Η Μήδεια κόβει τον ομφάλιο λώρο – Μια ανθολογία, του Μάριου-Κυπαρίσση Μώρου

By  |  0 Comments

Ντίνος Χριστιανόπουλος – Το χούφταλο

Έγινε χούφταλο κι ακόμα επιμένει να με κάνει κουμάντο:

«Γιατί άργησες; πού ήσουν τέτοια ώρα;»
(γυρνώ στις δέκα, και το βρίσκει αργά).

Μάτι επιτιμητικό, γεμάτο κακία,
γυναίκα που συνήθισε για το παραμικρό να τιμωρεί το παιδί της.

Και τώρα που μεγάλωσα, ακόμη τα ίδια.
Να μη με δει καμιά βραδιά να επιστρέφω χαρούμενος –
αμέσως αρχινάει το φαρμάκι:

«Ως τώρα περίμενα τον πατέρα σου απ’ τις ταβέρνες,
τώρα περιμένω εσένα απ‘ τους δρόμους».

Κι όσο περνούν τα χρόνια και χάνει από πάνω μου τον έλεγχο,
κοιτάει πώς να με εξουθενώνει καθημερινά με κλάματα και με αρρώστιες.

Και πάντα η ίδια επωδός:
«Σκύλε, γλεντάς, κι εγώ πεθαίνω».

Θε μου, η μητρική στοργή πού βρήκε τόσο δηλητήριο;
Κι η μάνα μου που έτρεμε μην πάθω τίποτε,
πώς τώρα το ‘βαλε σκοπό να με ξεκάνει;

Κική Δημουλά – Σας άφησα μήνυμα

Ἐμπρὸς ἐμπρὸς μὲ ἀκοῦτε; Ἐμπρὸς
ἀπὸ μακριὰ τηλεφωνῶ. Δὲν ἀκούγομαι
τί, ξεφορτίστηκε ἡ ἀπόσταση;
Ἀπὸ κινητὸ διάστημα μιλᾶτε;
Νὰ ξαναπατήσω τὸ μηδέν; Κι ἄλλο;
Μὲ ἀκοῦτε τώρα;
Ναὶ μου δίνετε σᾶς παρακαλῶ τὴ μαμά μου;
Τί ἀριθμὸ πῆρα; Τὸν οὐρανὸ
αὐτὸν μοῦ ἔχουν δώσει. Δὲν εἶναι κεῖ;
Μπορῶ νὰ τῆς οὐρλιάξω ἕνα μήνυμα;
Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη πεῖτε της
εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι πέθανε κι ἐγὼ
μικρὸ παιδὶ κατουρημένο γοερὰ
μούσκεμα ὁ φόβος ὡς ἀπάνω
κι ἀκόμα νὰ στεγνώσει.

Νὰ ῾ρθεῖ νὰ τὸν ἀλλάξει.

Ἂν δὲν μπορέσει, τῆς λέτε ἀκόμα ὅτι
ὡρίμασε ἐκείνη ἡ παλιὰ φοβέρα της
πὼς θὰ μὲ φάει ὁ γέρος ἂν δὲν τελειώσω
τὸ φαγητό μου.
Ὡρίμασε ἔγινα γεῦμα γήρατος.
Ὄχι σὲ ταβερνάκι ὀνείρου.
Σὲ κάποιο λαϊκὸ μαγέρικο ποὺ ἄνοιξε
ὁ καθρέφτης.

Κωνσταντίνος Καβάφης – Δέησις

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.-

Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί

για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί –

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.

Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,

ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

 Μαρία Πισιώτη  -Μήδεια

Θα πω πως ήταν όνειρο
διδακτικό
όχι προς αποφυγή
ούτε προς μίμηση.
Ναι Μήδεια
Θα πω πως ήταν όνειρο
-ούτε καλό ούτε κακό –
και θα το φυλάξω σε μια ονειροπαγίδα.

Σε είπαν Μάγισσα
Γιατί πίστεψες στα ιερά δεσμά του Έρωτα.
Ψυχή και σώμα δώρισες
σε κείνον τον ημίθεο ήρωα
– δεν θα πω το όνομά του,
ξέρω πως σε πληγώνει
ακόμα –
Ο ημίθεος και η ομήγυρή του!
Ανίκανοι όλοι τους να νιώσουν
το μεγαλείο της καρδιάς σου.
Το δηλητήριο, που έρρεε άφθονο
από τα χείλη τους,
γίνηκε μαχαίρι στα χέρια σου.
Θυσίασες το όμαιμον
ή πιο σωστά
Έκοψες τον ομφάλιο λώρο του
Έρωτα!

Μήδεια
Του Ευριπίδη τραγική ηρωΐδα
Θα πω πως ήταν όνειρο
και θα το φυλάξω σε μια ονειροπαγίδα.
Ξέπλεκα τα δακτυλίδια της κώμης σου
ανεμίζουν αιώνες τώρα
και το δάκρυ σου φωλιάζει στις καρδιές μας.

Μήδεια
Άραγε στο όνομα σου να συνυφαίνεται
χαμόγελο, τόλμη ή πάθος;
για ό,τι μεγάλο διαλέχτηκες
για ό,τι ύψιστο γεύτηκες
Εσύ η
Αιώνια Γυναίκα!

 Σταύρος Βαβούρης – Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα

Η θάλασσα θα ’χει δεχτεί
να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.
Το αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα ’χω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,
το δάκρυ που πετρώνει,
και γίνεται
αυτό που λεν οι ανήξεροι: φαρμακερή καρδιά.

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν κάτω απ’ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό, τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.

Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,
και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μες απ’ τις κινήσεις μας,
που τις προετοιμάζει,
το σκοτεινό αυτό νόημα
που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μες απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε θαν το δουν.
Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν θα ’μαι πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.
Στο ’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα ’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

Δε θ’ απομένει πόνος πια.
δε θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

Θα μένει
μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,
η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή η στεγνή εντύπωση
που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
–τσεκούρι, φωτιά–
Αν θες την κάνεις λόγχη
–τσεκούρι, φωτιά–
που λησμονιά
ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

Κι εδώ, δεν θα ’ρθει η θάλασσα να παίξει
με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν θα ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,
δεν θα ’ρθει μπάτης πια.

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη και μοναχή στους μόλους
με τη φωνή του πυρετού
για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που αμέριμνα θα ’ρθουν
να φέρουν άνοιξη στο χώμα
που το στοίχειωσε η θυσία σου.

Θα ’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,
ψηλή, και κατακόρυφη.
Δε θ’ απομένει πόνος πια.
Αυτοί, μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι έπειτα
θα ’ρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν
ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα ’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μ’ αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η φωτιά,
αυτό το μέτωπο
δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών πουλιών που δεν λαλούν,
δεν ήταν πάντοτε κυψέλη
για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

…Ότι σε πήραν σύννεφα,
ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,
για πάντα.
Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ
που κράτησα στα χέρια μου
το ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα εγώ
μπορώ να ξέρω την αλήθεια.

 

 

38,652 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Το Literature.gr προτείνει: ΑΠ’ ΕΞΩ ΚΙ ΑΝΑΚΑΤΩΤΑ του Μάκη Τσίτα

Το ποίημα που πήρε ο Χρήστος από τη δασκάλα του το έμαθε αμέσως, και μάλιστα απ’ έξω κι ανακατωτά.  Γι’...

Close