πρέπει να χρησιμεύει ως τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας […].

Τέτοια είναι η ποίηση της Ασημίνας Χασάνδρα, τέτοια είναι και η ίδια. Για μένα το βιβλίο αυτό, τα βιβλία αυτά,  είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μου.

 

(…) Σε τόση άλφα βήτα Αγάπη και σίγμα Ταυ παύση Ρω και βαπόρια

Πως σε τόση κομμένη ανάσα δεν διαρκείς Παράδεισος πανσέληνος

 

Το ποδήλατο με ταξιδεύει Νύκτες Μου αρέσεις και Αχ! αυτά

Τα φωνήεντα σου πώς αγκυλώνουν τις φλέβες μου Αυτοκτονώντας

 

Ξαναγύρισες και τα πατώματα μοιάζουν χάλκινα ψέματα Τι έπαθες;

 

Layout 1

 

 

25,787 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η πραγματικότητα χτυπά την πόρτα. Θα ανοίξουμε; του Κώστα Στοφόρου

Πόση πραγματικότητα αντέχουν τα παιδιά; Πολλοί γονείς προσπαθώντας να προστατέψουν τα παιδιά από έναν άγριο κόσμο προτιμούν την οδό της...

Close