Ιπτάμενη αναχώρηση, του Παντελή Λιάκα

By  |  0 Comments

Η μέρα του ταξιδιού που περίμενε τόσο καιρό είχε επιτέλους φτάσει.

Ο μόλις δέκα ετών Ορέστης είχε ετοιμάσει καιρό τώρα- μέρες, ίσως και μήνες- τις αποσκευές που θα τον συντρόφευαν στο όνειρό του. Δεν περίμενε να περάσει η ώρα και να βρεθεί πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου που θα τον μετέφερε στο όμορφο νησί της μητέρας του- την Μυτιλήνη. Είχε άλλωστε δυο βδομάδες καιρό να ξεκουραστεί, καθώς το σχολείο θα παρέμενε κλειστό αυτές τις μέρες, λόγω Χριστουγέννων. Ο χειμώνας και φέτος προμηνυόταν βαρύς, όπως τουλάχιστον φανέρωναν οι πρώτες νιφάδες χιονιού που είχαν καλύψει τα ψηλά βουνά, ντύνοντάς τα με τον άσπρο μανδύα των γιορτινών ημερών. 

Ο Ορέστης ήδη είχε σκιαγραφήσει στο μυαλό του το σπίτι τους στη Μυτιλήνη, το ζεστό χαμόγελο των παπούδων του που θα τον περίμενε στην πόρτα για να τον καλωσορίσουν, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τους φίλους, τους συγγενείς και…. 

”Ορέστη είσαι έτοιμος;”, ακούστηκε η βροντερή φωνή του πατέρα του από το σαλόνι του σπιτιού. 

”Ναι, ήθελα να πω, σχεδόν δηλαδή. Έχω να πάρω μαζί μου ακόμα τις φωτογραφίες και τα γλυκά που υποσχέθηκα στη γιαγιά”, αποκρίθηκε ο Ορέστης. 

”Η μητέρα σου περιμένει στο αυτοκίνητο εδώ και δέκα λεπτά, πρέπει να φύγουμε, το πλοίο αναχωρεί στις 8.”, είπε ο πατέρας του με έκδηλο το άγχος στη φωνή του. 

Ο Ορέστης τακτοποίησε και τα τελευταία του πράγματα μέσα στο βαλιτσάκι, μαζί με τα αισθήματα χαράς που ένιωθε, το έκλεισε και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. 

”Επιτέλους και άρχισα να ανησυχώ”, είπε ο πατέρας του, κλείνοντας παράλληλα την πόρτα του σπιτιού πίσω του. 

Η κίνηση στο δρόμο ήταν ανυπόφορη. Συχνό φαινόμενο των δρόμων στην Αθήνα, φαινόμενο που δεν άφηνε κανέναν ευχαριστημένο. Το μποτιλιάρισμα οφειλόταν σε κάποιο τρακάρισμα ή κάτι παρόμοιο, ενώ την κατάσταση επιδείνωνε και η βροχή που άρχισε να πέφτει με όλο και μεγαλύτερη ένταση. 

Στις 8 παρά τέταρτο η οικογένεια είχε φτάσει -επιτέλους- στο λιμάνι του Πειραιά, περιμένοντας να επιβιβαστεί στο πλοίο που έμοιαζε στα μάτια του Ορέστη σαν ένα κινούμενο φρούριο. 

”Δεν έχω ξαναδεί τόσο εντυπωσιακό πλοίο από κοντά. Στην τηλεόραση φαίνεται πολύ μικρότερο σε σύγκριση με αυτό”, είπε ο Ορέστης αδημονώντας για την αναχώρησή στον ονειρικό του προορισμό.   

Όλοι οι επιβάτες περίμεναν μαζεμένοι έξω από το πλοίο, ενώ τα πρόσωπά τους έδειχναν αγανακτισμένα και θλιμμένα. Η μητέρα του Ορέστη πλησίασε κοντά, απορώντας για την κατάσταση που επικρατούσε σχετικά με την έκβαση του ταξιδιού. 

”Δυστυχώς κύριοι, το πλοίο δεν θα αναχωρήσει σήμερα λόγω έκτακτων καιρικών συνθηκών”, είπε κάποιος με μπλε στολή και καπέλο που παρέπεμπε σε λιμενικό. 

”Τώρα τι θα κάνουμε, τόσες ετοιμασίες, τόσα σχέδια. Όλα μάταιος κόπος”, αντέτεινε η μητέρα του Ορέστη. 

”Δεν είναι στο χέρι μου, κυρία, το πλοίο δεν μπορεί να αποχωρήσει τουλάχιστον προς το παρόν. Ο καιρός χάλασε απότομα και σηκώθηκαν πολλά μποφόρ. Είναι αδιανόητο να θέσουμε το πλήρωμα στον κίνδυνο της θαλασσοταραχής. Μπορείτε να περιμένετε αν θέλετε μέχρι να δοθεί και επίσημη ανακοίνωση αργότερα”, απάντησε ο λιμενικός σαν να προσβλήθηκε από τα λόγια της μητέρας. 

”Το μόνο που μας μένει να κάνουμε είναι να περιμένουμε. Έπιασε βροχή και το κρύο είναι αρκετά τσουχτερό για να καθίσουμε εδώ. Πάμε στον θάλαμο επιβατών και από εκεί θα μάθουμε την επίσημη ανακοίνωση ”, αποκρίθηκε ο πατέρας του Ορέστη. 

Ο χώρος των επιβατών ήταν κατάμεστος από τους επιβάτες, των οποίων τα πρόσωπα είχαν αποτυπώσει το αίσθημα της αμφιβολίας και της προσμονής. Η οικογένεια κάθισε σε ένα γωνιακό τραπέζι αναμένοντας να μάθει νεότερα. 

”Τουλάχιστον εδώ είμαστε ασφαλείς από τη βροχή και το κρύο”, αναλογίστηκε ο Ορέστης, βγάζοντας παράλληλα από την τσάντα του κάποια μικρά ρολά από χαρτόνι ποικίλων χρωματισμών. Κατόπιν έβγαλε ένα ψαλίδι και μια κόλλα και άρχισε την καλλιτεχνική του δουλειά. Σε μερικά λεπτά είχε φτιάξει ένα εντυπωσιακό πλοίο με πολύχρωμα παράθυρα και έντονες αποχρώσεις κίτρινου χρώματος στα πλα’ι’νά και στο κάτω μέρος του πλοίου. 

”Μπράβο σου Ορέστη, είναι πραγματικά υπέροχο. Είσαι αληθινός καλλιτέχνης τελικά, καλά μας το έλεγε η δασκάλα σου στο σχολείο”, αναφώνησε έκπληκτη η μητέρα του. 

”Μακάρι να μπορούσε να μας μεταφέρει στη Μυτιλήνη. Να πετούσε πάνω από τα σύννεφα΄, σαν πουλί του ουρανού, να υπερνικούσε τους ισχυρούς ανέμους και να σκορπούσε το κίτρινο φως των προβολέων του στο ζοφερό σκοτάδι που έχει επικρατήσει αυτή την ώρα. Τότε όλοι μας θα ήμασταν χαρούμενοι και θα βρίσκαμε τον τελικό προορισμό μας, όπως ο Οδυσσέας ή ο Ιάσωνας μέσα από το δύσκολο ταξίδι τους.”, μονολόγησε ο Ορέστης, σαν να πίστευε ότι θα γινόταν πραγματικότητα αυτό που σκέφτηκε. 

Ξαφνικά ένας παράξενος ήχος ακούστηκε από το λιμάνι με αποτέλεσμα όλοι οι επιβάτες που περίμεναν στον θάλαμο να τιναχτούν σαν ελατήρια από τις θέσεις τους. Όλοι ήταν όρθιοι και κοιτούσαν μέσα από τα παράθυρα που είχαν γεμίσει με σταγόνες βροχής. Ένα πελώριο πλοίο φαινόταν να αιωρείται στον ουρανό, θυμίζοντας το Ζέπελιν που έκανε τις βόλτες του στο ουράνιο τοπίο της Αττικής κατά την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων. Βλέποντας κανείς όμως πιο προσεκτικά το πλοίο έμενε πραγματικά έκπληκτος, καθώς ήταν πολύχρωμο με έντονη απόχρωση το κίτρινο στο πλάι και το κάτω μέρος του ειδικά, με λίγα λόγια ήταν πιστό αντίγραφο του χαρτονένιου πλοίου που είχε δημιουργήσει ο Ορέστης. 

”Είναι απίστευτο, ένα ιπτάμενο πλοίο έχει αγκυροβολήσει στον ουρανό και περιμένει τους επιβάτες του να τους μεταφέρει σε παραμυθένιους προορισμούς”, φώναξε κάποιος επιβάτης που είχε μείνει έκθαμβος από την ονειρική οπτασία που φαινόταν μπροστά του. 

”Πως τα κατάφερες και δημιούργησες ένα τέτοιο πλοίο και μάλιστα κατάφερε να γίνει και πραγματικότητα;”, ρώτησε απορημένος ο πατέρας του Ορέστη. 

”Απλά χρησιμοποίησα την δύναμη της θετικής σκέψης, απαγκιστρώθηκα δηλαδή από τα αρνητικά συναισθήματα και σχημάτισα νοερά στη φαντασία μου την εικόνα του χαρτονένιου πλοίου ως πραγματικού”. 

Μια φωνή δυνατή ακούστηκε τότε μέσα από τα μεγάφωνα του πλοίου ”Το πλοίο αναμένεται να αποχωρήσει σε δέκα λεπτά από το λιμάνι του Πειραιά. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες όπως επιβιβαστούν. Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση”. 

Ο Ορέστης στο άκουσμα αυτής της είδησης πετάχτηκε σαν πυροτέχνημα από την χαρά του, τραβώντας από το χέρι τους γονείς του που ακόμη δεν πίστευαν αυτό που είχε συμβεί. 

”Το πλοίο φεύγει σε λίγο, η Μυτιλήνη δεν μπορεί να μας περιμένει άλλο”, είπε ο Ορέστης και ένα δάκρυ χαράς κύλησε από το μάγουλό του. 

35,438 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
To Literature.gr προτείνει: «Η ΠΡΩΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ» του Πέτρου Τατσόπουλου (Βιβλία pocket)

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο ελληνικός κινηματογράφος πνέει τα λοίσθια. Ελάχιστες ταινίες γυρίζονται πλέον και προβάλλονται μπροστά...

Close