Λογοτεχνία ευθανασίας, της Αγλαΐας Παντελάκη

By  |  0 Comments

Λογοτεχνία ευθανασίας

Από την αυγή της νέας χιλιετίας έχουν κυκλοφορήσει τριάντα περίπου λογοτεχνικά έργα στη γερμανική, τη γαλλική και την αγγλική γλώσσα, απόδειξη ότι η ευθανασία, πέρα από διαχρονικό αντικείμενο ηθικών και πολιτικών συζητήσεων, αποτελεί πλέον και λογοτεχνικό θέμα.

 «Θεωρώ ότι η ανθρώπινη ζωή διατηρεί την αξιοπρέπειά της, όταν κάποιος είναι ελεύθερος να μπορεί να επιλέγει τη στιγμή του θανάτου του. Και γι’ αυτό αγωνίζομαι.» Αυτό είναι το μάντρα του Gustav Strom, ένθερμου υποστηρικτή της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας στο θεατρικό έργο του Lukas Bärfuss «Το ταξίδι της Αλίκης στην Ελβετία» (2005).

Τα επιχειρήματά του είναι ευνόητα, ο αναγνώστης τείνει να συμφωνεί μαζί του. Οι έντονες διαπροσωπικές σκηνές του έργου μιλούν ωστόσο μία άλλη γλώσσα. Με εκλεπτυσμένο τρόπο, διευκρινίζουν ότι η προβληματική της ευθανασίας δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επίκληση σε θεμελιώδεις αξίες, ότι δεν υπάρχει Σωστό και Λάθος. Πρόκειται για ένα από τα πρώιμα έργα της σύγχρονης «λογοτεχνίας ευθανασίας», στα οποία η δυνατότητα προγραμματισμού του θανάτου και η τραγικότητά του αντιπαρατίθενται.

   Το συγκεκριμένο είδος δεν μπορεί φυσικά να γίνει κατανοητό όντας απαγκιστρωμένο από τα εξωλογοτεχνικά συμφραζόμενα, καθώς οι εκάστοτε κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες επηρεάζουν και διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τις εθνικές λογοτεχνίες. Στη σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία, για παράδειγμα, δεν απαντάται ποτέ η φιγούρα του θετικά διακείμενου γιατρού που βοηθά τον πάσχοντα μέσω της ευθανασίας – τόσο έντονες είναι στη συλλογική μνήμη οι δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν με ευθανασία κατά τη διάρκεια του ναζισμού. Στη Γαλλία, αντιθέτως, όπου το αίτημα για νομιμοποίηση της ιατρικά υποβοηθούμενης ευθανασίας είναι ηχηρό, η φιγούρα του γιατρού με μορφή σωτήρα εμφανίζεται επανειλημμένα.

 

Η ευθανασία ως θάνατος από έρωτα

    Υπάρχουν ωστόσο στοιχεία που υπερβαίνουν σύνορα και γλώσσες και είναι κοινά παντού. Το δικαίωμα του αρρώστου στον προγραμματισμένο θάνατο δεν τίθεται σχεδόν ποτέ υπό αμφισβήτηση, αν και λίγα κείμενα τηρούν αμιγώς θετική στάση. Συχνά παρουσιάζουν την προβληματική της ευθανασίας με το να φωτίζουν την κοινωνική της πλευρά και κυρίως τις προκλήσεις για τους συγγενείς και την ανεπάρκεια της κοινωνίας να συναναστρέφεται με – ως επί το πλείστον ηλικιωμένους – πάσχοντες. Τελικά, η ευθανασία – όπως τονίζει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο μυθιστόρημα του Pierre Béguin Vous ne connaîtrez ni le jour ni lheure(2013) – δεν είναι μία «αμιγώς ατομική πράξη», αλλά είναι πάντοτε «εγγεγραμμένη σε έναν οικογενειακό ιστό, στη διάρθρωση των σχέσεων». Αν υπόσχεται στον άρρωστο το τέλος του πόνου του, για τον περίγυρο συνεπάγεται «πόνο, ενοχή, δίλημμα». Σε διάφορα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας ο έρωτας και ο θάνατος, τα δύο μεγάλα θέματα, έρχονται σε μία σύνθεση γεμάτη ένταση.

   Η λογοτεχνία ευθανασίας αφηγείται μία νέα παραλλαγή του θανάτου από έρωτα. Δεν είναι το ανεκπλήρωτο ενός νέου έρωτα αυτό που οδηγεί στο θάνατο, αλλά η απειλητική απώλεια ενός που έχει εκπληρωθεί. Οι ιστορίες έχουν να κάνουν με ζευγάρια, τα οποία μετά από χρόνια ή δεκαετίες συνύπαρξης αποφασίζουν να πεθάνουν μαζί. Αιτία αποτελεί μία αρρώστια ή η εξ αυτής εκπορευόμενη επιθυμία του ενός για θάνατο, η οποία προκαλεί στον άλλο το φόβο της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, κάτι που τραγουδήθηκε και από τον Jacques Brel στο σανσόν του Les vieux: κρατιούνται από τα χέρια, φοβούνται να χάσουν ο ένας τον άλλον, κι όμως χάνονται / … αυτός που μένει βρίσκεται ξανά στην κόλαση.

   Δεν πρόκειται για αυθόρμητη πράξη απόγνωσης, αλλά για αποτέλεσμα πραγματιστικού «ζυγίσματος», ιδιαίτερα όταν μεσολαβεί κάποιος οργανισμός ευθανασίας, όπως στο μυθιστόρημα του Pierre Béguin, στο οποίο ο Γενοβέζος συγγραφέας διασκευάζει την υποβοηθούμενη διπλή ευθανασία των ηλικιωμένων γονιών του.

Όταν αφηγείται την προθυμία τους να δεχτούν το θανατηφόρο δηλητήριο στο γαμήλιο κρεβάτι τους, η περιγραφή θυμίζει στίχους του Brel: «Τότε ο πατέρας μου πήρε το χέρι της με την ισχυρή αποφασιστικότητα να μην το αφήσει ποτέ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χαραγμένο από ρυτίδες πρόσωπό του.» Οι  γονείς κοιτιούνταν για ώρα, ευχαριστημένοι και ανακουφισμένοι, «μαζί στο τέλος του δρόμου, χωρίς να έχουν χάσει ποτέ από τα μάτια τους ο ένας τον άλλο». Διασκευάζοντας τη διπλή ευθανασία των γονιών του ως «την τελευταία γραμμή ενός έργου αγάπης, το οποίο απλώς δεν θα μπορούσε να έχει τελειώσει διαφορετικά», ο αφηγητής-γιος προσπαθεί να την αποδεχτεί. Μόνο ο κοινός θάνατος θα μπορούσε να τους προφυλάξει από ένα μονότονο τέλος. Και μόνο η αγάπη τους έκανε να τολμήσουν το «μεγάλο άλμα».

 

Kleist, ο πρώτος διδάξας

 

   21 Νοεμβρίου 1811. Ίσως η διασημότερη διπλή αυτοκτονία στην ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας. Ο Heinrich von Kleist πυροβολεί την καρκινοπαθή Henriette Vogel και στη συνέχεια στρέφει το όπλο εναντίον του, μία πράξη που αποτέλεσε το πρότυπο για ένα ξεχωριστό μοτίβο: τη διπλή αυτοκτονία δύο αγαπημένων, εκ των οποίων ο ένας αρρωσταίνει βαριά και ο άλλος δίνει τέλος στα βάσανά του μέσω ενεργητικής ευθανασίας και στη συνέχεια τον ακολουθεί στο θάνατο. 

   Η δομή του θανάτου από έρωτα με βάση το πρότυπο του Kleist επαναλαμβάνεται στη σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία. Μόνο που «αποτυγχάνει». Τα μυθιστορήματα Liebe bis in den Tod (2008) της Barbara Bronnen  και Bis dass der Tod (2009) του Jim Petersen αφηγούνται πώς ένας άντρας σκοτώνει τη βαριά άρρωστη γυναίκα του πυροβολώντας τη στο κεφάλι, χωρίς μετά να βάζει τέλος και στη δική του ζωή. Η ευθανασία ως θάνατος από έρωτα δεν ρομαντικοποιείται ούτε εδώ, όπως φαίνεται από την αισθητική των πτωμάτων: «Από το κεφάλι πάντως δεν είχαν μείνει πολλά, το αριστερό μάγουλο, το αφτί λιωμένο και το αριστερό μάτι κρεμόταν έξω», διαβάζουμε στο μυθιστόρημα της Bronnen. Και ο άντρας στο μυθιστόρημα του Petersen κοιτάζει τη νεκρή σύντροφο, «πού έχει πάει όμως το πρόσωπό της;», βλέπει «μόνο ένα σβώλο από υγρά μαλλιά και ξεραμένο αίμα», κοιτάζει «στο εσωτερικό του κρανίου».

   Μακράν πιο δύσκολο από την παραμόρφωση του αγαπημένου προσώπου είναι ωστόσο το ερώτημα που θέτει και η βραβευμένη με όσκαρ ταινία του Michael Haneke, Amour (2012): ήταν πράγματι μόνο η αγάπη αυτό που ώθησε τους άντρες στη θανάτωση των γυναικών τους; Ή μήπως και η υπερβολική επιβάρυνση; Ενώ αυτό λειτουργεί υποβλητικά στον Haneke και τον Petersen, ο άντρας στο μυθιστόρημα της Bronnen αναρωτιέται: «Το έκανα για ‘μένα ή γι’ αυτή;» Η ηθική διάσταση του θανάτου από έρωτα βγαίνει πλέον στην επιφάνεια. Πόσο μπορεί και πρέπει να αντέξει ένας άνθρωπος να συναναστρέφεται με έναν βαριά άρρωστο συγγενή; Πώς γίνεται ζευγάρια σαν κι αυτά να κάνουν κάτι τέτοιο μόνα τους; Δεν θα έπρεπε να έχουν αναζητήσει βοήθεια; Όμως πώς θα ήταν κάτι τέτοιο δυνατό σε μια κοινωνία που απαγορεύει την ευθανασία;

   Μία λύση θα ήταν ένα ταξίδι στην Ελβετία, στη χώρα με το πιο φιλελεύθερο νομικό καθεστώς. Το ότι ένας αυτόχειρας πρέπει να εγκαταλείψει το οικείο περιβάλλον του, για να πεθάνει σε μία ξένη χώρα με ένα ποτήρι νάτριο και πεντοβαρβιτάλη, αποτελεί μία από τις πιο μακάβριες πτυχές του προγραμματισμένου θανάτου. Έτσι προέκυψε και το μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα του «τουρισμού θανάτου» στη λογοτεχνία. Σε διάφορα έργα – κυρίως της βρετανικής λογοτεχνίας – η Ελβετία παρουσιάζεται ως τόπος θανάτου, ως μία «ετεροτοπία», όπως θα έλεγε ο Foucault, δηλαδή ως ένας τόπος «πέρα από όλους τους τόπους», που διέπεται από τους δικούς του κανόνες και όπου «οι άνθρωποι κόβουν τους δεσμούς με τον κανονικό χρόνο».

   Το παράλογο του «τουρισμού θανάτου» καταστέλλεται και στο Gestus των κειμένων. Όταν τα κίνητρα δεν είναι αυτοβιογραφικά, είναι κατά κανόνα σατιρικά. Συχνά η παρουσίαση της οργανωμένης υποβοηθούμενης ευθανασίας πραγματοποιείται με παράλληλη παρουσίαση συνηθισμένων τοπίων της Ελβετίας: η εικόνα του χρηματοοικονομικού κέντρου παραπέμπει στις συναλλαγές με το θάνατο, η εικόνα του θανάτου στο γραφικό κόσμο των Άλπεων θυμίζει την πραγματικότητα ενός κοινού διαμερίσματος θανάτου στη βιομηχανική ζώνη της Ζυρίχης, η αγάπη για την οργάνωση και ο πραγματισμός των Ελβετών εκφράζονται μέσω ενός αποτελεσματικά προγραμματισμένου θανάτου.

   Στο Alles ist gutgegangen (2013), η Γαλλίδα συγγραφέας Emmanuèle Bernheim διασκευάζει την υποβοηθούμενη αυτοκτονία του πατέρα της. Η κυρία από τον ελβετικό οργανισμό ευθανασίας ανακοινώνει τηλεφωνικώς στην πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια την εκτέλεση της αυτοχειρίας, κάτι το οποίο θυμίζει άμεσα μία σκηνή από την ταινία Soylent Green (Richard Fleischer, 1973): σε ένα «φριχτό μέλλον», ο αυτόχειρας, «μικροσκοπικός και ολομόναχος», μπαίνει στο «τεράστιο άσπρο κτήριο μιας κλινικής» και «στέκεται στην ουρά», για να πάρει από γιατρούς με άσπρες ποδιές το χορηγούμενο δηλητήριο. Ο αναγνώστης αποκτά έτσι πρόσβαση στο συναισθηματικό κόσμο της αφηγήτριας. Η προοπτική ότι ο πατέρας της πρέπει να πεθάνει σε μία ελβετική κλινική ευθανασίας τής προκαλεί μεγάλη δυσφορία. Ίσως μεγαλύτερη απ’ ό,τι ακόμα και ο ίδιος ο θάνατός του. Εξ ου και η ανακούφισή της, όταν μαθαίνει αργότερα ότι στην πραγματικότητα πρόκειται απλώς για ένα συνηθισμένο διαμέρισμα.

 

«Μία ακόμα ετεροτοπία»

 

   Στο επίκεντρο αυτών των ιστοριών δεν βρίσκεται απλώς μία ηθική εκτίμηση της υποβοηθούμενης ευθανασίας στην Ελβετία, αλλά και οι επιδράσεις που ασκεί στον περίγυρο η βούληση για αυτοκτονία. Η τραγική κωμωδία του Gavin Extence Das unerhörte Leben des Alex Wood (2013) διαβάζεται κατά κάποιο τρόπο ως μυθιστόρημα διάπλασης. Ο ήρωας του τίτλου αφηγείται τα νεανικά του χρόνια στην αγγλική επαρχία. Η συνάντηση με τον ηλικιωμένο κύριο Peterson γίνεται για τον αφελή, φιλομαθή Alex μία κατήχηση σε θέματα σχετικά με την πίστη στις αρχές και τον κοσμικό ουμανισμό. «Μην εγκαταλείπεις ποτέ το δικαίωμά σου να παίρνεις τις δικές σου ηθικές αποφάσεις, αγόρι μου», του διδάσκει. Μία συμβουλή, την οποία ο Alex εφαρμόζει στη συνέχεια του μυθιστορήματος, όταν ο κύριος Peterson αρρωσταίνει βαριά και θέλει να πεθάνει. Με την ισχυρή πεποίθηση ότι κάνει το σωστό, ο Alex τον οδηγεί στη Ζυρίχη, ύστερα από μία περιπετειώδη φυγή από το νοσοκομείο, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, δεδομένου του ότι βάσει του βρετανικού δικαίου μπορεί να θεωρηθεί παράνομος όποιος συνοδεύει κάποιον στην Ελβετία για ευθανασία.

   Αν ακολουθούσαν κι άλλες χώρες το παράδειγμα της Ελβετίας, τα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας θα αποκτούσαν σε λίγα χρόνια και ιστορική αξία. Η εικόνα της Ελβετίας ως τόπου θανάτου της Ευρώπης θα έμοιαζε τότε τόσο μακρινή όσο και η μορφή του «τουρισμού θανάτου», την οποία είχε κατά νου ο Foucault, όταν έγραφε για τους φυματικούς «οι οποίοι πήγαιναν στα τέλη του 19ου αιώνα στην Κοτ Ντ’ Αζούρ, για να πεθάνουν και να ταφούν εκεί – μία ακόμα ετεροτοπία».

 

 

Πηγή: Neue Zürcher Zeitung

51,618 total views, 0 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Η ανάδυση του κακού μέσα από τις ιστορίες του Στίβεν Κίνγκ (Β’ Μέρος), του Παντελή Λιάκα

  Gage Creed (Νεκρωταφείο Ζώων) Όταν ο Louis, η γυναίκα του Rachel, η κόρη του Eileen, ο γιός του Gage...

Close