Η θέα πέρα από το πλάτωμα της σκέψης, της Λίνας Πανταλέων

By  |  0 Comments

 «Ακριβώς επειδή οι λέξεις είναι πεπερασμένες, οι παραστάσεις τις οποίες γεννούν είναι δυνητικά άπειρες».

 

Η λογοτεχνία νοσταλγεί την πραγματικότητα. Τη διαστρέφει, την ομορφαίνει, την ασχημαίνει, τη λοιδορεί, την εξυμνεί, τη θρηνεί, αλλά πάντοτε τη θυμάται. Δυστυχώς, στην αληθινή ζωή σπανίως απαντά η τεχνουργία του οικείου. Το οικείο, το καθημερινό και το οφθαλμοφανές επιβάλλονται στο βλέμμα με την απηνή, καίτοι πλανερή, κυριολεξία τους. Η νοσταλγία, από την άλλη, είναι η κατεξοχήν πλάνη. Ό,τι αναπολεί, το επινοεί. Ο συγγραφέας άλλοτε παρακολουθεί, οιονεί αμέτοχος, τη δυσεξήγητη συνεργία (συμπαιγνία) τεχνουργήματος και πραγματικού, απορώντας για την ενδεχόμενη έκβασή της, και άλλοτε εμπλέκεται δραστικά σε αυτή, μεθοδεύοντάς την, ελέγχοντας τις αλχημείες, που ζυμώνονται με φαντασία και ζέουσα, ζωική ύλη. Αν εκείνος παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο αντικριστές όχθες, μεταξύ του «εδώ» και του «επέκεινα», ο κριτικός λογοτεχνίας μοιάζει αγκυροβολημένος στην πραγματικότητα, «σε τούτον εδώ τον μπερδεμένο, πεισματικά αληθινό κόσμο», νοσταλγώντας το βιβλίο που θα τον περάσει αντίπερα.

Είμαι βέβαιη πως ο Δημοσθένης Κούρτοβικ έχει συναντηθεί με τέτοια βιβλία, αλλά και με άλλα, που τον κράτησαν αμετακίνητο στη θέση του, που δεν τον απομάκρυναν διόλου από το κατακτημένο, που δεν του επέτρεψαν εντέλει να αντικρίσει το «επέκεινα» της λογοτεχνίας, «εκείνο το εξωκειμενικό στοιχείο από το οποίο θεωρούμενο το λογοτεχνικό έργο αποκτά νόημα». Ένα μέτριο βιβλίο, σε αντίθεση με ένα κακό, καταπαύει κάθε αναπαλμό, δεν προσφέρεται για το παραμικρό τάνυσμα της ματιάς ή της σκέψης. Στην περίπτωση του Κούρτοβικ, ωστόσο, τόσο η ματιά όσο και η σκέψη είναι πολύ ισχυρές και συχνά κατισχύουν του βιβλίου που κοιτάζουν και σκέφτονται. Διαβάζοντας τα γραπτά τού παρόντος τόμου, συλλογιζόμουν για ακόμη μία φορά πως η ποιότητα της ανάγνωσης συναρτάται πρωτίστως με το ήθος του βλέμματος. Έχω την εντύπωση πως το αναγνωστικό, όπως και το κριτικό, ήθος του Κούρτοβικ, ακόμα και στις πιο στρυφνές του στιγμές, έγκειται στην καθαρότητα της κρίσης του και στη διαύγεια της διατύπωσής της. Διαπιστευτήρια μιας εύτονης συγγραφικής συνείδησης. Το ιδιόλεκτό του αποστρέφεται τους υπαινιγμούς και τις μετέωρες εντυπώσεις. Ακόμα και η ειρωνεία, που αρτύνει τα πιο σκληρά σχόλια, έπεται μιας συγκροτημένης, αναλυτικής συλλογιστικής, που στερεώνει την εκάστοτε γνώμη. Γνώμη ουδέποτε αλύγιστη, καθώς το σκεπτικό του δροσίζει συνήθως μια διάθεση –ενίοτε ψευδής- εφεκτικότητας. Από το άλλο μέρος, όπως η αφοβία και η παρρησία συνιστούν τεκμήρια συγγραφικής εντιμότητας, η σπιρτάδα και η ευρηματική ανορθοδοξία της γραφής δεν είναι παρά τεκμήρια συγγραφικής δεξιοσύνης. Ο λόγος του, περίνους, στιβαρός και ακριβέστατος, κατορθώνει να εκφράζει εξαιρετικά σύνθετους στοχασμούς, που απλώνονται πολύ πέρα από τη φράση. Έτσι, δεν ευεργετείται μόνο το κείμενο αυτό καθαυτό, αλλά και, το σημαντικότερο, το υπό συζήτηση κείμενο.

Αν επιμένω στην ιδιοπροσωπία της γραφής του, είναι επειδή πιστεύω πως ακόμα και στις βιβλιοκριτικές του ο Κούρτοβικ παραμένει δοκιμιογράφος.

Αυτό φαίνεται καλύτερα και από την επιλογή του να προτάξει στις συναθροισμένες κριτικές δοκιμιακά γραπτά, τα οποία μόνο αριθμητικά υποσκελίζονται από αυτές. Έχοντας κανείς διεξέλθει τα δοκίμιά του, μπορεί διαβάζοντας κατόπιν τις κριτικές του να καταλάβει σαφώς πόσο επιβλητική είναι η στοχαστική πτυχή της γραφής του. Οι σκέψεις του κατοπτεύουν ένα πολύ ευρύ πεδίο, με εστιακό βάθος την κοινωνικοπολιτική συγκυρία, η οποία, εμμέσως, καθορίζει και την οπτική γωνία θέασης ενός λογοτεχνικού έργου. Παρά την πρόδηλη λογοτεχνική του υπόσταση (τη γόνιμη διχοστασία μεταξύ ανάγνωσης και γραφής, ανάλυσης και επίνοιας), ο Κούρτοβικ διαθέτει εντονότατη την «αίσθηση του πραγματικού». Κάθε ιστορία που σχολιάζει διαλέγεται με μια μεγαλύτερη ιστορία, πολιτισμική και πολιτική, που την εγκιβωτίζει. Όσο εμβριθώς και αν διερευνά την αισθητική αξία, τις διανοητικές αναζητήσεις και την ευτολμία των εκφραστικών μέσων ενός έργου, δεν αγνοεί ούτε στιγμή ότι «η τέχνη αποτελεί μέρος της αλήθειας». Και δείχνει να εκτιμά βαθιά τη λογοτεχνία εκείνη που επιχειρεί να καταδυθεί στα άλογα και τις αντινομίες της ανθρώπινης ύπαρξης, στον κατακερματισμένο κόσμο που τρέφει τα ερωτήματά της, τη λογοτεχνία που μέσα από κάθε λογής διαφυγές και διασκελισμούς αντιμετριέται μετωπικά με «το άπιαστο και όμως τόσο συμπαγές, αβάσταχτα συμπαγές εκείνο αντικείμενο που εξακολουθούμε να ονομάζουμε και να βιώνουμε ως πραγματικότητα».

Η λογοτεχνία πέρα από τέχνη του λόγου είναι και τέχνη της όρασης και της ενσυναίσθησης και εδώ συναντιέται με τη δημιουργική φύση της αναγνωστικής πράξης. Στις πιο συναρπαστικές «συνομιλίες» τους ο συγγραφέας και ο αναγνώστης υπερβαίνουν τους εγγενείς περιορισμούς των λέξεων, ανάγοντάς τις σε ένα απρόσμενο σημασιολογικό ύψος. Ο Κούρτοβικ γοητεύεται ομολογουμένως από την ικανότητα της λογοτεχνίας να μεγεθύνει το θραύσμα (τη λέξη) σε κάτι πολύπτυχο και πολύσημο, προσδίδοντάς του έτσι ένα ειδικό βάρος. Όπως, επίσης, τον θέλγει η αγωνία της γραφής να μεταφράσει τα ήσσονα και τα μεγαλειώδη της ανθρώπινης ζωής «στον σκληρό, δύσκαμπτο, συχνά παραπλανητικό κώδικα που λέγεται γλώσσα». Σημειώνει κάπου: «Η λογοτεχνία φτιάχνεται με λέξεις, που το πλήθος τους είναι πολύ μικρότερο από το πλήθος των αντικειμένων του κόσμου».

Αυτό το ανυπολόγιστο πλήθος των αντικειμένων του κόσμου αναδιφά ο Κούρτοβικ προκειμένου να δώσει στις παρατηρήσεις του το απαιτούμενο βάθος πεδίου. Η οξυδέρκειά του τον μεταφέρει ενίοτε στο αντίπαλον δέος της νοσταλγίας, τη διορατικότητα. Αν η λογοτεχνία ονειροπολεί και φαντασιώνει, ο κριτικός λογοτεχνίας πρέπει να είναι σε θέση να αποσπάσει από τη ρέμβη το ερέθισμά της, την αιχμή που την κεντρίζει και αυτή βρίσκεται πάντοτε στην ακάνθινη πραγματικότητα. Προκαλεί, αν μη τι άλλο, έκπληξη η ευστοχία ορισμένων σχολίων του Κούρτοβικ, που ορμώμενα από την εγχώρια πολιτισμική δημιουργία καταδεικνύουν την εκτεταμένη «εθνική καχεξία». Δεν μπορώ, παραδείγματος χάριν, να μην θαυμάσω το πόσο καίρια ακούγεται σήμερα η μομφή που κάνει σε άρθρο του, τιτλοφορούμενο «Το θέατρο της εθνικής μας εφηβείας», δημοσιευμένο πριν από έντεκα χρόνια. «Δώσ’ του να καμαρώνουμε για την εθνική μας τρέλα κάθε φορά που κάνουμε τον τζάμπα μάγκα, νομίζοντας πως δεν θα μας στοιχίσει τίποτε αυτό που τελικά μάς στοιχίζει πανάκριβα».

Ξεχωρίζω ιδιαίτερα ένα κείμενο («Οικονομικά ελλείμματα – πολιτισμικά ελλείμματα») για την προφητική (οικτρά επαληθευμένη) ματιά στα δεινά που προοιωνιζόταν η πολιτική κατάσταση τη χρονιά της χαράς, τη διάδοχη του εθνεγερτικού 2004. Στο εν λόγω άρθρο, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα (όπως όλα τα κείμενα του τόμου) στις 26.2.2005, ο Κούρτοβικ εξετάζει με άωρο πεσιμισμό την αλληλεξάρτηση πολιτισμού και οικονομίας, αποτυπώνοντας μια συνταρακτική «εικόνα παρακμής», αδιανόητη τότε για τους ευτυχισμένους Έλληνες. Τώρα, όμως, μετά τους αλλεπάλληλους διασυρμούς της χώρας μας από τους κραταιούς της Ευρώπης, ελάχιστοι θα αποτολμούσαν να αντικρούσουν τον ισχυρισμό του πως «η εικόνα της οικονομίας μιας χώρας, όπως παγιώνεται στη συνείδηση της διεθνούς κοινότητας, επηρεάζει άμεσα την ιδέα που έχουν οι άλλοι για τον αντίστοιχο πολιτισμό».

Μιλώντας για οικονομία και πολιτική, ο Κούρτοβικ δεν ξεχνά καθόλου τη λογοτεχνία· αντιθέτως από εκεί ακριβώς εκκινεί. Η εσωστρέφεια, την οποία καταλογίζει στην οικονομική πολιτική, είναι επίσης σύμπτωμα του πολιτισμού, ενός πολιτισμού φοβικού, κομπλεξικού και ανασφαλούς, που μεταμφιέζει συμπλέγματα κατωτερότητας και κατάφωρες ήττες σε αρειμάνιες μεγαλαυχίες και ιδεοληπτικές φανφάρες· ενός πολιτισμού, επιπρόσθετα, ο οποίος αντανακλά μια κοινωνία που «η ψυχοδιανοητική εξέλιξή της υπολείπεται της ιστορικής, που παραμένει συναισθηματικά σε μια προηγούμενη φάση της».

Ο ακόλουθος συλλογισμός συγκεράζει εκπληκτικά την αυτεπίγνωση ενός φύσει και θέσει λογοτέχνη (ο ευφυής τίτλος του τόμου μνημειώνει στην αρχική του λέξη την ιδιότητα του πεζογράφου, παραπέμποντας σε γνωστό μυθιστόρημά του) με τη νηφαλιότητα ενός αμάγευτου δοκιμιογράφου: «Η εσωστρέφεια του παραγωγικού μηχανισμού […] υποθάλπει μια φοβική στάση απέναντι στον έξω κόσμο. Και η μονομερής οικονομική εξάρτηση συντηρεί ένα αίσθημα μειονεξίας, το οποίο υπεραναπληρώνεται με ιδεολογήματα ‘βαθύτερης’ υπεροχής έναντι των άλλων κι επιδεικτικές αλλά ανούσιες χειρονομίες αφοσίωσης στην εντόπια παράδοση, που με τη σειρά τους ενισχύουν τα φοβικά σύνδρομα».

Η κατακλείδα του προαναφερθέντος κειμένου θα μπορούσε να είναι η προμετωπίδα των ημερών μας:

«Μπορεί να χαρακτηριστώ προκλητικός, υπερβολικός, ισοπεδωτικός και άλλα τέτοια, αλλά βρείτε μου εσείς τρόπο ν’ αποκρούσω το συμπέρασμα ότι η συνοπτικότερη κριτική του νεοελληνικού πολιτισμού –της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, του θεάτρου, της μουσικής, της πολιτικής κουλτούρας και της καθημερινής συμπεριφοράς των Νεοελλήνων- η συνοπτικότερη και περιεκτικότερη όλων αυτών δεν βρίσκεται στα πολιτιστικά αλλά στα οικονομικά ένθετα των εφημερίδων».

Από τα εβδομήντα συνολικά κείμενα του τόμου θέλησα να αναφερθώ μόνο σε αυτό, όχι επειδή είναι το πιο καλογραμμένο, αλλά μακράν το πιο ουσιώδες. Εδώ ο κριτικός λογοτεχνίας γίνεται και κριτικός του κόσμου του, όπως η σημαντική λογοτεχνία γίνεται κριτής της πραγματικότητας. Όταν διαβάζουμε ένα καλό βιβλίο δεν ταξιδεύουμε, επιστρέφουμε. Επιστρέφουμε σε όσα παραμελήσαμε, απωθήσαμε, παραθεωρήσαμε, σε όλα εκείνα τα βαθιά και αλγεινά και δύσκολα που περιθάλπει η επιφάνεια.

Οι αναγνώσεις του Κούρτοβικ μάς πηγαίνουν εκεί που αντηχεί η καρδιά των λέξεων, εκεί που σοβούν οι κακώσεις της εποχής μας, εκεί που μηχανορραφεί η νοσταλγία, εκεί που φανερώνεται η έκταση της ερμηνείας, εκεί που αναβλύζει η διάνοια. Και κάποιες φορές γράφοντας για τις λέξεις των άλλων μάς επιστρέφει στα «ψυχικά αυθαίρετά μας, που δεν εντάσσονται στο σχέδιο πόλης των ιδεών μας».

 

 

koutovik_estia

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Η νοσταλγία της πραγματικότητας, Εστία

 

66,235 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (κεφάλαια 36 & 37), του Γιώργου Πανόπουλου

«Και μη σας φαίνεται παράξενο. Γιατί κι ο ίδιος ο σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός. Δεν είναι λοιπόν μεγάλο πράγμα...

Close