Η Νάνα Παπαδάκη και η Έλενα Πολυγένη αλληλοπαρουσιάζονται και συνομιλούν

By  |  0 Comments

Η Νάνα Παπαδάκη μιλά για την Έλενα Πολυγένη και τη «Χώρα των παράδοξων πραγμάτων» 

Η Έλενα Πολυγένη μιλά για τη Νάνα Παπαδάκη και τα «Δώρα της αγρύπνιας»        

| Fly Robin Fly- Silver Convention  

«Η βασιλεία των φτερωτών εντόμων» από τη «Χώρα των παράδοξων πραγμάτων» της Έλενας Πολυγένη

Είμαι μια μέλισσα μια μύγα ένα αποφλοιωμένο έντομο ο ιστός μου έχει διαβρωθεί εδώ και αιώνες χιλιετίες πέρασαν για να βρω τον προορισμό μου

το πέταγμά μου θεωρήθηκε ανέκφραστο δεν είχε χάρη δεν του προσέδιδα καμία προσωπικότητα, έτσι ειπώθηκε στις εντομοσυνάξεις.

 

«Δεν έχει σημασία το εύρος αλλά η ακτινοβολία, όχι πόσο ψηλά πετάς αλλά πόσα μάτια μαγνητίζεις» μου έλεγαν οι καθοδηγητές

συμπεριφορών και θετικής αύρας των φτερών.

 

Εάν κατάφερνες να κινείσαι τοιουτοτρόπως ώστε να γυαλίζεις στον ήλιο και έβρισκες το κατάλληλο λουλούδι να σταθείς για να κλέψεις τις εντυπώσεις

είχες τη νίκη σίγουρη. Έκανα λοιπόν στροφές και δαχτυλίδια στον αέρα αλλά θεαματική αλλαγή δεν επιτεύχθηκε καμιά. Ακολούθησε μια περίοδος μακράς

παραίτησης από διεκδικήσεις αποτεφρώθηκα και τώρα πετάω ελεύθερο χωρίς φτερά τα όνειρα που έκανα όσο ήμουν ζωντανό τόσο συνηθισμένα

ότι γινόμουν πεταλούδα και τα παρόμοια, όνειρα που πηγάζουν κατευθείαν από τη μικροαστική αντίληψη των εντόμων για το ωραίο.

 

Όταν μ’ αγκάλιασε η απεραντοσύνη ένιωσα πως όλα ήταν μια πρόφαση ώστε να βασανίζομαι με το ύψος ένα τέχνασμα των καλοθελητών

για να με έχουν σε κατάσταση πάλης με τον εαυτό μου και τα φτερά των άλλων. Εκείνοι απ’ όσο ξέρω τ’ αρπάξανε γερά

                           αν και το ίδιο νυχτωμένοι ήταν με μένα στα φλέγοντα ζητήματα της ύπαρξης.

 

Υ.Γ.: Επισημαίνω ότι το μπεστ-σέλλερ «η φτερωτή κυριαρχία των εντόμων» γράφτηκε από αναλώσιμο συγγραφέα τρίτης διαλογής.

Ψοφήσαμε όλοι πέστε του και δεν τον ενημέρωσε κανένας. Ίκαρε προσοχή στις λάμπες γιατί καήκανε πολλοί καλή η έλξη του φωτός

αλλά να βλέπουμε πού πάμε. Αυτή είναι η απάντηση σ’ όποιον σου λέει: «άνοιξε τα φτερά σου».

 

«Αντί προλόγου» από τα «Δώρα της αγρύπνιας» της Νάνας Παπαδάκη

 

Τελικά, οι επιλογές που κάνουμε στη ζωή

είναι ο μόνος τρόπος που μας απομένει

να στοχαστούμε έμπρακτα πάνω στις έννοιες

με ακόμη πιο λίγους θεατές, ακροατές ή αναγνώστες

απ’ όσους θα επιθυμούσε κάθε μορφή τέχνης,

επομένως ο μόνος τρόπος να φτάσεις στον ήλιο

δεν είναι να πετάξεις

μα να αποχωριστείς τα φτερά σου, Ίκαρε,

οι πληγές στις ωμοπλάτες σου

πολύ απλά δεν σου ανήκουν.

Νάνα: Υπάρχουν πολλά που μας ενώνουν με την Έλενα εκτός από τον «Ίκαρο» που αναφέρεται στα ποιήματα που διαλέξαμε για να ξεκινήσουμε αυτή την ποιητική συνάντηση. Ασχολούμαστε και οι δύο με το θέατρο και την ποίηση. Η Έλενα έχει γράψει τρία βιβλία:  «Γράμματα σε μαυροπίνακα», «Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα» και «Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων» βιβλίο της στο οποίο θα εστιάσω. Δεν θα μιλήσω ως κριτικός λογοτεχνίας ή φιλόλογος για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είμαι, εξάλλου αυτός είναι κι ο λόγος που διαλέξαμε ένα ανάλαφρο τραγούδι για εισαγωγή, θέλοντας να αποποιηθούμε τίτλους και ταμπέλες και να μιλήσουμε κυρίως ως άνθρωποι η Έλενα για μένα κι εγώ για την Έλενα. Θα ξεκινήσω λοιπόν λέγοντας ότι: H ποίηση της Έλενας με συγκινεί. Με συγκινεί γιατί μπορώ να αναγνωρίσω κάτι οικείο, ένα τραύμα, μικρές ή μεγαλύτερες ήττες που καταφέρνει η καθημερινότητα πάνω σε έναν εύθραυστο ψυχισμό, απαραίτητες όμως για να φυτρώσει επάνω τους η «Λευκή Κυρία» της ποίησης και συγκεκριμένα της ποίησης της Έλενας. Και αναφέρω τη «Λευκή Κυρία» γιατί στην τελευταία της συλλογή την συναντάμε συχνά σε ποιήματα όπως το «Φεγγάρι των τρελλών» όπου  «η αυγή σφραγίζει τα νεύρα των δακτύλων της με έναν  αδυσώπητο ήλιο» ή πχ. να κρατά  ημερολόγιο για τις μέρες της εβδομάδας όπου στην Παρασκευή γράφει: «Αυτό το κεφάλι της Σύλβιας Πλαθ, γιατί χαμογελά πίσω απ’ το τζάμι, δεν το ξέρει πως είναι κομμένο;»  Τα γραπτά της Έλενας διαπερνά ένα αίσθημα θλίψης , θλίψης που στην ποίηση της είναι μια γυναίκα (εξάλλου είναι και τίτλος της δεύτερης συλλογής της) η οποία μεταμορφώνεται όμως από συλλογή σε συλλογή, από ποίημα σε ποίημα, από στίχο σε στίχο για να φτάσει τελικά να γίνει η Λευκή Κυρία. Αυτό ακριβώς είναι που με συγκινεί. Αυτή η διαθεσιμότητα στη μεταμορφωτική διαδικασία. Όπου μέσα σε ένα σκοτεινό, πηχτό, απειλητικό σύμπαν κρατάει κανείς τα μάτια του ανοιχτά και βλέπει φως. Και κυρίως η αθωότητα με την οποία η Έλενα αφήνεται σε αυτήν την μεταμορφωτική διαδικασία. Αθωότητα όμως καθόλου «αθώα» θα έλεγα, μιας και τα μάτια του παιδιού μπορούν να δουν πολύ περισσότερα από τα μάτια του ενήλικα, προσαρμοσμένου στις κοινωνικές επιταγές και τα πρέπει.

Όσοι έχουν ή έχουμε φλερτάρει με δαίμονες εσωτερικούς ίσως να γνωρίζουμε ότι η κατά μέτωπον επίθεση και σύγκρουση με κόσμους σκοτεινούς οδηγεί μόνο στην διάλυση, στον διαμελισμό. Η Έλενα δίνει χώρο στην θλίψη, ώστε η λευκή κυρία να περπατήσει στο δωμάτια του μυαλού της, μπορώ να τη φανταστώ εδώ που καθόμαστε να κάνει την είσοδό της, αόρατη στους άλλους θεατές να αλλάξει θέση στα έπιπλα, να σπάσει ενδεχομένως ένα βάζο, να ανοίξει τις κουρτίνες και της δείξει κάτι που τα μάτια της λογικής δεν βλέπουν στο σκληρό φως της μέρας και να την οδηγήσει σε έναν άλλο κόσμο. Όπλο της Έλενας είναι για μένα η αθωότητα με την οποία στέκει και παρατηρεί τη «χώρα των παράδοξων πραγμάτων» κι αυτή η εμπιστοσύνη στη μεταμορφωτική δύναμη της θλίψης είναι που την κάνει να ανυψώνεται πάνω από την πραγματικότητα και να παρατηρεί την όμορφη παραδοξότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης. Θα ήθελα να σας διαβάσω όμως το πιο αντιπροσωπευτικό ποίημα για όσα προανέφερα: Είναι «Ο θάνατος της Λευκής Κυρίας»

 

Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές:
πότε το βλέμμα χαμηλώνοντας σ’ ότι μεγάλωνε
κι έπαιρνε διαμιάς σχήμα κλειστό κι ο ήλιος
φέγγοντας σ’ ό,τι παρηγορούσε το σκοτάδι,
πότε στα δάχτυλα που συγκρατούσαν τόση
ένταση, βουβά περιφραγμένη στο λαιμό, σαν
κύκνειο ερωτηματικό, σ’ αβέβαια χέρια τρέμοντας
με την κρυφή ελπίδα του πνιγμού, νύχτα ακόμα
μια φορά συνάντησέ με.

Κι ό,τι πιο πριν και εξηγήσεις που εκκρεμούν
κι άναρθρα λόγια,
και να οι μνήμες στις αρθρώσεις τρίζουν λέγοντας
ανοίγοντας τον ήχο τις κλωστές τους λύνοντας μόνο
τριγμούς στα δάχτυλα κρατώντας.

Την είδα να πεθαίνει, πιανόταν
από κείνο το χαμόγελο και έπεφτε
αποβραδίς και σύννεφο χαράσσοντας
τα μάγουλά της
και την αγνάντευαν καθώς περίμενε
και μάντευαν το θάνατο που προμηνούσε
καθώς τα μάτια, οι παλμοί, καθώς τα
χέρια γύριζαν
απ’ την αρχή να συγκρατήσουν
λαιμό, ερωτηματικό και την πυκνή
πυκνή ερημιά μου.

Την είδα να πεθαίνει σε σημειωματάρια
πάνω σε αιχμηρές υπογραμμίσεις
για την ώρα, τη μέρα και τον τόπο
μέσα σε κύκλους υπενθύμισης που
σφράγιζαν τον ορισμένο τρόπο
-έναν μονάχα τρόπο-
με τόξα σημαδεύοντας το πιο αδύναμο
κι αδύνατο να γίνει, απ’ τις ευθείες
γραμμές που ξάπλωνε το ταραχώδες λεκτικό
φορτίο της, ασήκωτο μέρα τη μέρα.

Και νύχτα φρόντιζε να την ξεχνούν και να μην έχει πρόσωπο
και νύχτα να τη ραίνουν με φωνές αγαπημένες
νύχτα φερτή, δετή, πάνω σε κλίμακα
αριθμημένη από το ένα και γυρνώντας
στο μηδέν πάλι και πάλι.

Και να, χλωμή ξανά απ’ το πρώτο άγγιγμα
και να, νεκρή ξανά, απ’ το πρώτο φίλημα.

 

 

Νάνα: Έλενα, για να γράψεις ένα βιβλίο πρέπει πρώτα κάτι μέσα σου να πεθάνει;

Έλενα: Κρίνοντας βάσει εμπειρίας και μόνο, θα έλεγα ότι μάλλον ισχύει. Μιλάμε βέβαια για ένα θάνατο σε εισαγωγικά, έναν «εν ζωή» θάνατο, από τον οποίο γίνεται να επανακάμψεις. Έχω βιώσει τέτοιες νεκρές περιόδους, που τις χαρακτήριζε η έλλειψη θέλησης για ζωή και από τις οποίες τελικά προέκυψε ένα σημαντικό για μένα υλικό, που εκ των υστέρων με τροφοδότησε.

Όμως προϋπόθεση για να πραγματοποιηθεί αυτό είναι η επαναφορά στη ζωή. Δεν είμαι σίγουρη λοιπόν τι είναι αυτό που προκαλεί τη θέληση για γραφή, το βίωμα αυτού του «θανάτου», ή η ζωή που ξανάρχεται;

     Dead Man Τheme-Νeil Young  

Ο αποδιοπομπαίος τράγος αυτοεξορίζεται

Στη Γιολάντα Πέγκλη

 

Η άφιξη των εικόνων στη ζωή μου, παρεμπόδισε την εμπιστοσύνη των άλλων.

Η άφιξη των κανόνων με μετέτρεψε σε λάθος.

Μπροστά στη θέα των εικόνων άνοιγαν συνεχώς τα στόματά τους παρ’ όλα αυτά

αδυνατούσαν να τις καταπιούν.

Με κατέταξαν στους αχρείους που δεν επιδέχονται διόρθωση.

Παρατείνοντας επίτηδες την εποχή της μελαγχολίας έφτασα στο τέρμα.

Ήταν ο καιρός που άρχισα να δέχομαι φίλους.

Τα ζητήματα παρέμεναν τακτοποιημένα στα συρτάρια.

Οι σκέψεις μου διεγείρονταν μόνο όταν δε μιλούσα με οποιονδήποτε

για το οτιδήποτε.

Με κούραζε η άμιλλα γι’ αυτό συχνά έβγαινα έξω στο δρόμο.

Περπατούσα για μεγάλο διάστημα μόνη.

Η αφαιρετικότητα εξακολουθούσε να είναι ένα από τα αδιαμφισβήτητα  

ζητούμενά μου.

Το έβλεπα καθημερινά στα μάτια που με μετρούσαν.

Παραιτημένη καθώς ήμουν απ’ τα υπόλοιπα, άρχισα να παρατηρώ τα ζωντανά πράγματα,

ανάμεσά τους κι εκείνα που δεν ήταν πια ζωντανά, αλλά υπήρξαν κάποτε.

Σε αυτά συμπεριλαμβάνονταν ζώα, σπίτια, χέρια, φύλλα, πλανήτες και φυσικά το   νερό.

Τα δάκρυα που με συνόδευαν στις περιπλανήσεις μου αποδείχθηκαν λεπτοδείκτες.          

Επιστρέφοντας στις εικόνες, θέλησα να αποτυπώσω κάτι που μόνο στο μέλλον θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό.

 

Η ιστορία μου δεν είναι διδακτική

 

Μαζεύω τα πράγματά μου

 

Η τύχη είναι με το μέρος των πολλών και δε θέλω να βρεθώ έγκλειστη. Σχεδιάζω να σας παρακολουθήσω σύντομα και χωρίς υγρά μάτια.

 

 

Νάνα: Υπάρχει κάτι βαθιά σωματικό, βιωματικό στους στίχους της Έλενας που δείχνουν να πηγάζουν από ένα έξτρα όργανο από τη μία εξαιρετικά ευαίσθητο κι εκτεθειμένο από την άλλη αρκετά ανθεκτικό για να αντέξει την πραγματικότητα που πολλαπλασιάζεται και διευρύνεται από τις αισθήσεις της. Νιώθω κοντά της, κοντά στα εκφραστικά της μέσα, κοντά στον κόπο της να αποτυπώσει μια «εξορία του σώματος» κάτι το οποίο  πιστεύω ότι έχει σχέση και με την ιδιότητα της της ηθοποιού, εννοώ ότι βλέπω ένα σώμα που έχει εκτεθεί στα μάτια των άλλων σε αυτή την αν μη τι άλλο παράξενη συνθήκη του θεάτρου. Βλέπω μία ηθοποιό που έχει υποψιαστεί πόσα πράγματα διακυβεύονται στη σκηνή και τί είναι αυτό το άτιμο το κενό που σου αφήνει το ότι ίσως ποτέ να μην καταφέρεις να πιάσεις και να μοιραστείς το «όλον». Βέβαια αυτό για όλες τις τέχνες: Όπως λέει ο Μπέκετ : «Απότυχε ξανά, απότυχε καλύτερα» Ας γυρίσω όμως ξανά στην ποίησή της και θα σας διαβάσω κάτι που ταιριάζει στα όσα είπαμε πριν, είναι ο «Παιάνας της Νίκης».                                       

Σε όλα τα μέρη και σε όλους τους τόπους και σε όλα τα σπίτια και σε όλες τις εποχές και σε όλα τα φιλιά και τα τραπέζια και τις κηδείες

και κάτω απ’ τα φωτιστικά και πίσω απ’ τις κουρτίνες και κάτω απ’ τα παπλώματα και κρύβοντας τις μάσκες και πίνοντας σαμπάνια και

μέσα σε τραγούδια και μέσα σε αυτοκίνητα και κάτω από ρεκλάμες και πάνω στις ταράτσες και έξω στα μπαλκόνια και κάτω από τις τέντες

και σκάζοντας στα γέλια και σπάζοντας στο ξύλο και σπάζοντας τους νόμους και πάνω απ’ τους ανθρώπους και φτύνοντας στο αίμα και

βρίσκοντας τις λύσεις και δίνοντας μελέτες και στις καμένες λέξεις και πάνω σε κρεβάτια και στων χειλιών τις νάρκες και μέσα σε

βαγόνια και χτίζοντας παλάτια και πάνω στις μοκέτες και μέσα στα σχολεία και μέσα σε καράβια κι αρπάζοντας ρακέτες και

δείχνοντας το τέρμα, πιασμένοι από το χέρι, θριάμβους τραγουδώντας και κόβοντας κεφάλια και σ’ όλα τα σοκάκια και σ’ όλες

τις πλατείες σε μέρα και σε νύχτα, και μέσα στα βελούδα, στολίζοντας τον πόνο, και με πριόνι νέο, καλώντας υποσχέσεις, στη

λάσπη την καινούργια, φωτίζοντας το πτώμα, σε ζέστη και σε κρύο, στη λάσπη την καινούργια, και με πριόνι νέο, βαδίζοντας

σε δόξα, και σ’ όλες τις κρυψώνες, οδύνες προσκαλώντας, και πέρα από τα δάση, και πέρα από τις λύπες, και πέρα απ’ τους χειμώνες

                                                                       

Πάντα

                                                                        Πάντα

                                                Οι δολοφόνοι

                                                                                    Πανηγυρίζουν

 

Νάνα: Τι άλλαξε από την πρώτη σου συλλογή ως τώρα; Και σ’ αυτή την πορεία, τη διαδρομή αισθάνεσαι νικήτρια;

Έλενα: Άλλαξαν αρκετά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, εγώ. Όταν έγραφα την πρώτη συλλογή, ήμουν πολύ θυμωμένη. Χρησιμοποιούσα την ποίηση σαν μοχλό για να εξωτερικεύσω αυτό το θυμό. Λειτουργούσα αποκλειστικά με το ένστικτο. Σταδιακά έπαψε να ισχύει αυτό. Άλλαξε ο τρόπος σκέψης μου, ο τρόπος που παρατηρώ τα πράγματα γύρω μου, τα ζητούμενά μου. Δεν είναι

πια ο σκοπός μου να εκφράσω απλώς ένα συναίσθημα –ενώ πρώτα ήταν. Δεν αντιμετώπιζα την ποίηση ισότιμα –αν μου επιτρέπεται να το πω έτσι- αλλά σαν εργαλείο για να πω πέντε πράγματα. Τώρα νιώθω ότι έχω δώσει περισσότερο χώρο στις λέξεις να υπάρξουν πιο αυτόνομα, τις μεταχειρίζομαι με περισσότερη προσοχή. Νικήτρια όμως όχι, δε νιώθω. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει μόνο με προσωπική ανασφάλεια ή  και με το γεγονός ότι σ’ αυτό το παιχνίδι οι πιθανότητες της ήττας είναι πολύ μεγαλύτερες.

                              Street Spirit \ Fade out again – Radiohead

 

ΜΕΣ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Kαι πώς αυτή η αδιόρατη καταστροφή στη μέση του εαυτού σου

άρχισε να διαβρώνει τις σχέσεις και τις συναναστροφές

τα κυριακάτικα απογεύματα

κι επέστρεφε δριμύτερη στα βλέμματα μαυροφορεμένων παιδιών

καθώς το απέναντι σπίτι ψήλωνε αδειανό

– χειραψίες ιδρωμένες και μάτια ανέστια –

Αύγουστος προς Σεπτέμβρη του ίδιου πάντα έτους

 

Κι όλο ζητούσαν οι άνθρωποι να νικάνε

– όχι με πράξεις –

 

ενώ τα αστέρια παραληρούσαν σε αιώνια νύχτα

 

                                                       τώρα και τώρα και τώρα.

 

Έλενα: Επέλεξα να ξεκινήσω με το παραπάνω ποίημα, πιστεύοντας ότι είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά ως προς το περιεχόμενο της ποίησης της Νάνας, γιατί συγκεντρώνει ορισμένα από τα σημαντικότερα υλικά που δομούν τον κόσμο μέσα στον οποίο κινείται . Το πρώτο είναι η αμφισβήτηση της λεκτικής απόδοσης των καταστάσεων, της επικοινωνιακής πρόσβασης μέσω της γλώσσας. Ενώ βλέπουμε το ποιητικό υποκείμενο πολύ ζωντανό και ενεργό γλωσσικά, -με την έννοια ότι δημιουργεί με τις λέξεις του οικοδομήματα που φαντάζουν σταθερά-, παράλληλα βιώνει μια ήττα που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ήττα του λόγου ως εργαλείο και μορφή επικοινωνίας. Υπάρχει μια φυγόκεντρη, επαναλαμβανόμενη τάση για σιωπή και στροφή στον εσώτερο εαυτό, ο οποίος φαίνεται να βάλλεται από τις λέξεις. Με λόγια της ίδιας της ποιήτριας, «δεν έχει άλλη επιλογή ο κόσμος παρά να στέκεται βουβός για να σε πείσει ότι υπάρχει».  Η κατασκευή και η διάλυση των γλωσσικών οικοδομημάτων , συντελούνται σχεδόν ταυτόχρονα χρονικά, η μία εισχωρεί και οδηγεί στην άλλη –ασχέτως αν προηγείται ή έπεται. Κι εδώ κατά τη γνώμη μου βρίσκεται το δεύτερο βασικό μοτίβο της ποίησης της Νάνας, που είναι η αέναη περιπλάνηση και κίνηση των ηρώων της σ’ ένα χωροχρονικό πλαίσιο το οποίο παραμένει στατικό. Από τη μια υπάρχει ο χρόνος που μεταλλάσσει, ο χρόνος που μεταμορφώνει, που ρευστοποιεί οτιδήποτε βρίσκεται εντός του κι από την άλλη, υπάρχει ο χρόνος ως μια αιώνια οντότητα που είναι διαρκώς κατά κάποιο τρόπο παρούσα. Η πρώτη συλλογή της Νάνας «Ποιήματα + 1», κλείνει με τους στίχους: «Η ζωή περνάει, λέει καλωσήρθες, λέει αντίο» και είναι σαν η ζωή να μας τα λέει και τα δύο την ίδια στιγμή. Ο χρόνος μεταβάλλει, δεν μεταβάλλεται, τα πρόσωπα κινούνται στο πλαίσιό του κάνοντας κύκλους σε κάτι βαθιά ριζωμένο, κι αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κίνηση αυτή συντελείται διαρκώς, χωρίς να έχει την έννοια της δράσης σε μια γραμμικότητα. Κι εδώ ακριβώς περνάμε σε ένα τρίτο χαρακτηριστικό της Νάνας, που έχει να κάνει κυρίως με τη μορφική δομή των ποιημάτων της: είναι ο ιδιαίτερος τρόπος που έχει να τοποθετεί τα πρόσωπα και τα αντικείμενα σε ένα φανταστικό αλλά λεπτομερές σκηνικό, με μια πολύ ακριβή και σαφή σκηνοθεσία. Υπάρχει ένας φακός που εστιάζει σε διάφορα σημεία του χώρου, απομονώνει στιγμιότυπα, φωτίζει λεπτομέρειες, ενώ υπάρχει και μια εμφανής κατανομή ρόλων σε πρόσωπα και πράγματα. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν σχεδόν μαγικά, γιατί η Νάνα έχει την πολύ σπουδαία ικανότητα να μην αφήνει τη μέθοδο και την τεχνική που χρησιμοποιεί να κάθονται βαριές πάνω στην τελική φόρμα. Αντίθετα ενορχηστρώνει τα διαφορετικά υλικά σε μια αρμονικότατη σύνθεση, μέσα στην οποία καθένα απ’ αυτά, και το πιο μικρό ακόμα, επιτελεί μια πολύ ξεχωριστή λειτουργία. Και νομίζω ότι η παραπάνω διαπίστωση γίνεται άκρως αισθητή στο ποίημα που έχει δώσει τον τίτλο στο βιβλίο και που για μένα αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και πιο ολοκληρωμένα ποιήματα που έχω διαβάσει.

 

                             Chlebnikov – Tied & Tickled Trio 

 

TA ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

                                   

1.

 

Συνέχισε να τον συναντά στο ίδιο πρόχειρα στημένο

σκηνικό όπου ο άντρας κρεμούσε τακτικά

το σακάκι του στη ράχη της καρέκλας

– υπολόγιζε σ’ αυτό το ρυθμό που κατάπινε εκείνη

και τους νεκρούς της-

κι ύστερα ξελόγιαζε τη γυναίκα με τη βοήθεια μιας ιδέας,

προφανώς ενός ακόμη κατόπτρου,

μουρμουρίζοντας λέξεις χιλιοειπωμένες κι επαναλαμβάνοντας

κινήσεις που μόνο η άβυσσος μπορούσε να ανατρέψει.

Δε θα ξυπνούσαν ποτέ ο άντρας κι η γυναίκα

κουλουριασμένοι ο ένας μέσα στον άλλον.

Μάταια κρατούσε η νύχτα το ρυθμό στα βλέμματα

να κατέλθουν. Ξέχασε πως η ζωή που ζούσε

δεν ήταν η δική του. Έσκυψε να σβήσει το μοναδικό κερί

καθώς ο νους κοίταζε εκστατικά ως την αυγή.

 

2.

           

Ύστερα σηκωνόταν και βάδιζε με σταθερό βήμα προς

μια φανταστική έξοδο (άραγε έβλεπε το άδειο κλουβί που

έφεγγε στο βάθος της αφήγησης, τώρα μπορεί να το δει;)

ήξερε πώς να φεύγει ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.

Εκείνη όχι. Έμενε καθηλωμένη στο κρεβάτι

με μια μαργαρίτα να ζυγιάζεται ανάμεσα στα χείλη.

Η σελήνη τριγυρνούσε με τα κουρέλια της παιδικής της

φορεσιάς στην κάμαρη, ενώ εκείνος τραγουδούσε.

Τίποτα ανθρώπινο δεν υπήρχε σ’ αυτό το τραγούδι.

 

3.

           

Θα μπορούσε να κάθεται ακόμη σ’ εκείνη την παραλία

πίσω απ’ τη μισάνοιχτη εφημερίδα

αν και σε απόσταση μπορείς να διακρίνεις

τον τίτλο του άρθρου στο δεξί φύλλο

«Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», στο βάθος ασμίλευτα

κύματα, μια λάμψη κωπηλατούσε χωρίς κόπο χωρίς

πυρετό, κάτι μέσα της όχι.

 

Λίγο πριν, παίζοντας, την είχε θάψει στην άμμο, ανάσκελη

μόνο το κεφάλι της έξω, ατάραχο σαν άγαλμα,

κανείς δεν του φιλούσε τα μάτια

το θεριό απρόσιτο,  γεμάτο πτώματα, ο ήλιος

ανακάτευε τις σκέψεις μεταξύ τους σαν τράπουλα

με ολόλευκες φιγούρες, πουθενά αίμα

άλλο φως κατασπάραζε τη μέρα. Εκείνος

στάθηκε παράμερα και την κοίταξε

οριζόντια σα φράση στο χαρτί, χωρίς καμιά φιλοδοξία

και διαψευσμένη ελπίδα, να βυθίζει τις παλάμες

στην άμμο και να κλείνει τα βλέφαρα, δικό του

δημιούργημα.

 

Πριν ο ήλιος ρουφήξει τα είδωλα ως την καυτή του

σάρκα, κανένα παιδί, κανένα μαχαίρι, κανένα γέλιο κρυφό

δεν τάραξε την αρχέγονη σιωπή.

 

Έλενα: Tι ρόλο έπαιξε το θέατρο στην απόφασή σου να ασχοληθείς με την ποίηση και πώς ανιχνεύεται η επιρροή του στα ποιήματά σου;

Νάνα: Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι η σιωπή… Θα εξηγήσω τι εννοώ: Όταν πας στο θέατρο πριν την παράσταση, στη σκηνή απλώνεται μια σιωπή αναμονής… Κατά τη διάρκεια της παράστασης υπάρχει μια άλλη σιωπή συνωμοτική, «κολλώδης», μπορείς να την πιάσεις σχεδόν… Όταν τελειώνει η παράσταση και ο κόσμος έχει φύγει υπάρχει μια σιωπή άλλου τύπου στην άδεια πλέον αίθουσα, σαν να μην υπήρξε τίποτα, σαν να ήταν όλο ένα όνειρο και να τελείωσε. Αυτό μου μοιάζει καμιά φορά με τη ζωή και είναι κάτι που νομίζω αποτυπώνεται και στην ποίησή μου. Επίσης για να παίξεις ένα ρόλο ενεργοποιείται ολόκληρο το σώμα σου, τα εγκεφαλικά παιχνίδια δεν αρκούν, το ίδιο για μένα ισχύει και για την ποίηση, γράφουμε με όλο μας το σώμα… Κάτι άλλο που σκέφτομαι τώρα είναι κάτι που είχε πει η δασκάλα μου στο Τέχνης η Κάτια Γέρου, είχε πει πως αν υπήρχε μηχάνημα να καταγράψει τι περνάει απ’ το μυαλό ενός ηθοποιού όταν βρίσκεται στη σκηνή θα τρελαινόταν… Πράγματι είναι τόσοι οι συνειρμοί που κάνεις και τόσο παράξενο να εξηγήσεις, να χωρέσεις σε λέξεις, αυτό που συμβαίνει σε ένα «σώμα που σκέφτεται» ενώπιον του κοινού που δεν χωράει στα όσα λέει εκείνη τη στιγμή ο ρόλος, που σίγουρα εγγράφεται πάνω σου και μέσα σου και θα αργά ή γρήγορα θα αναζητήσει ένα τρόπο να εκφραστεί, να χωρέσει κι αυτό σε λέξεις…

 

ΑΝΘΟΣ

Δεν ξέρω πώς να ονομάσω το τρυφερό μέρος στο κέντρο

ενός άνθους

Όμως εκεί βρίσκομαι κλεισμένη μέσα σε δίνες,

σε κρυστάλλινη αγκαλιά, αδυνατώ να εξηγήσω

πώς εγκλωβίστηκα σε αυτόν τον ύπερο

Όμως τίποτα δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο

αυτή τη νύχτα κι ο δαίμονας γνέφει

μέσα απ’ το άδειο ανθοδοχείο.

 

Ίσως το σώμα να είναι κάτι πολύ περισσότερο ή πολύ

λιγότερο απ’ αυτό που νομίζουμε

Κι οι λέξεις προσευχή σε κάτι άπιαστο

Ανολοκλήρωτες διαδρομές που λάμπουν μες την

τελειότητά τους, όπως οι ανθρώπινες ζωές.

 

Ας μην μας εκπλήσσει λοιπόν ό, τι μας ένωσε

κι ό, τι πρόκειται να μας χωρίσει.

 

Το κατάλευκο φόρεμα

που προχωράει γυμνό και άδειο

ως την υπόσχεση ενός άλλου κορμιού.

 

Αν ενώσεις τα άκρα της στιγμής

Η σιωπή είναι πιο αληθινή από τη γύμνια

 

Γιατί σε κάποια πτυχή του μυαλού

Το σκοτωμένο πουλί εξακολουθεί να πετάει

δίχως ουρανό.

 

Όμως να, κάποιες νύχτες ένα λουλούδι είναι η πιο

σκληρή φυλακή

Και μόνο ο θάνατος σου χαϊδεύει τα μαλλιά.

 

 

Έλενα:  Θα ήθελα να μου μιλήσεις σχετικά με τις επιρροές σου, -όχι τις ποιητικές, αλλά εκείνες που προκύπτουν από την επαφή με τον έξω κόσμο, με αυτό που σε περιβάλλει. Τι άλλο πέρα απο τη λογοτεχνία σε επηρεάζει και σε οδηγεί στη γραφή;

Νάνα: Μου συμβαίνει το εξής: Καμιά φορά σε ανύποπτο χρόνο μπορεί να χαθώ σε μια εικόνα που δεν ξέρω από πού προέρχεται που όμως δυναστεύει το μυαλό μου, σαν να περικλείει κάποιου τύπου γνώση, που όμως δεν μπορώ να εξηγήσω ούτε την προέλευσή της, ούτε αποτελεί κάτι χειροπιαστό. Όταν μου συμβαίνει αυτό είναι σαν να με γραπώνει κάτι και να μην με αφήνει να σηκωθώ απ΄ το τραπέζι που γράφω αν δεν μπορέσω να του δώσω μορφή… Άλλες φορές με επηρεάζει μια λεπτομέρεια, μια μνήμη που επιστρέφει με άλλο νόημα πλέον και  περιεχόμενο, ένα χάσμα που μπορεί να παρατηρώ στα λόγια ή στη σκέψη κάποιου, σαν να κρύβεται κάτι εκεί…

 Νάνα: Εσένα τι είναι αυτό που σε επηρεάζει για να γράψεις;

Έλενα: Σίγουρα οι άλλες τέχνες, για παράδειγμα η ζωγραφική και η μουσική. Με τροφοδοτεί ό,τι βλέπω κι ό,τι ακούω. Με επηρεάζουν οι άλλοι άνθρωποι. Πολλά ποιήματα τα έγραψα με αφορμή συνομιλίες που έχω κάνει κατά καιρούς. Επειδή πολλές φορές άθελά μου υιοθετώ έναν παθητικό ρόλο στις συζητήσεις, καταφεύγω στη γραφή για να βρω έναν χώρο ύπαρξης και δράσης –μέσα από τις λέξεις. Είμαι και λίγο αργή στη σκέψη, δυστυχώς. Χρειάζομαι αρκετό χρόνο για να επεξεργαστώ κάτι νοητικά και να το εκφράσω. Τα κλισέ επίσης με επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό, με απασχολεί πολύ ο τρόπος που εγγράφονται μέσα στο κεφάλι μας κάποιες τετριμμένες φράσεις, αντιδράσεις, συμπεριφορές, το πώς καταλήγει η σκέψη να προσαρμόζεται σε αυτές χωρίς να το συνειδητοποιεί… γι’ αυτό ασχολούμαι αρκετά μ’ αυτά, τα χρησιμοποιώ ως τίτλους, προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να τα υπονομεύσω όσο μπορώ…

Νάνα: Όταν η Έλενα μου πρότεινε να συναντηθούμε στην παρουσίαση των ποιητικών ζευγαριών χάρηκα διπλά. Πρώτον γιατί μου αρέσει οι άνθρωποι και δη οι δημιουργοί μιας κατεξοχήν μοναχικής τέχνης ,όπως η ποίηση να ανοίγονται και να απλώνουν το χέρι ο ένας στον άλλον, δηλαδή σε έναν άλλον δημιουργό που επίσης ακολουθεί έναν δρόμο μοναχικό και δεύτερον γιατί είμαστε και οι δύο ηθοποιοί, που σημαίνει ότι το σώμα είναι βασικό μας εργαλείο. Εννοώ ότι για να παίξει κανείς έναν ρόλο αλλά και για να γράψει ένα ποίημα πρέπει να ενεργοποιηθεί μέσα του ένας σωματικός χάρτης, καθαρά προσωπικός, στον οποίο αφού αρχικά αφεθείς σου προσφέρει το υλικό του, το υλικό σου στην ουσία, και μετά μπορείς να διαλέξεις, να βάλεις σε μια σειρά και να αφεθείς σε μια καινούρια πια δημιουργία που σε υπερβαίνει και σου ανοίγει δρόμους που ενδεχομένως να μην είχες φανταστεί στην αρχή. Η Έλενα παρατήρησα πως με πολύ απλά εργαλεία μπορεί να φτιάξει κόσμους με την ίδια ελαφρότητα και τη χάρη παιδιού ή μικρού θεού.

 

                   Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα,

 

εκείνο το κόκκινο πλοίο που φωτίζεται ξαφνικά

τη νύχτα, καθώς εκτινάσσεται απ’ τις στάχτες

των πόθων μας στον πλατύ γιαλό

 

οι αναλαμπές του φτάνουν μέχρι τις όχθες μας

υπενθυμίζοντας με τόσο καταλυτικό τρόπο την

αδυναμία να συρθούμε προς τα κει

 

και τ’ όνομά του παρομοιάζεται με μια λέξη

που αντιστοιχεί στον έρωτα, το μόνιμο τίτλο

της λησμονιάς

 

και η μέρα ενεδρεύει στις γρίλιες

των παραθύρων, στις άοκνες περιπλανήσεις

περαστικών ζωών, στους θορύβους που υπογραμμίζουν

την ακινησία μας

 

δε μένει τίποτα για αντάλλαγμα εκτός από ένα

σπινθήρισμα φωτός ελάχιστου και μια απίθανη στάχτη-

(αφού προέκυψε από το τραγικό όνομα «Διάρκεια»

που η ίδια του η ουσία έσβησε,

ακυρώνοντας κάθε νόημα λέξεων

και λοιπών συνθημάτων).

 

Έλενα: Στα ποιήματά σου συναντώ πολύ συχνά το λευκό και τον ήλιο σαν λεκτικά μοτίβα, ποια είναι αυτή η ιδιαίτερη σημασία που έχουν για σένα αυτές οι λέξεις;

 Νάνα: Ναι… Ξέρεις πολλές φορές νιώθω σαν να συμβαίνει μέσα μου μια μεγάλη μαύρη θάλασσα με πελώρια κύματα που υψώνονται πολύ ψηλά και κινδυνεύουν να καταπιούν και μένα και τον κόσμο όλο… Κρατώντας το μολύβι πάνω στο χαρτί νιώθω ότι μέσα σ’ αυτή την τρικυμία υπάρχει ένα ελάχιστο έστω, αλλά σταθερό σημείο αναφοράς… Αυτό με ηρεμεί και αυτή η διαδικασία με κάνει να βλέπω φως και να βρίσκω νόημα… Λευκό φως, γιατί υπάρχει κι η σκοτεινή πλευρά του ήλιου… Ίσως να ενεργοποιείται μια «προσωπική μυθολογία», και χρησιμοποιώ αυτό τον όρο, γιατί θεωρώ ότι όλοι έχουμε την προσωπική μας μυθολογία και μετέχουμε με την ψυχική μας ζωή στους μύθους… Η προσωπική μου μυθολογία λοιπόν ενεργοποιείται και αναζητά τον δρόμο που θα με οδηγήσει στο φως και στο λευκό, κάτι που μοιάζει καμιά φορά με μικρό θάνατο και αναγέννηση…

ΑΥΤΗ Η ΜΕΡΑ

                                        ΠΡΟΟΙΜΙΟ             

 

Και μοιάζει αυτή η μέρα

να υπάρχει μες τις άλλες

σχεδόν ακτινοβολώντας

συνείδηση και πόνο

σαν να ‘ταν αιώνια

και μόνο γι’ αυτήν σαν να υπήρχες

βουτώντας τα χέρια σου στην ίδια λάσπη

ώσπου να αδειάσει

η λάσπη απ’ τη φωνή της

κι εσύ.

 

V

 

Ο ακίνητος χορός στη μέση της φλόγας δεν έχει τέλος   παρόλο

που όλα τα σμήνη αναχώρησαν    κι είδες τον ουρανό να βουλιάζει

και να ανορθώνεται καθώς πετούσαν μακριά    τα παιδιά σκέπασαν

τον θρήνο    μα οι λέξεις δε βρέθηκαν

Όσο κι αν κοιτάς κάποιες φωτογραφίες το παρελθόν βρίσκεται πάντα εκτός κάδρου

Όσα φαντάστηκες    το μακρινό σημείο κι ετούτη εδώ η στιγμή   

ανατέλλουν ανάμεσα στα δάχτυλα    παρόλο που τίποτα δεν υπήρξε

κι oι βάρκες σκοτεινιάζουν

σε φως ξένο.

 

 

                                               ΕΞΟΔΟΣ

 

Είναι και κάτι μέρες φωτεινές που στάζουν οπλές στην ψυχή

μου να καβαλήσω τη σκέψη και να αποκεφαλίσω φόβους και

χαντάκια ως την αγκαλιά της σελήνης και των χαμένων παιδιών

και τότε βρίσκω το χέρι του διπλανού μου και το βαστώ ως το

κόκαλο και το θηρίο δεν περπατά στις στέγες οι εραστές αντέχουν

το φθινόπωρο και το χειμώνα ο ήλιος καλωσορίζει τους ανθρώπους

να ορθώνουν το ανάστημά τους και να πιστεύουν να μην τσαλαπατούν

με δανεικές μπότες     

τις ανεμώνες    

τις άγριες ίριδες

τα πονεμένα κορμιά.

 

 

 Fly Robin Fly – Silver Convention 

Από την «Ποιητική συνάντηση Ι.» στο μπαρ Revolt | 31.05.2015. Διαβάστηκαν τα ποιήματα: «Η βασιλεία των φτερωτών εντόμων», «Ο θάνατος της λευκής κυρίας», «Ο αποδιοπομπαίος τράγος αυτοεξορίζεται», «Παιάνας της νίκης» και «Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα» από την τελευταία ποιητική συλλογή της Έλενας Πολυγένη «Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων» (Εκδόσεις Το Κεντρί) και  «Αντί προλόγου», «Μες στα ερείπια των λέξεων», «Τα δώρα της αγρύπνιας», «Άνθος» και απόσπασμα από το «Αυτή η μέρα» από την τελευταία συλλογή της Νάνας Παπαδάκη «Τα δώρα της αγρύπνιας» (Εκδόσεις Αστάρτη).

 polygeni_papadaki

41,054 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
750 χρόνια Dante: η εις Άδου κάθοδος και η ανάληψη, της Αγλαΐας Παντελάκη

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όποτε περπατούσε στους δρόμους της Βερόνας και της Ραβέννας, ο κόσμος γύρω του ψιθύριζε:...

Close