Λογοτεχνία και Ζωγραφική, δυο αδελφές με διαφορετικό χαρακτήρα, της Έλενας Μαρούτσου

By  |  0 Comments

Η ζωγραφική είναι μια από τις καλές τέχνες.   Η λογοτεχνία δεν είναι.

Δεν είναι, δηλαδή, εξ ολοκλήρου. Μόνο ένα κομμάτι της, το πιο ευγενές (και το πιο παλιό), η ποίηση, θεωρείται μια εκ των καλών τεχνών. Η πεζογραφία, όπως δηλώνει και το πρώτο συνθετικό της, δεν πάει με άμαξα, ούτε με πιρουέτες, αλλά περπατώντας. Η πεζογραφία είναι μία από εμάς. Τριγυρνάει αχτένιστη μέσα στο σπίτι και καπνίζει. Μονολογεί, διαπληκτίζεται, γελάει. Οι λέξεις της κυκλοφορούνε από στόμα σε στόμα κι από βιβλίο σε βιβλίο, χωρίς να χρειάζεται μεταφραστές, εξειδικευμένα λεξικά, μεσίτες της γλώσσας.

Γλώσσα έχει κι η ζωγραφική μα μιλιά δεν έχει. Είναι πιο γοητευτική απ’ την αδελφή της τη λογοτεχνία γιατί λόγω μουγκαμάρας έχει αναπτύξει μια επικοινωνία των βλεμμάτων που ώρες ώρες σου τρυπάει την καρδιά. Ο κώδικας επικοινωνίας της ζωγραφικής είναι αυτονόητος μόνο στα παιδιά. Μετά το πέρας της παιδικής ηλικίας, τα σχήματα, οι όγκοι και τα χρώματα μιλούν σε αυτούς που έχουν την απαραίτητη εξοικείωση με αυτή τη γλώσσα. Επειδή όμως η ζωγραφική είναι πιο δυσκολοθώρητη απ’ την αδελφή της τη πεζογραφία που τη βγάζει στους δρόμους, τα τρόλεϊ και τους χώρους όπου συναθροίζεται κάθε καρυδιάς καρύδι, η γλώσσα της έχει αποκτήσει την πολυσημία και το μυστήριο της μουσικής.

Βέβαια, κι η πεζογραφία, πεζή πεζή, έχει κι αυτή τα τερτίπια της. Κάνει την ευπροσήγορη και την καταδεκτική, συναναστρέφεται τους πολλούς, αλλά στο βάθος της έχει κι εκείνη μια μαύρη τρύπα. Γιατί, ενώ ας πούμε χρησιμοποιεί τη γλώσσα των πολλών, οι πολλοί δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα τη δικιά της; Θέλω να πω: γιατί ενώ όλοι έχουνε πόδια και λέξεις, δεν γίνονται πεζογράφοι; Για τη ζωγραφική χρειάζεται σπουδή. Πρέπει να ξέρεις ν’ αναμίξεις τα λάδια, τις τέμπερες, να μάθεις τα μυστικά των υλικών, της προοπτικής, των αναλογιών. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις υπόλοιπες «καλές» τέχνες. Πρέπει να μάθεις ένα όργανο και αρμονία για τη μουσική. Πρέπει να πας σε σχολή για να ασκήσεις μετά την αρχιτεκτονική. Πρέπει να μάθεις πώς λαξεύουν το ξύλο, την πέτρα, το μάρμαρο για να γίνεις γλύπτης. Για να γράψεις, μόνη αναγκαία προϋπόθεση: να ξέρεις γραφή. (Μη φωνάζετε, αναγκαία είπα, όχι ικανή).

Πού θέλω όμως να καταλήξω με αυτή την όχι και τόσο επιστημονική θεωρία; Θέλω να καταλήξω στο εξής το εξής που χρόνια τώρα παρατηρώ: εξαιτίας του κοινού κώδικα της γραφής και, ως εκ τούτου, της ευρύτητας του κοινού στο οποίο απευθύνεται, η γραφή είναι και πιο συντηρητική. Ιδιαιτέρως δε, και για τους λόγους που εξήγησα, η πεζογραφία. Ενώ, ας πούμε δεν ήταν λίγες οι φορές που οι νέες τάσεις της ζωγραφικής ξεσήκωσαν την χλεύη και τις διαμαρτυρίες κοινού και κριτικών, οι οποίοι καταφέρονταν κάθε φορά εναντίον των νέων καλλιτεχνών με πραγματικό μένος, δεν ξέρω να έχει υποστεί αντίστοιχο πόλεμο κάποια σχολή πεζογραφίας. Αν μου αντιτείνει κάποιος τον σουρεαλισμό, θα πω πως ναι, τον πολέμησαν και τον κορόιδεψαν στον καιρό του επαρκώς, όμως όσον αφορά τη λογοτεχνία οι σουρεαλιστές εκφράστηκαν κυρίως μέσω της ποίησης ή έστω της ποιητικής πρόζας.

Για να εξηγούμαστε: δεν μιλάω για το περιεχόμενο. Βιβλία που θεωρήθηκαν υβριστικά ή πορνογραφικά ή απειλητικά για το όποιο θρησκευτικό ή πολιτικό σύστημα έχουν κατά καιρούς απαγορευτεί και οι συγγραφείς τους έχουν υποστεί πάμπολλα δεινά. Μιλάω όμως τώρα για τη μορφή. Μιλάω για τον κώδικα. Με αυτή την έννοια η πεζογραφία είναι και θα παραμείνει η πιο συντηρητική απ’ όλες τις τέχνες. Στη ζωγραφική θα γίνει δεκτό ως εικαστικό έργο ένα κουτάκι γεμάτο σκατά. Κλεισμένο και σφραγισμένο. Θα γίνει δεκτή μια αγελάδα κομμένη εγκάρσια στα δύο διατηρημένη στη φορμόλη. Ένας πίνακας λευκός.

Πόση ανοχή θα έδειχνε ο αναγνώστης σκέφτομαι απέναντι σε ένα βιβλίο λευκό; Ή έστω μερικές σελίδες επί τούτου μουτζουρωμένες; Θα στεκόταν με ενδιαφέρον μπροστά στην έμπνευση του συγγραφέα να αφαιρέσει από το κείμενό του όλα τα ω; Ή να γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο απαρτιζόμενο από επιφωνήματα; Νομίζω πως σε όλους μας έχει τύχει να πάμε σε μια έκθεση κι ενώ δεν μας δημιουργεί κάποιο ιδιαίτερο συναίσθημα ή σκέψη, να δώσουμε πάραυτα ένα περιθώριο σφάλματος κρίσης στον εαυτό μας επειδή μπορεί και να μην καταλάβαμε καλά ή να μην ήμασταν στην κατάλληλη διάθεση εκείνη τη μέρα. Μπορεί μάλιστα να αποφύγουμε να εκφέρουμε κάποια κρίση σκεπτόμενοι πως δεν είναι το πεδίο μας κι ίσως πούμε καμιά μπαρούφα. Συχνά βλέπω ανθρώπους να στέκονται μπροστά σε έργα τέχνης σαν τα παιδιά που τα έχουν πάει στο μουσείο και κάθονται από υποχρέωση λίγα δευτερόλεπτα μπροστά από κάθε έκθεμα με την σκέψη πως αφού αυτός είναι ο κόσμος των μεγάλων κάτι θα σημαίνει αλλά στην πραγματικότητα δεν βλέπουν την ώρα να βγουν έξω για παιχνίδι.

Μια που επανήλθαμε στα παιδιά: μόνο στα παιδικά βιβλία πια βλέπουμε να συνεργάζονται οι τέχνες. Ο λόγος, για να γίνει αντιληπτός κι ελκυστικός, συνοδεύεται από αναπαραστάσεις με ζωηρά χρώματα, συχνά και ήχους. Όταν η λογοτεχνία για ενηλίκους συμπεριλάβει στο κείμενο την εικόνα κατατάσσεται στα κόμικς. Φαίνεται πως η λογοτεχνία είναι αυτάρκης κι όταν κάποια άλλη τέχνη πάει να κάτσει δίπλα της, τραβιέται ενοχλημένα πιο κει. Αντίθετα, η ζωγραφική, πιο ελευθεριάζουσα κι ενδοτική σε ξένα καλέσματα συχνά έχει συμπεριλάβει στους κόλπους της τις άλλες τέχνες παίζοντας με τα μέσα τους, χωρίς να χάνει την εικαστική της διάσταση. Και μένα, θα μου πείτε, τι με πειράζει;

Θα σας πω. Συχνά, ως πεζογράφος, σφιγμένη μέσα στην προκαθορισμένη σημειολογία της γλώσσας (γεννιόμαστε μέσα στη γλώσσα, όπως έλεγε ο Λακάν, με την έννοια ότι δεν επιλέγουμε εμείς τη σημασία που έχει η κάθε λέξη), συχνά ζηλεύω την ελευθερία κινήσεων της ζωγραφικής που μπορεί σύμφωνα με το κέφι της να επαναπροσδιορίζει κάθε φορά τη σχέση περιεχομένου και μορφής, σημαίνοντος και σημαινόμενου. Ενώ, όταν εγώ θα πληκτρολογήσω τη λέξη «κουτί», είμαι δεσμευμένη απέναντι στον αναγνώστη να μην εννοώ κάτι διαφορετικό από αυτό που εννοούνε κι όλοι οι άλλοι με την ίδια λέξη, ένας ζωγράφος μπορεί να φτιάξει ένα κουτί που να σημαίνει χίλια πράγματα.

Παρ’ όλο που και η λογοτεχνία και η ζωγραφική, σκέφτομαι, είναι πλασμένες απ’ την ανάγκη του ανθρώπου για έκφραση – αυτή η ανάγκη είναι η μάνα τους –  διαφέρουνε πολύ στο χαρακτήρα γιατί είναι από διαφορετικό πατέρα. Πατέρας της λογοτεχνίας είναι ο λόγος, ενώ της ζωγραφικής το φως. Αυστηρός ο πρώτος, άπιαστος και φασματικός ο δεύτερος. Ενώ όμως ο λόγος δεν επιτρέπει και πολλά κουνήματα στην κόρη του, όταν αυτή τα καταφέρνει και βάζει στις σελίδες της λίγες εικαστικές πιρουέτες της ζωγραφικής, το αποτέλεσμα είναι συχνά πολύ ενδιαφέρον. Παράδειγμα: το Εξαιρετικά Κοντά και Απίστευτα Κοντά του Τζόναθαν Φόερ.

Γι αυτό όμως και γι άλλα, θα πούμε την άλλη φορά.

3,597 total views, 5 views today

Σχόλια

Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Literature.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα σας να είναι σύντομα, μη υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους και να γράφονται στην όμορφη Ελληνική μας γλώσσα. Όλα τα άρθρα στο Literature.gr φέρουν την ευθύνη του υπογράφοντα.
 

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Το site www.literature.gr χρησιμοποιεί cookies από το Google για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Read previous post:
Έφυγε ο μυθιστοριογράφος Όσκαρ Ιχουέλος

Πέθανε σε ηλικία 62 ετών χθες  Κυριακή, ο Κουβανικής καταγωγής Αμερικανός Όσκαρ Ιχουέλος, που κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ για το best...

Close