Η Θηριώδης Μούσα ή Ο Έρωτας ως Πρώτη Αλήθεια, του Γιάννη Αντιόχου

By  |  0 Comments

Σκέφτηκα πολύ να καθορίσω τα όρια του λόγου μου σε αυτή τη στήλη που μου παραχώρησε με περισσή ευγένεια, η ομάδα του Literature.gr.

Κατανόησα όμως μετά από ένα μήνα συνεργασίας, πως η ευθύνη απέναντι στους ελαχίστους που θα καθίσουν να διαβάσουν την ποιητική λεξιλαγνεία του υποκειμένου μου, έγκειται στο να είμαι ειλικρινής μαζί τους. Έσπευσα λοιπόν να ανασύρω σκέψεις, που πριν το 2010 κατέγραφα για να αφορίζομαι, καθώς ολίσθαινα εκ πεποιθήσεως εκτός συστήματος.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο blog του ΕΚΕΒΙ, που ακόμα και σήμερα δεν ξέρει κανείς μας, αν θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα στον κονιορτό της ελληνικής κρίσης. 

Ξεκινούσε κάπως έτσι:

«…θέλω από την αρχή να ξεκαθαρίσω πως ούτε δοκιμιογράφος είμαι, ούτε κριτικός. Πολύ δε απέχω από το να επιθυμώ να γίνω κάτι από τα παραπάνω. Περαιτέρω δεν θέλω να δηλώσω ποιητής, γιατί ως τέτοιος δεν μπορεί να δηλωθεί κανείς από όσους έχει μια ευχέρεια στο να συναρμόζει λέξεις κάνοντας στίχους, στροφές και εντέλει ποιήματα. Θα πω μόνο πως είναι αρκετό το ότι έχω επιφορτιστεί αφ’ εαυτού με τον ποιητικό λόγο από τη νεότητά μου και έκτοτε δεν κατάφερα να κρατήσω έστω και πέντε λεπτά ισορροπίας στη ζωή μου.

Πόσο αλήθεια έχω μετατοπιστεί από αυτό που όλοι οι άνθρωποι προσπαθούν να πετύχουν στη ζωή τους; Πολλοί από τους ομήλικους ποιητές − κάποιοι τυχαίνει να είναι και φίλοι μου − έχω παρατηρήσει πως θαυμάζουν την τύχη και την τόλμη να έχω γίνει πατέρας τριών παιδιών, να διατηρώ παντρεμένος όντας ένα σπίτι με όλα εκείνα τα τυπικά και οριζόντια που κάνουν στη ζωή τους οι άνθρωποι, μα κατά βάθος δεν ζουν αληθινά αυτό που θα ήθελαν να ζουν.

Γεννημένος στις 9.9.1969 και μεγαλωμένος τη δεκαετία του χίλια εννιακόσια εβδομήντα και του χίλια εννιακόσια ογδόντα, έζησα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συνέβησαν στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα κατανοώντας την ταχύτητα και τη σχετικότητα του χρόνου και παρατηρώντας συγχρόνως το θαύμα της ανταλλαγής των πληροφοριών και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας ίσως και να θεωρηθεί ως η σπουδαιότερη επανάσταση της πληροφορικής εποχής. Αρκεί να φανταστείτε πως κάποτε για να φτάσει ο ερωτικός λόγος ενός εραστή προς την αγαπημένη του, για παράδειγμα από την Ελλάδα στην Αγγλία, μπορεί να χρειαζότανε ένας ολόκληρος μήνας ή και ακόμα παραπάνω, ενώ σήμερα είναι αρκετό το πάτημα ενός πλήκτρου για να οδηγήσει το «σ’ αγαπώ» άμεσα στο αντικείμενο του πόθου μας. Επιπλέον σήμερα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει τον άλλο σε πραγματικό χρόνο εκεί που βρίσκεται, χωρίς να μπορεί ο άλλος να σε ξεγελάσει. Με άλλα λόγια όλα βρίσκονται ένα κλικ μακριά.

Αυτό σκλήρυνε πολύ τον έρωτα, σχεδόν τον αποκτήνωσε, αφαιρώντας το σημάδι του κοκκινίσματος από τις παρειές του εραστή και της ερωμένης, σηματοδοτώντας το τέλος της συστολής και παραχωρώντας τη θέση της σε απλές καταφάσεις και απονενοημένα θέλω ή δεν θέλω. Σήμερα δεν μπορείς πια να ζήσεις έναν ολοκληρωμένο ερωτικό μύθο, γιατί ο χρόνος δεν είναι πια σύμμαχός σου, αλλά εχθρός και γιατί επίσης πια δεν σου επιτρέπεται καμιά λήθη, τα πάντα είναι και συμβαίνουν ακαριαία. Να λοιπόν που σήμερα καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Έζρα Πάουντ όταν έγραφε:

«Ο Χρόνος δεν είναι αυτό που αγαπιέται.
Ο Χρόνος είναι το κακό.
Ο Χρόνος είναι το κακό που αγαπιέται.
Ο Χρόνος δεν είναι ο Χρόνος που αγαπιέται.»

Σε σχέση με τη δική μου διαδρομή στην ποίηση θα μπορούσα να πω πως όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι:

«…Είναι την νύκτα ελεύθεροι οι δρόμοι. Των Αθηνών ο ουρανός, ο πάντα σχεδόν ανέφελος, ολοένα φαίνεται να μεγαλώνει, να ψηλώνει. Θαρρείς και πληθαίνουν τ’ άστρα και οι μακρινοί αστερισμοί μοιάζουν με τηλαυγή διαμάντια σε μαυροκύανο βελούδο καρφωμένα. Είναι η σιγή παράξενη –σαν μια βαθειά σκηνή, ή σαν γιγάντειον ηχείον, απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος και όλες της νύκτας οι φωνές γίνονται πιο δυνατές, πιο καθαρές μέσα απ’ αυτό το βάθος, και μοιάζουνε με αστραπές, που στο γοργό το διάβα των φωτίζουν τόσο πολύ και τόσο συνταρακτικά, που όσο μικρή διάρκεια κι αν έχουν, αποτυπώνονται ανεξίτηλα μεσ’ στις ψυχές και όταν ακόμη, μόλις ξεσπάσουν, σβήνουν…» και τούτο συνέβη το 1985, που μόλις ξυπνούσα από τους χυμούς ορμητικός, τη ζωή να κατακτήσω, με τη ζωή να μετρηθώ και ο φιλόλογος μου στο Κλασικό Λύκειο των Αναβρύτων προσπαθούσε να μας μυήσει σε μια αδήριτη πραγματικότητα, απαγγέλλοντας την «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Αναρωτήθηκα εκείνη την στιγμή πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιος λόγος, που περιέγραφε ό,τι το εφηβικό μου βλέμμα απολάμβανε την άνοιξη του 1985. Κι όλο ρωτούσα πώς; Πώς; Πώς γίνεται και κάποιος χαρακτηρίζει το φως των αστεριών ως συνταρακτικό και παρομοιάζει τη σιγή ως γιγάντειον ηχείον απ’ όπου εκπορεύεται ο ήχος; Ήταν η άνοιξη που φυλλομέτρησα την «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου διαβάζοντας στο εξώφυλλο: «Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία» και μονολόγησα βουβά πως τούτο μου ταίριαζε ή μάλλον τούτο μου έπρεπε. Να γίνω δηλαδή ποιητής και να εκδώσω κάποτε κι εγώ το βιβλίο μου στον «Ίκαρο». Δεν ήταν η μίμηση, αλλά κάτι παραπάνω. Ήταν ένα αίσθημα σαν αποστολή που ένιωσα μέσα μου.

Είχα καταλάβει από νωρίς αυτό που είχε παραδώσει ο Αρθούρος Ρεμπώ στις επιστολές του, τις επονομαζόμενες του Ορατικού, και ειδικά σε αυτή με τίτλο «Οι μικρές μου αγαπημένες». Εκεί υποστηρίζει πως ο ποιητής είναι κλέφτης φωτιάς. Είναι με άλλα λόγια ο Προμηθέας. Γράφει:

«…Σηκώνει το βάρος της ανθρωπότητας, ακόμα και των ζώων. Οφείλει να κάνει να ακουστούν, να ψαυτούν, να γίνουν αισθητά, τα ευρήματά του˙
Εάν αυτό που κομίζει από κει κάτω έχει μορφή, δίνει μορφή˙ εάν είναι άμορφο, δίνει άμορφο. Να βρει μια γλώσσα.
-Κατά τα λοιπά, αφού κάθε λόγος είναι ιδέα, θα έρθει ο καιρός μιας παγκόσμιας γλώσσας!
…Αυτή η γλώσσα θα είναι ψυχή για την ψυχή, συνοψίζοντας τα πάντα, αρώματα, ήχους, χρώματα, με σκέψη αγκιστρώνοντας τη σκέψη και έλκοντας. Ο ποιητής θα καθορίσει την ποσότητα του αγνώστου που αφυπνίζεται στον καιρό του μέσα στην οικουμενική ψυχή: θα δώσει περισσότερα – από την εκφορά του στοχασμού του, από τη σημειογραφία της πορείας του προς την Πρόοδο. Κάτι κολοσσιαίο που μετατρεπόμενο σε γενική αρχή, αφομοιωμένη από όλους θα ήταν πραγματικά ένας πολλαπλασιαστής προόδου!»

Από το 1985 έως το 2010,ψάχνοντας το αλφάβητο αυτής της γλώσσας, αυτής της παγκόσμιας γλώσσας, χρόνια περάσανε πολλά και μέτρησα είκοσι έξι φορές τον ερχομό και τον πηγαιμό της άνοιξης, ώσπου είτε οι μυρωδιές είτε τα άγρια άνθη της έγραψαν κάτι βαθιές περιχείλιες χαράδρες στο πρόσωπό μου, προσδίδοντας μου την εξωτερική πλευρά της εμπειρίας – αλλιώς, αυτό που όλοι ονομάζουν γνώση. Δε λέω, το πέρασμα των χρόνων με αντάμειψε, κι ας μην είχα ποτέ υπομονή, κι ας μη βαστούσα σιωπή και ησυχία.

Το 2009 κατάφερα να εκδοθεί το τέταρτο βιβλίο μου, έτσι τυπώθηκαν οι «Εισπνοές» στις εκδόσεις «Ίκαρος», επαληθεύοντας το νεανικό, εφηβικό μου όνειρο. Όταν συνέβη αυτό θυμάμαι πως κάθισα κι αναλογίστηκα την υπερβολή και την αλαζονεία. Επέτυχα, θα έλεγε κανείς, αυτό που επιθυμούσα, και δε λέω: για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα καταφέρει σχεδόν ανεμπόδιστα, εντελώς φυσικά να γίνει πραγματικότητα μια υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου.

Αυτό που όλοι οι άνθρωποι το θεωρούν κατόρθωμα τεράστιο, εγώ το ένιωσα ως πλήρωση. Γέμισε η ζωή μου, γέμισε η ψυχή μου. Είχα πετύχει αυτό που είχα θέσει στόχο – και τώρα τι; Τι απέμενε; Κατόρθωσα τα πάντα ή θα έπρεπε για να συνεχίζω να ζω και για να μη με βουλιάξει η ματαιότητα έμελλε να στοχοθετήσω ξανά; Και να θέσω ποιον στόχο; Τι θα μπορούσε να επιθυμήσει ο άνθρωπος ξανά στη ζωή του; Να βάλω τον εαυτό μου να αναμένει ένα ποιητικό βραβείο, ένα έπαθλο; Να συνεχίσω να ζω έτσι; Αυτό που στ’ αλήθεια επιθυμούσα ήταν να συναντήσω το άλλο μου μισό και με αυτό να συνοδοιπορήσω σε ό,τι μου απέμενε στη ζωή. Να βάλω μπροστά, να σχηματίσω το καθ’ αυτό ποίημά μου, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η σιωπή. Ένα ποίημα που θα σιωπούσε στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Αφού πολύ θόρυβο είχε κάνει η ζωή μου μέχρι τότε. Και πολύ εξενύχτησα, και πολύ έρωτα δοκίμασα, και άλλαξα δεκάδες κρεβάτια, και σώματα επλήγωσα, και τα γόνατα μου μάτωσα προσπαθώντας να δοκιμάσω να βρω την ψυχή μου στις ψυχές των άλλων. Μα δεν κατάφερα τίποτα ουσιαστικό, παρά παρατεταμένες μανιέρες στη γραφή μου, ανάλογες του ερωτικού συντρόφου που υιοθετούσα κάθε εποχή.

Ωριμάζοντας ηλικιακά, κάπου μετά τα τριάντα πέντε ένιωσα πως το πάθος μου, το πάθος ενός ποιητή είχε αρχίσει να γίνεται πάθος έμφρον, που ήξερε πώς να εισβάλλει στο χωροχρονικό παρόν χωρίς να διαλύει το υποκείμενο και το αντικείμενο στο οποίο αναφερόταν. Θα μπορούσα να πω ότι πλέον καταλάβαινα ότι ήμουν ασφαλώς ερωτευμένος, πως ένιωθα με την καρδιά και την ψυχή μου την ομορφιά του άλλου ανθρώπου, όμως όταν αποφάσιζε το σώμα μου να κάνει έρωτα, αυτό ήτανε κυριολεκτικά και μόνον βιολογική ανάγκη που το πάθος μετατρεπόταν και έτσι μεταδιδόταν στο άλλο σώμα. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα ένα οδυνηρό ναυάγιο, αφού ό,τι ένιωθα δεν μπορούσα να το κάνω ισότιμο στην καρδιά, την ψυχή και το σώμα. Έτσι τα ποιήματά μου έγιναν προοίμια των επομένων ποιημάτων που θα έγραφα και σπατάλησα τις δυο δεκαετίες μου στη γραφή και μαζί και τις δυο δεκαετίες μου στη ζωή και τον έρωτα.

Και όλα αυτά σας τα λέω γιατί νοιάζομαι τόσο για την ποίηση όσο κανείς δεν φαντάζεται. Έχω μια ανάγκη να αποκατασταθώ πριν τελειώσει η ποίησή μου ή πριν τελειώσει ο ανθρώπινος χρόνος μου. Γιατί είναι δυνατόν να τελειώσει ένα από αυτά. Αν μεν τελειώσει ο ανθρώπινος χρόνος μου, θα έχετε στην κατοχή σας το έργο μου, αν συμβεί δε το αναπάντεχο και μου τελειώσει η ποίηση, τότε θα πρέπει να υποστηρίξω εγώ ένα μεγάλο βασανιστήριο. Να ζω ως άνθρωπος τη στιγμή που όλα αυτά τα χρόνια είχα απαρνηθεί τη θέαση της ανθρώπινης ζωής έξω από το οπτικό πεδίο της ποίησης.

Από έφηβος, από τις πρώτες ώρες που ένιωσα την ποίηση, βίωσα με μεταφυσικό τρόπο την προμηθεϊκή αποστολή του ποιητή και έθεσα ως προμηθεϊκή και τη δική μου ζωή έκτοτε. Γιατί είναι που συναρμόζοντας τις λέξεις μέσα στο ποιητικό σώμα εγώ λυνόμουν από τα δεσμά αυτού του κόσμου, που παρ’ όλη τη διανοητική του πρόοδο ακόμα επιμένει να δολοφονεί με τον πιο άγριο και σκληρό τρόπο. Κι αν ήμασταν οι άνθρωποι άλογα όντα, να έλεγα ή να δικαιολογούσα ακόμη πως ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για την επιβίωσή μας κι έτσι θα ήμουνα ήσυχος για ό,τι θα επακολουθήσει.

Βλέποντας όμως να φτάνουνε λαοί ολόκληροι στην εξαθλίωση και στον εθνικό εξευτελισμό, αφού έχει προηγηθεί ο εξευτελισμός και η εξαθλίωση σε ατομικό επίπεδο, καταλαβαίνω πως καλά έγινε και μας αρνήθηκε από τον Θεό ο Παράδεισος, αφού είναι που κρίνει κανείς με συγκατάβαση, παραδεχόμενος πως ο άνθρωπος κουβαλά ελαττώματα που υποδουλώνουν το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, μιας και ο άνθρωπος δεν έπαψε να είναι λεγεώνα ελαττωμάτων.

Και μέσα από τις απλές διαπιστώσεις έγινα και καλός χριστιανός. Έφτασα στο συμπέρασμα να αποδεχθώ πως το ευαγγέλιο της αγάπης είναι ό,τι πιο σημαντικό έχει εγκαθιδρυθεί τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ως πίστη για την ανθρωπότητα κι όσο κι αν παρερμηνεύτηκε στο πέρασμα των εποχών βαστά ακόμα μια ισχυρή δυναμική σε ό,τι αφορά το κραταιό παράδειγμα. Κι έτσι άρχισα πολλές φορές να βγάζω την οργή μου στον Θεό των ανθρώπων. Ο καλός Θεός, ο κακός Θεός. Μέσα στην ποίησή μου ο Θεός έχει λάβει σημαντικό μέρος. Δεν είναι λίγες οι φορές που διαλέγομαι με τον Θεό… αν και τις περισσότερες είμαι σκωπτικός και αμείλικτος απέναντι στην αδικία. Χαρακτηριστικά φτάνω ακόμα και το επίπεδο ενός πραγματικού υβριστή.

«Σε προσκαλώ Θεέ σε δείπνο
Ήδη έχω προβεί σ’ όλες τις απαραίτητες ετοιμασίες
Κεριά αναμμένα
Σερβίτσια απλωμένα
Πρώτο πιάτο η ίδια η ζωή
Κύριο πιάτο το ανυπόφορο όνομά Σου
Και για επιδόρπιο η φοβερή μου επιθυμία
Κάτσε Θεέ στο θρόνο Σου
Στην κεφαλή της τράπεζας
Ως προφήτης Σου θα σου σερβίρω
Τον μαύρο εγκέφαλο της ανθρωπότητας
Περασμένο στο μπλέντερ
Αραιωμένο μ’ αίμα και αιώνιο πόλεμο
Πόλεμο παγκόσμιο, εμφύλιο, ατομικό, πυρηνικό
Θεέ μου με καλαμάκι θα απολαύσεις το απεριτίφ του κόσμου Σου
Να τον χαίρεσαι τον κόσμο Σου
Η ψυχή διαφεύγει Θεέ μου μέσα από τούτη την τρύπα του ποιήματος
Η μαύρη τρύπα μιας οργής
Το μαύρο γεγονός ενός διαρκούς θανάτου
Το μαύρο σαγόνι μου που βγάζει γένι
Το μαύρο πέπλο του χιονιού που σκέπασε το καλοκαίρι
Η μαύρη γάτα που’ σκισε τη μοίρα
Το κοινό μαύρο της κατάστασης
Γεμίζει το κελί της ύπαρξής μου με το τίποτα
Εντέλει το μαύρο τίποτα!»

Αν και κατά βάθος φοβάμαι την οργή που θα επισύρουν οι στίχοι μου, νιώθω πως πολλές φορές οι τολμηροί αμείβονται. Αν πρόκειται να δεχθώ την ύπαρξη ενός υπερανθρώπου για να μπορέσω να φθάσω την πολυπόθητη πατροκτονία είναι σαν η ίδια η πηγή του καλού και αγαθού να με ανταμείβει. Η αμοιβή μου είναι ακόμα και σήμερα ο έρωτας. Δεν θα μπορούσα να υπάρχω δίχως τον έρωτα. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω την εκκωφαντική νυχτερινή σιωπή αν δεν είχα ένα σώμα που να χρησιμεύει ως αντηχείο μου;

Μέχρι τα τριάντα πέντε ο έρωτας μου ήταν πανταχού παρών και τα πάντα πληρών… έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Ύστερα αποδείχθηκε έρωτας ολέθριος και σαρκοβόρος. Πήρε τη μορφή του θανάτου και κόντεψε να κόψει την ασημένια χορδή της ύπαρξής μου. Αναρρώνοντας από μια βαριά κατάθλιψη και έχοντας ποιητικά σωπάσει για τουλάχιστον τρία χρόνια, έφτασε ο καιρός που απελευθερώθηκε ένας άγγελος να λάβει τη θέση του πλάι στον υβριστή ποιητή.

Έτσι έσφιξα στην αγκαλιά μου ένα πλάσμα, δημιούργημα θείο, που το ονόμασα έργο τέχνης μέσα στην ποίησή μου.

…«Λευκό μου έργο τέχνης
Με πόση προσήλωση ακουμπώ τους μαστούς σου
Με πόση κατάνυξη βαδίζουν τα ακροδάχτυλα μου
Ν’ ανοίξουν την πηγή σου

Είμαι η αλήθεια αγάπη μου
Ή μήπως απλά
Ένας αληθινός άνθρωπος;»…

Επρόκειτο για μια γυναίκα, επινοημένη ή αληθινή δεν έχει καμιά σημασία. Εδώ λαμβάνει ο άνθρωπος-ποιητής την πρώτη υπαρξιακή του ανατροπή. Έκτοτε η γυναίκα αυτή του υπενθυμίζει πως εκείνος αντιστέκεται στην αγάπη, πως φοβάται να αφεθεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Αυτό που θα ομολογήσω πρώτα είναι πως η ζωή ενός ποιητή είναι μια απογυμνωμένη ζωή. Όχι μια στερημένη ζωή, αλλά μια ζωή που τα ψιμύθια της περισσεύουν και δεν τα χρειάζεται για να υπάρχει. Εντάξει, όλοι ξέρουν πως μπορεί να ζήσει ο ποιητής. Του φτάνει ένα βλέμμα και μια αγκαλιά για να κατακτήσει στη συνέχεια έναν ολόκληρο κόσμο, αφού ο ποιητής δεν ανακαλύπτει κανέναν κόσμο, πολύ περισσότερο πλάθει εκείνος τον κόσμο.

Ανθίσταμαι λοιπόν στην αγάπη της. Ίσως και να το κάνω επίτηδες. Μπορεί να μην ξέρω ν’ αγαπώ αλλά τολμώ να πω ότι ξέρω, όντας τουλάχιστον ερωτευμένος να πονάω. Πώς να βρίσκω το πιο σκοτεινό μέρος εντός μου κι εκεί να εγκλωβίζομαι αναζητώντας να έρθω σε αντιπαράθεση με την πιο μεγάλη δημιουργημένη μου σκιά. Από ένστικτο έμαθα πως θα πρέπει να φοβηθώ για να οπλιστώ και να δημιουργήσω έναν στίχο, να γεννήσω ένα ποίημα. Και τότε ξέρω αν είναι αυτό το ποίημα αλήθεια ή ψέμα. Εγώ που το γέννησα, ακόμα και κάτω από την κατάσταση ενός υπαρξιακού πανικού και μιας αγωνίας ξέρω αν ισχύει ή δεν ισχύει.

…Παρατηρώ όμως ταυτόχρονα πως στα σαράντα δύο μου έγινα ένας άνθρωπος που πρέπει να ρωτήσει τον διπλανό του αν αυτό που ακούει και διαβάζει στα ΜΜΕ είναι αλήθεια ή ψέμα. Ομολογώ πως δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα, αφού μάλλον μας διαφεύγει εντελώς το περιβάλλον που γέννησε την κατάσταση που οφείλουμε όλοι εμείς σαν πολίτες μιας ευνομούμενης κοινωνίας να υπακούσουμε.

Γεγονότα χαμηλής έντασης αρχίζουν να συντηρούνται από τα ΜΜΕ σιγά και μεθοδικά κατασκευάζοντας υπηκόους. Μας πείθουν με την εικόνα. Η εικόνα δεν είναι πια μια προοπτική αντιληπτική ικανότητα, δεν είναι το αισθητηριακό αποτέλεσμα. Βρισκόμαστε πια εγκλωβισμένοι μέσα στην εικόνα. Πολλές εικόνες μαζί συνθέτουν ένα έργο και οφείλω να παραδεχτώ πως σε αυτό το έργο εμπεριέχεται όλη η ανθρώπινη ενδιαίτηση. Εκεί, κάπου σε ένα μέρος του κάδρου βρίσκομαι και εγώ και εσείς.
Ζούμε σε συντελική εποχή ή βιώνουμε τέτοιες κοσμοϊστορικές αλλαγές που στο ανθρώπινο μυαλό οι χρόνοι που συντελούνται μοιάζουν συντελικοί; Τότε είναι που με καταλαμβάνει η ματαιότητα, τότε είναι που η αγαπημένη μου υποστηρίζει πως φοβάμαι ν’ ανοιχτώ για να νιώσω την αγάπη της και προσέξτε τούτο το λέει σ’ έναν ποιητή. Όχι δεν διαφέρω από όλους εσάς που ζείτε δίπλα μου, αντιλαμβάνομαι όμως την αλήθεια κάπως διαφορετικά απ’ ότι την αντιλαμβάνεστε όλοι εσείς. Ίσως παίρνω ορισμένα γεγονότα κατάκαρδα. Ίσως και να στεναχωριέμαι πιο πολύ. Άλλες φορές θέλω να βιώσω το γεγονός για να έχω ιδία αντίληψη, δεν μου φτάνει η αντίληψη από την παραθετική γνωριμία με αυτό. Κι έτσι πονάω και ματώνω και κλείνω τα μάτια μου να μην αντικρίζω πως όλα γινήκαν γιατί ο άνθρωπος έμαθε να στερείται του γνωρίσματος να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα.
Πριν από χρόνια εμείς οι μεσήλικες σήμερα Έλληνες ζούσαμε στα οικογενειακά μας σπίτια με τη συντροφιά των παππούδων μας και των γιαγιάδων μας. Έτσι μάθαμε την ιστορία μας. Εκείνοι μας διηγήθηκαν τις δακρύβρεχτες ιστορίες των πολέμων που είχαν την ατυχία να ζήσουν. Κι όμως διηγούμενοι τα πιο άσχημα και βασανιστικά πράγματα που είχαν βιώσει ζούσαν μέσα από την παράθεση αυτών των γεγονότων. Ζούσαν και τα χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα για συνετιστούμε εμείς τα παιδιά τους. Και κάθομαι και λέω πόσο πια ο άνθρωπος θα ζει με αυτό το εσφαλμένο αίσθημα του εγώ. Αλίμονο να υποστηρίζουμε την πείνα και τις κακουχίες επειδή μας έχει περισσέψει το ψωμί στο καθημερινό μας τραπέζι.
Σήμερα μετά την επέλαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη χώρα μας κάποιοι ισχυρές φωνές των ΜΜΕ φωνασκούν πως επιτέλους τέλειωσε η εποχή του life style και τώρα θα δούμε όλοι την αλήθεια κατάματα. Πίσω από τα λόγια τους νιώθει κανείς πως χαίρονται που θα υποφέρουμε για όσα χρόνια θα συμβαίνει αυτή η ανάσχεση στη χώρα μας. Δηλαδή έφταιξε το life style για την κακή μας οικονομική κατάσταση; Αυτά τα γουρούνια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πρέπει να είμαστε ένοχοι που ακολουθήσαμε την εικόνα που είχε αρχίσει επικίνδυνα να ξεφεύγει από τα όρια του κάδρου και τελικά επικάλυψε την ίδια την πραγματικότητα;
Ορισμένοι από εμάς είχαμε σαφώς καταλάβει πως αυτή η κοινωνία της εικόνας είχε πια καλύψει την πραγματικότητα και το μόνο που μας σώζει είναι να αλλάξουμε τη θέση μας, έτσι ώστε να δούμε αυτήν την εικόνα από μια διαφορετική οπτική γωνία, να μάθουμε να παρατηρούμε ακόμα και τους ίδιους μας τους εαυτούς μέσα στην εικόνα.
Έχει όμως πια αποδεχθεί ο άνθρωπος πως είναι εντελώς φυσιολογικό η γάτα να μοιάζει πίσω από τη διάθλασή της με πάνθηρα, ο πλανητάρχης να έχει κηρύξει τον πόλεμο σε όποια χώρα αντινομεί στα συμφέροντα της υπερδύναμης και όλοι μαζί να υποτασσόμαστε στη συλλογική υστερία μιας κακής στιγμής, αφού αυτή η δύσκολη, κακή στιγμή μας δίνει περισσότερη αίσθηση ζωής από την ησυχία, τη γαλήνη, την πραότητα και την ευχαρίστηση.
Τέτοια είναι η εποχή μας, ειδικά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κατάντησε ως εποχή με μαζικές απόπειρες υποβιβασμού της αλήθειας, εποχή που τις τελευταίες δεκαετίες η πληροφορία διαδίδεται όπως η φωτοκόπια ενός φωτοτυπικού μηχανήματος. Στο τέλος φτάνει να μεταδίδεται μια πληροφορία, μια γνώση που ουδεμία σχέση έχει με την αρχική, με αυτή την πρώτη ιδέα, μια γνώση που έχει ξεθωριάσει πλήρως από το πρωτότυπο.
Και βλέπεις τους κάπως υποψιασμένους αυτής της χώρας να θέλουν να μετοικήσουν για να υποστηριχτούν από πολιτειακά συστήματα που δεν έχουν υποστεί τέτοια καταστροφή. Ποια είναι η δική μας καταστροφή; Πως δεν ξέρουμε πλέον ποια είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Έτσι και αναιρέσουμε την εικόνα, έχουμε αναιρέσει και τις ζωές μας. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πως έρχεται η στιγμή που μέσα μας τίθεται η ερώτηση μήπως πρέπει να σπάσουμε αυτόν τον καθρέφτη που αντικρίζουμε;
Τα μικρά παιδιά όταν κοιτάζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη, τείνουν να γυρίζουν τον καθρέφτη από πίσω, μήπως και αυτό που αντικρίζουν δεν είναι αντανάκλαση παρά κάτι που βρίσκεται στο επέκεινα. Κι ύστερα μεγαλώνουν… εγκαθίστανται οι φόβοι, τα πάθη, τα μίση, η ζήλια, το θέλω, το μπορώ, το δεν μπορώ, το εγώ, προστίθενται οι σχέσεις επιτυχείς ή ατυχείς με τους άλλους ανθρώπους και φθάνει και η περίοδος που ίσως ο έρωτας τους κάνει να δουν με άλλα μάτια την εικόνα τους και την εικόνα της κοινωνίας. Οι ερωτευμένοι είναι η πιο τολμηρή κοινωνική ομάδα, ένας ερωτευμένος άνθρωπος μπορεί να καταφέρει τα πάντα και για τούτο συνήθως οι ήρωες είναι νέοι και ερωτευμένοι.
Ο ποιητής έχει αποδεχθεί τη δύναμη του έρωτα, είτε βιώνει, είτε όχι τον έρωτα, ενσωματώνει πάντα μέσα στο ποιητικό του σύμπαν το τρίπτυχο: ζωή, έρωτας, θάνατος. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ποιητικό σώμα ολοκληρωμένο, το οποίο θα μπορεί να ταξιδέψει στο χωροχρόνο της ανθρώπινης πραγματικότητας. Γιατί ευτυχώς δεν είναι ο Ποιητής που θα πλαστεί μέσα στον κόσμο, αλλά ο κόσμος που πλάθει ο ίδιος ο ποιητής για να τον κατανοήσει και έτσι να τον καταγράψει.
Να λοιπόν γιατί πιστεύω πως το μοναδικό μας καταφύγιο που έχει απομείνει είναι η Ποίηση. Γιατί η Ποίηση είναι ικανή να μην αποδεχθεί την εικόνα που έχει πια επικαλύψει την πραγματικότητα, αλλά να πλάσει η τέχνη καθαυτή μια εικόνα που θα διαλέξει και θα την εννοήσει ως πραγματική.
Και λέω ευτυχώς που είμαι ποιητής, που νιώθω και πράττω ως ποιητής, γιατί έτσι δεν θα τους κάνω τη χάρη να γονατίσω και να υποταχτώ στο ξετύλιγμα της συντελικής ταπισερί που θέλουν να την πουν πραγματικότητα. Θα αντισταθώ και θα σας παρακαλούσα να μην μιμηθείτε αυτό το αλληθωριστικό φαινόμενο που θέλει να σας οδηγήσει σε μια θολή αντίληψη της εικόνας.
Και αν σας μίλησα για την αγαπημένη μου, είναι που ο έρωτας με έχει κάνει ατρόμητο και νεαρό ξανά, να μπορώ να αμφιβάλλω αν ό,τι έχω σφίξει όλη την ημέρα μέσα στην αγκαλιά μου μού ανήκει καθ’ ολοκληρία. Είναι που ο έρωτας ξύνει το μολύβι μέσα στην καρδιά και με το αίμα μου γράφει τους στίχους μιας ύπαρξης που πάει να γεννηθεί για να γίνει η πρώτη αλήθεια. Και η πρώτη αλήθεια μέχρι σήμερα δεν είναι άλλη για μένα παρά: ο έρωτας.
Κι ούτε βέβαια είμαι αλαζών, αλλά ένας άνθρωπος που είναι τόσο ένοχος, όσο και αθώος για να μπορεί να ομολογήσει πως είναι ο έρωτας και η ποίηση, που κινεί τα χέρια του και κάνει την καρδιά του να χτυπά συντονισμένα μέσα στο κέντρο του ηλιακού γαλαξία.
Ένας άνθρωπος τόσο ένοχος που ανέχεται να εκτελούνται με ήπιες θανατηφόρες ενέσεις οι βαρυποινίτες των ΗΠΑ, που ανέχεται τα ρεσάλτο του Ισραήλ στις νηοπομπές ανθρωπιστικής βοήθειας.
Έχετε κάνει μια βόλτα στην Ομόνοια να δείτε την εξαθλίωση των ανθρώπων που τρυπιούνται για να σταματήσουν το καταραμένο τους μυαλό; Έχετε ποτέ ζήσει σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους αδύναμους, εξαρτημένους από το δουλεμπόριο των φαρμακοβιομηχανιών; Ίσως ναι. Οι περισσότεροι θυσιάζετε την απόγνωσή σας ή τα πικρά χαμόγελά σας μέσα στα ασφαλή σπιτάκια σας. Μέχρι εκεί μπορείτε, δεν σας κατηγορώ. Όχι, εγώ ποτέ δεν θα κατηγορήσω κανέναν.
Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος έτσι κι αλλιώς. Ποτέ δεν κατάφερα να έχω ένα μόνιμο κέντρο βαρύτητας. Είμαι ένα σιχαμένο και καταραμένο εκκρεμές που χορεύει τα βαλς του Σοστακόβιτς, που ακούει Μάνο Χατζιδάκι και ηδονίζεται, που ακούει Radiohead και βουρκώνει.

Είμαι αυτός που διαβάζει το σούρουπο για παρηγοριά τους στίχους του Ρίλκε, της Γώγου, του Καβάφη ή του Celan:

«Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
Σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο
στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά…»

Αυτός ο άνδρας επιτρέψτε μου να είμαι εγώ, για τούτο και σας λέω: καληνύχτα σας… αυτός ο κόσμος προχωρά ολοκληρωτικά προς τον αφανισμό του. Μην τον εμποδίσετε… θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Μόνο τότε θα έχουμε χώρο, μόνο τότε δεν θα’ ναι στριμωχτά, έτσι και εγώ θα έχω ως ύστατη δικαιολογία για τον αφανισμό μου, τη δειλία που επέδειξα μέχρι σήμερα, να ανεβώ και να κλέψω τη φωτιά του Δία για να σας τη φέρω, ξανά και ξανά… για όσες φορές χρειαστεί τελικά. Αλίμονο, κουράστηκα. Και σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν θα πω σταμάτησα να αγαπώ, είναι πως εξαντλήθηκα… είναι πως με νίκησε η αιώνια τιμωρία του πατέρα Δία και δεν αντέχω άλλο να μου τρώγουν τα συκώτια… και πως τούτο είναι πολύ ανθρώπινο. Συγχωρέστε με.

Κάποτε… αυτός έγραψε ένα ποίηµα.

Και το ονόµασε «Πλήγµα»,

Γιατί αυτό ήταν το όνοµα του σκύλου του, και

γιατί αυτό ήταν όλο κι όλο.

Και η δασκάλα τον βαθµολόγησε µε «Α»

Κι ένα χρυσό αστέρι.

Και η µητέρα του το κρέµασε στην πόρτα της κουζίνας,

και το διάβαζε σε όλες τις θείες του…

Κάποτε… έγραψε έν’ άλλο ποίηµα.

Και το ονόµασε «Αθώο Ερωτηµατικό»

Γιατί έτσι ονόµαζε τη λύπη του, και

γιατί αυτό ήταν όλο κι όλο.

Και ο καθηγητής του τον βαθµολόγησε µε «Α»

Και του έριξε µια παράξενη και επίµονη µατιά.

Και η µητέρα του ποτέ δεν το κρέµασε στην πόρτα της κουζίνας

γιατί εκείνος δεν την άφησε να το δει ποτέ…

Κάποτε, στις 3:00 τα ξηµερώµατα…

επιχείρησε να γράψει ένα άλλο ποίηµα…

Και το ονόµασε «Τίποτα Απολύτως», γιατί

αυτό ήταν όλο κι όλο.

Και βαθµολόγησε ο ίδιος τον εαυτό του µε «Α»

Και µε µια χαρακιά σε καθέναν από τους καρπούς των χεριών του,

Και το κρέµασε στην πόρτα του µπάνιου γιατί

δεν µπόρεσε να φθάσει στην κουζίνα.

(ποίημα αυτόχειρα Αμερικανού εφήβου, όπως παρατίθεται στα Αμερικανικά στο βιβλίο του A. Alvarez, The Savage God, μετ.: Γιάννης Αντιόχου).

 

57,947 total views, 1 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η ζωή του Πάουλο Κοέλιο, της Κατιάννας Πανουργιά

Ο Paulo Coelho κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς του κόσμου. Συνολικά τα βιβλία του ξεπερνούν τα...

Close